Διεθνή
Ο τρίτος γύρος του Τζιχάντ

του Γιώργου Λυκοκάπη
«Τα μυαλά εκατομμυρίων νέων στην χώρα έχουν γεμίσει όλα αυτά τα χρόνια με κηρύγματα μίσους για την δύση και το Ισραήλ. Προσθέστε σε αυτό την ύπαρξη μισού εκατομμυρίου πτυχιούχων που βρίσκονται στην ανεργία. Η ύπαρξη ενός ακραίου ισλαμικού κινήματος στην χώρα μας είναι απόλυτα φυσιολογική»: Το χαρακτηριστικό απόσπασμα από άρθρο του σπουδαίου Αιγύπτιου δημοσιογράφου Μουχάμεντ Χαϊκάλ θα μπορούσε να έχει γραφτεί σήμερα.
Στην πραγματικότητα, δημοσιεύτηκε στον αραβικό Τύπο το 1994. Είχε προηγηθεί μία σειρά αιματηρών επιθέσεων εις βάρος ξένων τουριστών, χριστιανών κοπτών και μελών των αιγυπτιακών δυνάμεων ασφαλείας. Οι επιθέσεις είχαν πραγματοποιηθεί από μέλη φονταμενταλιστικών, ισλαμικών οργανώσεων.
Από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 σημειώνονται στην Αίγυπτο επιθέσεις φανατικών ισλαμιστών, πολύ πριν αρχίσει τη δράση της η Αλ Κάιντα του Οσάμα Μπιν Λάντεν. Στην Αίγυπτο ιδρύθηκε το 1929 η πρώτη ισλαμική φονταμενταλιστική οργάνωση του αραβικού κόσμου, η Μουσουλμανική Αδελφότητα. Ο σημερινός ηγέτης της Αλ Καϊντα, ο Αλ Ζαουάχρι, είναι Αιγύπτιος. Υπήρξε στο παρελθόν ηγετικό στέλεχος της αιγυπτιακής φονταμενταλιστικής οργάνωσης Αλ Τζιχάντ.
Ο Αιγύπτιος πρόεδρος Χόσνι Μουμπάρακ απέδιδε την τρομοκρατία των φανατικών ισλαμιστών σε «πράκτορες ξένων δυνάμεων». Για τον έμπειρο δημοσιογράφο, τα αίτια ήταν πολύ πιο πολύπλοκα από θεωρίες συνωμοσίας. Ένας από τους κυριότερους μελετητές του ισλαμικού φονταμενταλισμού, ο καθηγητής Hrair Dekmejian, έχει υποστηρίξει πως «το ριζοσπαστικό Ισλάμ κληροδοτεί μια νέα ταυτότητα σε άτομα αλλοτριωμένα και παρέχει μια ιδεολογία διαμαρτυρίας ενάντια στις κατεστημένες τάξεις».
Το τέλος του νασερισμού
Η άποψή του εξηγεί άριστα την ψυχολογία των Αράβων μετά την ήττα τους από τον στρατό του Ισραήλ το 1967 στον «Πόλεμο των Έξι Ημερών». Αυτό υπήρξε ένα κομβικό γεγονός για την εξέλιξη του ριζοσπαστικού Ισλάμ. Αρχικά στην Αίγυπτο, μετέπειτα σε όλο τον αραβικό κόσμο.
Για την ντροπιαστική ήττα θεωρήθηκε υπεύθυνος ο πρόεδρος Νάσερ, ο πιο χαρισματικός πολιτικός της νεότερης αραβικής ιστορίας. Ήταν η αρχή του τέλους για την κυριαρχία της εκκοσμικευμένης ιδεολογίας του αραβικού εθνικισμού, της οποίας ο Αιγύπτιος συνταγματάρχης υπήρξε ο κυριότερος εκπρόσωπος. Το 1970 ακολούθησε και ο βιολογικός του θάνατος, που σήμανε το τέλος μιας εποχής για τον αραβικό κόσμο.
Το ιδεολογικό κενό που άφησε στην αιγυπτιακή κοινωνία η αποτυχία του νασερισμού έσπευσαν να το καλύψουν οι ισλαμικές οργανώσεις της Αιγύπτου. Η Μουσουλμανική Αδελφότητα είχε ξεκινήσει τον πρώτο γύρο του τζιχαντιστικού πολέμου στην Αίγυπτο τα προηγούμενα έτη, χωρίς επιτυχία. Οι πρακτικές ατομικής τρομοκρατίας της Αδελφότητας δεν απείλησαν ιδιαίτερα το καθεστώς του Νάσερ. Ο νεαρός συνταγματάρχης ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στον λαό της Αιγύπτου.
Ο Νάσερ ακολούθησε σκληρή καταστολή εναντίον της οργάνωσης. Χιλιάδες μέλη της Αδελφότητας φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν. Όμως, μετά το 1967 ήταν η ευκαιρία να πάρουν την ρεβάνς από το καθεστώς του «άπιστου Φαραώ», όπως αποκαλούσαν τον Αιγύπτιο πρόεδρο.
Ο τυχοδιωκτισμός του Σαντάτ
Ο καλύτερος στρατολόγος τους υπήρξε παραδόξως ο ίδιος ο διάδοχος του Νάσερ, ο Ανουάρ Σαντάτ, με την τυχοδιωκτική πολιτική που ακολούθησε. Είχε αποφασίσει να συγκρουστεί με τους πολυάριθμους οπαδούς του προκατόχου του και με την τότε πανίσχυρη αιγυπτιακή Αριστερά. Ως αντίβαρο, αποφάσισε να εξασφαλίσει την συμμαχία των ισλαμικών οργανώσεων.
Απελευθέρωσε χιλιάδες στελέχη της Μουσουλμανικής Αδελφότητας από τις φυλακές. Ίδρυσε τζαμιά σε όλη την αιγυπτιακή επικράτεια. Επέτρεψε τη δημιουργία ισλαμικών ομάδων στα πανεπιστήμια. Εισήγαγε μέχρι και διατάξεις της Σαρία στο αιγυπτιακό Σύνταγμα.
Υπό την ηγεσία του, ο αιγυπτιακός στρατός ξέπλυνε την ντροπή της ήττας του 1967 στον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ το 1973. Η προπαγάνδα του καθεστώτος εμφάνισε τον Ανουάρ Σαντάτ ως «ήρωα του Ισλάμ», όχι ως ήρωα του αραβικού έθνους. Είχε παρέλθει το οριστικό τέλος της κληρονομιάς του Νάσερ. Το σύνθημα «Αλλάχ ακμπάρ» κοσμούσε όλα τα δημόσια κτίρια της χώρας. Ο πρόεδρος Σαντάτ παρέθετε στις ομιλίες του εδάφια του Κορανίου, εμφανιζόμενος ως ευσεβής μουσουλμάνος. Ο Σαντάτ ήταν σφοδρός επικριτής της εισβολής της ΕΣΣΔ στο Αφγανιστάν το 1979 και θερμός υποστηρικτής των Αφγανών μουτζαχεντίν.
Προσεταιρισμός μέσω φιλανθρωπίας
Οι ισλαμικές οργανώσεις στα χρόνια του Σαντάτ χωρίστηκαν σε δύο κατηγορίες, τους «μετριοπαθείς» και τους «ριζοσπάστες». Η Μουσουλμανική Αδελφότητα εκπροσωπούσε τους «μετριοπαθείς». Με εξαίρεση τη βία των μελών της κατά των Αιγύπτιων κομμουνιστών, άρχισε να απομακρύνεται από την τρομοκρατική δράση του παρελθόντος.
Δεν υπήρχε λόγος για βίαιο ακτιβισμό, όταν ηγούνταν της Αιγύπτου ένας «ευσεβής μουσουλμάνος». Σύμφωνα με έναν από τους επιφανέστερους μελετητές της αραβικής ιστορίας, τον καθηγητή Παναγιώτη Βατικιώτη, «το Ισλάμ, στα χρόνια του Σαντάτ, απέκτησε την πνευματική ηγεμονία στην Αίγυπτο». Η αυστηρή λογοκρισία του καθεστώτος δεν επηρέαζε την κυκλοφορία των πολυάριθμων εντύπων των ισλαμικών ομάδων.
Η φιλελεύθερη οικονομική πολιτική του Σαντάτ οδήγησε σε στρατιές νεόπτωχων στην αγκαλιά της οργάνωσης. Ο βιοπορισμός χιλιάδων Αιγυπτίων εξαρτιόταν από το φιλανθρωπικό έργο της Αδελφότητας. Η επιβολή της Σαρία παρέμενε στόχος, αλλά θα γίνονταν μακροπρόθεσμα, με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα να ηγείται ενός μαζικού κινήματος.
Η οργάνωση αρκούσε να έκανε μερικά χρόνια υπομονή. Ήταν θέμα χρόνου η οργανωτική της ισχύ να την οδηγήσει σε ολοκληρωτική κατάληψη της εξουσίας. Η υπομονή τους επιβραβεύτηκε καθώς, μετά την «Αραβική Άνοιξη», η Μουσουλμανική Αδελφότητα σχημάτισε την πρώτη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση στη χώρα, το 2012.
Στροφή στον εξτρεμισμό
Είχε όμως προηγηθεί ο πόλεμος των ριζοσπαστών του Ισλάμ στην Αίγυπτο, που πήρε μεγάλη έκταση από το 1977 και μετέπειτα. Ο Σαντάτ είχε πραγματοποιήσει τότε την ιστορική του επίσκεψη στο Τελ Αβίβ. Λίγους μήνες μετά θα ακολουθούσε η υπογραφή της συνθήκης ειρήνης με το Ισραήλ. Για τον αραβικό κόσμο ήταν η «ειρήνη της ντροπής».
Η ανοχή που είχαν δείξει οι ισλαμιστές προς τον Αιγύπτιο πρόεδρο είχε πλέον τελειώσει. Αν και η Μουσουλμανική Αδελφότητα παρέμεινε μετριοπαθής, νέες ισλαμικές ομάδες ήθελαν να ξεπλύνουν με αίμα την «προδοσία του Σαντάτ». Ήταν μικρότερες από την Αδελφότητα, αλλά πολύ πιο εξτρεμιστικές.
Ήταν η αρχή του «δεύτερου γύρου» της αντιπαράθεσης των ριζοσπαστών του Ισλάμ με το αιγυπτιακό κράτος. Αυτός ο γύρος θα ήταν πολύ πιο αιματηρός από τον πρώτο. Άρχισε η ένοπλη δράση διάφορων ακραίων ισλαμικών ομάδων, με κυριότερες την «Αλ Τζιχάντ» και την «Τζαμάτ Ισλαμίγια». Η δράση τους εμπνεύστηκε ιδιαίτερα από τα γραπτά του Σαγίντ Κουτμπ, ενός διανοητή της Αδελφότητας που είχε εκτελεστεί από τον Νάσερ.
Ο Κουτμπ υποστήριζε πως οι πιστοί δεν πρέπει να υπακούν έναν ηγέτη ο οποίος ισχυρίζεται υποκριτικά ότι είναι μουσουλμάνος. Αν δεν υπάρχει καθολική εφαρμογή της Σαρία, ο ηγέτης αυτός είναι «καφίρ», δηλαδή «αποστάτης». Οι «αποστάτες» είναι εχθροί του Ισλάμ, όπως η Δύση, το Ισραήλ, και φυσικά οι «άθεοι» κομμουνιστές. Ο Κουτμπ δεν στοχοποιούσε στα γραπτά του τους σιίτες μάλλον γιατί παρέμεναν στο περιθώριο του ισλαμικού κόσμου. Η επανάσταση του Χομεϊνί δεν είχε γίνει ακόμα στο Ιράν.
Για τους ριζοσπάστες, «καφίρ» ήταν ο πρόεδρος Σαντάτ. Οι πιστοί επομένως έπρεπε να αγνοήσουν τα «μετριοπαθή» κηρύγματα της Αδελφότητας και να στραφούν στην ένοπλη βία. Ο στόχος δεν θα ήταν μόνο οι «άπιστοι», οι χριστιανοί και ο Εβραίοι. Στόχος ήταν και η ανατροπή του καθεστώτος των «καφίρ» και η δημιουργία ενός πραγματικού κράτους των πιστών.
Το 1981, στην πιο θεαματική τους ενέργεια, δολοφονούν τον Ανουάρ Σαντάτ, κατά τη διάρκεια μιας στρατιωτικής παρέλασης. Δεν ακολούθησε όμως η «ισλαμική εξέγερση» της αιγυπτιακής κοινωνίας, όπως ανέμεναν τα μέλη των «ριζοσπαστών». Ούτε ένα πραξικόπημα «ευσεβών» αξιωματικών, καθώς οι ένοπλες δυνάμεις έμειναν πιστές στον νέο πρόεδρο της χώρας, τον Χόσνι Μουμπάρακ.
Ο «δεύτερος γύρος» της αντιπαράθεσης των «ριζοσπαστών» του Ισλάμ με τις δυνάμεις ασφαλείας της Αιγύπτου έληξε το 1999, αφήνοντας περίπου 2000 νεκρούς. Οι «ριζοσπάστες» είχαν ηττηθεί κατά κράτος. Η εξουσία του Μουμπάρακ δεν είχε απειληθεί ούτε η ειρήνη με το Ισραήλ. Οι «ριζοσπάστες» είχαν ηττηθεί, όχι όμως και οι «μετριοπαθείς». Ο Αιγύπτιος πρόεδρος ανεχόταν όλα αυτά τα χρόνια την κοινωνική δράση της Αδελφότητας, φοβούμενος ότι η γενικευμένη απαγόρευσή της θα οδηγούσε σε κοινωνική έκρηξη.
Με την ταμπέλα του τρομοκράτη
Η στάση του σημερινού προέδρου της Αιγύπτου Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι είναι διαφορετική από αυτήν του Σαντάτ και του Μουμπάρακ. Αφού ανέτρεψε πραξικοπηματικά τη νόμιμη κυβέρνηση των Αδελφών Μουσουλμάνων το 2013, εξαπέλυσε ένα ολοκληρωτικό κύμα καταστολής εναντίον της οργάνωσης.
Ο Σίσι θεωρεί συλλήβδην την Αδελφότητα «τρομοκρατική» οργάνωση, όπως και την παλαιστινιακή οργάνωση Χαμάς που δραστηριοποιείται στην Αίγυπτο. Έχει κηρύξει τον πόλεμο εναντίον των μεγαλύτερων οργανώσεων του πολιτικού Ισλάμ. Χιλιάδες οπαδοί της Αδελφότητας έχουν οδηγηθεί στις φυλακές από την ημέρα που ανέλαβε την εξουσία. Εκατοντάδες είχαν σκοτωθεί τις ημέρες του πραξικοπήματος. Η στυγνή καταστολή ακόμα και των μετριοπαθών στοιχείων της Αδελφότητας ήταν το καλύτερο δώρο για τους ριζοσπάστες του Ισλάμ.
Είναι φανερό πως έχει ξεκινήσει «ο τρίτος γύρος». Από τη μια πλευρά οι ριζοσπάστες μαχητές των ισλαμικών ομάδων που ανασυγκροτήθηκαν μετά τις διώξεις εναντίον της Αδελφότητας. Από την άλλη, το αυταρχικό καθεστώτος του Σίσι, του «νέου Φαραώ». Με τους φανατικούς ισλαμιστές να εμπνέονται από την δράση του Ισλαμικού Κράτους, είναι βέβαιο πως αυτός ο γύρος θα είναι ο αιματηρότερος όλων.
Το αποκορύφωμα ήταν η επίθεση με τους εκατοντάδες νεκρούς που σημειώθηκε σε τέμενος μουσουλμάνων σούφι στο Σινά. Πρέπει να σημειωθεί πως πολλοί αξιωματικοί του αιγυπτιακού στρατού είναι σούφι. Ίσως αυτό εξηγεί την επίθεση, αφού στο τέμενος βρίσκονταν πολλοί νεοσύλλεκτοι με τις οικογένειές τους.
Χωρίς λαϊκό έρεισμα
Το τζιχαντιστικό Ισλάμ όμως δεν έχει κανένα περιθώριο επιτυχίας στην Αίγυπτο. Η αιματηρή του δράση στρέφεται πλέον ακόμα και εναντίον αμάχων μουσουλμάνων. Είναι σίγουρο πως οι εξτρεμιστές θα απομονωθούν από την πλειοψηφία των Αιγυπτίων, χωρίς να καταφέρουν να αποκτήσουν σημαντικό λαϊκό έρεισμα. Μοιάζει αδύνατον να έχουν ερείσματα στον στρατό ή στα σώματα ασφαλείας, όπως είχε καταφέρει στο παρελθόν η «Αλ Τζιχάντ».
Οι τζιχαντιστές δεν διαθέτουν έναν χαρισματικό ηγέτη που θα μπορούσε να κινητοποιήσει τις φτωχές τάξεις του Καΐρου, όπως είχε καταφέρει ο Χομεϊνί στο Ιράν. Ο αιγυπτιακός στρατός έχει συντριπτική δύναμη πυρός και άριστη εκπαίδευση από Αμερικανούς στρατιωτικούς συμβούλους. Σε διάγγελμά του, ο Σίσι ορκίστηκε εκδίκηση και η αιγυπτιακή αεροπορία βομβάρδισε θέσεις ισλαμικών οργανώσεων στο Σινά. Οι ριζοσπάστες είναι βέβαιο πως θα ηττηθούν ακόμα μία φορά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το ριζοσπαστικό Ισλάμ θα καταθέσει τα όπλα. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις είναι θέμα χρόνου να επαναληφθούν. Οι φανατικοί δεν πρόκειται ποτέ να παραδοθούν, καθώς θεωρούν πως θα έχουν φρικτό τέλος στα χέρια των δυνάμεων ασφαλείας του Σίσι. Είναι βέβαιο πως θα προτιμήσουν να πολεμήσουν, μέχρι να πέσει νεκρός ο τελευταίος των μαχητών τους.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
