Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Στρατιωτική στροφή της Γαλλίας στην Ευρώπη

Δημοσιεύτηκε στις

Επανεξέταση του στρατιωτικού ρόλου της Γαλλίας στην Ευρώπη και της σχέσης της με το ΝΑΤΟ

Της Judy Dempsey

Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν έχει την ικανότητα να γίνεται ενοχλητικός προς τους Ευρωπαίους ομολόγους του.

Η Γερμανία, όντας παραδοσιακώς ο στενότερος σύμμαχος της Γαλλίας στην ΕΕ, συχνά παραπονιέται ότι δεν ζητείται η γνώμη της κάθε φορά που ο Μακρόν εκφωνεί ομιλίες που βρίθουν φιλοδοξίας σχετικά με την Ευρώπη. Όχι ότι το Βερολίνο, είτε επί της πρώην καγκελαρίου Άγγελα Μέρκελ είτε επί του διαδόχου της Όλαφ Σολτς έχουν διατυπώσει κάποιες πρωτότυπες προτάσεις για την Ευρώπη.

Εν συνεχεία, υπάρχει η οπτική γωνία της Πολωνίας και των χωρών της Βαλτικής. Έχουν την πεποίθηση ότι ο Μακρόν δεν έχει πράξει τα δέοντα για να υποστηρίξει στρατιωτικώς την Ουκρανία. Έτι περαιτέρω, υποπτεύονται ότι ο Μακρόν εξακολουθεί να θέλει να κάνει κάποιου είδους συμφωνία με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν ώστε να τερματίσει τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Οι Κεντροευρωπαίοι μαζί με άλλες νατοϊκές χώρες συχνά πιστεύουν ότι όταν ο Μακρόν μιλά περί στρατηγικής αυτονομίας για την Ευρώπη, μιλά ουσιαστικά για τη σταδιακή αποδυνάμωση του ΝΑΤΟ ή για τη δημιουργία αμυντικής δομής σε ανταγωνισμό με τη στρατιωτική συμμαχία υπό τις ΗΠΑ. Πράγματι, ο Μακρόν χαρακτήρισε κάποτε το ΝΑΤΟ ως “εγκεφαλικά νεκρό”, μια περιγραφή που έχει αντέξει στον χρόνο.

Πάνω απ’ όλα, υπάρχει η αίσθηση ότι η Γαλλία, η μόνη πυρηνική δύναμη της ΕΕ, δεν μπορεί να θεωρείται αξιόπιστη, καθώς η άποψή της για τον κόσμο – και για την Ευρώπη – είναι αυτή του Σαρλ ντε Γκολ, στην οποία η Γαλλία είναι ο ακρογωνιαίος λίθος που διαμορφώνει και κυριαρχεί στο μέλλον της Ένωσης.

Αν η νέα εθνική στρατηγική αναθεώρηση του Μακρόν είναι κάτι με το οποίο μπορούμε να προχωρήσουμε, η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία θα μπορούσε να σηματοδοτήσει την αρχή μιας σημαντικής επανεξέτασης του στρατιωτικού ρόλου της Γαλλίας στην Ευρώπη και της σχέσης της με το ΝΑΤΟ.

Σε αυτό το προσχέδιο, το οποίο θα περάσει από ενδελεχή επεξεργασία τους επόμενους μήνες και το οποίο στοχεύει στο να καθορίσει τη στρατιωτική στάση της Γαλλίας έως το 2030, η ασφάλεια της Ευρώπης, οι στόχοι του ΝΑΤΟ και η Συμφωνία του Παρισιού για τα πυρηνικά συμβαδίζουν.

Δεδομένων όλων των παλαιών και νέων απειλών, που κυμαίνονται από τη συμβατική στρατιωτική επιθετικότητα έως τον υβριδικό πόλεμο, συμπεριλαμβανομένης της παραπληροφόρησης, των επιθέσεων στον κυβερνοχώρο και των νέων όπλων, ο Μακρόν γνωρίζει ότι καμία χώρα δεν μπορεί να τα καταφέρει μόνη της. Η εισβολή της Ρωσίας έχει φέρει στο προσκήνιο τα τρωτά σημεία της Ευρώπης και το χαμηλό επίπεδο ανθεκτικότητας. Υπάρχουν πάρα πολλοι άγνωστοι παράγοντες και πάρα πολλές προκλήσεις που απαιτούν κάτι παραπάνω από ένα τεράστιο πλήθος δυνατοτήτων. Το οικονομικό κόστος για την αντιμετώπιση όλων αυτών των απειλών είναι υπερβολικό.

Σε αυτό το πλαίσιο, για τον Μακρόν, η επιθετικότητα της Ρωσίας προς την Ουκρανία “μπορεί να προηγηθεί ευρύτερων γεωπολιτικών αντιπαλοτήτων και ενός μέλλοντος που δεν έχουμε λόγο να αποδεχτούμε με μοιρολατρία”. Οχι μόνο αυτό. Ο πρόεδρος τόνισε ότι “[…] επειδή αυτός ο πόλεμος ξεκαθαρίζει την κατάσταση του κόσμου στον οποίο ζούμε, την κατάρρευση κανόνων και ταμπού, την κατάχρηση εξουσίας, χαρακτηρίζει εκείνη την επικίνδυνη στιγμή όπου αμφισβητείται η παλιά ισορροπία αλλά η νέα δεν έχει ακόμη καθιερωθεί”.

Ο Μακρόν δεν είναι διατεθειμένος να περιμένει μέχρις ότου εμφανιστεί αυτή η νέα τάξη πραγμάτων – κάτι που η Κίνα (η οποία δεν αναφέρεται στο προσχέδιο της αναθεώρησης) προσπαθεί να διαμορφώσει.

Αντιθέτως, με τη νέα εστίαση στην Ευρώπη, επιβεβαίωσε το ότι η Γαλλία αποσύρεται από το Σαχέλ, τερματίζοντας έτσι την επιχείρηση Barkhane στην οποία το Παρίσι είχε αναπτύξει περίπου 5.000 στρατιώτες στο Μάλι για να βοηθήσει στην καταπολέμηση των ισλαμιστών εξτρεμιστών. Στο μέλλον, η Γαλλία θα δημιουργήσει μια νέα οργάνωση που θα βασίζεται στη συνεργασία μεταξύ της Γαλλίας και των τοπικών ενόπλων δυνάμεων.

Με τη στροφή προς την Ευρώπη, ο Μακρόν δεν έχει αυταπάτες για τον σημαντικό ρόλο του ΝΑΤΟ και των Ηνωμένων Πολιτειών. “Η Γαλλία σκοπεύει να διατηρήσει μια μοναδική θέση εντός της Συμμαχίας. Έχει μια απαιτητική και διακριτή θέση λόγω της ιδιαιτερότητας και της ανεξαρτησίας της αμυντικής της πολιτικής, ιδίως λόγω της πυρηνικής αποτρεπτικής της δύναμης”, είπε .

Ταυτόχρονα, η Γαλλία “προτίθεται να ενισχύσει την επιρροή τη δική της, αλλά και αυτής  των Ευρωπαίων συμμάχων, προκειμένου να ζυγίσει καλύτερα τις μεγάλες αλλαγές στη στάση του ΝΑΤΟ και το μέλλον της στρατηγικής σταθερότητας στην Ευρώπη”.

Η στρατηγική σταθερότητα είναι το βασικό στοιχείο της εθνικής στρατηγικής αναθεώρησης του Μακρόν. Εφόσον η Ρωσία αμφισβήτησε τη σταθερότητα της Ευρώπης και ανέτρεψε το μετά του Ψυχρού Πολέμου status quo, το ΝΑΤΟ και οι Ευρωπαίοι πρέπει να αναγνωρίσουν το πώς και το γιατί πρέπει να προστατευτεί η ήπειρος. Μια “αξιόπιστη, σύγχρονη” πυρηνική αποτροπή είναι το κλειδί, είπε ο Μακρόν. “Οι πυρηνικές μας δυνάμεις συμβάλλουν μέσω της δικής τους ύπαρξης στην ασφάλεια της Γαλλίας και της Ευρώπης”, πρόσθεσε.

Εδώ, “ο Μακρόν επαναλαμβάνει τη θέση της Γαλλίας για την πυρηνική αποτροπή”, δήλωσε ο Φρανσουά Χάισμπουργκ, ανώτερος σύμβουλος για την Ευρώπη στο Διεθνές Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών.

Πράγματι, εμπειρογνώμονες στον τομέα της άμυνας στην Ευρώπη αναφέρουν συχνά την πιθανότητα η Γαλλία, με τις πυρηνικές της ικανότητες, να παρέχει στους Ευρωπαίους μια ειδική ομπρέλα ασφαλείας. Οι ΝΑΤΟϊκοί μπορεί να ανατριχιάσουν στην ιδέα. Όμως ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία αναγκάζει τους συμμάχους να σκεφτούν τη μελλοντική στρατηγική κατεύθυνση της ΕΕ και του ΝΑΤΟ.

Η σύγκρουση υπογραμμίζει “την ανάγκη να διατηρηθεί ένα ισχυρό και αξιόπιστο πυρηνικό αποτρεπτικό μέσο για να αποφευχθεί ένας μεγάλος πόλεμος”· αυτός ο αποτρεπτικός παράγοντας πρέπει να είναι “νόμιμος, αποτελεσματικός και ανεξάρτητος”, είπε ο Μακρόν.

Έτσι, ενώ θέλει η Γαλλία να είναι μια “ανεξάρτητη, αξιοσέβαστη, ευέλικτη δύναμη στην καρδιά της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας”, επιφυλάσσει καθησυχαστικά λόγια για το ΝΑΤΟ και πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Η Γαλλία θα διατηρήσει ισχυρούς δεσμούς με την Ατλαντική συμμαχία. Η στρατηγική εταιρική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες “θα παραμείνει θεμελιώδης και πρέπει να παραμείνει φιλόδοξη, διαυγής και ρεαλιστική”.

Η Γαλλία θα εμβαθύνει επίσης τη σχέση της με τη Γερμανία και θα σφυρηλατήσει αμυντικές συνεργασίες με την Ιταλία και την Ισπανία ενώ θα ενισχύσει τον ευρωπαϊκό πυλώνα στο ΝΑΤΟ.

“Είναι καλό που ο Μακρόν αναφέρεται στην κυριαρχία της Γαλλίας τουλάχιστον αρκετές φορές, αλλά την τοποθετεί στο πλαίσιο μιας ισχυρής συμμαχίας εντός της ΕΕ, του ΝΑΤΟ και των Ηνωμένων Πολιτειών”, δήλωσε ο Εβγκένιουζ Σμόλαρ από το Κέντρο Διεθνών Σχέσεων στη Βαρσοβία. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Σμόλαρ, ο Μακρόν δεν αναφέρεται συγκεκριμένα στην Πολωνία, ακόμη αναφέρει την ενίσχυση των δεσμών με την Ιταλία, την Ισπανία, την Ελλάδα, την Κροατία και το Βέλγιο. Ακόμη και η Μολδαβία και η Γεωργία αναφέρονται.

Εν ολίγοις, η αναθεώρηση περιστρέφεται γύρω από το ΝΑΤΟ, την ΕΕ, την Ανατολική Ευρώπη και την Αφρική. Ίσως είναι πολύ ισοπεδωτικό και πολύ γενικό ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης του τεράστιου μεγέθους των προκλήσεων που έρχονται.

Οι λεπτομέρειες και το οικονομικό κόστος για την προετοιμασία της Γαλλίας για το 2030 θα αποσαφηνιστούν τους επόμενους μήνες. Και ίσως το σχέδιο του Μακρόν αποκτήσει σάρκα και οστά: “Όταν η ειρήνη επανέλθει στην Ουκρανία, θα χρειαστεί να αξιολογήσουμε όλες τις συνέπειες” μέσω μιας “νέας αρχιτεκτονικής ασφάλειας” στην Ευρώπη.

Η αρχική δημοσίευση εδώ

Αναδημοσίευση από το capital.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις13 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις28 λεπτά πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις43 λεπτά πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή