Διεθνή
Χωρίς συμφωνία για το βρετανικό σχέδιο ψηφίσματος η σύσκεψη «των πέντε»
Η συνάντηση των πέντε χωρών του ΣΑ
του ΟΗΕ -ΗΠΑ, Γαλλία, Βρετανία, Ρωσία και Κίνα- για το βρετανικό σχέδιο
έληξε, χωρίς να υπάρξει συμφωνία. Το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας της
Βρετανίας ενέκρινε ομόφωνα την ανάληψη δράσης εναντίον της Δαμασκού. Ο
αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών της Συρίας, Φ. Μοκντάντ δήλωσε ότι οι
ΗΠΑ, η Βρετανία και η Γαλλία ενθάρρυναν «τρομοκράτες» να χρησιμοποιήσουν
χημικά όπλα στη Συρία. Θέμα ημερών φαίνεται ότι είναι η επίθεση των ΗΠΑ
και των συμμάχων τους.
Η κεκλεισμένων των θυρών συνάντηση των πέντε χωρών μόνιμων μελών του
Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ —ΗΠΑ, Γαλλία, Βρετανία, Ρωσία και Κίνα— για
το βρετανικό σχέδιο ψηφίσματος για τη Συρία έληξε, χωρίς να υπάρξει
συμφωνία.
Η Μόσχα και το Πεκίνο εξακολούθησαν να απορρίπτουν την
στρατιωτική επιλογή, που προωθούν η Ουάσινγκτον, το Λονδίνο και το
Παρίσι.
Ο Ρώσος και ο Κινέζος πρεσβευτής αποχώρησαν από την
αίθουσα όπου διεξάγονταν οι συζητήσεις έπειτα από περίπου μία ώρα και
ένα τέταρτο. Οι εκπρόσωποι των άλλων χωρών παρέμειναν στην αίθουσα για
λίγο ακόμα, όμως όταν εξήλθαν δεν έκαναν δηλώσεις.
Σύμφωνα με
διπλωμάτες, οι Ρώσοι «επανέλαβαν τα επιχειρήματα του (Ρώσου υπουργού
Εξωτερικών) Σεργκέι Λαβρόφ», για τους κινδύνους μιας στρατιωτικής
επιχείρησης και υποστήριξαν ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι το συριακό
καθεστώς βρίσκεται πίσω από την επίθεση με χημικά όπλα.
Ο Ρώσος
υπουργός Εξωτερικών είπε στον Βρετανό ομόλογό του Ουίλιαμ Χέιγκ ότι το
Συμβούλιο Ασφαλείας δεν θα πρέπει να εξετάσει ένα σχέδιο ψηφίσματος για
να απαντήσει στην επίθεση της 21ης Αυγούστου κοντά στη Δαμασκό προτού οι
επιθεωρητές του ΟΗΕ ανακοινώσουν τα ευρήματα τους.
Ο Λαβρόφ
σημείωσε ότι είναι απαραίτητο «να περιμένουμε τα αποτελέσματα» από τους
επιθεωρητές του ΟΗΕ, όπως ανακοίνωσε το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών.
Η Κίνα από την πλευρά της υπογράμμισε τη «σημασία της Γενεύης II», ώστε να υπάρξει μια πολιτική μετάβαση στη Συρία.
Οι Ρώσοι και οι Κινέζοι εκπρόσωποι επεσήμαναν ότι θα συζητήσουν το θέμα με τις κυβερνήσεις τους.
«Οι
συζητήσεις αναμένεται να συνεχιστούν στη βάση των οδηγιών που θα δώσουν
οι πρωτεύουσες», εξήγησε ένας δυτικός διπλωμάτης. Όμως ο ίδιος σημείωσε
ότι δεν είναι «πολύ αισιόδοξος», ενώ πρόσθεσε ότι δεν έχει οριστεί
συγκεκριμένη ημερομηνία για τη συνέχιση των συζητήσεων.
Ο Ουίλιαμ Χέιγκ εκτίμησε σήμερα ότι οι συζητήσεις στον ΟΗΕ θα συνεχιστούν «τις επόμενες ημέρες».
Πάντως
οι ΗΠΑ από την πλευρά τους ανακοίνωσαν ότι το βρετανικό σχέδιο για τη
Συρία δεν θα ψηφιστεί, με δεδομένη την συνεχιζόμενη αντίθεση των Ρώσων,
όπως δήλωσε η Μαρί Χαρφ, εκπρόσωπος της αμερικανικής διπλωματίας.
«Δεν
έχουμε κανέναν λόγο να πιστεύουμε ότι οι προσπάθειες του Συμβουλίου
Ασφαλείας θα έχουν διαφορετικό αποτέλεσμα από τις προηγούμενες
προσπάθειες, που όλες απέτυχαν», πρόσθεσε η Χαρφ, αναφερόμενη στα τρία
βέτο που έχει ασκήσει η Ρωσία σε προηγούμενα σχέδια ψηφίσματος για τη
Συρία.
«Οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν τις διαβουλεύσεις και θα προχωρήσουν
στις απαραίτητες κινήσεις ώστε να απαντήσουν τις επόμενες ημέρες»,
υπογράμμισε η ίδια. «Η απάντησή μας δεν μπορεί να καθυστερήσει εξαιτίας
της συνεχιζόμενης αδιαλλαξίας της Ρωσίας στον ΟΗΕ και, ειλικρινά, η
κατάσταση είναι τόσο σοβαρή που απαιτεί μια απάντηση».
«Δεν
πιστεύουμε ότι το συριακό καθεστώς θα έπρεπε να μπορεί να κρυφτεί πίσω
από το γεγονός ότι οι Ρώσοι εξακολουθούν να εμποδίζουν στο (Συμβούλιο
Ασφαλείας του) ΟΗΕ την ανάληψη δράσης για τη Συρία», πρόσθεσε
χαρακτηριστικά η Χαρφ.
Η Βρετανία πιστεύει ότι το Συμβούλιο
Ασφαλείας του ΟΗΕ θα πρέπει να εξετάσει τα ευρήματα της ομάδας των
ειδικών του οργανισμού στα χημικά όπλα προτού υποστηρίξει οποιαδήποτε
στρατιωτική δράση στη Συρία, σύμφωνα με αντίγραφο της πρότασης που θα
υποβληθεί στο βρετανικό κοινοβούλιο.
«Το Συμβούλιο Ασφαλείας του
ΟΗΕ θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εξετάσει αυτή την ενημέρωση και
να καταβληθεί κάθε προσπάθεια ώστε να διασφαλιστεί η λήψη μιας απόφασης
του Συμβουλίου Ασφαλείας η οποία θα υποστηρίζει τη στρατιωτική δράση,
προτού αυτή αναληφθεί», αναφέρεται στην πρόταση που θα τεθεί σε συζήτηση
αύριο Πέμπτη.
Πούτιν και Ροχανί εξέφρασαν αντίθεση σε στρατιωτική επέμβαση στη Συρία
Ο
Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν και ο Ιρανός ομόλογός του Χασάν Ροχανί
συμφώνησαν ότι η χρήση χημικών όπλων είναι απαράδεκτη και εξέφρασαν την
κοινή τους αντίθεση σε μια στρατιωτική επέμβαση στη Συρία, όπως
ανακοίνωσε το Κρεμλίνο έπειτα από μια τηλεφωνική συνομιλία που είχαν οι
δύο ηγέτες.
«Και οι δύο πλευρές θεωρούν τη χρήση χημικών όπλων από
οποιονδήποτε απαράδεκτη», αναφέρει το γραφείο Τύπου του Πούτιν σε
ανακοίνωσή του μετά την τηλεφωνική επικοινωνία των δύο ηγετών, η οποία
έγινε έπειτα από επιθυμία του προέδρου του Ιράν.
«Λαμβάνοντας
υπόψη τις εκκλήσεις που γίνονται για εξωτερική στρατιωτική επέμβαση στη
συριακή σύρραξη, υπογράμμισαν επίσης την ανάγκη να αναζητηθεί ένας
δρόμος προς μια λύση μέσω αποκλειστικά πολιτικών και διπλωματικών
μέσων», σύμφωνα με την ανακοίνωση.
Εξάλλου ο Ρώσος υπουργός
Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ εκτίμησε ότι πρέπει να γίνουν γνωστά τα
ευρήματα των ειδικών του ΟΗΕ στα χημικά όπλα, που ερευνούν την
καταγγελθείσα επίθεση με χημικά όπλα κοντά στη Δαμασκό, προτού συζητηθεί
οποιαδήποτε δράση στο Συμβούλιο Ασφαλείας.
«Η ρωσική πλευρά
επιμένει για την αναγκαιότητα να περιμένουμε τα αποτελέσματα της
αποστολής των επιθεωρητών του ΟΗΕ που βρίσκεται αυτή τη στιγμή στη Συρία
και η οποία ερευνά τις καταγγελίες για χρήση χημικών όπλων στη συριακή
σύρραξη», ανακοίνωσε το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών έπειτα από μια
τηλεφωνική συνομιλία που είχε ο Λαβρόφ με τον Βρετανό ομόλογό του
Ουίλιαμ Χέιγκ.
Το βρετανικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας ενέκρινε την ανάληψη δράσης
Το
Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας (NSC) της Βρετανίας που συνεδρίασε σήμερα
για το θέμα της Συρίας ενέκρινε ομόφωνα την ανάληψη δράσης εναντίον της
Δαμασκού σε απάντηση για την φερόμενη επίθεση με χημικά όπλα εναντίον
αμάχων, δήλωσε ο πρωθυπουργός της χώρας Ντέιβιντ Κάμερον.
“Το NSC
συμφώνησε ομόφωνα ότι η χρήση χημικών όπλων από τον (πρόεδρο της Συρίας
Μπασάρ αλ) Άσαντ ήταν μια απαράδεκτη ενέργεια και ο κόσμος δεν θα πρέπει
να παραμείνει απαθής» έγραψε στον επίσημο λογαριασμό του στο Twitter ο
Βρετανός πρωθυπουργός μετά τη λήξη της συνεδρίασης.
Μια εκπρόσωπος
της Ντάουνινγκ Στριτ ανέφερε ότι το Συμβούλιο κατέληξε σε συγκεκριμένες
προτάσεις που θα τεθούν υπόψη των υπουργών της κυβέρνησης αύριο το
πρωί, πριν από τη συζήτηση και την ψηφοφορία που θα διεξαχθεί για το
θέμα σε έκτακτη συνεδρίαση του κοινοβουλίου.
Το πρωθυπουργικό
γραφείο απέφυγε να διευκρινίσει σε τι συνίστανται αυτές οι «προτάσεις»,
όμως μια κυβερνητική πηγή υποστήριξε ότι τα στρατιωτικά πλήγματα ήταν
μία από τις επιλογές που εξέτασε το NSC.
Όλοι οι υπουργοί που
μετείχαν στο σημερινό συμβούλιο πήραν το λόγο, γεγονός που θεωρείται
ασυνήθιστο για τέτοιες συνεδριάσεις, σημείωσε η ίδια πηγή: ο υπουργός
Δικαιοσύνης ανέλυσε τη νομιμότητα των προτεινόμενων ενεργειών, ο
υπουργός Άμυνας έδωσε τη στρατιωτική άποψη και ο υπουργός Εσωτερικών
ενημέρωσε τους συναδέλφους του για τις πληροφορίες που έχουν συλλέξει
μέχρι στιγμής οι αρμόδιες υπηρεσίες.
“Έγινε μια συζήτηση περί του
τι θα σήμαινε για τη Βρετανία εάν οι άλλες χώρες αναλάμβαναν δράση κι
εμείς όχι. Οι υπουργοί τόνισαν ότι είναι ανάγκη να μιλήσουμε ξεκάθαρα
για τους κινδύνους που περικλείει η απραξία», κατέληξε η πηγή αυτή.
Ο
υφυπουργός Εξωτερικών της Συρίας Φάισαλ Μέκνταντ κατηγόρησε σήμερα τη
Δύση ότι ενθάρρυνε σε πολλές περιπτώσεις του αντάρτες να χρησιμοποιήσουν
το νευροτοξικό αέριο σαρίν.
“Οι τρομοκρατικές οργανώσεις (σ.σ.
όρος με τον οποίο χαρακτηρίζονται οι αντάρτες από το συριακό καθεστώς)
χρησιμοποίησαν αέριο σαρίν σε πολλές περιοχές της χώρας (…) με την
ενθάρρυνση των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της Γαλλίας», είπε ο Σύρος
αξιωματούχος μιλώντας σε δημοσιογράφους.
Απευθυνόμενος στους
εκπροσώπους του Τύπου μετά τη συνάντηση που είχε στο ξενοδοχείο Four
Seasons της Δαμασκού με την Ύπατη Αρμοστή του ΟΗΕ για τον Αφοπλισμό
Άγγελα Κάνε, ο Μέκνταντ προειδοποίησε τις χώρες της Δύσης. «Πρέπει να
σταματήσει αυτή η ενθάρρυνση των δυτικών χωρών γιατί, αν υπερασπίζονται
τους τρομοκράτες και υιοθετούν τις θέσεις τους, οι ομάδες αυτές θα
στρέψουν αργότερα τα χημικά όπλα εναντίον των λαών της Ευρώπης».
Η
Κάνε βρίσκεται στη Δαμασκό στο πλαίσιο της αποστολής των επιθεωρητών
του ΟΗΕ που ερευνούν την ενδεχόμενη χρήση χημικών όπλων στη Συρία.
ΟΗΕ: Συνέλεξε δείγματα «αίματος, ούρων και μαλλιών»
Η
ομάδα των ειδικών του ΟΗΕ στα χημικά όπλα συνέλεξε σήμερα δείγματα
αίματος, ούρων και μαλλιών από τα θύματα της επίθεσης της 21ης Αυγούστου
κοντά στη Δαμασκό, στην οποία καταγγέλλεται ότι χρησιμοποιήθηκαν χημικά
όπλα, σύμφωνα με βίντεο που ανήρτησαν στο Διαδίκτυο σύροι αντάρτες.
«Προχωρήσαμε
στη συλλογή δειγμάτων αίματος, ούρων και μαλλιών», εξήγησε ένας από
τους επιθεωρητές του ΟΗΕ σε έναν Σύρο μέσα από ένα νοσοκομείο
εκστρατείας που έχει δημιουργηθεί στην ανατολική Γούτα, ανατολικά της
Δαμασκού.
Στο ένα βίντεο, ο επιθεωρητής και ο Σύρος εικονίζονται
να στέκονται μπροστά από ένα κρεβάτι στο οποίο είναι ξαπλωμένος ένας
ασθενής, από τον οποίο μια νοσοκόμα παίρνει αίμα.
«Λάβατε δείγματα από σορούς;», ρωτά ο Σύρος.
«Δεν είναι απαραίτητο, το κάναμε από τους επιζώντες», απαντά ο επιθεωρητής του ΟΗΕ στα αραβικά.
«Είναι αρκετό;», συνεχίζει ο Σύρος.
«Ναι, είναι αρκετό, η εξέταση μπορεί να έχει θετικό αποτέλεσμα ακόμη και μετά από εβδομάδες», υπογραμμίζει ο επιθεωρητής.
Η
ομάδα ειδικών του ΟΗΕ συνέχισε σήμερα την αποστολή της στις περιοχές
όπου καταγγέλλεται ότι έγινε επίθεση με χημικά όπλα, η οποία είχε
διακοπεί χθες Τρίτη για λόγους ασφαλείας.
Στο μεταξύ νωρίτερα
σήμερα ο Σύρος πρεσβευτής στον ΟΗΕ Μπασάρ αλ Τζααφάρι ζήτησε από τον
Οργανισμό να ερευνηθούν τρεις επιθέσεις των ανταρτών στις οποίες,
σύμφωνα με τον ίδιο, Σύροι στρατιώτες εισέπνευσαν δηλητηριώδη αέρια.
Ο
Τζααφάρι δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι ζήτησε από τον γενικό
γραμματέα του Οργανισμού Μπαν κι-μουν «να δώσει άμεσα εντολή στην
ερευνητική ομάδα που βρίσκεται αυτή τη στιγμή στη Δαμασκό να ερευνήσει
τρία ειδεχθή περιστατικά που σημειώθηκαν στην επαρχία της Δαμασκού στις
22, 24 και 25 Αυγούστου στα οποία μέλη του συριακού στρατού εισέπνευσαν
δηλητηριώδη αέρια».
Στο μεταξύ, ο ραδιοσταθμός του ισραηλινού
στρατού μετέδωσε πως το Ισραήλ αναπτύσσει προληπτικά το σύνολο της
πυραυλικής άμυνάς του εναντίον ενδεχόμενων συριακών επιθέσεων αντιποίνων
σε περίπτωση που δυτικές δυνάμεις πραγματοποιήσουν πλήγματα εναντίον
της Συρίας.
Ο ραδιοσταθμός δεν έκανε γνωστό πόσες αντιπυραυλικές
συστοιχίες έχουν αναπτυχθεί. Οι συστοιχίες αυτές περιλαμβάνουν τους
πυραύλους μικρού βεληνεκούς Iron Dome,, Patriot και Arrow ΙΙ.
Περίπου
10.000 Σύροι διέσχισαν το τελευταίο 24ωρο τα σύνορα με το Λίβανο
εξαιτίας των ανησυχιών ότι επίκεινται δυτικά πλήγματα εναντίον της χώρας
τους, έκανε γνωστό στο Γερμανικό Πρακτορείο ένας Λιβανέζος συνοριακός
φρουρός.
“Ήταν κυρίως άμαχοι —γυναίκες και παιδιά— που έρχονταν από διάφορες περιφέρειες της Δαμασκού», πρόσθεσε ο φρουρός.
Θέμα
ημερών φαίνεται ότι είναι η επίθεση των Αμερικανών και των συμμάχων
τους εναντίον της Συρίας, όπως προκύπτει από διασταυρωμένες πληροφορίες
των διεθνών δημοσιογραφικών πρακτορείων.
Το πρακτορείο Reuters
αναφέρει ότι διπλωμάτες των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλων δυτικών χωρών
ενημέρωσαν εκπροσώπους της συριακής αντιπολίτευσης ότι εντός των
προσεχών ημερών θα εκδηλωθεί στρατιωτική επιχείρηση εναντίον στόχων του
καθεστώτος Aσαντ. Το γερμανικό πρακτορείο ειδήσεων DPA αναφέρει ότι
στρατιωτικοί ηγέτες της Δύσης και αραβικών κρατών, οι οποίοι
συναντήθηκαν στο Αμμάν της Ιορδανίας, κατέληξαν σε κοινό πλαίσιο
αναφορικά με την πιθανολογούμενη στρατιωτική επέμβαση. Σύμφωνα με την
αμερικανική εφημερίδα Washington Post, ο Μπαράκ Ομπάμα προσανατολίζεται
σε μια περιορισμένη στρατιωτική επιχείρηση, η οποία θα διαρκέσει γύρω
στις δύο ημέρες και θα περιλαμβάνει «χειρουργικά» πλήγματα, με εκτόξευση
πυραύλων Κρουζ από αμερικανικά πλοία στη Μεσόγειο ή και από
βομβαρδιστικά μεγάλης ακτίνας δράσης. Στόχος θα είναι η «τιμωρία» του
καθεστώτος Aσαντ για τη θρυλούμενη χρήση χημικών όπλων εναντίον ανταρτών
και όχι η ανατροπή του Σύρου προέδρου, όπως διευκρίνισε χθες ο
εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Τζέι Κάρνι.
Μιλώντας στην τηλεόραση
του BBC, ο Αμερικανός υπουργός Aμυνας Τσακ Χέιγκελ δήλωσε ότι έχουν
ολοκληρωθεί οι στρατιωτικές προετοιμασίες και ότι οι αμερικανικές
ένοπλες δυνάμεις είναι σε θέση να εκπληρώσουν οποιαδήποτε αποστολή τούς
ανατεθεί. Επίσης, οι αμερικανικές υπηρεσίες Πληροφοριών υπέκλεψαν
τηλεφωνικές συνομιλίες ενός «πανικόβλητου» αξιωματούχου του υπουργείου
Άμυνας της Συρίας με τον διοικητή της Μονάδας των χημικών όπλων, μετά
την επίθεση της περασμένης εβδομάδας στα ανατολικά περίχωρα της
Δαμασκού, σύμφωνα με δημοσίευμα του περιοδικού Foreign Policy.
Στη
Δαμασκό, ο υπουργός Εξωτερικών Ουαλίντ αλ Μουάλεμ απέρριψε τις
κατηγορίες ότι το συριακό καθεστώς έκανε χρήση χημικών όπλων. «Το να τα
βάζει κανείς με τη Συρία δεν είναι μικρή υπόθεση», προειδοποίησε ο Σύρος
αξιωματούχος, για να προσθέσει: «Διαθέτουμε αμυντικά μέσα που θα κάνουν
πολλούς να σαστίσουν». Ο επικεφαλής της συριακής διπλωματίας εξέφρασε
την πεποίθηση ότι η Ρωσία δεν πρόκειται να εγκαταλείψει τη χώρα του.
Ακόμη, ο αντιπρόσωπος της Συρίας στον ΟΗΕ κατηγόρησε τους αντάρτες ότι
έκαναν χρήση χημικών όπλων για να προκαλέσουν ξένη στρατιωτική
επέμβαση.«Πολλά στοιχεία τείνουν να αποδείξουν την αθωότητα της συριακής
κυβέρνησης, η οποία αποτελεί αντικείμενο μιας παραπλανητικής
κατηγορίας», δήλωσε ο Σύρος πρεσβευτής Μπασάρ αλ-Τζααφάρι σε συνέντευξή
του στο συριακό τηλεοπτικό δίκτυο Αλ-Ιχμπαρίγια.
Από την πλευρά
της, η Μόσχα εξέφρασε τη λύπη της για την απόφαση της Ουάσινγκτον να
ακυρώσει διμερείς συνομιλίες μεταξύ Αμερικανών και Ρώσων αξιωματούχων, η
οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί σήμερα στη Χάγη με αντικείμενο την
αναζήτηση πολιτικής λύσης στο συριακό πρόβλημα. Την έντονη αντίθεσή της
στην προοπτική στρατιωτικής επίθεσης εναντίον της Συρίας επανέλαβε η
Κίνα.
Ο Οργανισμός Ισλαμικής Συνεργασίας, στον οποίο μετέχουν 57
μουσουλμανικές χώρες, κάλεσε σήμερα σε μια «αποφασιστική δράση» εναντίον
του συριακού καθεστώτος, το οποίο θεωρεί υπεύθυνο για την καταγγελθείσα
επίθεση με χημικά όπλα της 21ης Αυγούστου κοντά στη Δαμασκό.
Σε
ανακοίνωσή του ο Οργανισμός θεωρεί «την συριακή κυβέρνηση νομικά και
ηθικά υπεύθυνη για το απεχθές αυτό έγκλημα» και εκτιμά ότι η επίθεση
«απαιτεί (να ληφθεί) αποφασιστική δράση».
www.kathimerini.gr
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

