Διεθνή
Οι Πόντιοι της Τσάλκας: Η περιπέτεια του ελληνισμού της Γεωργίας
H περιοχή Τσάλκα βρίσκεται στη νοτιοανατολική Γεωργία, σε απόσταση 83 χλμ περίπου από την Τιφλίδα. Από τα προϊστορικά χρόνια κατοικείτο από γεωργιανικούς πληθυσμούς, αλλά οι συχνές επιδρομές Τούρκων, Περσών και άλλων, είχαν αποτέλεσμα την ερήμωσή της, μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα.
Η Τσάλκα χαρακτηρίζεται ως «η Σιβηρία της Γεωργίας» λόγω του ιδιαίτερα ψυχρού κλίματός της. Η λέξη Τσάλκα (წალკა) στη γεωργιανική γλώσσα σημαίνει το απόμακρο.
Εκεί, από τα μέσα του 19ου αιώνα ιδρύθηκαν τα ελληνικά χωριά: Αβρανλό, Αχαλίκ, Γκιουμπέτ, Γιεντί Κιλσά, Γκουνιά Καλά, Ιμέρα, Καρακόμ, Καράκ, Λιβάντ, Σαφάρ Χαραμπά, Μπασκόβ, Μπεντιάνι, Μπεστασέν, Νέον Χαραμπά, Τζινίς, Ολανκ, Σαναμέρ, Σάντα, Σιπάκ, Ταρσόν, Τεκ Κιλσά, Μπαρμακσίζ, Τσαπάεβκα, Τριαλέτι, Τσιντσκαρό, Χαντίκ, Χαντό, Χραμ Γκες.
Υπήρχαν στην περιοχή και μερικά χωριά Αρμενίων και Αζέρων.
Στα τελευταία χρόνια της σοβιετικής περιόδου εξαιτίας της αύξησης του πληθυσμού και της οικιστικής ανάπτυξης το κεφαλοχώρι Τσάλκα (Μπαρμακσίζ) αναγορεύτηκε σε πόλη, αποτελώντας αστικό κέντρο της περιοχής.
Οι Έλληνες μετανάστευσαν εκεί μετά τον ρωσο-οθωμανικό πόλεμο των ετών 1828-1829. Ο πόλεμος αυτός ξεκίνησε τη 14η Ιουνίου του 1828, όταν ο ρωσικός στρατός εισέβαλε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και κυρίευσε τις πόλεις Καρς, Ερζερούμ, Μπαϊμπούρτ και Αργυρούπολη.
Μετά τον πόλεμο οι ντόπιοι Έλληνες των περιοχών αυτών μετακινήθηκαν μαζικά στην Τσάλκα, ακολουθώντας τα αποχωρούντα ρωσικά στρατεύματα.

Πριν από τη φυγή τους οι Έλληνες του βιλαετίου του Ερζερούμ ζούσαν διασπαρμένοι σε διάφορα χωριά γύρω από τις πόλεις Ερζερούμ, Μπαϊμπούρτ και Καρς. Μιλούσαν τουρκικά. Είχαν επιβληθεί εκεί στο πλαίσιο του εκτουρκισμού· οι επόμενες γενιές αφηγούνταν ότι κόβονταν οι γλώσσες όσων πιάνονταν να μιλούν ελληνικά. Επίσης εξηγείται και με το δίλημμα που τους έθεσαν οι Οθωμανοί, να επιλέξουν ή τη θρησκεία ή τη γλώσσα.
Οι Έλληνες βοήθησαν με πολλούς τρόπους τα ρωσικά στρατεύματα. Γι’ αυτό, όταν οι Ρώσοι έπρεπε να υποχωρήσουν σύμφωνα με τη Συνθήκη της Αδριανουπόλεως (1829), οι Έλληνες βρέθηκαν εκτεθειμένοι. Απευθύνθηκαν στον στρατηγό Πασκέβιτς-Εριβάνσκι (1782-1856), ο οποίος βοήθησε ώστε η τσαρική κυβέρνηση να επιτρέψει την εγκατάσταση τους στον Καύκασο.
Η εγκατάσταση των Ελλήνων στην Τσάλκα έγινε σταδιακά κατά κύματα.
Έτσι από την Οθωμανική Αυτοκρατορία μετακινήθηκαν στον ρωσικό Καύκασο 42.000 περίπου άνθρωποι. Κατά την πορεία τους οι άμαχοι χριστιανοί δέχονταν επιθέσεις από ένοπλες ομάδες Κούρδων, αλλά προστατεύονταν τις περισσότερες φορές επιτυχώς από τα ρωσικά στρατεύματα. Παράλληλα, σημειώθηκαν θάνατοι από αρρώστιες και πείνα, κατάσταση που επικρατούσε και μετά την άφιξή τους στην Τσάλκα.
Το κράτος τούς εξασφάλιζε φοροαπαλλαγή για τα πρώτα έξι χρόνια. Οι μετανάστες εγκαταστάθηκαν σε ερειπωμένα γεωργιανικά χωριά. Υλικά κτισίματος έπαιρναν έτοιμα από τα ερείπια. Όπου ήταν δυνατόν, αναστηλώθηκαν γεωργιανικές εκκλησίες και αλλού χτίστηκαν εκ νέου.

Οι συνθήκες διαβίωσης από τα πρώτα χρόνια ήταν εξαιρετικά δύσκολες. Η γη, σχεδόν άγονη. Το μέσο προσδόκιμο όριο ζωής ήταν ως τα 50 έτη. Το 1836 σημειώθηκε υψηλή θνησιμότητα. Από τις 776 οικογένειες οι 226 πέθαναν.
Αρκετοί εξέφραζαν την επιθυμία γυρίσουν πίσω στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, επειδή έκριναν ότι η κατάσταση εκεί είναι καλύτερη σε σύγκριση με την πείνα, τη φτώχεια και τις δύσκολες συνθήκες ζωής στην Τσάλκα. Άλλοι ήθελαν να μετακινηθούν σε διαφορετικά μέρη της Γεωργίας, όπου η γη ήταν πιο γόνιμη. Το τσαρικό κράτος όμως δεν το επέτρεπε, επειδή το συνέφερε τα σύνορά του με την Οθωμανική Αυτοκρατορία να κατοικούνται από χριστιανικούς πληθυσμούς, παραδοσιακά εχθρικούς ως προς το τουρκικό στοιχείο.

Εξαιτίας της ανεπάρκειας της καλλιεργήσιμης γης οι κάτοικοι μετακινούνταν συνεχώς από χωριό σε χωριό ή και ίδρυαν άλλα χωριά μέσα στην περιοχή. Την δεκαετία του 1890 οι συνθήκες διαβίωσης συνέχιζαν να είναι δύσκολες. Από τον Νοέμβριο μέχρι τον Φεβρουάριο η θερμοκρασία έφτανε ως και τους -22 βαθμούς. Επικρατούσαν και ψυχροί άνεμοι.
Οι αρρώστιες ήταν σε έξαρση και η παιδική θνησιμότητα αποτελούσε το 60% της συνολικής. Οι άνθρωποι πέθαιναν από τύφο και άλλες ασθένειες.
Η πνευματική κατάσταση των κατοίκων χαρακτηριζόταν από αναλφαβητισμό. Υπήρχαν μόνο τρία εκκλησιαστικά σχολεία. Ελάχιστοι που είχαν την οικονομική δυνατότητα έστελναν τα παιδιά τους σε διτάξια ρωσικά σχολεία σε άλλες κοντινές περιοχές.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στα τέλη του 19ου αιώνα οι Έλληνες της Τσάλκας καθώς και όλου του Καυκάσου επιθυμούσαν να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα. Τη διετία 1894-1895 σημειώθηκαν πρώτες τέτοιες καταγεγραμμένες απόπειρες, οι οποίες επαναλαμβάνονταν περιοδικά μέχρι και το 1920.
Στον 20ό αιώνα σημαντικό γεγονός ήταν ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος (1914-1918) κατά τον οποίο στρατολογήθηκαν Έλληνες της Τσάλκας που συμμετείχαν στην εισβολή της Ρωσίας στον Ανατολικό Πόντο. Το τέλος του πολέμου ακολούθησε η Οκτωβριανή Επανάσταση (1917), με την επικράτηση του κομμουνισμού.
Αργότερα, το 1938, ξεκίνησε μία νέα περίοδος για τους Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης, η λεγόμενη «Ελληνική Επιχείρηση», με πολιτικές διώξεις και εκτοπισμούς.
Τα θύματα πολιτικών διώξεων στην Τσάλκα ήταν λίγες δεκάδες – δεν γνωρίζουμε σήμερα τον ακριβή τους αριθμό. Κάποιοι κατηγορήθηκαν για αντικομουνιστικές ιδέες, άλλοι επειδή εξέφρασαν δημοσίως δυσαρέσκεια για το κομμουνιστικό καθεστώς. Μερικοί καταδικάστηκαν για «υποκίνηση μετανάστευσης αγροτών στην Ελλάδα».
Η συχνότερη καταδίκη ήταν εκτέλεση και δήμευση περιουσίας. Κοινό χαρακτηριστικό των θυμάτων ήταν το ότι ήταν όλοι άνδρες, εγγράμματοι, με μέσο όρο ηλικίας τα 30. Θύματα υπήρξαν και όσοι ιερείς αρνήθηκαν να ξυριστούν και γίνουν κοσμικοί.

Επόμενο σημείο αναφοράς στην ιστορία της Τσάλκας ήταν ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Με την έναρξή του, πάνω από 5.000 άνδρες κατατάχθηκαν στον σοβιετικό στρατό και οι 1.995 παρασημοφορήθηκαν. Ο αριθμός των πεσόντων και αγνοουμένων υπερβαίνει τους 700.
Μεταπολεμικά οι συνθήκες ζωής βελτιώθηκαν. Μετά την κατασκευή του σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του Χράμι, από το 1950 όλα τα χωριά είχαν ηλεκτρικό ρεύμα. Η περιοχή είχε συνολικό πληθυσμό 45.600 κατοίκους.
Τη δεκαετία του 1970 ιδρύθηκαν και δύο βιομηχανικές μονάδες. Το 1979 σύμφωνα με την επίσημη απογραφή, η εθνοτική σύνθεση του πληθυσμού της Τσάλκα σε συνόλου πληθυσμού 49.340 ατόμων ήταν: Έλληνες (62,5%), Αρμένιοι (28,4%), Αζέροι (4,5%), Γεωργιανοί (3,5%), Ρώσοι (0,7%), υπόλοιποι (0,4%).
Το 1984 η Τσάλκα αναγορεύτηκε πόλη και ήταν η πόλη με τον μεγαλύτερο ελληνικό πληθυσμό στην ΕΣΣΔ.
Είχε την πρωτιά στη Γεωργία σε απόφοιτους πανεπιστημίων. Από το 1987 στην Τσάλκα πραγματοποιούνταν πανσοβιετικά συνέδρια αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας και πολιτισμού. Την ίδια δεκαετία βελτιώθηκε η τοπική οικονομία χάρη στην παραγωγή της πατάτας η οποία εξαγόταν σε όλη την χώρα.

Στην περιοχή υπήρχαν συνολικά 46 χωριά, από τα οποία τα 27 ήταν ελληνικά, τα 13 αρμενικά, τα πέντε αζερικά και το ένα γεωργιανικό. Ενώ οι Έλληνες στην Τσάλκα ήταν η μεγαλύτερη ελληνική κοινότητα της ΕΣΣΔ, τη δεκαετία του 1990 με την κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος και το άνοιγμα των συνόρων η Τσάλκα ερημώθηκε από τον ελληνικό πληθυσμό.
Το εθνικό κράτος της Γεωργίας εφάρμοσε πολιτική γεωργιανοποίησης, μετονομάζοντας τα τοπωνύμια και εγκαθιστώντας Γεωργιανούς έποικους. Η φτωχοποίηση, η πολιτική αστάθεια και το παλιό όνειρο του νόστου είχε σαν αποτέλεσμα τη μαζική έξοδο των Ελλήνων, πρωτίστως στην Ελλάδα και δευτερευόντως στην Κύπρο και Ρωσία. Σήμερα οι Έλληνες στην Τσάλκα αριθμούν λίγες δεκάδες άτομα, κυρίως ηλικιωμένα που ζουν διάσπαρτα σε λίγα χωριά.

Οι Έλληνες που έφυγαν από την Τσάλκα σήμερα ζουν σε Ελλάδα και Κύπρο. Άλλοι έχουν μεταναστεύσει στη Δυτική Ευρώπη και στη Ρωσία για λόγους εργασίας. Επιστρέφουν στην πατρίδα τους περιοδικά, για ολιγοήμερη διαμονή, περιποιούνται τους ναούς και τους τάφους των προγόνων τους.
Η Ελένη Τσαμουρλίδου είναι από τους ελάχιστους Έλληνες που παραμένουν στην Τσάλκα, ιδιοκτήτρια του εκεί εστιατορίου «Πόντια».
Γλώσσα
Οι Έλληνες της Τσάλκας μιλούσαν μία ανατολίτικη διάλεκτο της τουρκικής γλώσσας, η οποία μοιάζει πολύ με την τουρκική διάλεκτο που είναι σε χρήση σήμερα στο Ερζερούμ, στην Αργυρούπολη, στο Καρς.
Στα χωριά Σάντα, Νέον Χαραμπά, Ταρσόν και Γκιουμπάτ μιλούσαν την ποντιακή.
Δεν υπήρχε δυσκολία επικοινωνίας μεταξύ των ελληνοφώνων και των τουρκόφωνων, διότι όλοι γνώριζαν εξίσου καλά την τουρκική.

Η τουρκική διάλεκτος των Ελλήνων της Τσάλκας λέγεται διάλεκτος των Ουρούμ – Ουρούμ σημαίνει Ρωμιός και με τη λέξη αυτή οι κάτοικοι προσδιόριζαν τους εαυτούς τους. Σε αυτή εντοπίζονται λίγα κατάλοιπα της ελληνικής γλώσσας. Μεγάλη επίδραση υπάρχει από τη ρωσική γλώσσα, με εισαγωγή λέξεων που σχετίζονται με τον σύγχρονο τρόπο ζωής.
Σήμερα η διάλεκτος αυτή σβήνει, καθώς αντικαθίσταται πρωτίστως από τη νεοελληνική γλώσσα και δευτερευόντως από τη ρωσική.

Μετά την εγκατάσταση των Ελλήνων στην Τσάλκα έγιναν κάποιες προσπάθειες να διδαχθεί η ελληνική γλώσσα, αλλά ανεπιτυχώς. Η πρόσβαση στην διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας ήταν πολύ δύσκολη· δεν διδάχθηκε ποτέ συστηματικά στα σχολεία των χωριών.
Ειδικά τα χρόνια 1960-1964 η διδασκαλία των ελληνικών έπαψε σε όλη την Σοβιετική Ένωση. Μόνο το 1980 στην Γεωργία επιτράπηκε η διδασκαλία, σε σχολεία περιοχών όπου υπήρχαν Έλληνες.

Όσον άφορά τις υπόλοιπες γλώσσες, στην Τσάλκα μάθαιναν τη ρωσική στο σχολείο διότι ήταν η επίσημη γλώσσα του κράτους και χρησιμοποιούνταν στις δημόσιες υπηρεσίες. Δεν έμαθαν ποτέ γεωργιανικά, καθώς στην περιοχή υπήρχαν ελάχιστοι μόνο Γεωργιανοί.
Θρησκεία
Στη συνείδησή των Ελλήνων της Τσάλκας η θρησκεία αναπλήρωνε την απώλεια της γλώσσας και γινόταν στοιχείο εθνικού προσδιορισμού. Μέχρι τις αρχές του αιώνα μας στην περιοχή υπήρχαν 29 ορθόδοξες εκκλησίες, με ονομασίες ελληνικές.
Το λατρευτικό λεξιλόγιο περιελάβανε κυρίως φθαρμένες ελληνικές φράσεις.
Στα χρόνια του κομμουνισμού η θρησκευτική λατρεία γινόταν στα κρυφά, μέσα σε σπίτια, από κρυφούς ιερείς. Η θρησκευτική απαγόρευση έπαψε τη δεκαετία του 1980, όταν οι ναοί ξανάνοιξαν.
Τα έθιμα του κύκλου της ζωής και του χρόνου ήταν στενά συνδεδεμένα με την χριστιανική λατρεία. Τα λατρευτικά ήθη και έθιμα γενικώς δεν διαφέρουν ιδιαίτερα από των υπολοίπων Ελλήνων του Πόντου και του Καυκάσου.

Ιδιαιτερότητα μπορεί να θεωρηθεί η θυσία ζώων σε αγίους, πρακτική μη αποδεκτή από την επίσημη Εκκλησία αλλά πολύ διαδεδομένη στο λαό, μέχρι και τις μέρες μας. Γίνεται στο χώρο κάποιου ναού, κυρίως την ήμερα του Αγίου Γεωργίου, ή και άλλη μέρα. Με τη θυσία ο πιστός ζητά κάτι ή ευγνωμονεί για κάτι τον άγιο.
Τα ζώα θυσίας είναι ταύροι, κόκορες, αρνιά τις περισσότερες φορές. Το κρέας βράζεται επιτόπου σκέτο και καταναλώνεται από τους παρευρισκόμενους. Τα καλύτερα κομμάτια μοιράζονται στους αρρώστους. Το κρέας αυτό θεωρείται ιερό και καταναλώνεται σε μικρές ποσότητες, για να προσφέρει ευλογία και όχι για τροφή.

Κατοικία
Το πρώτο είδος κατοικίας στην Τσάλκα ήταν το χαμόσπιτο. Ήταν κυκλικό θολωτό κτίσμα οπό ξύλο, χώμα, λάσπη και πέτρα. Είχε μία χαμηλή είσοδο και μία τρύπα στην κορυφή που χρησίμευε ταυτόχρονα να μπαίνει ο φυσικό φωτισμός και για να φεύγει ο καπνός της εστίας.
Κάτω από την ίδια στέγη τους χειμερινούς μήνες οι άνθρωποι ζούσαν μαζί με τα ζώα, για καλύτερη θέρμανση. Ο χώρος των ανθρώπων καταλάμβανε το ⅓ του σπιτιού και το υπόλοιπο ήταν χώρος των ζώων. Στην κατοικία αυτή ζούσε όλη η οικογένεια, η οποία είχε την μορφή εκτεταμένης πατριαρχικής οικογένειας.

Οι φτωχές δασικές εκτάσεις της περιοχής δεν επέτρεπαν την υλοτομία. Για καύσιμη ύλη μέσα στα χωματένια σπίτια χρησιμοποιούσαν το τεζέκ, πλάκες από κοπριά αγελάδων, την οποία έπλαθαν και ξέραιναν στον ήλιο.
Από τη δεκαετία 1930 αυτή η μορφή κατοικίας άρχισε να εγκαταλείπεται και σταδιακά οι άνθρωποι στα χωριά κατοίκησαν ευρωπαϊκού τύπου σπίτια από έναν μέχρι δύο ορόφους.

Διατροφή και ενδυμασία
Όσον αφορά τη διατροφή, ήταν πολύ απλή, αποτελούμενη από φυτικά και γαλακτοκομικά προϊόντα. Ιδιαίτερα διαδεδομένες ήταν οι σούπες. Από το καθημερινό τραπέζι δεν έλειπαν πολλά και διάφορα είδη τουρσιών.
Η παραδοσιακή ενδυμασία ήταν προσαρμοσμένη στις συνθήκες του γεωργοκτηνοτροφικού βίου και του κρύου κλίματος της Τσάλκας.
Οι άνδρες φορούσαν απλά βαμβακερά και μάλλινα ρούχα. Πολύ διαδεδομένο ήταν το μάλλινο χιτώνιο με ή και χωρίς μανίκια. Τα χειμερινά πανωφόρια ήταν από προβιά. Στο κεφάλι φορούσαν αυτοσχέδια καπέλα από προβιά ή και γούνα. Στα πόδια φορούσαν τσαρούχια από αγελαδινό δέρμα και μάλλινες κάλτσες.
Στα χρόνια της επικράτησης του κομμουνισμού ξεκίνησε η αστικοποίηση της ανδρικής ενδυμασίας, με την εμφάνιση παντελονιών ευρωπαϊκού τύπου, στενότερων πουκαμίσων, σακακιών, μποτών, κ.ά.

Η γυναικεία φορεσιά (ζουμπούν), κύριο κομμάτι της οποίας ήταν βαμβακερό φόρεμα, με φαρδιά μανίκια και φαρδύ κατώτερο μέρος, ήταν όμοια με τη ζουπούνα που φορούσαν οι υπόλοιπες Ελληνίδες στον Πόντο. Στα πόδια φορούσαν μάλλινες κάλτσες μέχρι το γόνατο και τσαρούχια ίδια με των ανδρών.
Η γυναικεία φορεσιά αντιστάθηκε για πολλά χρόνια στη σοβιετοποίηση. Χαρακτηριστικό της είναι το ιδιαίτερο κάλυμμα κεφαλής κοτίκ, δηλ. η διαδεδομένη στους Πόντιους τάπλα. Στα σοβιετικά χρόνια αυτό συνδυαζόταν με σύγχρονα ρούχα. Είναι γεγονός ότι οι γυναίκες της Τσάλκας συνέχιζαν φορούν την τάπλα μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα.

Επαγγέλματα
Ως προς τα επαγγέλματα, υπήρχαν καλοί τεχνίτες πέτρας και σιδηρουργοί. Όμως στην Τσάλκα ήταν περισσότερο αναπτυγμένη η κτηνοτροφία. Ιδιαιτερότητα της κτηνοτροφικής ζωής ήταν η περιοδική διαμονή ολόκληρων οικογενειών κατά τους καλοκαιρινούς μήνες στα βοσκοτόπια, στη γιαϊλά (δηλ. παρχάρι), όπου υπήρχε αρκετό γρασίδι για βοσκή των κοπαδιών τους.
Όσον αφορά τη λαογραφία γενικότερα, τα ήθη και τα έθιμα της Τσάλκας δεν έχουν μελετηθεί σε ικανοποιητικό βαθμό.
Ελάχιστες έρευνες έχουν γίνει από τους Σοβιετικούς ερευνητές και αφορούσαν κυρίως τη γλώσσα και όχι τόσο τα υπόλοιπα πολιτισμικά στοιχεία. Εξαιτίας της διασποράς των Ελλήνων από την Τσάλκα στην Ευρώπη και Ρωσία, η σύγχρονη έρευνα είναι ιδιαίτερα δύσκολη, λόγω του ότι αυτοί πλέον επηρεάζονται από τα σύγχρονα αστικά περιβάλλοντα, εγκαταλείπουν τα έθιμά τους και τα αντικαθιστούν με τα επικρατέστερα ποντιακά.
Εδώ ανοίγει ένα ανεξερεύνητο πεδίο από ανθρωπολογική σκοπιά, δηλαδή για το πώς τα έθιμα των Ελλήνων της Τσάλκας διαμορφώνονται σήμερα, επηρεαζόμενα από τη σύγχρονη κυρίαρχη λαογραφία του ευρύτερου ποντιακού ελληνισμού.


Σπάρτακος Μ. Τανασίδης,
υποψήφιος διδάκτορας του ΔΠΘ, συγγραφέας του Τσάλκα. Στοιχεία ιστορίας και λαογραφίας των τουρκοφώνων Ποντίων του Καυκάσου. Στο Αρχείον Πόντου – Παράρτημα 42. Αθήνα: Επιτροπή Ποντιακών Μελετών (2021).
Διεθνή
Ένοπλος Αζέρος πέρασε στην Αρμενία και πυροβόλησε μητέρα μπροστά στα παιδιά της! Σε πόλη αδελφοποιημένη με τη Νέα Σμύρνη το περιστατικό
Απαγγέλθηκαν συνολικά πέντε κατηγορίες, μεταξύ των οποίων παράνομη διέλευση των κρατικών συνόρων της Αρμενίας, λαθρεμπόριο στρατιωτικού υλικού, πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών, παράνομη διακίνηση όπλων και πυρομαχικών, παράνομη είσοδος σε κατοικία παρά τη θέληση του ιδιοκτήτη και πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης υπό επιβαρυντικές περιστάσεις, μεταξύ άλλων με τη χρήση πυροβόλου όπλου.
Αρμενικό δικαστήριο διέταξε την προφυλάκιση, για διάστημα δύο μηνών, του Αζέρου στρατιωτικού Νασίμ Ογλού Ραχίμ Μουσάγιεβ, ο οποίος κατηγορείται ότι πέρασε παράνομα στην Αρμενία και πυροβόλησε μια γυναίκα μέσα στο σπίτι της, στον οικισμό Σάκι της επαρχίας Σιουνίκ. Η πόλη απέχει 15 χιλιόμετρα από τα σύνορα και 3 χιλιόμετρα από την πόλη Σισιάν που είναι πόλη αδελφοποιημένη με την Νέα Σμύρνη.
Σε βάρος του Μουσάγιεβ έχουν απαγγελθεί συνολικά πέντε κατηγορίες, μεταξύ των οποίων παράνομη διέλευση των κρατικών συνόρων της Αρμενίας, λαθρεμπόριο στρατιωτικού υλικού, πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών, παράνομη διακίνηση όπλων και πυρομαχικών, παράνομη είσοδος σε κατοικία παρά τη θέληση του ιδιοκτήτη και πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης υπό επιβαρυντικές περιστάσεις, μεταξύ άλλων με τη χρήση πυροβόλου όπλου.
Δύο από τις κατηγορίες προστέθηκαν την Παρασκευή. Αρχικά, η Γενική Εισαγγελία είχε ανακοινώσει κατηγορίες για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης με τη χρήση όπλου, παράνομη κατοχή πυροβόλου όπλου και παραβίαση του απαραβίαστου της κατοικίας. Η παράνομη διέλευση των συνόρων δεν περιλαμβανόταν αρχικά, παρά το γεγονός ότι το ίδιο το Αζερμπαϊτζάν είχε επιβεβαιώσει πως ο στρατιωτικός είχε περάσει στην Αρμενία.
Την Παρασκευή οι εισαγγελικές αρχές ξεκίνησαν ξεχωριστή ποινική διαδικασία για την παράνομη διέλευση των συνόρων και το λαθρεμπόριο όπλων, η οποία στη συνέχεια συγχωνεύθηκε με την κύρια υπόθεση.
Σύμφωνα με τις αρμενικές αρχές, ο Μουσάγιεβ πέρασε παράνομα τα σύνορα και εισήλθε σε κατοικία στον οικισμό Σάκι την Πέμπτη 1η Οκτωβρίου. Όταν έγινε αντιληπτός, άνοιξε πυρ. Η 39χρονη ιδιοκτήτρια του σπιτιού τραυματίστηκε από σφαίρα στο πόδι, μπροστά στα τρία παιδιά της. Η γυναίκα διακομίστηκε αρχικά στο Ιατρικό Κέντρο Σισιάν και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Γερεβάν. Η κατάστασή της είναι σταθερή και η ζωή της δεν διατρέχει κίνδυνο.
Κατά τη διάρκεια του περιστατικού τραυματίστηκαν επίσης δύο από τα παιδιά της. Σύμφωνα με το Armenpress, πρόκειται για ένα 15χρονο παιδί, το οποίο υπέστη κάταγμα στον δεξιό καρπό, και ένα 12χρονο, που υπέστη κάκωση μαλακών μορίων. Η κατάσταση της υγείας τους χαρακτηρίζεται ικανοποιητική, ενώ τα παιδιά έλαβαν ιατρική και ψυχολογική υποστήριξη.
Μετά το περιστατικό, ο Μουσάγιεβ διέφυγε από το σπίτι. Εντοπίστηκε αργότερα σε άλλη διεύθυνση στον ίδιο οικισμό και συνελήφθη. Σύμφωνα με τις τοπικές αρχές, όταν εντοπίστηκε δεν φορούσε στρατιωτική στολή. Οι αστυνομικοί ακολούθησαν ίχνη αίματος που είχε αφήσει πίσω του, καθώς και ο ίδιος είχε τραυματιστεί. Μετά τη σύλληψή του μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο υπό αστυνομική φρουρά.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το περιστατικό σημειώθηκε μόλις δύο ημέρες μετά την επίσημη ενημέρωση της αρμενικής πλευράς από την Υπηρεσία Κρατικής Ασφάλειας του Αζερμπαϊτζάν. Στις 29 Σεπτεμβρίου, το Μπακού είχε ενημερώσει την Εθνική Υπηρεσία Ασφάλειας της Αρμενίας ότι ένας στρατιώτης είχε εγκαταλείψει τη μονάδα του υπό άγνωστες συνθήκες και ότι δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να είχε περάσει στην Αρμενία.
Μετά την ενημέρωση αυτή, αρμενικές και αζερικές υπηρεσίες ξεκίνησαν επιχειρήσεις για τον εντοπισμό του. Ωστόσο, ο Μουσάγιεβ κατάφερε να φτάσει σε κατοικημένη περιοχή του Σιουνίκ και να εισέλθει σε σπίτι, όπου άνοιξε πυρ εναντίον μιας οικογένειας.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ερωτήματα για το πώς ένας ένοπλος στρατιωτικός, για την παρουσία του οποίου είχε ήδη ενημερωθεί το Γερεβάν, κατάφερε να φτάσει μέχρι κατοικημένη περιοχή χωρίς να εντοπιστεί. Παραμένει επίσης άγνωστο εάν οι κάτοικοι του Σάκι και των γειτονικών κοινοτήτων είχαν ενημερωθεί για την πιθανή παρουσία ένοπλου Αζέρου στρατιωτικού στην περιοχή.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει αντιδράσεις στην Αρμενία. Την Παρασκευή, η νεολαία της Αρμενικής Επαναστατικής Ομοσπονδίας (ARF) πραγματοποίησε συγκέντρωση διαμαρτυρίας έξω από το κτίριο της Εθνικής Υπηρεσίας Ασφάλειας στο Γερεβάν. Οι διαδηλωτές ζήτησαν να μην παραδοθεί ο Μουσάγιεβ στο Αζερμπαϊτζάν χωρίς όρους και προϋποθέσεις και να εξεταστεί το ενδεχόμενο ανταλλαγής του με Αρμένιους που κρατούνται στο Αζερμπαϊτζάν.
Η Γενική Εισαγγελία του Αζερμπαϊτζάν ανακοίνωσε το βράδυ της Πέμπτης ότι ξεκίνησε δική της ποινική έρευνα σχετικά με την παράνομη είσοδο του στρατιωτικού στην Αρμενία. Το υπουργείο Άμυνας του Αζερμπαϊτζάν, ωστόσο, δεν έχει μέχρι στιγμής προβεί σε επίσημη δήλωση για την υπόθεση.
Το περιστατικό θυμίζει ανάλογη υπόθεση που σημειώθηκε στο Σιουνίκ τον Απρίλιο του 2023, όταν δύο Αζέροι στρατιωτικοί εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και πέρασαν στην Αρμενία. Ο ένας, ο Χουσεΐν Αχούντοφ, καταδικάστηκε αργότερα σε ισόβια κάθειρξη για τη δολοφονία Αρμένιου φρουρού ασφαλείας, ενώ ο δεύτερος καταδικάστηκε σε 11 χρόνια φυλάκισης. Τον Δεκέμβριο του 2023, και οι δύο επέστρεψαν στο Αζερμπαϊτζάν στο πλαίσιο ανταλλαγής κρατουμένων, κατά την οποία το Μπακού απελευθέρωσε 32 Αρμένιους κρατουμένους.
Πηγή: Εφημερίδα Αζάτ Ορ
GEOPOLITICO
Ο Αλίγιεφ αποκαλεί τους πρώην ηγέτες της Αρμενίας και του Αρτσάχ «εγκληματίες πολέμου» και δηλώνει ότι το Αζερμπαϊτζάν πρέπει να είναι «δέκα φορές ισχυρότερο»
Ο Αλίγιεφ έχει δικαίωμα να υπερασπίζεται τα συμφέροντα του Αζερμπαϊτζάν. Δεν έχει, όμως, το δικαίωμα να μετατρέπει την ισχύ των όπλων σε μέτρο δικαιοσύνης, να αποδίδει συλλογική ενοχή σε έναν ολόκληρο λαό και ταυτόχρονα να ζητά από τον κόσμο να πιστέψει ότι η στρατιωτική υπεροχή αποτελεί εγγύηση ειρήνης.
του Αρντασές Γιαγουπιάν
Ενώ στην Αθήνα πραγματοποιούνταν η 6η Σύνοδος της Μικτής Διυπουργικής Επιτροπής Ελλάδας–Αζερμπαϊτζάν και το Επιχειρηματικό Συνέδριο Ελλάδας–Αζερμπαϊτζάν, με τη συμμετοχή του Χάρη Θεοχάρη και του Αζέρου υπουργού Ενέργειας για την διεύρυνση της διμερούς συνεργασίας, ο Αλίγιεφ την ίδια ημέρα εκφωνούσε μια ιδιαίτερα σκληρή ομιλία για την Αρμενία, μιλώντας για στρατιωτική υπεροχή «δέκα φορές μεγαλύτερη»

Σε μια ακόμη επιθετική και αποκαλυπτική ομιλία του, στις 2 Οκτωβρίου στο Μπακού, ο Ιλχάμ Αλίγιεφ αποκάλεσε συλλήβδην τους πρώην ηγέτες της Αρμενίας «εγκληματίες πολέμου» και δήλωσε ότι «πρέπει να εκτίσουν τις ποινές τους», χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένες δικαστικές καταδίκες ή να εξετάζει ατομικές ευθύνες.
Παράλληλα, παρουσίασε τον πόλεμο του 2020 και την επίθεση του Αζερμπαϊτζάν στο Αρτσάχ τον Σεπτέμβριο του 2023 ως «στρατιωτικές νίκες» και ως αποκατάσταση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας του. Ωστόσο, στην ίδια ομιλία παραδέχθηκε ότι το Μπακού πραγματοποίησε ενδιάμεσες στρατιωτικές επιχειρήσεις προκειμένου να αλλάξει τις συνθήκες επί του πεδίου και να προετοιμάσει την τελική επίθεση του 2023.
Η επίθεση της 19ης Σεπτεμβρίου 2023, μετά από εννέα μήνες αποκλεισμού του Αρτσάχ, κατέληξε στην κατάλυση της de facto αρμενικής διοίκησης και στη μαζική εκτόπιση του αρμενικού πληθυσμού. Ο Αλίγιεφ εξακολουθεί να την αποκαλεί «αντιτρομοκρατική επιχείρηση» και να πανηγυρίζει την έκβασή της.
Την ίδια στιγμή, ενώ δηλώνει ότι «δεν υπάρχει πλέον σύγκρουση» και ότι υπάρχει ειρήνη στα σύνορα, ανακοινώνει ότι το Αζερμπαϊτζάν πρέπει «πάντα να είναι δέκα φορές ισχυρότερο» από την Αρμενία. Περίπου 9 δισεκατομμύρια μανάτ, σύμφωνα με τον ίδιο, θα κατευθυνθούν σε ζητήματα άμυνας και ασφάλειας.
Ο Αλίγιεφ δεν περιορίστηκε στην αναφορά του παρελθόντος. Καθιέρωσε ουσιαστικά την 8η Νοεμβρίου 2020 και την 20ή Σεπτεμβρίου 2023 ως δύο κεντρικές ημερομηνίες της κρατικής αφήγησης του Αζερμπαϊτζάν. Την πρώτη ως «ημέρα νίκης» του πολέμου των 44 ημερών και τη δεύτερη ως την ημέρα κατά την οποία, σύμφωνα με την επίσημη αζερική αφήγηση, αποκαταστάθηκε πλήρως η κυριαρχία του Μπακού στο Αρτσάχ. Και ενώ μιλά για ειρήνη, ο ίδιος ο Αλίγιεφ δηλώνει ότι η χώρα του πρέπει να είναι «δέκα φορές ισχυρότερη» από την Αρμενία και αφήνει να εννοηθεί ότι, αν το Αζερμπαϊτζάν δεν είχε «σταματήσει εγκαίρως», μια τρίτη Αψίδα του Θριάμβου θα μπορούσε να βρίσκεται σήμερα στο κέντρο του Γερεβάν. Πρόκειται για μια ευθεία υπενθύμιση ότι, πίσω από τη σημερινή ρητορική περί ειρήνης, το Μπακού εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται τη στρατιωτική ισχύ και την επιβολή ως βασικά εργαλεία της πολιτικής του. Παράλληλα, κατηγόρησε τους Αρμενίους για «αχαριστία» και υποστήριξε ότι «μας μαχαίρωσαν πισώπλατα», επαναφέροντας γνωστά μοτίβα της τουρκοαζερικής ρητορικής περί αρμενικής «προδοσίας».
Οι δηλώσεις αυτές αποκαλύπτουν μια σοβαρή αντίφαση. Από τη μία πλευρά το Μπακού μιλά για ειρήνη, εμπόριο και τέλος της σύγκρουσης και από την άλλη, ο πρόεδρός του μιλά για μόνιμη στρατιωτική υπεροχή, χαρακτηρίζει ολόκληρες πολιτικές ηγεσίες «εγκληματίες πολέμου» και αφήνει ανοιχτές απειλητικές αναφορές ακόμη και για το Γερεβάν.
Η ειρήνη δεν οικοδομείται με το «να είμαστε δέκα φορές ισχυρότεροι», ούτε με απειλές, ιστορικούς συμψηφισμούς και συλλογικές κατηγορίες. Και ασφαλώς δεν οικοδομείται όταν η στρατιωτική κατάκτηση μιας περιοχής και η εκδίωξη του γηγενούς πληθυσμού παρουσιάζονται ως λόγος εθνικής υπερηφάνειας.
Ο Αλίγιεφ έχει δικαίωμα να υπερασπίζεται τα συμφέροντα του Αζερμπαϊτζάν. Δεν έχει, όμως, το δικαίωμα να μετατρέπει την ισχύ των όπλων σε μέτρο δικαιοσύνης, να αποδίδει συλλογική ενοχή σε έναν ολόκληρο λαό και ταυτόχρονα να ζητά από τον κόσμο να πιστέψει ότι η στρατιωτική υπεροχή αποτελεί εγγύηση ειρήνης.
Η πραγματική ειρήνη δεν χρειάζεται δέκα φορές περισσότερα όπλα. Χρειάζεται σεβασμό, αυτοσυγκράτηση, δικαιοσύνη και κυρίως εγκατάλειψη της λογικής ότι ο ισχυρότερος έχει πάντα δίκιο.
Και η Ελλάδα δεν πρέπει να είναι συμμέτοχη σε αυτή την λογική.
Διεθνή
Οι πρέσβεις των χωρών της ΕΕ στο Σουνίκ της Αρμενίας
Σύμφωνα με την πρεσβεία της Ολλανδίας στην Αρμενία, «αυτές οι συναντήσεις αποτελούν μια σημαντική πλατφόρμα όχι μόνο για την αποτίμηση των αποτελεσμάτων, αλλά και για τον από κοινού καθορισμό των μελλοντικών κατευθύνσεων της συνεργασίας μας.
Από την Αρμενική εφημερίδα Αζάτ Ορ
Οι πρέσβεις των κρατών μελών της ΕΕ με τον πρέσβη της ΕΕ στη Αρμενία Βασίλη Μαραγκό συνόψισαν τα αποτελέσματα του έργου που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Βιώσιμο Σουνίκ — Ομάδα της Ευρώπης» και συζήτησαν τις μελλοντικές προτεραιότητες της διοίκησης της περιφέρειας Σουνίκ.
Σύμφωνα με την πρεσβεία της Ολλανδίας στην Αρμενία, «αυτές οι συναντήσεις αποτελούν μια σημαντική πλατφόρμα όχι μόνο για την αποτίμηση των αποτελεσμάτων, αλλά και για τον από κοινού καθορισμό των μελλοντικών κατευθύνσεων της συνεργασίας μας.
Ήταν ιδιαίτερα πολύτιμο να ακούσουμε την άποψη της περιφερειακής διοίκησης σχετικά με αυτό το θέμα», σημείωσε η πρέσβης της Ολλανδίας Μαρίκε ΜονρόιΒίντερ.
Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης, τα μέλη της αντιπροσωπείας επισκέφθηκαν γαλακτοκομείο στο Καπάν, ενημερώθηκαν για τις εργασίες βελτίωσης της πρόσβασης σε πόσιμο νερό στο Λεχβάζ και επισκέφθηκαν την εταιρεία MeghriFruits.
Με την υποστήριξη του οργανισμού «Ομάδα Ευρώπη», η εταιρεία MeghriFruits επέκτεινε την παραγωγή της, δημιούργησε νέες θέσεις εργασίας και εισήλθε σε νέες εξαγωγικές αγορές.
Διαβάστε τα υπόλοιπα άρθρα της εφημερίδας στο PDF
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας