Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Το τρίγωνο Συρία-Τουρκία-Ισραήλ σε νέα δυναμική, και η Ελλάδα σε κίνδυνο

Δημοσιεύτηκε στις

Δρ Νικόλαος Λάος, Καθηγητής Θεωρίας Διεθνών Σχέσεων University of Indianapolis

Σε συνεργασία με τον Jeffrey Steinberg, Πολιτικό Αναλυτή στην Ουάσινγκτον και διευθυντή του

«Executive Intelligence Review»

Το τρίγωνο Συρία-Τουρκία-Ισραήλ σε νέα δυναμική, και η Ελλάδα σε κίνδυνο
Ο Τούρκος πρωθυπουργός Ερντογάν και η κυβέρνησή του έχουν μακρά
εμπειρία στο να εξαπατούν τους τρίτους ως προς τις σχέσεις
Τουρκίας-Ισραήλ και ως προς τον ρόλο που παίζει η Τουρκία στην κρίση στη
Συρία.

Δυστυχώς ένας από τους καλύτερους «πελάτες» της τουρκικής υποκρισίας και απάτης είναι η ελληνική κυβέρνηση, η οποία έχει τις ψευδαισθήσεις ότι μπορεί να οικοδομήσει σχέσεις αξιοπιστίας με την κυβέρνηση Ερντογάν και ότι μπορεί σοβαρά να βασίζεται σε μια γεωπολιτική στρατηγική συμμαχία με το Ισραήλ.
 
 Σε ό,τι αφορά τις μυστικές σχέσεις Τουρκίας-Ισραήλ πρέπει να επισημάνουμε ότι η Τουρκία και το Ισραήλ συνεργάζονται μεταξύ τους εναντίον της Συρίας. Μάλιστα, έχοντας ως σκοπό να σφίξει τον κλοιό εναντίον της Συρίας, ο πρόεδρος Ομπάμα ταξίδεψε στο Ισραήλ τον Μάρτιο του 2013 ως μπρόκερ ενός σχεδίου εξομάλυνσης των σχέσεων Τουρκίας-Ισραήλ.
 
Υπό την επίδραση της κυβέρνησης Ομπάμα το Ισραήλ και η Τουρκία ανακοίνωσαν ότι η διπλωματική τους αντιδικία επιλύθηκε μόλις δύο ημέρες αφότου το ΝΑΤΟ ανακοίνωσε ότι είχε θέσει σε εφαρμογή σχέδιο επιχειρήσεων στη Συρία στις 20 Μαρτίου 2013. Βεβαίως ακόμη και όταν οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ της Άγκυρας και του Τελ Αβίβ ήταν τυπικά «ξινές» οι δύο χώρες διατηρούσαν τους σημαντικούς μεταξύ τους στρατιωτικούς και εμπορικούς δεσμούς.

Παρά το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός Ερντογάν, πριν περίπου δέκα ημέρες, κατήγγειλε το Ισραήλ ότι επιτέθηκε στη Συρία οι καρποί της συνεργασίας Τουρκίας-Ισραήλ έχουν ήδη γίνει φανεροί από τον Μάιο του 2013, όταν ισραηλινά πολεμικά αεροπλάνα επιτέθηκαν εναντίον συριακών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στην πόλη Τζαμράγια, έχοντας λάβει προηγουμένως την έγκριση των ΗΠΑ, όπως παραδέχθηκε ο Ομπάμα στο αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο Telemundo.

Αμέσως μετά τις ισραηλινές επιθέσεις εναντίον της Συρίας τουρκικές και ισραηλινές στρατιωτικές δυνάμεις διεξήγαγαν συγχρόνως ασκήσεις στα σύνορα των δύο αυτών χωρών με τη Συρία. Παρ’ ότι αυτές οι επιχειρήσεις των τουρκικών και των ισραηλινών στρατιωτικών δυνάμεων στα σύνορα της Τουρκίας και του Ισραήλ με τη Συρία παρουσιάστηκαν δημόσια σαν ανεξάρτητες μεταξύ τους, στην πραγματικότητα, η Άγκυρα και το Τελ Αβίβ βρίσκονταν σε συνεννόηση μεταξύ τους για τη λήψη από κοινού επιθετικής στάσης έναντι της Συρίας.

Οι ισραηλινές και οι τουρκικές κινήσεις στα σύνορα με τη Συρία αποσκοπούσαν κατά πάσα πιθανότητα στο να εμποδίσουν τη Συρία από το να προβεί σε κινήσεις εκφοβισμού των αντικαθεστωτικών δυνάμεων που μάχονται στο εσωτερικό της.

Η τουρκική κυβέρνηση μάλιστα σχεδίαζε να ασκήσει ακόμη ισχυρότερη πίεση σε βάρος τής Συρίας, κατηγορώντας δυνάμεις τής συριακής κυβέρνησης για μια τρομοκρατική επίθεση στην τουρκική πόλη Ρεγιανλί, που βρίσκεται κοντά στα σύνορα με τη Συρία, αλλά μια ομάδα Τούκων ακτιβιστών χάκερ που ονομάζεται Redhack αποκάλυψε ότι οι μυστικές υπηρεσίες τής τουρκικής Χωροφυλακής είχαν πληροφορίες ότι θα λάμβανε χώρα η εν λόγω τρομοκρατική επίθεση από πολύ πριν πραγματοποιηθεί.

Τι συνέβη στη Λατάκια;

Μόλις άρχισε να γίνεται φανερό ότι οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους είχαν σοβαρά προβλήματα στη Μέση Ανατολή και στη Βόρεια Αφρική άρχισε να κυκλοφορεί το ρεπορτάζ για μια έκρηξη στη Λατάκια. Ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, που προέρχονταν από ανώνυμες πηγές στο Ισραήλ στις αρχές του Ιουλίου 2013, άρχισαν να προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι το Τελ Αβίβ είχε εξαπολύσει επίθεση εναντίον του συριακού λιμανιού της Λατάκιας και ότι αυτό προκάλεσε μια μεγάλη έκρηξη.

Καθώς αυτές οι φήμες άρχισαν να κυκλοφορούν στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης διαδόθηκε και ο αμφισβητούμενος ισχυρισμός ότι εξαπολύθηκαν ισραηλινές επιθέσεις εναντίον φορτίων με ρωσικά αντιπυραυλικά συστήματα S-300 που προέρχονταν από το Κρεμλίνο με αποδέκτη τη συριακή κυβέρνηση. Αξιωματούχοι των ΗΠΑ μπήκαν σε αυτό το επικοινωνιακό παιχνίδι διαρρέοντας σκόπιμα περαιτέρω πληροφορίες για την υπόθεση στη Λατάκια, ισχυριζόμενοι ότι η ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία βομβάρδισε το λιμάνι της Λατάκιας για να καταστρέψει φορτίο ρωσικών πυραύλων ξηράς-θαλάσσης Yakhont που προορίζονταν για παράδοση στη συριακή κυβέρνηση.

Στη συνέχεια, στις 15 Ιουλίου 2013, η δημοσιογράφος Paula Slier, ανταποκρίτρια του ρωσικού τηλεοπτικού δικτύου RT (Russian Today), μετέδωσε από το Τελ Αβίβ ότι το Ισραήλ είχε επιτεθεί εναντίον του λιμανιού της Λατάκιας χρησιμοποιώντας για αυτόν τον σκοπό τουρκική στρατιωτική βάση.

Αυτή η ισραηλινή διαρροή αναστάτωσε την τουρκική κυβέρνηση, η οποία τη διέψευσε και δήλωσε ότι όποιος διατυπώνει τέτοιους ισχυρισμούς προβαίνει σε «πράξη προδοσίας». Αντιδρώντας στο ρωσικό ρεπορτάζ, που βασιζόταν σε ισραηλινές πηγές οι οποίες «κάρφωναν» τη συμμετοχή της Τουρκίας, Τούρκοι αξιωματούχοι δήλωσαν ότι οι ρωσικοί πύραυλοι Yakhont στο λιμάνι της Λατάκιας προορίζονταν για τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο και ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ είχαν συντονίσει τις επιθέσεις στο πλαίσιο συσκέψεων που έλαβαν χώρα στην Τουρκία με τη συμμετοχή αντικαθεστωτικών ενόπλων ομάδων που δρουν στη Συρία.

