Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Δίψα για ενέργεια

Δημοσιεύτηκε στις

Θα ολοκληρώσει η Άνγκελα Μέρκελ την ενεργειακή επανάσταση της Γερμανίας;
Paul Hockenos*
Η Άνγκελα Μέρκελ παρατηρεί ένα αιολικό πάρκο στα ανοικτά των ακτών της Γερμανίας

Η γερμανική λέξη Energiewende βρίσκει σταδιακά την θέση της στην
αγγλική γλώσσα, όπως το έκαναν πριν από καιρό, η Weltanschauung
[κοσμοθεωρία] και το sauerkraut [ξινολάχανο] μεταξύ άλλων. Είναι ακόμη
πολύ νωρίς για να πει κανείς, όμως, κατά πόσον οι Γερμανοί θα είναι μια
μέρα υπερήφανοι για τον όρο αυτό, όπως για το kindergarten [νηπιαγωγείο]
ή θα ντρέπονται όπως για τον blitzkrieg [αστραπιαίος πόλεμος].

Η Energiewende είναι η ιστορική, τρομερά φιλόδοξη μετάβαση της Γερμανίας στην καθαρή ενέργεια καθώς εξέρχεται από την πυρηνική ενέργεια (την οποία οι Γερμανοί δεν θεωρούν καθαρή ενέργεια) και προσπαθεί να τηρήσει τους δύσκολους στόχους τής Ε.Ε. για τις εκπομπές διοξειδίου τού άνθρακα. Θεωρητικά, όλα τα κύρια πολιτικά κόμματα της Γερμανίας την στηρίζουν. Αλλά, όπως δείχνει η πρόσφατη προεκλογική εκστρατεία στην χώρα, υπάρχουν τεράστιες διαφορές απόψεων μεταξύ των Γερμανών για το αν η Γερμανία, μια βιομηχανική δύναμη πρώτης γραμμής, μπορεί στο άμεσο μέλλον να αντέξει να λειτουργεί την οικονομία της με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ακόμα κι έτσι, η πολιτική κληρονομιά τής Άνγκελα Μέρκελ, η οποία θα ξεκινήσει σύντομα την τρίτη θητεία της ως καγκελάριος της Γερμανίας, θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από αυτό.

Η σχέση τής Γερμανίας με την ενέργεια ήταν πάντα περίεργη. Πρώτον, σχεδόν όλοι οι Γερμανοί είναι πεπεισμένοι ότι η κλιματική αλλαγή είναι ένα εξαιρετικά επικίνδυνο πρόβλημα το οποίο δημιούργησε ο άνθρωπος, και ότι μπορεί να περιοριστεί με τις κατάλληλες πολιτικές. Σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η υδραυλική ρηγμάτωση [fracking, η εξόρυξη καυσίμων από σχιστολιθικά πετρώματα] δεν είναι μια από αυτές. Δεν υπάρχει καμία πιθανότητα άντλησης φυσικού αερίου στο γερμανικό έδαφος με αυτόν τον τρόπο – κάτι που οφείλεται, εν μέρει, στο επίμονο περιβαλλοντικό λαϊκό κίνημα και στο ισχυρό κόμμα των Πρασίνων. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν σταθερά ότι πάνω από το 85% των Γερμανών είναι υπέρ τής Energiewende.

Δεύτερον, οι περισσότεροι Γερμανοί ήταν φανατικά κατά της πυρηνικής ενέργειας από το 1986, τότε που η κατάρρευση του Τσερνομπίλ στην Ουκρανία άπλωσε ένα σύννεφο ραδιενέργειας πάνω από το βόρειο τμήμα τής χώρας. Μέχρι το 2011, το μεγαλύτερο μέρος τής πολιτικής ελίτ είχε καταλήξει περίπου στο ίδιο συμπέρασμα. Οι εναπομείναντες υποστηρικτές της σίγησαν για πάντα, όταν ο πυρηνικός σταθμός Νταΐτσι στην Φουκουσίμα της Ιαπωνίας υπέστη τήξη εκείνη την άνοιξη. Η Μέρκελ και το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα, το οποίο είχε υποστηρίξει στο παρελθόν μια παράταση της χρήσης πυρηνικής ενέργειας, μετά την καταστροφή έκλεισαν σε μια νύχτα το ένα τρίτο τής γερμανικής παραγωγικής ικανότητας από πυρηνική ενέργεια και αναβάθμισαν με φιλόδοξο τρόπο τους στόχους για την μελλοντική χρήση της ενέργειας στην χώρα. Η Γερμανία θα έπαυε εντελώς να χρησιμοποιεί πυρηνική ενέργεια ως το 2022, θα αποκτούσε το 80% της ηλεκτρικής της ενέργειας από πράσινες πηγές μέχρι το 2050, και θα μείωνε δραστικά τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά 55% έως το 2030 και κατά 95% ως το 2050.

Οι στόχοι αυτοί θα προκαλούσαν ακόμη μεγαλύτερο φόβο, αν η Γερμανία δεν είχε δει ήδη μια εκπληκτική αύξηση της παραγωγής ανανεώσιμης ηλεκτρικής ενέργειας, τα τελευταία δώδεκα χρόνια. Αυτή η έκρηξη στην παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας μπορεί να αποδοθεί σε δύο ζωτικής σημασίας πολιτικές πρωτοβουλίες που προηγήθηκαν της περιόδου Μέρκελ. Πρώτον, το 1998 η Ε.Ε. απαίτησε μέτρα για την απελευθέρωση της ενέργειας, στο όνομα του ανταγωνισμού τής αγοράς, το οποίο έσπασε το μεταπολεμικό μονοπώλιο τεσσάρων εταιρειών κοινής ωφέλειας στην παραγωγή και διανομή ενέργειας στην Γερμανία. Εξίσου σημαντικές ήταν οι επιδοτήσεις που καθορίστηκαν από την «κοκκινοπράσινη» κυβέρνηση συνασπισμού, η οποία κυβέρνησε από το 1998 ως το 2005. Τα λεγόμενα επιδοτούμενα τιμολόγια εγγυούντο στους επενδυτές μακροπρόθεσμα εγγυημένες τιμές για ένα πολύ εκτεταμένο φάσμα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Αυτό ήταν που έπεισε τους αγρότες, τους μικρούς επιχειρηματίες και τους ιδιοκτήτες ακινήτων να στραφούν στον ενεργειακό τομέα. Και, τέλος, απρόβλεπτα άλματα στην τεχνολογία επέφεραν μεγάλη μείωση των τιμών τού τεχνικού εξοπλισμού ενώ η αποδοτικότητά τους εκτινάχθηκε.

Κανείς, ούτε οι Πράσινοι ούτε οποιοσδήποτε άλλος, δεν προέβλεψε τι θα συνέβαινε από εκεί και μετά. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δώδεκα ετών, η πράσινη παραγωγή ενέργειας έχει αυξηθεί από κάτι λιγότερο από 6% της συνολικής εγχώριας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, σε σχεδόν 25%, καθώς μικρής κλίμακας παραγωγοί «έντυναν» τους αχυρώνες, τα σπίτια τους και τα γκαράζ με ηλιακούς συλλέκτες, ενώ ανεξάρτητα αιολικά πάρκα εμφανίστηκαν κατά μήκος των βόρειων ακτών και της ενδοχώρας τους. Τώρα, η Γερμανία έχει πάνω από τέσσερα εκατομμύρια παραγωγούς ενέργειας. Στις μέρες που είναι ηλιόλουστες και με ανέμους, η Γερμανία παράγει πάνω από τα δύο τρίτα τής ηλεκτρικής της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η παράκτια αιολική και η φωτοβολταϊκή ενέργεια έχουν κυριαρχήσει στον ανταγωνισμό λόγω του αμελητέου κόστους λειτουργίας των ανεμογεννητριών και των ηλιακών συλλεκτών. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι γιγαντιαίες επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας παραμένουν πεισματικά προσκολλημένες στα ορυκτά καύσιμα και στα πυρηνικά εργοστάσια – βάζοντας όλα τα χαρτιά τους στις υποσχέσεις των συντηρητικών για μια αντιστροφή τής πολιτικής- και αρνούνται να ακολουθήσουν τη μόδα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Η εκτόξευση της καθαρής ενέργειας έχει ήδη μεταμορφώσει την Γερμανία με θετικό τρόπο. Υπάρχει τώρα ένας ακμάζων τομέας στη βιομηχανία και στις υπηρεσίες που βασίζεται σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ο οποίος απασχολεί περίπου 380.000 άτομα (που είναι το ήμισυ του αριθμού των εργαζομένων στον κλάδο των αυτοκινήτων) και φέρνει σημαντικά έσοδα στα τοπικά, περιφερειακά και ομοσπονδιακά ταμεία. Οι νέες βιομηχανίες βρίσκουν στέγη κυρίως στην Ανατολική Γερμανία, βοηθώντας στην ανόρθωση της εκεί οικονομίας, ύστερα από χρόνια στασιμότητας μετά την ενοποίηση. Εν τω μεταξύ, οι πωλήσεις της τεχνολογίας καθαρής ενέργειας έχουν αυξήσει τις εξαγωγές τής Γερμανίας και έχουν ενισχύσει τις οικονομικές της προοπτικές κατά την διάρκεια της ευρωπαϊκής κρίσης. Επιπλέον, η διασπορά τής παραγωγής ενέργειας σε τόσους πολλούς Γερμανούς έχει ενεργοποιήσει μια μεγάλη και πολύ διασκορπισμένη πολιτική πελατεία. Και τέλος, αλλά εξίσου σημαντικό, οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα της Γερμανίας σημείωσαν αρχικά πτώση, μεγαλύτερη από τους προβλεπόμενους στόχους, προτού εξισορροπήσουν πάλι φέτος, λόγω της αυξημένης καύσης άνθρακα (αυτό είναι αποτέλεσμα της απροθυμίας τού μικρού εταίρου στην τελευταία κυβέρνηση της Μέρκελ, του κόμματος των φιλελεύθερων Ελεύθερων Δημοκρατών, να βοηθήσει να αναβιώσει το Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών τής Ε.Ε., το οποίο θέτει ένα τιμωρητικού τύπου αντίτιμο για τις εκπομπές διοξειδίου τού άνθρακα. Μετά την πρόσφατη αποτυχία τους να υπερβούν το όριο του 5% για την είσοδό του στη γερμανική Βουλή, το κόμμα δεν θα εκπροσωπείται καθόλου στο εθνικό κοινοβούλιο ή στην κυβέρνηση).

Ωστόσο, μετά από μια έκρηξη θετικής δραστηριότητας που ακολούθησε την «επιφοίτηση» της Μέρκελ, το 2011, η γενική τάση στον δημόσιο διάλογο άρχισε να κλίνει εναντίον τής Energiewende. Αυτό είναι το έργο ενός συνασπισμού συντηρητικών ιδεολόγων, μερικών βαριών βιομηχανιών και του λόμπι των ορυκτών καυσίμων, με το τελευταίο να έχει εξαπολύσει μάχη προκειμένου να διατηρήσει με νύχια και με δόντια το μερίδιό του στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Στην πορεία προς τις εκλογές, για παράδειγμα, το λόμπι τής βαριάς βιομηχανίας τής Γερμανίας ισχυρίστηκε ότι η Energiewende «οδηγεί σε μια δαπανηρή αναποτελεσματικότητα όλου του συστήματος, και θέτει σε κίνδυνο την προσβασιμότητα της ενέργειας από οικονομική άποψη, καθώς και την ίδια την Γερμανία ως βιομηχανική βάση». Οι γεμάτες τρόμο προειδοποιήσεις ότι θα υπάρξουν διακοπές ρεύματος, ελλείψεις ηλεκτρικού ρεύματος, και καταρρακωμένες γερμανικές βιομηχανίες που δεν θα είναι σε θέση να ανταγωνιστούν στην παγκόσμια αγορά ταρακούνησε πολλούς πολιτικούς και πολίτες, αν και ποτέ δεν έγιναν διακοπές ρεύματος ενώ οι εξαγωγές τής Γερμανίας ήταν σε επίπεδα ρεκόρ πέρσι. Ακόμη πιο επικριτικά, επέρριψε αποκλειστικά στην καθαρή ενέργεια την ευθύνη για την υψηλή τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας που πληρώνουν οι καταναλωτές.

Ωστόσο, υπάρχει και κάτι άλλο. Η στροφή της Γερμανίας στην καθαρή ενέργεια δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια νέα «βιομηχανική επανάσταση», όπως την αποκαλεί ο Τζέρεμι Ρίφκιν, η οποία αναγκάζει τους Γερμανούς να σκεφτούν και να σχεδιάσουν άβολες αλλαγές σε ολόκληρη την κοινωνία τους, που περιλαμβάνουν τα πάντα, από τις συγκοινωνίες ως την αστική αρχιτεκτονική και από τη γεωργία ως τις χρηματοδοτήσεις και τις επενδύσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι η Energiewende συχνά μεταφράζεται ως «ενεργειακή επανάσταση». Η ώθηση που δίνει η καθαρή ενέργεια, για παράδειγμα, σημαίνει ότι η ίδια η αγορά ενέργειας θα πρέπει να αναδομηθεί πλήρως για να λειτουργήσει υπό τις νέες συνθήκες. Επιπλέον, κάθε νεόδμητο κτίριο πρέπει να πληροί υψηλά πρότυπα ενεργειακής απόδοσης. Σύντομα, η πανίσχυρη αυτοκινητοβιομηχανία τής Γερμανίας θα πρέπει επίσης να στραφεί σε μικρότερα και με χαμηλότερη κατανάλωση μοντέλα. Επίσης, ενώ οι αγρότες επωφελούνται από τις ενεργειακές καλλιέργειες, η καλλιέργεια της επιλογής τους, δηλαδή το καλαμπόκι, έχει αρνητικές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις για τα ίδια τα χωράφια. Αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Επιπλέον, έχει υπάρξει κάποια ανησυχία για το γεγονός ότι η μετάβαση στην καθαρή ενέργεια έχει βάλει όλο το βάρος της σε δύο πηγές ενέργειας, στην αιολική και την ηλιακή ενέργεια, που εξαρτώνται από τις καιρικές συνθήκες και είναι δύσκολη η αποθήκευσή τους. Καθώς το ενεργειακό μείγμα τής Γερμανίας – και μάλιστα όλης της Ευρώπης – έχει γίνει ένα αποκεντρωμένο συνονθύλευμα δικτύων, η χώρα πρέπει να δημιουργήσει νέα και πιο έξυπνα δίκτυα μεταφοράς ώστε να είναι σίγουρο ότι η ενέργεια θα φθάνει εκεί όπου την χρειάζονται. Η αρχική εφαρμογή τής τεχνολογίας μέχρι στιγμής φαίνεται να λειτουργεί. Αν φυσάει άνεμος στην Βόρεια Θάλασσα, αλλά έχει σύννεφα στην Βαυαρία, το έξυπνο δίκτυο της Γερμανίας στέλνει ισχύ από τις ακτές προς τα εργοστάσια της BMW και της VW, στο νότο. Οι μηχανές στα εργοστάσια της Γερμανίας έχουν μέχρι στιγμής καταφέρει να δουλεύουν ακόμη και κατά τη διάρκεια του δριμύ χειμώνα. Η Γερμανία εμφανίζει λιγότερα μπλακάουτ και διακοπές ρεύματος από οποιαδήποτε άλλη χώρα στην Ευρώπη.

Μένει το θέμα τού κόστους, το οποίο ήταν από τα πιο καυτά ζητήματα στην πρόσφατη προεκλογική περίοδο. Οι περισσότεροι πολιτικοί εκτός του Κόμματος των Πρασίνων ήταν πρόθυμοι να επιρρίψουν στην Energiewende την ευθύνη για τις υψηλές τιμές τής ηλεκτρικής ενέργειας που καταβάλλουν οι Γερμανοί καταναλωτές (η βιομηχανία πληρώνει πολύ χαμηλότερες τιμές κι επομένως δεν μπορεί να διαμαρτύρεται για τίποτα – αν και το κάνει έτσι κι αλλιώς). Οι έντονοι ισχυρισμοί τους σχετικά με το κόστος, όμως, είναι παραπλανητικοί. Οι Γερμανοί πληρώνουν όντως περισσότερο από τους γείτονές τους για το οικιακό ρεύμα, αλλά μόνο ένα μικρό μέρος από αυτό που καταγράφεται στον λογαριασμό τους είναι η χρέωση για την καθαρή ενέργεια. Υπάρχουν, επίσης, ειδικοί φόροι κατανάλωσης, οι υψηλότεροι φόροι επί των πωλήσεων στην Ευρώπη, τέλη δικτύου μεταφοράς, καθώς και άλλα κόστη. Τόσο οι Πράσινοι όσο και οι Σοσιαλδημοκράτες έχουν λογικές πολιτικές προτάσεις για την συγκράτηση του κόστους για τους καταναλωτές, χωρίς να θέτουν σε κίνδυνο την ενεργειακή μετάβαση. Ίσως, κάποιο από τα δύο κόμματα – είναι και οι μόνες επιλογές που έχει η Μέρκελ για κυβερνητικούς εταίρους στην επόμενη κυβέρνηση – καταφέρει να εντάξει τις προτάσεις του στο νέο κυβερνητικό πρόγραμμα.

Δυστυχώς, ένας από εκείνους τους Γερμανούς που φαίνεται να είναι νευρικοί με το θέμα, είναι η ίδια η Μέρκελ. Οι γενναίες, με όραμα, πρωτοποριακές πρωτοβουλίες δεν είναι το στυλ της. Κατά την διάρκεια της προεκλογικής της εκστρατείας, η Μέρκελ, που κάποτε αποκαλείτο «η καγκελάριος του κλίματος», δεν αναφέρθηκε στην προστασία του κλίματος αλλά μίλησε σχεδόν αποκλειστικά για τη στήριξη του Energiewende. Μόνο οι Πράσινοι – οι οποίοι κατά πάσα πιθανότητα θα είναι και πάλι στην αντιπολίτευση ανάλογα με την έκβαση των συνομιλιών για το συνασπισμό – καυχώνται σταθερά για τα επιτεύγματα της Energiewende ή προτείνουν τρόπους για να την προωθήσουν, για παράδειγμα, αναγκάζοντας την βιομηχανία να πληρώσει μεγαλύτερο μέρος τού λογαριασμού. Ενώ θα είναι αδύνατο να οπισθοδρομήσει, ωστόσο, η νέα κυβέρνηση Μέρκελ θα μπορούσε να πατήσει απότομα τα φρένα. Οι ημέρες τής αχαλίνωτης επέκτασης έχουν μάλλον τελειώσει, για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, τουλάχιστον.

Αποτελεί ευοίωνη είδηση για τους Γερμανούς, όμως, ότι η Energiewende δεν μπορεί να αντιστραφεί. Έχουν ενεργοποιηθεί πάρα πολλοί παίκτες γι’ αυτό. Και τα ορυκτά καύσιμα κάποια ημέρα θα εξαντληθούν – είτε γίνει αυτό νωρίτερα, όπως κάποιοι προειδοποιούν, ή αργότερα, όπως υπόσχονται άλλοι. Αλλά τα επόμενα τέσσερα χρόνια θα καθορίσουν κατά πόσον η Γερμανία επενδύει στη θέση της ως διορατική πρωτοπόρος ή απλά θα μείνει πίσω. Στη δεύτερη περίπτωση, θα απαξιωθεί και η λέξη Energiewende στο γερμανικό λεξιλόγιο, ίσως χάνοντας την ευκαιρία να πάρει μια θέση μαζί με αντίστοιχές της όπως Wirtschaftswunder [οικονομικό θαύμα] και Bauhaus [η γερμανική σχολή αρχιτεκτονικής που ιδρύθηκε το 1919 από τον Βάλτερ Γκρόπιους].
Ο *PAUL HOCKENOS είναι ο συγγραφέας τού βιβλίου «Ο Γιόσκα Φίσερ και η Οικοδόμηση της Δημοκρατίας του Βερολίνου».

Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.
Στα αγγλικά: http://www.foreignaffairs.com/articles/139950/paul-hockenos/power-hungry
Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» 

Διεθνή

Πεδίο μάχης η Γαλλία για την ακρίβεια – Έφοδοι, δακρυγόνα και εκατοντάδες συλλήψεις

Σύμφωνα με πηγές προσκείμενες στον υπουργό Εσωτερικών Λοράν Νουνιές, μέχρι το μεσημέρι οι αρχές είχαν καταγράψει 140 διαδηλώσεις, με τη συμμετοχή 32.800 ανθρώπων στις περιφέρειες, ενώ οι συλλήψεις σε εθνικό επίπεδο είχαν φτάσει τις 166.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Με επεισόδια μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας γίνονται οι διαδηλώσεις στο Παρίσι όσο και σε άλλες πόλεις της Γαλλίας, στο πλαίσιο των κινητοποιήσεων κατά της ακρίβειας και της μείωσης της αγοραστικής δύναμης.

Εκτεταμένη χρήση δακρυγόνων έκανε η αστυνομία, που μέχρι το μεσημέρι προχώρησε σε 166 συλλήψεις, ενώ οι διαδηλωτές εισέβαλαν και στο λόμπι του δημαρχείου της Μασσαλίας, σπάζοντας την πόρτα.

Στις κινητοποιήσεις συμμετέχουν μαθητές λυκείου, αγρότες, ακτιβιστές για το κλίμα και υποστηρικτές του κινήματος των «Κίτρινων Γιλέκων».

166 συλλήψεις και 140 διαδηλώσεις μέχρι το μεσημέρι

Σύμφωνα με πηγές προσκείμενες στον υπουργό Εσωτερικών Λοράν Νουνιές, μέχρι το μεσημέρι οι αρχές είχαν καταγράψει 140 διαδηλώσεις, με τη συμμετοχή 32.800 ανθρώπων στις περιφέρειες, ενώ οι συλλήψεις σε εθνικό επίπεδο είχαν φτάσει τις 166.

Δεκάδες συλλήψεις πραγματοποιήθηκαν από τις πρωινές ώρες στο Παρίσι, όπου η αστυνομική παρουσία ήταν ιδιαίτερα έντονη, κυρίως κοντά σε εμβληματικά σημεία της πρωτεύουσας, όπως η Λεωφόρος των Ηλυσίων Πεδίων και η Αψίδα του Θριάμβου.

Σύμφωνα με την αστυνομία του Παρισιού, περίπου 100 διαδηλωτές επιτέθηκαν στα κεντρικά γραφεία του τηλεοπτικού δικτύου CNews, που ανήκει στον όμιλο του συντηρητικού δισεκατομμυριούχου Βανσέν Μπολορέ, πετώντας αντικείμενα στα παράθυρα του κτιρίου.

Για το συγκεκριμένο περιστατικό οι αρχές ανακοίνωσαν 21 συλλήψεις, ενώ ακόμη 40 άτομα συνελήφθησαν στην πρωτεύουσα, κυρίως για κατοχή προστατευτικού εξοπλισμού ή απαγορευμένων όπλων.

Συγκρούσεις στη Μασσαλία, δακρυγόνα στη Λυών

Επεισόδια σημειώθηκαν και στη Μασσαλία, όπου διαδηλωτές εκτόξευσαν αντικείμενα και οι αστυνομικές δυνάμεις απάντησαν με χρήση δακρυγόνων. Στην ίδια πόλη, ένα τοπικό αστυνομικό τμήμα έγινε στόχος διαδηλωτών.

Νωρίτερα, η κεντρική λεωφόρος Πραντό είχε αποκλειστεί προσωρινά με κάδους απορριμμάτων και πατίνια, προτού η αστυνομία διαλύσει τους συγκεντρωμένους.

Στην πόλη, δεκάδες διαδηλωτές έκαναν έφοδο στο λόμπι του δημαρχείου, στο Παλιό Λιμάνι, σπάζοντας πρώτα την είσοδο και φωνάζοντας «Επανάσταση! Καταλαμβάνουμε τη Βαστίλη!». Οι διαδηλωτές παρέμειναν για λίγη ώρα στον χώρο, προτού απομακρυνθούν από τις αστυνομικές δυνάμεις.

Στη Λυών, αστυνομικοί χρησιμοποίησαν δακρυγόνα για να διαλύσουν περίπου 300 άτομα που είχαν συγκεντρωθεί μπροστά σε πανεπιστήμιο, σύμφωνα με το AFP.

Παράλληλα, περίπου 40 άτομα επιχείρησαν να διακόψουν την κυκλοφορία σε γέφυρα της πόλης, ενώ άλλοι διαδηλωτές προσπάθησαν να συγκεντρωθούν κοντά σε διυλιστήριο, σύμφωνα με τη νομαρχία.

Στην Τουλούζη, οι αστυνομικές δυνάμεις παρενέβησαν προκειμένου να αποτρέψουν αποκλεισμούς τρένων και ενός κυκλικού κόμβου.

Στη Ρεν της Βρετάνης, περίπου 20 άτομα έστησαν αυτοσχέδιο οδόφραγμα με κάδους απορριμμάτων κοντά σε μεγάλο εμπορικό κέντρο.

Στη Ρουέν της Νορμανδίας, πανεπιστημιακό κτίριο υπέστη ζημιές από φωτιά που εκδηλώθηκε νωρίς το πρωί και πιθανότατα οφείλεται σε εμπρησμό, σύμφωνα με πηγή κοντά στην έρευνα.

Πάντως, δημοσιογράφοι του AFP διαπίστωσαν ότι αρκετοί από τους αποκλεισμούς που είχαν προαναγγελθεί δεν πραγματοποιήθηκαν, όπως στον σταθμό διοδίων στη γέφυρα Ιλ ντε Ρε, στις ακτές του Ατλαντικού, και στο Μπορντό.

Στους δρόμους ξανά τα «Κίτρινα Γιλέκα»

Οι σημερινές κινητοποιήσεις πραγματοποιούνται με βασικό αίτημα την αντιμετώπιση της ακρίβειας, σε μια περίοδο κατά την οποία οι αυξημένες τιμές των καυσίμων και η μείωση της αγοραστικής δύναμης τροφοδοτούν την κοινωνική δυσαρέσκεια στη Γαλλία.

Στο επίκεντρο βρίσκεται και η επιστροφή υποστηρικτών του κινήματος των «Κίτρινων Γιλέκων», που είχε προκαλέσει μεγάλες κοινωνικές κινητοποιήσεις το 2018 και το 2019, κατά την πρώτη προεδρική θητεία του Εμανουέλ Μακρόν.

Το κίνημα, που είχε ξεκινήσει με αφορμή τις αυξήσεις στους φόρους καυσίμων, είχε πραγματοποιήσει εκτεταμένες διαδηλώσεις, με ορισμένες να συνοδεύονται από σοβαρά επεισόδια, ιδιαίτερα στη Λεωφόρο των Ηλυσίων Πεδίων.

Το νέο κάλεσμα για κινητοποιήσεις περιλαμβάνει αποκλεισμούς κυκλικών κόμβων και στρατηγικών σημείων, ενώ συμπίπτει με τις διαδηλώσεις μαθητών και φοιτητών που πραγματοποιούνται από τα μέσα Σεπτεμβρίου, με αιτήματα για καλύτερες συνθήκες σπουδών.

Για το Σάββατο είχαν ανακοινωθεί περίπου 1.500 δράσεις, διαδηλώσεις ή αποκλεισμοί σε ολόκληρη τη χώρα. Σύμφωνα με κύκλους του υπουργείου Εσωτερικών, αναμένονταν περίπου 500 προγραμματισμένες δράσεις και περισσότερες από 90 προγραμματισμένες διαδηλώσεις.

Πριν από την έναρξη των κινητοποιήσεων, αστυνομική πηγή είχε εκτιμήσει ότι θα μπορούσαν να συμμετάσχουν περίπου 150.000 διαδηλωτές εκτός της μητροπολιτικής περιοχής του Παρισιού και άλλοι 40.000 στην πρωτεύουσα.

Ωστόσο, η πραγματική έκταση των διαδηλώσεων παρέμενε δύσκολο να προβλεφθεί, καθώς η σημερινή ημέρα συμπίπτει με την έναρξη των σχολικών διακοπών.

Έκκληση Μακρόν για ηρεμία, καταγγελίες για αστυνομική βία

Ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν, μιλώντας την Παρασκευή από τις Βρυξέλλες, απηύθυνε έκκληση για ηρεμία, υπογραμμίζοντας ότι το δικαίωμα στη διαδήλωση πρέπει να συνοδεύεται από σεβασμό, χωρίς προσβολές και βανδαλισμούς.

Οι σημερινές κινητοποιήσεις πραγματοποιούνται έπειτα από εβδομάδες κοινωνικών εντάσεων, κατά τις οποίες έχουν καταγραφεί σοβαροί τραυματισμοί διαδηλωτών και αστυνομικών.

Η γαλλική αστυνομία έχει δεχθεί επικρίσεις για τον τρόπο αντιμετώπισης προηγούμενων διαδηλώσεων, ενώ η αρμόδια υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου διερευνά τουλάχιστον 24 περιπτώσεις καταγγελιών για αστυνομική βία.

Μεταξύ των περιστατικών που έχουν προκαλέσει αντιδράσεις είναι ο τραυματισμός ενός 15χρονου, ο οποίος έχασε το χέρι του όταν εξερράγη στα χέρια του κροτίδα κρότου-λάμψης.

Μετά το περιστατικό, οι αρχές ανέστειλαν τη χρήση των συγκεκριμένων μέσων, ωστόσο ο υπουργός Εσωτερικών δήλωσε ότι ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν ξανά εφόσον χρειαστεί.

Από την πλευρά του, ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί ανέφερε ότι περισσότεροι από 900 αστυνομικοί έχουν τραυματιστεί κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων των τελευταίων εβδομάδων.

Πολιτική αντιπαράθεση έξι μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές

Οι κινητοποιήσεις πραγματοποιούνται περίπου έξι μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές στη Γαλλία, σε μια περίοδο αυξημένων κοινωνικών και πολιτικών εντάσεων.

Η κυβέρνηση κατηγορεί την «Ανυπότακτη Γαλλία» (LFI) της ριζοσπαστικής Αριστεράς ότι υποδαυλίζει τις κινητοποιήσεις. Όμως, το κόμμα αρνείται τις κατηγορίες.

Από την πλευρά του, ο Ζερόμ Ροντρίγκες, μία από τις γνωστότερες προσωπικότητες των «Κίτρινων Γιλέκων», ο οποίος έχασε το ένα του μάτι κατά τη διάρκεια διαδήλωσης στο Παρίσι τον Ιανουάριο του 2019, υποστήριξε ότι οι κινητοποιήσεις πρέπει να συνεχιστούν.

Στο μεταξύ, συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν ήδη καλέσει εργαζομένους του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα σε νέα ημέρα διαδηλώσεων και απεργίας στις 5 Νοεμβρίου.

protothema.gr

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις22 λεπτά πριν

Πρώην διπλωμάτης του Ηνωμένου Βασιλείου: «Με αντιμετώπισαν σαν απειλή επειδή επέστρεψα από τη Μόσχα»

Αυτή ήταν μια κράτηση «χωρίς υπόνοια» (suspicionless detention). Δεν ήμουν ύποπτος για τίποτα, κι όμως οι αστυνομικοί είχαν την εξουσία...

Διεθνή52 λεπτά πριν

Πεδίο μάχης η Γαλλία για την ακρίβεια – Έφοδοι, δακρυγόνα και εκατοντάδες συλλήψεις

Σύμφωνα με πηγές προσκείμενες στον υπουργό Εσωτερικών Λοράν Νουνιές, μέχρι το μεσημέρι οι αρχές είχαν καταγράψει 140 διαδηλώσεις, με τη...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Από τη Σαρία στην Ατομική Ελευθερία; Η Αλλαγή που Συντελείται στη Μέση Ανατολή

Μεταξύ 2000 και 2020, επέβλεψα μια σειρά ερευνών στη Μέση Ανατολή, πραγματοποιώντας προσωπικές συνεντεύξεις με αντιπροσωπευτικά δείγματα πληθυσμού σε πέντε...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

FT: Πώς υπνοβατούμε προς τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο!

Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για...

Newsroom2 ώρες πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Δημοφιλή