Διεθνή
Ο λαϊκίστικος ευρωσκεπτικισμός του Ντέιβιντ Κάμερον
[Βασιλοπούλου Κορίνα (μτφ)]

Εχθρικός προς την ευρωπαϊκή τραπεζική μεταρρύθμιση, ο βρετανός πρωθυπουργός αναβιώνει τη ρητορική της εσωτερικής ανδίπλωσης
Στις 23 του περασμένου Γενάρη, ο Νάιτζελ Φάρατζ παρίστανε πως
πανηγύριζε. Ο αρχηγός του Κόμματος για την Ανεξαρτησία της Βρετανίας
(UKIP), ο οποίος σπεύδει συνήθως να εμφανιστεί ως θύμα του
φιλοευρωπαϊσμού της βρετανικής « ελίτ », εξέφραζε κι εκείνος την
ικανοποίησή του για την ομιλία που είχε βγάλει το ίδιο πρωί ο Ντέιβιντ
Κάμερον. Ο συντηρητικός πρωθυπουργός έλεγε ότι σκόπευε να
« ξεκαθαρίσει » τη θέση της Βρετανίας εντός της Ένωσης και άφηνε να
εννοηθεί ότι δεν απέκλειε το ενδεχόμενο για διάρρηξη των σχέσεων της
χώρας του με τις Βρυξέλλες. Αυτό, κατά τον Φάρατζ, αποτελούσε μείζονα
πολιτική στροφή.
έβγαλε ο πρωθυπουργός στις 23 του Γενάρη, εστιάστηκε και στο συμβολικό
χαρακτήρα του χώρου και του χρόνου που επέλεξε : ο Κάμερον, πρώην
διευθυντικό στέλεχος της εταιρίας Carlton Communications, δεν συνηθίζει
να αφήνει τις λεπτομέρειες στην τύχη. Όχι απλώς φρόντισε να τονίσει ότι η
Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί δέλεαρ μόνο ως φορέας της παγκοσμιοποίησης και
της απελευθέρωσης των ανταλλαγών (σε μια αγορά 500 εκατομμυρίων
καταναλωτών), αλλά και επέλεξε να τα πει αυτά από την έδρα της
αμερικανικής αλυσίδας οικονομικής ενημέρωσης Bloomberg στο Λονδίνο,
σαράντα χρόνια μετά την ένταξη του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή
Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ).
των πραγμάτων, δεν φαίνεται να απέχει καθόλου από τις προθέσεις των
Βρυξελλών. Όμως, τα σχέδια για ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα και
για τραπεζική ένωση ανησυχούν το Λονδίνο. Ο Τζον Γκάπερ, ο οποίος
υπογράφει το εντιτόριαλ των Financial Times, θορυβήθηκε στην ιδέα ότι « ύστερα από 40 χρόνια ανάπτυξης που το ανέβασαν στην πρώτη θέση στον κόσμο ως τόπο χρηματοπιστωτικών συναλλαγών », το City ενδέχεται να υποστεί τον ανταγωνισμό από άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες [1].
Εξάλλου, για τους συντηρητικούς, το ισχύον δίκαιο για τους ευρωπαίους
μισθωτούς εξακολουθεί να θέτει υπερβολικούς περιορισμούς στη λειτουργία
των βρετανικών επιχειρήσεων : απαιτούν διάφορες εξαιρέσεις, κυρίως σε
ό,τι έχει σχέση με το ανώτατο επιτρεπτό εβδομαδιαίο όριο ορών εργασίας.
οποία αιτιολογούσε το 1963 την αντίθεσή του στην ένταξη της Βρετανίας
στην ΕΕ [2], ο Κάμερον δήλωσε : « Ο
εθνικός μας χαρακτήρας φανερώνει ένα έθνος νησιωτικό, ανεξάρτητο, το
οποίο εκφράζεται χωρίς περιστροφές και υποστηρίζει με πάθος στην εθνική
του κυριαρχία. (…) Για εμάς, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι αυτοσκοπός,
αλλά το μέσο για την επίτευξη ενός στόχου : της ευημερίας, της
σταθερότητας και της προσήλωσης στην ελευθερία και τη δημοκρατία ».
ελαστικοποίησης και της ενίσχυσης της επικουρικότητας, της αρχής (η
οποία τέθηκε τον Δεκέμβριο του 1992 στην Ευρωπαϊκή Διάσκεψη Κορυφής στο
Εδιμβούργο), η οποία αναγνωρίζει στα κράτη-μέλη τη δυνατότητα να
παρεμβαίνουν κατά προτεραιότητα σε τομείς που δεν άπτονται της
αποκλειστικής αρμοδιότητας της Ένωσης, ώστε να επιτυγχάνουν στόχους που
θεωρούνται χρήσιμοι για το σύνολο. Ο Κάμερον, εμφανιζόμενος ως
εκπρόσωπος της πλειοψηφίας των Βρετανών που « ανησυχούν »
για την περιθωριοποίηση της χώρας τους λόγω της ολοένα μεγαλύτερης
πίεσης που δέχονται από την ευρωζώνη, έκλεινε την ομιλία του με αναφορές
στη φθορά του πατριωτικού τους συναισθήματος. Ήταν, επομένως, « θεμιτό » να ζητήσει τη γνώμη τους, σχεδόν 40 χρόνια μετά το δημοψήφισμα του 1975 [3].
παραγγελία ενός αντιευρωπαϊκού, σε μεγάλο μέρος του, τύπου (οι οποίες
τονίζουν ότι πάνω από το 70% των Βρετανών επιθυμεί δημοψήφισμα), άλλα
είναι τα θέματα « ανησυχούν » περισσότερο τον κόσμο. Ο υπουργός
οικονομίας Τζορτζ Οσμπορν, αφού επέβαλε μια βάρβαρη πολιτική λιτότητας
με το πρόσχημα της εξάλειψης του ελλείμματος στον προϋπολογισμό,
αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι οι δυσκολίες στη χώρα επιδεινώνονταν : το
χρέος σκαρφάλωσε από το 60% του ΑΕΠ το 2011 στο 71% το 2012. Όχι μόνο
αυξάνεται το έλλειμμα, αλλά και η ανάπτυξη παραμένει αναιμική (+0,1 % το
2012). Τον περασμένο Φεβρουάριο, το Λονδίνο έχανε την αξιολόγηση των
τριών Α.
απασχολεί περισσότερο τους πολίτες από τις ευαισθησίες του City
απέναντι στις απειλές από την « ηπειρωτική Ευρώπη », ο Κάμερον εκτιμά
αναμφίβολα ότι το ευρωπαϊκό ζήτημα θα βρεθεί στο επίκεντρο της
εκστρατείας για τις εκλογές του 2015, μεταθέτοντας έτσι σε δεύτερο πλάνο
τις οικονομικές αποτυχίες του. Θα πετύχει άραγε αυτός ο ελιγμός ;
πρωθυπουργός κατόρθωσε να συσπειρώσει γύρω του αρκετούς από τους
ευρωπαίους εταίρους, ανάμεσά τους τη Γερμανία. Έτσι, η γαλλική εφημερίδα
Le Figaro κυκλοφορούσε με τον τίτλο : « Ο Κάμερον
και η Μέρκελ στρώνουν την ΕΕ στη δίαιτα » (9 Φεβρουαρίου 2013). Την
παραμονή, ενώπιον της επιτροπής εξωτερικών υποθέσεων της βουλής των
Κοινοτήτων, ο Ουίλιαμ Χαγκ βεβαίωνε ότι η ανακοίνωση του βρετανού
πρωθυπουργού αντί να θέσει το Ηνωμένο Βασίλειο στο περιθώριο της κοινής
ευρωπαϊκής συμφωνίας, θα ενισχύσει την επιρροή του. Αναφέρθηκε μάλιστα
σε ένα άρθρο της γερμανικής εφημερίδα Die Welt στις 24 Ιανουαρίου το οποίο απηύθηνε έκκληση για τη δημιουργία ενός άξονα Βερολίνου – Λονδίνου.
να ενισχύσει την εικόνα της ως αυστηρού θεματοφύλακα της δημοσιονομικής
λιτότητας στην Ευρώπη εν όψει των βουλευτικών εκλογών στη Γερμανία τον
Σεπτέμβριο του 2013, συνήψε μια περιστασιακή συμμαχία με τον Κάμερον η
οποία δεν θα πρέπει να δημιουργεί ψευδαισθήσεις. Παρ’ όλο που η
γερμανίδα καγκελάριος είναι έτοιμη να κάνει ορισμένες παραχωρήσεις
απέναντι στους Βρετανούς, ο υπουργός των εξωτερικών της κυβέρνησής της,
Γκουίντο Βεστερβέλε, έδειξε πολύ λιγότερη προθυμία, φτάνοντας στο σημείο
να δηλώσει ότι δεν τίθεται θέμα μιας Ευρώπης α λα καρτ.
χαρακτηρίζει η εχθρότητα απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ούτε ο νόμος του
Ιουλίου του 2011, ο οποίος προβλέπει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος σε
περίπτωση μιας νέας ευρωπαϊκής συνθήκης που θα περιλαμβάνει και άλλες
μεταβιβάσεις αρμοδιοτήτων, ούτε η αναγγελία ένα χρόνο αργότερα, για την
σύνταξη απολογισμού σχετικά με την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν
καταφέρει να την απαλύνουν. Το σχέδιο περί δημοψηφίσματος κατάφερε
τουλάχιστον να τη συγκρατήσει. « Άδειασε, όμως, το βρετανό υπουργό
εξωτερικών, Ουίλιαμ Χαγκ ο οποίος, στις 24 Οκτωβρίου του 2011, είχε
κάνει τις ακόλουθες δηλώσεις στη Βουλή των Κοινοτήτων : « Το
να προσθέσουμε σε αυτή την αβεβαιότητα ένα δημοψήφισμα για ενδεχόμενη
έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση από όπου προέρχονται οι μισές ξένες
επενδύσεις σε αυτή τη χώρα και προς την οποία προορίζονται οι μισές
εξαγωγές μας, δεν θα ήταν συνετή απόφαση ». Ένα επιχείρημα το οποίο
επαναλαμβάνουν οι περισσότεροι διευθυντές επιχειρήσεων καθώς και ο
πρόεδρος της ένωσης εργοδοτών (CBI), Ρότζερ Καρ, ο οποίος μάλιστα
εξομολογήθηκε την ανησυχία του στην κυριακάτικη εφημερίδα The Observer (13 Ιανουαρίου 2013) : « Η
έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στην
εργασία, θα αποδυνάμωνε τις διεθνείς σχέσεις και θα έθετε σε κίνδυνο τον
εθνικό πλούτο ».
το ενδεχόμενο να συμμαχήσει εκ νέου με τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες οι
οποίοι βλέπουν στην πολιτική περί δημοψηφίσματος ένα τέχνασμα ανάλογο
με εκείνο που είχε χρησιμοποιήσει το 1974 ο Χάρολντ Γουίλσον για να
φέρει την ηρεμία σε ένα κόμμα το οποίο ξέσκιζε τις σάρκες του ως προς το
ευρωπαϊκό ζήτημα.
αναμφίβολα άλλος : να στερήσει από το αντιευρωπαϊκό κόμμα UKIP ένα
μεγάλο μέρος της ρητορικής του. Από αυτή την πλευρά, η επιτυχία του
είναι αναμφισβήτητη. Οδήγησε μάλιστα την ευρωβουλευτή Μάρτα Άντριασεν
στην απόφαση να εγκαταλείψει τον Φάρατζ για τους συντηρητικούς.
Οκτωβρίου του 2011, ο μηχανισμός της κοινοβουλευτικής ομάδας του
Έντουαρντ Μίλιμπαντ επέβαλε στους βουλευτές του να συνταχθούν με το
μέρος των 50 περίπου συντηρητικών βουλευτών, οι οποίοι σκόπευαν να
πιέσουν την κυβέρνηση να απαιτήσει μείωση του προϋπολογισμού της
Ευρωπαϊκής Ενωσης κατά τη σύγκληση του Συμβουλίου της Ευρώπης στις 22
Νοεμβρίου. Αν και χωρίς συνέπειες στην ελευθερία δράσης του Λονδίνου, η
τροποποίηση, η οποία πέρασε με 307 ψήφους υπέρ και 294 κατά, έδειχνε
πόσο μεγάλη ικανότητα κινητοποίησης έχουν οι « επαναστάτες » των
συντηρητικών ως προς το ευρωπαϊκό ζήτημα.
για καιροσκοπισμό και υποκρισία, δεν ήταν τόσο πειστική όταν κατήγγειλε
τον Κάμερον για τυχοδιωκτισμό την επομένη της ομιλίας του στις 23
Ιανουαρίου, χωρίς, παράλληλα, ν’ αποποιηθεί του δικαιώματος να
προσφύγει, εάν το απαιτήσουν οι περιστάσεις, σε δημοψήφισμα, αν
επανέλθει στα πράγματα το 2015. Στις 11 Φεβρουαρίου, στη Βουλή των
Κοινοτήτων, οι ελάχιστοι βουλευτές των Εργατικών που ήταν παρόντες
κράτησαν χαμηλό προφίλ, ενώ οι συντηρητικοί συνάδελφοί τους επευφημούσαν
τον αρχηγό τους μετά τη νίκη του στις Βρυξέλλες.
δεν έκανε καμία παραχώρηση, ενώ ο Άντονι Μπλερ το 2005 είχε δεχτεί να
περικοπεί η « επιστροφή » [5],
που είχε πετύχει η Μάργκαρετ Θάτσερ το 1984. Η επιστροφή παρέμεινε
σταθερή στα 4 περίπου δισ. ευρώ το χρόνο, για τα επτά έτη του
προϋπολογισμού. Παρ’ όλα αυτά το Ηνωμένο Βασίλειο θα συνεχίσει να
συνεισφέρει στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό 8 δισ ευρώ. Όμως, ο Κάμερον
μπορεί να υπερηφανευθεί ότι συνεισέφερε στη μείωση κατά 1 δισ. ευρώ στο
βιοτικό επίπεδο των ευρωπαίων δημοσίων υπαλλήλων, προσφιλής στόχος του
συντηρητικού βρετανικού τύπου.
να ισχυρίζεται ότι έπαιξε μείζονα ρόλο στο να αναστραφεί η δυναμική
ανάπτυξης του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, δεν εξυπακούεται ότι και οι
άλλοι στόχοι που έχει θέσει ο Κάμερον, και κυρίως να εμποδίσει το σχέδιο
της τραπεζικής ένωσης, θα επιτευχθούν με την ίδια ευκολία. Ο
αποφασιστικός ρόλος που θα κληθεί να παίξει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα
σε αυτό τον μηχανισμό, ο οποίος οριστικοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 2012
από το Συμβούλιο Οικονομικών και Χρηματοπιστωτικών Υποθέσεων (Ecofin),
θα έχει αναγκαστικά αντίκτυπο και στη λειτουργία του βρετανικού
χρηματοπιστωτικού συστήματος. Στις ύστατες διαπραγματεύσεις, η φωνή ενός
κράτους που έχει μείνει οριστικά εκτός του κοινού νομίσματος και
αρέσκεται σε ένα ενδιάμεσο ρόλο θα έχει, ως εκ των πραγμάτων, λιγότερη
επιρροή από όση ελπίζουν στις τάξεις των συντηρητικών.
πρέπει να επιλύσει η συντηρητική κυβέρνηση. Υπάρχουν κι άλλες, οι
οποίες καταδεικνύουν περισσότερο τις αντιφάσεις της. Πώς, για
παράδειγμα, να συνδιαστεί η ενίσχυση της ευρωζώνης – η οποία περνά
απαραίτητα μέσα από μια πιο φιλόδοξη δημοσιονομική και τραπεζική ρύθμιση
και την οποία ο πρωθυπουργός επιθυμεί διακαώς – με την απαίτηση για
μεγαλύτερη ελαστικότητα στην εφαρμογή των μηχανισμών,
συμπεριλαμβανομένης και της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς ; Όπως
παρατηρεί ο Αντριου Γκίντες, παλαίμαχος αναλυτής της βρετανικής
πολιτικής απέναντι στην Ευρώπη, η ενίσχυση της ευρωζώνης μεταφράζεται σε
μια πιο ουσιαστική οικονομική ολοκλήρωση στους κόλπους της και το
Ηνωμένο Βασίλειο, παραμερισμένο σε θέση παρατηρητή, « δεν θα έχει άλλη δυνατότητα από το να ασκήσει μια περιθωριακή επιρροή υπέρ των φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων τις οποίες πρεσβεύει [6] ».
Σε συνέντευξη τύπου στις 14 Ιανουαρίου του 1963, ο στρατηγός Ντε Γκολ
δήλωνε την αντίθεσή του στη βρετανική υποψηφιότητα για ένταξη στην ΕΕ
επικαλούμενος « την ιδιαίτερη φύση, δομή και το σύνολο
του πολιτικού και κοινωνικού γίγνεσθαι της Αγγλίας, τα οποία
παρουσιάζουν βαθιές διαφορές σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη ».
Στη διάσκεψη του Φοντενεμπλό, το 1984, η Μάργκαρετ Θάτσερ είχε πετύχει
μείωση κατά 60% στη συμμετοχή της χώρας της στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό
για να αντισταθμίσει την απόκλιση ανάμεσα στην ποσοστιαία συνεισφορά
της Βρετανίας και στο ποσό των κεφαλαίων που επιστρέφονταν στο Λονδίνο.
Το 2005, ο Άντονι Μπλερ είχε δεχτεί να περικοπούν 10,5 δισ. λίρες
στερλίνες από αυτή την « επιστροφή » για την περίοδο 2007-2013, με
αντάλλαγμα μια μεταρρύθμιση στην κατάρτιση του ευρωπαϊκού
προϋπολογισμού.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