Ο Ισραηλινός δημοσιογράφος Ούζι Μαχναΐμι (Uzi Mahnaimi), ανταποκριτής στη Μέση Ανατολή για λογαριασμό της βρετανικής εφημερίδας «The Sunday Times», περιέπλεξε την υπόθεση ακόμη περισσότερο, μεταδίδοντας ότι οι ισραηλινές επιθέσεις εξαπολύθηκαν από γερμανικής κατασκευής Dolphin από τη θάλασσα, δικαιώνοντας τους Τούρκους που ισχυρίζονταν ότι για την εν λόγω επίθεση δεν χρησιμοποιήθηκε τουρκική στρατιωτική βάση.

Αυτό που πρέπει να κατανοήσουμε από την ανωτέρω υπόθεση είναι ότι χώρες όπως η Τουρκία και η Σαουδική Αραβία αποκρύπτουν τη συνεργασία τους με το Τελ Αβίβ επειδή, σε αυτές τις χώρες, υπάρχει ισχυρή κοινωνική αντίδραση εναντίον του Ισραήλ λόγω της ισραηλινής κατοχής επί παλαιστινιακών εδαφών. Επίσης είναι σημαντικό ότι ένα τουρκικό πολεμικό αεροσκάφος κατερρίφθη το 2012 από τη Συρία την ώρα που πετούσε σε αεροδιάδρομο που χρησιμοποιούν τα ισραηλινά αεροσκάφη κοντά στα σύνορα Τουρκίας-Συρίας.

 
Το κυβερνών κόμμα του Ερντογάν έχει παίξει πολύ βρώμικα παιχνίδια στη Συρία και γενικά στη Μέση Ανατολή και γι’ αυτό διεξάγει μεθοδικά επιχειρήσης απόκρυψης της αλήθειας μέσω λογοκρισίας και παραπληροφόρησης.
 
Όταν, το 2012, λόγω της κατάρριψης τουρκικού πολεμικού αεροσκάφους από τη Συρία, το οποίο αεροσκάφος διεξήγαγε κατασκοπευτική πτήση μέσα στη Συρία, επρόκειτο να αποκαλυφθεί δημόσια η δράση της Τουρκίας σε βάρος της Συρίας, με σημαντικό πολιτικό κόστος για τον Ερντογάν, η κυβέρνηση Ερντογάν εξαπέλυσε μια μεγάλη επιχείρηση φήμωσης των τουρκικών Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.
 
 Η τουρκική κυβέρνηση συνέταξε νέο νομοσχέδιο για να περιορίσει την κριτική που μπορεί να της ασκούν τα τουρκικά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και ο Ερντογάν επιτέθηκε εναντίον της τουρκικής εφημερίδας «Cumhuriyet» (Τσουμχουριέτ) και κατηγόρησε ως «προδότη» και «εχθρό του κράτους» όποιον αμφισβητούσε την επίσημη κυβερνητική αφήγηση.
 
Δεδομένου ότι η τουρκική κυβέρνηση έχει ισχυρή τάση, τεχνογνωσία και παράδοση στο να εξαπατά δεν πρέπει να μας εκπλήσσει η διαρροή της πληροφορίας ότι οι Ισραηλινοί, για να επιτεθούν στη Λατάκια, χρησιμοποίησαν τουρκική στρατιωτική βάση, προκειμένου να μην εντοπιστούν και να μην εκτεθεί το Ισραήλ. Οι κυβερνήσεις πρέπει να μιλήσουν ξεκάθαρα.
 
Η ουσία όμως είναι ότι υπάρχει μυστική συνεργασία Τουρκίας-Ισραήλ και ότι τόσο η σημερινή ισραηλινή κυβέρνηση όσο και η σημερινή τουρκική κυβέρνηση παίζουν, σε συνεργασία με την κυβέρνηση Ομπάμα, πολύ επικίνδυνα παιχνίδια στη Μέση Ανατολή, συναποτελώντας το «τρίγωνο του Διαβόλου» στην Ανατολική Μεσόγειο. 
 
Πόλεμος μέσα στον πόλεμο 
 
Η Συρία είναι το επίκεντρο μιας περιφερειακής σεκταριστικής σύγκρουσης μεταξύ Σουνιτών και Σιιτών/Αλαουιτών η οποία έχει επεκταθεί στην Τουρκία, στο Ιράκ, στον Λίβανο και στην Ιορδανία.

Οι Βρετανοί έχουν προωθήσει αυτόν τον σεκταριστικό «εκατονταετή πόλεμο» στο πλαίσιο του δικού τους Μαλθουσιανού σκεπτικού. Το Λονδίνο έχει εκμεταλλευθεί το μίσος των Σαουδαράβων για τους Σύρους Αλαουίτες, εξασφαλίζοντας έτσι ότι όπλα και μετρητά ρέουν προς τα όργανα του παγκόσμιου σουνιτικού τζιχαντισμού.

Τώρα η κυβέρνηση Ομπάμα προσπαθεί να ελέγξει την κατάσταση παρέχοντας μυστική στήριξη στον πιο «μετριοπαθή» Ελεύθερο Συριακό Στρατό (Free Syrian Army), εναντίον του Άσαντ, με κέντρο την Ιορδανία. Όπλα τα οποία κατασχέθηκαν στη Λιβύη στα τέλη του 2011 μετά από την εκτέλεση του Μουαμάρ Καντάφι έχουν, από τον Απρίλιο του 2012, παραδοθεί λαθραία σε Σύρους αντάρτες, περιλαμβανομένου του Μετώπου Αλ Νούσρα (Al Nusra Front), το οποίο συνδέεται με την Αλ Κάιντα.

Αυτό το πρόγραμμα έχει συντονιστεί από τον Λευκό Οίκο του Ομπάμα και έχει εκτελεστεί από τη CIA. Ο πρόεδρος Ομπάμα λοιπόν έχει το δικό του σκάνδαλο «Ιράν-Κόντρα» υπό εκκόλαψη και προσπαθεί να συγκαλύψει τα εγκλήματα που συμβαίνουν επί περισσότερο από έναν χρόνο και θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην έκπτωσή του από το προεδρικό αξίωμα.

Σε κάποια φάση ο κίνδυνος η κρίση στη Συρία να πυροδοτήσει έναν παγκόσμιο πόλεμο ώθησε τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζον Κέρι και τον Ρώσο ομόλογό του Σεργκέι Λαβρόφ να προσπαθήσουν να συγκαλέσουν μια διάσκεψη ειρήνης Γενεύη ΙΙ ως ένα μέσο αποτροπής του σεναρίου να βγει η κατάσταση εκτός ελέγχου από όλους. Αυτή η Γενεύη ΙΙ παραμένει η καλύτερη ελπίδα για να αποτραπούν η περαιτέρω καταστροφή ολόκληρης της περιοχής και η πιθανή πυροδότηση ενός γενικευμένου πολέμου.

Η Δύση και η Σαουδική Αραβία έχουν μετατρέψει τον πόλεμο εναντίον του Άσαντ σε έναν χαοτικό πόλεμο στη Συρία, όπου «όλοι μάχονται εναντίον όλων». Όπως είχαν ορθώς προειδοποιήσει πολλοί αναλυτές η παράδοση όπλων από τους Δυτικούς σε αντικαθεστωτικές δυνάμεις που πολεμούν εναντίον του Άσαντ δεν κατέστη εφικτό να ελεγχθεί ώστε τα όπλα να δοθούν μόνο σε εκείνες τις δυνάμεις που θεωρούνται από τη Δύση «μετριοπαθείς» και ελεγχόμενες από Δυτικούς παράγοντες.

 
 Οι αντίπαλοι του Άσαντ ανήκουν σε διαφορετικές ιδεολογίες και οργανώσεις και αμέσως άρχισαν να συγκρούνται μεταξύ τους, σε αιματηρές μάχες, προκειμένου η κάθε αντικαθεστωτική παράταξη να διεκδικήσει για λογαριασμό της μερίδιο από τα όπλα που στέλνει η Δύση στη Συρία για να εξοπλίσει τις αντικαθεστωτικές δυνάμεις.
 
 Ακόμη και ο Ζμπίγκνιεβ Μπρζεζίνσκι (Zbigniew Brzezinski), δήλωσε σε συνέντευξή του στο περιοδικό «The National Interest», στις 24 Ιουνίου 2013, ότι η πολιτική παροχής όπλων από τη Δύση προς τις αντικαθεστωτικές δυνάμεις που μάχονται στη Συρία βλάπτει την αξιοπιστία των ΗΠΑ. 
Στο ίδιο πνεύμα η βρετανική εφημερίδα «Independent» έχει επισημάνει ότι, υπό τις διαμορφωμένες συνθήκες του συριακού εμφυλίου πολέμου, δεν είναι δυνατό να παρέχεις όπλα μόνο στα «καλά παιδιά» χωρίς να φθάνουν όπλα και στα «κακά παιδιά».
 
Εξ αιτίας της παροχής τεράστιων ποσοτήτων όπλων από τη Δύση και τη Σαουδική Αραβία προς τις αντικαθεστωτικές δυνάμεις που δρουν στη Συρία έχει ξεσπάσει ένας νέος εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των λεγόμενων «εκκοσμικευμένων» αντικαθεστωτικών δυνάμεων και των «θρησκευτικών» αντικαθεστωτικών δυνάμεων.
 
Ειδικότερα, στο τετράγωνο αλ-Φερντούς, έχουν λάβει χώρα σοβαρές αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ του «Ελεύθερου Συριακού Στρατού» (FSA), που είναι η κυριότερη εκκοσμικευμένη αντικαθεστωτική στρατιωτική οργάνωση, και του μετώπου Αλ-Νούσρα ( Al-Nusra), που αποτελεί βραχίονα της Αλ Κάιντα.
 
 Στη κεντρική Συρία, ειδικά στην επαρχιακή πρωτεύουσα αρ-Ράκα, η οποία κατέχεται από αντικαθεστωτικές δυνάμεις, περίπου 1.500 άτομα φυλακίστηκαν για παράβαση του θρησκευτικού νόμου (σαρία)! Μεταξύ των φυλακισθέντων περιλαμβανόνταν και ο διοικητής του «Ελεύθερου Συριακού Στρατού» Γιασέμ Αουάντ (Jasem Awwad)!
 
Μετά από αυτήν τη σύλληψη και φυλάκιση η «11η Ταξιαρχία» του «Ελεύθερου Συριακού Στρατού», υποστηριζόμενη από τη Σαουδική Αραβία, κατέλαβε τα διοικητήρια του υποστηριζόμενου από το Κατάρ ισλαμικού κινήματος Αχράρ αλ-Σαμ (Ahrar al-Sham), το οποίο σχεδίαζε να ανακηρύξει ένα ισλαμικό εμιράτο στην περιοχή που είχε καταλάβει.
 
Μέσα σε αυτό το χάος που προκάλεσαν η Δύση και η Σαουδική Αραβία στη Συρία η μεν Σαουδική Αραβία έχει υποχρεωθεί να υποστηρίζει τον πιο εκκοσμικευμένο «Ελεύθερο Συριακό Στρατό» (αν και το να σε υποστηρίζει η Σαουδική Αραβία δεν είναι καλό δείγμα για τον βαθμό στον οποίο είσαι «εκκοσμικευμένος»), το δε Κατάρ, ιδίως υπό τον παραιτηθέντα εμίρη αλ-Τάνι, συνδέεται με τις πιο εξτρεμιστικές θρησκευτικές δυνάμεις της συριακής αντιπολίτευσης.
 
Η κατάσταση στη Συρία έχει εξελιχθεί σε μεγάλο εξευτελισμό της Δύσης, ενώ η βρετανική εφημερίδα «The Guardian», στις 10 Ιουλίου 2013, έγραψε ότι οι ανεξέλεγκτες πλέον ένοπλες εξτρεμιστικές δυνάμεις της συριακής αντιπολίτευσης μπορεί να διαπράξουν τρομοκρατία σε βάρος Δυτικών χωρών. 
 
Η Μουσουλμανική Αδελφότητα και η χρήση εξτρεμιστών Μουσουλμάνων εναντίον της Ρωσίας
 
Ιστορικά η Μουσουλμανική Αδελφότητα ήταν ένα δημιούργημα της αποικιοκρατικής πολιτικής Sykes-Picot και των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών (σημείωση: η συμφωνία Sykes-Picot ήταν μια μυστική συμφωνία μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γαλλίας και υπεγράφη το 1916, με σκοπό οι Βρετανοί και οι Γάλλοι να οριοθετήσουν και να περιορορίσουν την ανερχόμενη ρωσική δύναμη και να μοιράσουν τη Μέση Ανατολή σε σφαίρες επιρροής μεταξύ Λονδίνου και Παρισίων).
 
Η οργάνωση εξελίχθηκε, εξαπλώθηκε και γέννησε ακόμη πιο μαχητικές τζιχαντιστικές ομάδες, περιλαμβανομένης της Αλ Κάιντα. Η μακρά εξορία (της Μουσουλμανικής Αδελφότητας) στη Σαουδική Αραβία, η οποία επήλθε ως συνέπεια της σκληρής πολιτικής καταστολής που εφάρμοσε ο Νάσερ εναντίον της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στη δεκαετία του 1950, οδήγησε στη γέννηση ενός νεο-σαλαφιστικού φαινομένου.
 
Όταν ο Χαφέζ αλ-Άσαντ εφάρμοσε τη δική του σκληρή κατασταλτική πολιτική εναντίον της συριακής Μουσουλμανικής Αδελφότητας στη δεκαετία του 1980, αυτό οδήγησε σε ένα δεύτερο κύμα μετανάστευσης και εξορίας (της Μουσουλμανικής Αδελφότητας) στη Σαουδική Αραβία.
 
Υπό την επιρροή του δρος Μπέρναρντ Λιούις (Dr Bernard Lewis), ο οποίος ήταν ένας αραβολόγος των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών και Σιωνιστής, η μια μετά την άλλη οι αμερικανικές κυβερνήσεις πείστηκαν να παίξουν το «αραβικό χαρτί» ως εργαλείο για να πολεμήσουν τη Σοβιετική Ένωση (ειδικά στην Κεντρική Ασία και τη Μέση Ανατολή).
 
Ο πόλεμος του Αφγανιστάν, στη δεκαετία του 1980, οδήγησε στη βάθυνση της συνεργασίας των βρετανικών και των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα. Αυτό γέννησε την Αλ Κάιντα και μια σειρά ομάδων ξένων μαχητών που μεταφέρθηκαν στο Αφγανιστάν, ως «μουτζαχεντίν», για να πολεμήσουν τον «άθεο» σοβιετικό Κόκκινο
 
Ας μη μας διαφεύγει άλλωστε ότι η ελληνική κυβέρνηση 
-επέδειξε εγκληματική διπλωματική αφέλεια κατά την πρόσφατη συνάντηση Βενιζέλου-Νταβούτογλου, 
-επέδειξε εγκληματική διπλωματική αφέλεια όταν έτρεφε ελπίδες για στρατηγική οικονομική συνεργασία με το Κατάρ (ειδικά υπό τον αλ-Τάνι, τον κορυφαίο σπόνσορα του σουνιτικού εξτρεμισμού), 
-επέδειξε εγκληματική διπλωματική αφέλεια κατά τη συνάντηση Σαμαρά-Ερντογάν στο Κατάρ, -επέδειξε εγκληματική διπλωματική αφέλεια στις ελληνο-ισραηλινές σχέσεις, επέδειξε εγκληματική διπλωματική αφέλεια όταν επέλεξε την Ουάσινγκτον έναντι της Μόσχας, 
-επέδειξε εγκληματική διπλωματική αφέλεια όταν καλλιέργησε ελπίδες για τον αζέρικο αγωγό ενέργειας ΤΑΡ, που είναι μια κολοσσιαία «φούσκα» και πολιτική απάτη (και μάλιστα γεωπολιτικά εν δυνάμει επικίνδυνη για την Ελλάδα, καθώς τη διασχίζει κατά μήκος των βορείων συνόρων της και έχει συνέταιρο την Τουρκία), και επίσης η ελληνική κυβέρνηση 
-επέδειξε εγκληματική διπλωματική αφέλεια όταν άρχισε να προσδοκεί οικονομική και πολιτική στήριξη από την Ουάσινγκτον έναντι της Μέρκελ.
 
Η συνταγή Ομπάμα για την Ελλάδα, όπως έγραψαν οι «Financial Times» προχθές, είναι να πτωχεύσει η Ελλάδα σαν το Ντιτρόιτ (την τραγωδία της συνταγής Ντιτρόιτ περιγράψαμε σε άρθρο μας στο παρόν blog στις 28 Ιουλίου 2013).

αναδημοσίευση από το ιστολόγιο της Κίνησης Ενεργών Πολιτών

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός9 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις9 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO10 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή