Ακολουθήστε μας

Γενικά θέματα

Στη Λατινική Αμερική, αναμέτρηση των κυβερνήσεων με τους μεγιστάνες του Τύπου

Δημοσιεύτηκε στις

Κύμα ρυθμιστικών κανόνων σε ένα ενημερωτικό τοπίο όπου κυριαρχούν οι ιδιωτικοί όμιλοι
Στη μάχη που τις φέρνει αντιμέτωπες με τα ιδιωτικά
μέσα ενημέρωσης, οι λατινοαμερικανικές κυβερνήσεις που έχουν αποφασίσει
να ρυθμίσουν το τοπίο της ενημέρωσης βρήκαν πρόσφατα απροσδόκητους
συμμάχους : ορισμένα επιφανή στελέχη των Βρετανών Συντηρητικών. Οι
παρεκτροπές του ομίλου Μέρντοχ τους έπεισαν ότι κανείς δεν πρέπει να
περιμένει από τις επιχειρήσεις του Τύπου να αυτορυθμιστούν.Μερικούς μήνες πριν την αποχώρησή
του από το προεδρικό μέγαρο του Πλανάλτο, ο πρόεδρος της Βραζιλίας Λουίς
Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα παρουσίαζε νομοσχέδιο για τη ρύθμιση του κλάδου
των μέσων ενημέρωσης στη χώρα του. Το κείμενο, που πρότεινε μέτρα
ρύθμισης του περιεχομένου των προγραμμάτων, όπως την απαγόρευση
εγκωμιασμού του ρατσισμού και των σεξουαλικών διακρίσεων, σκόπευε,
επίσης, να περιορίσει τη συγκέντρωση της ιδιοκτησίας των μέσων
ενημέρωσης σε μια χώρα όπου δεκατέσσερις οικογενειακοί όμιλοι ελέγχουν
το 90% της αγοράς της επικοινωνίας. Τα ιδιωτικά μέσα ενημέρωσης
διαμαρτυρήθηκαν για το σχέδιο νόμου, το οποίο έκριναν ότι είναι « αυταρχικό » και ότι θα μπορούσε να θέσει την ενημέρωση « κάτω από πολιτικό έλεγχο ».
Τον Ιανουάριο του 2011, το νομοσχέδιο εγκαταλείφθηκε. Ο Λούλα, όμως,
είχε καταφέρει να υπογραμμίσει τη σοβαρότητα του ζητήματος που εδώ και
μερικά χρόνια ταλανίζει τις κυβερνήσεις των χωρών της περιοχής. Μπορεί,
άραγε, η ελευθερία της έκφρασης να υπάρχει χωρίς ένα ρυθμιστικό πλαίσιο
και χωρίς τις πολιτικές αποφάσεις που θα την εγγυώνται ;
 
« Υπάρχει ένας ακατάλυτος δεσμός αλληλεξάρτησης μεταξύ δημοκρατίας, Τύπου και ελεύθερης ιδιωτικής επιχείρησης », εκτιμά στις 27 Ιουνίου 2012 ο Ρομπέρτο Σιβίτα, διευθυντής του βραζιλιάνικου περιοδικού Veja,
ενός από τα πιο δημοφιλή περιοδικά στη Λατινική Αμερική. Με λίγα λόγια,
η προάσπιση της ελευθερίας της έκφρασης ανάγεται στην προάσπιση της
ελευθερίας των επιχειρήσεων, ξεκινώντας από τις επιχειρήσεις στον χώρο
του Τύπου. Τι γίνεται, όμως, όταν το πρόγραμμα που οδηγεί στην εκλογή
ενός πολιτικού ηγέτη τον υποχρεώνει να παρενοχλήσει τα συμφέροντα του
ιδιωτικού τομέα ή των ιδιοκτητών των μέσων ενημέρωσης ; Με τον ερχομό
στην εξουσία πολιτικών ηγετών αποφασισμένων να (προσπαθήσουν να)
γυρίσουν τη σελίδα του νεοφιλελευθερισμού και με την αποδυνάμωση των
κομμάτων που παραδοσιακά στηρίζουν την ελίτ, τα λατινοαμερικανικά μέσα
ενημέρωσης μοιάζουν να έχουν αναλάβει μια αποστολή που η Τζουντίθ
Μπρίτο, διευθύντρια της βραζιλιάνικης συντηρητικής εφημερίδας « Folha de
Sao Paulo » περιγράφει ως εξής : « Από τη στιγμή που η
αντιπολίτευση έχει δεχθεί βαρύ πλήγμα, τον ρόλο αυτό πρέπει να τον
παίξουν, εκ των πραγμάτων, τα μέσα ενημέρωσης
 ». Και, ορισμένες φορές, τον παίζουν με αξιοσημείωτη ευρηματικότητα.

Ισχυρό χαρτί για τα πραξικοπήματα

Τον Φεβρουάριο του 2011, ο Εμίλιο Παλάσιο, αρθρογράφος
της συντηρητικής εφημερίδας του Ισημερινού « El Universo », χαρακτηρίζει
τον πρόεδρο Ραφαέλ Κορέα « δικτάτορα », κατηγορώντας τον ότι « διέταξε πυρ χωρίς προειδοποίηση κατά ενός νοσοκομείου γεμάτου με πολίτες ». Η πληροφορία είναι ανακριβής.
Έναν χρόνο αργότερα, έρευνα της βρετανικής εφημερίδας
« The Guardian » αποκαλύπτει ότι η Televisa, το μεγαλύτερο μεξικανικό
τηλεοπτικό δίκτυο, με περίπου 70% ακροαματικότητα, προσέφερε με το
αζημίωτο τις υπηρεσίες του στο Θεσμικό Επαναστατικό Κόμμα (PRI,
κεντροδεξιό), για να « βελτιώσει την εθνική απήχηση » του υποψηφίου του στις προεδρικές εκλογές του 2012, του Ενρίκε Πένια Νιέτο, αφού είχε πρώτα θέσει σε εφαρμογή στρατηγική « υπονόμευσης » του αριστερού αντιπάλου του, Αντρές Μανουέλ Λόπες Ομπραδόρ [1].
Το 2002, ο Βενεζουελάνος υποστράτηγος Βίκτορ Ραμίρες
Πέρες, εξέφραζε την ικανοποίησή του για το (προσωρινό) πραξικόπημα, το
οποίο, χάρη στην άμεση συνεργασία των μεγάλων μέσων ενημέρωσης, μόλις
είχε ανατρέψει τον πρόεδρο Ούγο Τσάβες. Σε ζωντανή μετάδοση στο
Venevisión –το τηλεοπτικό κανάλι του πλουσιότερου ανθρώπου της χώρας,
του Γουστάβο Σισνέρος-, ο υποστράτηγος δηλώνει : « Είχαμε ένα μεγάλο όπλο : τα μέσα ενημέρωσης. Και, αφού μου δίνεται η ευκαιρία, θα ήθελα να σας συγχαρώ [2] ».
« Όταν η υπεράσπιση των οικονομικών
συμφερόντων τους έρχεται σε αντίθεση με το γενικό συμφέρον, τα μέσα
ενημέρωσης μετατρέπονται σε ο,τιδήποτε εκτός από παραδείγματα
δημοκρατικής αρετής
 [3] »,
συνοψίζουν οι ερευνητές Ελίζαμπεθ Φοξ και Σίλβιο Γουάιζμπορντ. Χωρίς
αμφιβολία, παραπλήσιες διαπιστώσεις οδήγησαν τελικά ορισμένες
κυβερνήσεις στην προώθηση της ρύθμισης του κλάδου των μέσων ενημέρωσης.
Τέτοιου είδους σχέδια, βέβαια, περίμεναν για πολύ καιρό στα συρτάρια των
υπουργείων.
Από το 1966, ο Κάρλος Αντρές Πέρες, ο οποίος δεν έχει
ακόμη γίνει πρόεδρος, αλλά είναι επικεφαλής της επιτροπής εσωτερικής
πολιτικής του Κονγκρέσου της Δημοκρατίας της Βενεζουέλας, προτείνει μία
μεταρρύθμιση του νόμου περί τηλεπικοινωνιών του 1940 (δηλαδή πριν ακόμη
την είσοδο της τηλεόρασης στη χώρα). Το κείμενο αμέσως χαρακτηρίζεται
« νόμος-φίμωτρο » και απορρίπτεται. Την ίδια τύχη είχαν και όλα τα
σχέδια που ακολούθησαν. Στην Αργεντινή, τη δεκαετία του 1980 και του
1990, διάφορες απόπειρες να εκσυγχρονιστεί η νομοθεσία που αφορούσε τα
μέσα ενημέρωσης και χρονολογείτο από το 1980, δηλαδή από την εποχή της
δικτατορίας, απέτυχαν, καθώς καταπνίγηκαν από τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης
της χώρας.
Παρά την αντίσταση αυτή, η βούληση ρύθμισης του πλαισίου
λειτουργίας της ενημερωτικής βιομηχανίας δεν πρέπει να θεωρηθεί απλώς
« προϊόν μιας ιδεολογικής τοποθέτησης », παρατηρεί η ερευνήτρια Έρικα Γκεβάρα. Η βούληση ρύθμισης του ενημερωτικού τοπίου τροφοδοτείται, επίσης, « από
την απαίτηση διαφορετικών τομέων της βιομηχανίας των μίντια που
προέρχεται από την ισχυρή διεθνή πίεση, η οποία συνδέεται με την έκρηξη
των νέων τεχνολογιών ενημέρωσης και επικοινωνίας και με την είσοδο νέων
παικτών στην αγορά
 [4] ».
Οι νέοι παίκτες δεν επιθυμούν τα κενά της νομοθεσίας να ευνοήσουν τους
πιο μεγάλους : οι ισχύουσες νομοθεσίες, κατά κανόνα ασαφείς και
αυταρχικές, στην πράξη δεν εφαρμόζονται πια από τη δεκαετία του 1990,
αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο σε μια δράκα αυλικών της εξουσίας, οι
οποίοι, επιπλέον, έχουν επωφεληθεί από τις πολιτικές των
ιδιωτικοποιήσεων και της απορρύθμισης.
Αποτέλεσμα ; Στη Βραζιλία, όπου οι μεγιστάνες του Τύπου
ελέγχουν το 10% των εδρών του κοινοβουλίου και το 30% της Γερουσίας, ο
όμιλος Globo είχε στον έλεγχό του, το 2006, « το 61,5% στον χώρο των τηλεοπτικών καναλιών » και « το 40,7% της συνολικής κυκλοφορίας των εφημερίδων » [5].
Με περισσότερα από εκατόν είκοσι κανάλια στον κόσμο, ο τηλεοπτικός
γαλαξίας του μεγιστάνα Ρομπέρτο Μαρίνιο (του οποίου τον θάνατο, το 2003,
ο πρόεδρος Λούλα τίμησε κηρύσσοντας τριήμερο εθνικό πένθος) ενημερώνει
περισσότερους από εκατόν είκοσι εκατομμύρια ανθρώπους καθημερινά.
Οι εθνικής κυκλοφορίας εφημερίδες της Χιλής ανήκουν όλες
είτε στον επιχειρηματία Αγουστίν Έντουαρντς, επικεφαλής του ομίλου El
Mercurio, είτε στον τραπεζίτη Αλβάρο Σαϊέ, πρόεδρο του Consorcio
periodístico de Chile SA (Copesa) [6].
Με εξήντα επιχειρήσεις σε σαράντα χώρες και σχεδόν
30.000 εργαζόμενους, ο όμιλος του Σισνέρος έχει πρόσβαση σε
περισσότερους από 500 εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Το κανάλι
του Venevisión κατέχει το 67% του μεριδίου τηλεθέασης στη Βενεζουέλα,
αλλά ο Σισνέρος διατηρεί συμφέροντα και στο Caracol TV της Κολομβίας,
καθώς και στο ψηφιακό κανάλι DirecTV, το οποίο εκπέμπει σε ολόκληρη τη
Λατινική Αμερική.
Στην Αργεντινή, το μεγαθήριο Clarín αντιπροσωπεύει
περίπου το 60% του συνόλου του ενημερωτικού τομέα. Είναι ο μεγαλύτερος
πάροχος καλωδιακής τηλεόρασης και επίσης εκδίδει δεκατέσσερις εφημερίδες
και ελέγχει αρκετές δεκάδες ραδιοφωνικούς σταθμούς εθνικής εμβέλειας,
συγκροτώντας ένα σύνολο σχεδόν διακοσίων πενήντα επιχειρήσεων
ενημέρωσης. Καταστάσεις που, στη Λατινική Αμερική, αποτελούν μάλλον τον
κανόνα παρά την εξαίρεση.
Έτσι, μετά από μια πρώτη περίοδο όπου χρειάστηκε να
επιδιώξουν τη συναίνεση (όπως έγινε με μία ανεπίσημη συνάντηση του
Τσάβες με τον Σισνέρος, το 1999), οι προοδευτικοί ηγέτες της Λατινικής
Αμερικής επανέφεραν την ιδέα της ρύθμισης του χώρου της ενημέρωσης από
το κράτος. Στις 8 Δεκεμβρίου 2004, ο Τσάβες υπέγραφε το διάταγμα
εφαρμογής του νόμου για την κοινωνική υπευθυνότητα του ραδιοφώνου και
της τηλεόρασης (του οποίου η ισχύς επεκτάθηκε και για το Διαδίκτυο, τον
Δεκέμβριο του 2010), σκοπεύοντας στη ρύθμιση του περιεχομένου των
προγραμμάτων. Εκτός του ότι επέβαλλε ελάχιστο υποχρεωτικό ποσοστό
εθνικών προγραμμάτων, ο νόμος επιχειρούσε να εναρμονίσει τη νομοθεσία
της Βενεζουέλας με τη σύμβαση των αμερικανικών χωρών για τα ανθρώπινα
δικαιώματα : ρυθμίζει τη μετάδοση εικόνων με σεξουαλικό ή βίαιο
χαρακτήρα (απαγορεύεται μεταξύ 7 το πρωί και 11 το βράδυ) και απαγορεύει
τη διαφήμιση για προϊόντα αλκοόλ και καπνού. Αλλά οι ρυθμίσεις πάνε
μακρύτερα, τιμωρούν τα μηνύματα που « προωθούν το μίσος
και τη μισαλλοδοξία σε ζητήματα θρησκείας, πολιτικών απόψεων, φύλου, τα
ρατσιστικά και ξενοφοβικά μηνύματα, τα μηνύματα που προκαλούν άγχος στον
πληθυσμό
 », καθώς και τη μετάδοση… « ψευδών » πληροφοριών. Τον Νοέμβριο του 2010, η Βολιβία ψήφισε αντίστοιχο νόμο, ο οποίος, όμως, περιοριζόταν « στην καταπολέμηση του ρατσισμού και κάθε μορφής διακρίσεων »,
ενώ το Σύνταγμα του Ισημερινού, που υιοθετήθηκε το 2008, καταδικάζει
τις εσφαλμένες πληροφορίες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν « κοινωνική αναταραχή ».

Αριστερό κροσέ

Θα μπορούσε κανείς να αντιτάξει, όπως κάνει ο διευθυντής
του τμήματος Λατινικής Αμερικής της οργάνωσης Human Rights Watch Χοσέ
Μιγέλ Βιβάνκο, ότι « το δικαίωμα στην ενημέρωση
περιλαμβάνει κάθε είδους πληροφορία, συμπεριλαμβανομένων και όσων (…)
μπορεί να αποδειχτούν “εσφαλμένες”, “ψεύτικες” ή “ελλειπείς”
 [7] ».
Για να λάβει την απάντηση ότι, το 2002, ακριβώς μια « ψεύτικη »
πληροφορία, η οποία μεταδόθηκε εσκεμμένα από τα ιδιωτικά μέσα ενημέρωσης
της Βενεζουέλας και σύμφωνα με την οποία υποστηρικτές του προέδρου
Τσάβες άνοιξαν πυρ κατά του πλήθους, αποτέλεσε το έναυσμα για το
(αποτυχημένο) πραξικόπημα κατά του ηγέτη της Βενεζουέλας. Όμως, η
συζήτηση για το περιεχόμενο των προγραμμάτων αποτελεί, άραγε, το πιο
πρόσφορο μέσο για να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος μετασχηματισμός του
χώρου των μέσων ενημέρωσης ;
« Η χειρότερη κατάσταση », παρατηρεί
ο Αράμ Αχαρονιάν, διευθυντής του μηνιαίου περιοδικού της Βενεζουέλας
« Question », « θα ήταν να πληρώνουμε το πολιτικό κόστος μέτρων που
καταγγέλλονται ως αυταρχικά (…) χωρίς τα μέτρα αυτά να επιφέρουν
σημαντική πρόοδο ». Σύμφωνα με τον Αχαρονιάν, αντί για το περιεχόμενο
των προγραμμάτων, θα πρέπει οι κυβερνήσεις να εγκύψουν στο ιδιοκτησιακό
καθεστώς των ομίλων ενημέρωσης : « Διαφορετικά, το 80% του κοινού θα παραμείνει στα χέρια των μονοπολιακών δομών των ιδιωτικών μέσων ενημέρωσης [8] ».
Το 2009, η Αργεντινή επέλεξε να ξεκινήσει μια τέτοιου τύπου διαδικασία. Τον Οκτώβριο του 2009, τέθηκε σε ισχύ ο νόμος για « την ιδιοκτησιακή αποσυγκέντρωση »
των μέσων ενημέρωσης, με τον οποίο περιορίζεται ο αριθμός των αδειών
εκπομπής που μπορεί να διαθέτει ένας όμιλος, ορίζεται στο 35% το μερίδιο
ακροαματικότητας που μπορεί να έχει και μειώνει την περίοδο ισχύος των
αδειών από 20 σε 10 χρόνια. Το κείμενο του νόμου, που κατοχυρώνει την
επικοινωνία ως « δημόσιο αγαθό », χωρίζει το
ραδιοηλεκτρικό φάσμα σε τρία μέρη : ένα προορίζεται για τον ιδιωτικό
τομέα, ένα για το κράτος και ένα για τον μη κερδοσκοπικό τομέα της
οικονομίας. Ο ειδικός απεσταλμένος των Ηνωμένων Εθνών για την προώθηση
της ελευθερίας γνώμης και έκφρασης Φρανκ Λα Ρι, ελάχιστα ευαίσθητος στις
διαμαρτυρίες των αφεντικών του Τύπου, θεωρεί το νομοσχέδιο « σημαντικό βήμα στον αγώνα κατά της ιδιοκτησιακής συγκέντρωσης των μέσων ενημέρωσης [9] ». Στον Ισημερινό, η προτροπή του Λα Ρι να χρησιμεύσει ο συγκεκριμένος νόμος ως « υπόδειγμα »
εισακούστηκε : το Κίτο συζητά (από το 2009 !) νομοσχέδιο που υιοθετεί
τις βασικές κατευθύνσεις του αργεντίνικου νομοθετήματος.
Οι περισσότερες χώρες της περιοχής προσπάθησαν να
αποδυναμώσουν την κυριαρχία του ιδιωτικού τομέα στα μέσα ενημέρωσης,
θέτοντας σε λειτουργία τόσο δημόσια όσο και μη κερδοσκοπικά μέσα
πληροφόρησης ή ενισχύοντας τα ήδη υπάρχοντα. Οι προσπάθειες αυτές, όμως,
δεν απέφεραν πάντα καρπούς.
Κατ’ αρχήν, από την άποψη του πλουραλισμού, καθώς οι
νέες αυτές επιχειρήσεις ενημέρωσης, ορισμένες φορές, δεν αντιστέκονται
στον πειρασμό να ανταποδώσουν τις παρεκτροπές των ιδιωτικών μέσων
ενημέρωσης, αναπαράγοντας μερικές από τις παθογένειές τους : τα στελέχη
της Αριστεράς « γενικά θεωρούν ότι χρειάζονται πολλές απλουστεύσεις, υπερβολές και επαναλήψεις για να ισοφαριστεί η προπαγάνδα της άλλης πλευράς », αναφέρει με σαρκασμό ο Αμερικανός αναλυτής Κεν Ναμπ. « Κάτι τέτοιο είναι σαν να λέμε ότι ένας πυγμάχος ζαλισμένος από ένα δεξί κροσέ θα συνέλθει εάν δεχτεί και ένα καλό αριστερό [10] ».
Στη συνέχεια, από την άποψη της επιρροής τους. Μελέτη
του Centre for Economic Policy Research (CEPR) δείχνει ότι μεταξύ 2000
και 2010, η ακροαματικότητα των δημόσιων τηλεοπτικών δικτύων στη
Βενεζουέλα πέρασε από το 2,04% στο 5,4% [11].
Η θαρραλέα γενική μεταρρύθμιση του νομικού πλαισίου για τις τράπεζες,
το 2010, η οποία, ακολουθώντας το παράδειγμα διάταξης του Συντάγματος
του Ισημερινού, απαγορεύει στους μετόχους χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων να
κατέχουν μέσα ενημέρωσης, οπωσδήποτε δεν θα είναι αρκετή για να
αντιστρέψει την κατάσταση.
Ωστόσο, αναρωτιέται ο Αχαρονιάν, « αφού η κοινωνία μας υποτίθεται ότι προχωρά προς τον σοσιαλισμό »,
δεν θα έπρεπε η Βενεζουέλα να καταργήσει τη χορήγηση συχνοτήτων και
αδειών εκμετάλλευσης του ραδιοηλεκτρικού φάσματος σε ιδιωτικά
συμφέροντα ; « Δεν θα έπρεπε να φανταζόμαστε, στη θέση
τους, ένα και μοναδικό μεγάλο δημόσιο χώρο (…), ρυθμισμένο και αυτόν
με τρόπο που να εγγυάται τη δημοκρατική χρήση του ;
 ». Από τη στιγμή
που η ελευθερία έκφρασης δεν θα συγχεόταν πια με την ελευθερία των
ιδιωτικών επιχειρήσεων ενημέρωσης, δεν θα χρειαζόταν πια ρύθμιση.

Notes

[1]
Jo Tuckman, « Computer files link TV dirty tricks to favourite for
Mexico presidency », « The Guardian », Λονδίνο, 8 Ιουνίου 2012.
[2] Βλ. Maurice Lemoine, « Στα εργαστήρια του ψέματος στη Βενεζουέλα », « Le Monde diplomatique »-« ΚΕ », 11-08-02.
[3] Elizabeth Fox και Silvio Waisbord (διευθ.), « Latin Politics, Global Media », University of Texas Press, Όστιν, 2002.
[4]
Erica Guevara, « “Téléprésidents” ou “média-activistes” de gauche ? »,
στο Olivier Dabène (διευθ.), « La Gauche en Amérique latine,
1998-2012 », Presses de Sciences Po, Παρίσι, 2012.
[5] Giancarlo Summa, « Le Rôle politique de la presse au Brésil », Institut des hautes études de l’Amérique latine, Παρίσι, 2009.
[6] Βλ. Ernesto Carmona, « Chile. Los amos de la prensa », América latína en movimiento (ALAI), 23 Οκτωβρίου 2012.
[7] « Venezuela : Limit state control of media », ανοικτή επιστολή στον Ούγο Τσάβες, 1η Ιουλίου 2003.
[8] Aram Aharonian, « Democratizar las comunicaciones sí, pero…¿sabemos cómo y para qué ? », ALAI, 25 Αυγούστου 2009.
[9] Αναφέρεται στο Marcela Valente, « Nueva ley de medios audiovisuales », Inter Press Service (IPS), 10 Οκτωβρίου 2009.
[10] Αναφέρεται στο Rafael Uzcátegui, « Venezuela : révolution ou spectacle ? », Spartacus, Παρίσι, 2011.
[11] « Médias et Venezuela : qui étouffe qui ? », La Valise diplomatique, 14 Δεκεμβρίου 2010.

Γενικά θέματα

Η πετρελαϊκή «μάχη» που ενώνει Τραμπ-Πούτιν και δισεκατομμυριούχους του Κόλπου

Οι συνομιλίες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία έχουν διευρυνθεί και περιλαμβάνουν πλέον μια υπό διαπραγμάτευση συμφωνία δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εξαγορά διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil, σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times».

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Οι συνομιλίες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία έχουν διευρυνθεί και περιλαμβάνουν πλέον μια υπό διαπραγμάτευση συμφωνία δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εξαγορά διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil, σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times».

Η συμφωνία, η οποία δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί και τελεί υπό την αίρεση της έγκρισης της αμερικανικής κυβέρνησης και του Κρεμλίνου, αφορά ένα εκτεταμένο χαρτοφυλάκιο πετρελαιοπηγών, διυλιστηρίων και πρατηρίων καυσίμων της Lukoil σε διάφορες χώρες.

Σύμφωνα με τους «New York Times», στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται κοινοπραξία με επικεφαλής τον Αμερικανό επενδυτή Τοντ Μπόελι, στην οποία συμμετέχουν επίσης επενδυτικοί όμιλοι από τη Μέση Ανατολή. Στην προτεινόμενη συμφωνία συμμετέχει και η αμερικανική κυβέρνηση, μέσω της U.S. International Development Finance Corporation (DFC).

 Στο τραπέζι των συνομιλιών Τραμπ-Πούτιν

Οι πολύμηνες διαπραγματεύσεις, σύμφωνα με οκτώ πρόσωπα με γνώση της υπόθεσης που επικαλούνται οι «New York Times», συνδέονται με την ευρύτερη προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να αποκαταστήσει οικονομικούς δεσμούς με τη Ρωσία στο πλαίσιο των συνομιλιών για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.

Το ζήτημα της Lukoil φέρεται να τέθηκε από τον Βλαντιμίρ Πούτιν κατά τη συνάντησή του με τους Αμερικανούς διαπραγματευτές Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ στο Κρεμλίνο, στις 5 Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα με πηγή που επικαλείται η αμερικανική εφημερίδα, ο Ρώσος πρόεδρος πρότεινε την προώθηση της συμφωνίας ως ένδειξη ότι η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να συνεργαστούν επιχειρηματικά.

Οι Αμερικανοί διαπραγματευτές φέρεται να απάντησαν ότι θα εργαστούν για την προώθηση της συμφωνίας, τόσο ως ένδειξη «καλής θέλησης» προς το Κρεμλίνο όσο και με στόχο τη μείωση των διεθνών τιμών ενέργειας.

Η ενδεχόμενη συμφωνία παρουσιάζει ιδιαίτερο οικονομικό ενδιαφέρον για τους υποψήφιους αγοραστές. Η έγκρισή της από τις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσε να οδηγήσει στην απελευθέρωση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων από τις αμερικανικές κυρώσεις, αυξάνοντας παράλληλα την αξία τους.

 Οι διασυνδέσεις των επενδυτών

Στην κορυφή της κοινοπραξίας βρίσκεται ο Αμερικανός επενδυτής Τοντ Μπόελι, συνιδιοκτήτης των Los Angeles Dodgers και γνωστός υποστηρικτής του Τραμπ. Στο επενδυτικό σχήμα συμμετέχουν επίσης επιχειρηματικοί όμιλοι από το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Οι «New York Times» επισημαίνουν ότι ορισμένοι από τους επενδυτές διατηρούν επιχειρηματικές σχέσεις με πρόσωπα που βρίσκονται κοντά στην κυβέρνηση Τραμπ.

Μεταξύ αυτών είναι οι αδελφοί Μουτάζ και Ράμεζ αλ-Χαγιάτ από το Κατάρ, οι οποίοι έχουν συνεργαστεί με τον Τζάρεντ Κούσνερ και την Ιβάνκα Τραμπ για τη χρηματοδότηση επενδυτικού σχεδίου στην Αλβανία.

Στην κοινοπραξία συμμετέχει επίσης επενδυτικό ταμείο με έδρα το Αμπού Ντάμπι, το οποίο ελέγχεται από τον σεΐχη Ταχνούν μπιν Ζαγιέντ Αλ Ναχιάν, σύμβουλο εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Ο ίδιος συνδέεται με επενδύσεις στην World Liberty Financial, την εταιρεία κρυπτονομισμάτων της οικογένειας Τραμπ.

Παράλληλα, επενδυτικό ταμείο που συνδέεται με τον σεΐχη Ταχνούν αποτελεί σημαντικό μέτοχο της εταιρείας private equity που ίδρυσε ο Κούσνερ μετά την αποχώρησή του από τον Λευκό Οίκο.

 Τα ερωτήματα για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων

Οι διασυνδέσεις αυτές έχουν προκαλέσει ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο προσωπικές επιχειρηματικές σχέσεις μπορεί να διασταυρώνονται με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων για μια συμφωνία που συνδέεται με την αμερικανική εξωτερική πολιτική.

Οι «New York Times» αναφέρουν ότι δεν υπάρχει ένδειξη πως ο Γουίτκοφ ή ο Κούσνερ πρόκειται να αποκομίσουν προσωπικό οικονομικό όφελος από τη συμφωνία. Ωστόσο, η υπόθεση έχει εγείρει ζητήματα σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων επιχειρηματιών και προσώπων του στενού περιβάλλοντος του Τραμπ.

Η Χούι Τσεν, πρώην εισαγγελέας και σύμβουλος σε θέματα οικονομικού εγκλήματος και δεοντολογίας, χαρακτήρισε τις διασυνδέσεις «ανησυχητικές» και έθεσε το ερώτημα κατά πόσο προσωπικά συμφέροντα θα μπορούσαν να επηρεάσουν την αξιολόγηση των υποψήφιων αγοραστών.

Από την πλευρά του, εκπρόσωπος του Γουίτκοφ απέρριψε οποιοδήποτε ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων, υποστηρίζοντας ότι ο Αμερικανός διαπραγματευτής δεν λαμβάνει μισθό και καλύπτει ο ίδιος τα έξοδα των ταξιδιών του στο πλαίσιο της αποστολής του για λογαριασμό του Τραμπ.

Η κούρσα για τα περιουσιακά στοιχεία της Lukoil

Η Lukoil είχε θέσει προς πώληση τα διεθνή περιουσιακά της στοιχεία μετά την επιβολή αμερικανικών κυρώσεων. Αρκετοί υποψήφιοι αγοραστές είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον, μεταξύ των οποίων και μεγάλοι αμερικανικοί ενεργειακοί όμιλοι.

Τον Ιανουάριο, η επενδυτική εταιρεία Carlyle είχε καταλήξει σε προκαταρκτική συμφωνία για την εξαγορά σημαντικού μέρους του διεθνούς χαρτοφυλακίου της Lukoil. Η συμφωνία, ωστόσο, δεν ολοκληρώθηκε, καθώς απαιτούσε την έγκριση της αμερικανικής κυβέρνησης.

Στη συνέχεια, ο όμιλος υπό τον Μπόελι εμφανίστηκε ως ένας από τους βασικούς διεκδικητές των περιουσιακών στοιχείων.

Η αξία των διεθνών περιουσιακών στοιχείων της Lukoil είχε υπολογιστεί από την ίδια την εταιρεία σε περίπου 20 δισ. δολάρια στις αρχές του έτους. Ωστόσο, οι οικονομικοί όροι της υπό διαπραγμάτευση συμφωνίας δεν έχουν γίνει γνωστοί.

 Ο ρόλος της αμερικανικής κυβέρνησης

Η αμερικανική κυβέρνηση συμμετέχει στην προτεινόμενη συμφωνία μέσω της U.S. International Development Finance Corporation, η οποία επενδύει και παρέχει χρηματοδότηση για έργα στο εξωτερικό.

Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε ότι μια ενδεχόμενη συμφωνία για τη Lukoil θα μπορούσε να ενισχύσει την οικονομική ασφάλεια των ΗΠΑ, να εξυπηρετήσει στόχους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και να συμβάλει στη μείωση του ενεργειακού κόστους για τους Αμερικανούς.

Η συμφωνία, ωστόσο, χρειάζεται την έγκριση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, το οποίο είναι αρμόδιο για την εφαρμογή των κυρώσεων κατά της Ρωσίας.

 Η ενεργειακή διάσταση

Στο υπό διαπραγμάτευση χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνονται διυλιστήρια της Lukoil στην Ολλανδία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, καθώς και άλλες ενεργειακές υποδομές και πρατήρια καυσίμων σε διάφορες χώρες.

Η ενεργειακή διάσταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η κυβέρνηση Τραμπ έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η αποκατάσταση οικονομικών σχέσεων με τη Ρωσία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κίνητρο για τη Μόσχα ώστε να προχωρήσει σε συμβιβασμούς για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.

Ο Ρώσος οικονομικός απεσταλμένος Κίριλ Ντμίτριεφ έχει επίσης εμπλακεί στη διαδικασία, ενώ, σύμφωνα με τους «New York Times», έχει δηλώσει ότι ο διάλογος ΗΠΑ-Ρωσίας συνεχίζεται σε πολλούς τομείς, μεταξύ των οποίων και η ενέργεια.

Η συμφωνία για τη Lukoil παραμένει, πάντως, ανοικτή και δεν έχει οριστικοποιηθεί. Η τελική απόφαση θα εξαρτηθεί από τις απαιτούμενες εγκρίσεις των αμερικανικών αρχών και της ρωσικής πλευράς.

skpress.gr

Συνέχεια ανάγνωσης

Γενικά θέματα

Πώς μια «Ελληνίδα» έγινε το «θεμέλιο» της Εθνικής Πινακοθήκης της Ουγγαρίας

Στον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης συναντήσαμε την «Ελληνίδα». Πρόκειται για ένα έργο του Jakob Marastoni (1804-1860), ενός ζωγράφου ιταλικής καταγωγής που εγκαταστάθηκε και εργάστηκε στην Πέστη και έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της ουγγρικής τέχνης.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Πριν λίγο καιρό επισκεφθήκαμε την Εθνική Πινακοθήκη της Ουγγαρίας στη Βουδαπέστη, ένα από τα πλέον σημαντικά μουσεία της χώρας, στο οποίο παρουσιάζεται με μοναδικό τρόπο η εξέλιξη της ουγγρικής εικαστικής τέχνης από τον 11ο αιώνα μέχρι σήμερα. Βρίσκεται στο Βασιλικό Ανάκτορο του Κάστρου της Βούδας και ιδρύθηκε το 1957 με βάση κυρίως τις ουγγρικές συλλογές του Μουσείου Καλών Τεχνών. Η συλλογή της περιλαμβάνει περίπου 110.00 έργα.

Στον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης συναντήσαμε την «Ελληνίδα». Πρόκειται για ένα έργο του Jakob Marastoni (1804-1860), ενός ζωγράφου ιταλικής καταγωγής που εγκαταστάθηκε και εργάστηκε στην Πέστη και έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της ουγγρικής τέχνης.

Το έργο του με τίτλο «Ελληνίδα», φιλοτεχνημένο το 1845, θεωρείται εξαιρετικά σημαντικό για τη δημιουργία της συλλογής της Ουγγρικής Εθνικής Πινακοθήκης. Είναι το πρώτο έργο που σηματοδότησε την έναρξη της συστηματικής συλλογής ουγγρικής ζωγραφικής στα εθνικά ιδρύματα.⁠ Είναι επίσης το πιο γνωστό και εμβληματικό έργο του ζωγράφου.

Οι διαστάσεις του είναι 77Χ61,5 cm περίπου. Το μοντέλο δεν είναι Ελληνίδα, αλλά η σύζυγος του Marastoni, η Giovanna Bianchi, με καταγωγή από τη Βενετία. Ο ζωγράφος την απεικόνισε με παραδοσιακή (ή φανταστική) ελληνική φορεσιά της εποχής, σύμφωνα με τη μόδα του ρομαντισμού. Η εικόνα συνδυάζει εξωτισμό, ελαφρύ ερωτισμό και ιδανική ομορφιά.

Η ιστορία

Το 1845 η Pest Art Society — η πρώτη καλλιτεχνική εταιρεία στην Ουγγαρία — αγόραζε κάθε χρόνο ένα έργο από την ετήσια έκθεσή της για να το δωρίσει στο Ουγγρικό Εθνικό Μουσείο, το οποίο τότε περιλάμβανε και την πινακοθήκη.

Η «Ελληνίδα» του Marastoni ήταν αυτό που επέλεξαν και δώρισαν τον Νοέμβριο του 1845. Έτσι, καταγράφηκε ως το πρώτο έργο στη συλλογή ζωγραφικής του μουσείου.⁠ Το Εθνικό Μουσείο είχε ήδη κάποιες δωρεές, αλλά η συστηματική συλλογή ουγγρικής τέχνης ξεκινάει ουσιαστικά με αυτό το έργο. Η Εθνική Πινακοθήκη κληρονόμησε αυτή τη συλλογή από το Εθνικό Μουσείο.

Η επιλογή του προκάλεσε έντονες συζητήσεις και αποτέλεσε το «πρώτο καλλιτεχνικό σκάνδαλο» της εποχής, λόγω του ερωτισμού που απέπνεε το μοντέλο. Ωστόσο ο πίνακας αυτός ήταν και ιδιαίτερα δημοφιλής, κάτι που ενίσχυσε την εθνική συζήτηση για την τέχνη.⁠

Σήμερα, το έργο παραμένει εμβληματικό και εκτίθεται συχνά ως αφετηρία της συλλογής ζωγραφικής του 19ου αιώνα στην Πινακοθήκη. Συμβολίζει το πώς η ουγγρική τέχνη χτίστηκε με συνεισφορές από ξένους καλλιτέχνες που ενσωματώθηκαν στη χώρα, όπως ο Marastoni.

Η δημιουργία της Πινακοθήκης

Αν κάνετε περίπατο στην οδό Deák Ferenc στο κέντρο της πόλης ίσως αξίζει κάποιες φορές να σηκώσετε το βλέμμα πάνω από τις βιτρίνες των καταστημάτων. Το βλέμμα σας θα συναντήσει όχι μόνο κλασικές προσόψεις, αλλά και αναμνηστικές πλάκες, όπως για παράδειγμα εκείνη στον αριθμό 21, όπου αναγράφεται: «Η Πρώτη Ουγγρική Ακαδημία Ζωγραφικής – ιδρυθείσα από τον Jakab Marastoni».

Η Πέστη του 19ου αιώνα ήταν μια πραγματικά πολυπολιτισμική πόλη. Γερμανοί, Ούγγροι, Έλληνες, Ιταλοί, Σέρβοι και πολλές άλλες μικρότερες εθνότητες ζούσαν εδώ δίπλα-δίπλα ειρηνικά. Ο καθένας καλλιεργούσε τον δικό του πολιτισμό, αλλά ένα πράγμα τους ένωνε: όλοι ήθελαν να είναι και Ούγγροι και επιδίωκαν να υπηρετήσουν τον ουγγρικό πολιτισμό με τις δραστηριότητές τους.

Εκείνη την εποχή ο Marastoni υπέβαλε την αίτησή του για την ακαδημία ζωγραφικής στο Βασιλικό Συμβούλιο των Κυβερνητών, όταν ιδρύθηκε εντός του Ουγγρικού Εθνικού Μουσείου ο Σύλλογος Εθνικής Πινακοθήκης, ένα «τμήμα που συνέλεγε αποκλειστικά ουγγρική ζωγραφική».

Όλα αυτά συνέβησαν το 1845 και αυτή η μεγάλη πολιτιστική δραστηριότητα μπορεί να ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι εκείνη τη χρονιά το Εθνικό Μουσείο ήθελε να τιμήσει δεόντως την πεντηκοστή επέτειο της ανάληψης καθηκόντων του αρχιδούκα Ιωσήφ της Αυστρίας.

Ο σύλλογος που έφερε το όνομα του αρχιδούκα εγκρίθηκε τελικά από το Βασιλικό Συμβούλιο των Κυβερνητών τον Σεπτέμβριο του 1845. Η Εθνική Πινακοθήκη του αρχιδούκα Ιωσήφ μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ως το πρώτο εθνικό ίδρυμα που συνέλεγε ουγγρικούς πίνακες.

Η πινακοθήκη δέχθηκε δωρεές έργων τόσο από συλλόγους, όσο και από ιδιώτες, και ανάμεσά τους το σημαντικότερο ήταν το έργο του Jakab Marastoni «H Ελληνίδα», το οποίο δωρήθηκε στην πινακοθήκη τον Νοέμβριο του 1845 από την Καλλιτεχνική Εταιρεία της Πέστης. Έτσι, μπορεί να πει κανείς ότι η ιστορία της μουσειακής συλλογής ουγγρικής ζωγραφικής ξεκίνησε με την «Ελληνίδα».

Αλλά γιατί μια Ελληνίδα; Το σύγχρονο (όχι αρχαίο) ελληνικό θέμα εμφανίστηκε στην ευρωπαϊκή ζωγραφική με την Ελληνική Επανάσταση ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία τη δεκαετία του 1820. Φυσικά, οι συμπάθειες του ευρωπαϊκού ρομαντισμού προς τους Έλληνες άσκησαν επιρροή και στην ουγγρική τέχνη.

Οι Έλληνες, και ιδιαίτερα οι Ελληνίδες, αποτελούσαν συχνά θέμα στην ουγγρική ζωγραφική του 19ου αιώνα, και κατά μία έννοια η «Ελληνίδα» κατέληξε να αντιπροσωπεύει ένα εξωτικό θέμα αρωματισμένο με ερωτισμό.

Και αν σήμερα βρίσκουμε την «Ελληνίδα» να αποκαλύπτει ανοιχτά την ομορφιά και τη γοητεία της, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι επρόκειτο για θέμα μόδας. Και όσο κι αν μας γνέφει σαγηνευτικά αυτή η όμορφη γυναίκα, με την ιστορική έννοια το έργο αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα της ουγγρικής μουσειολογίας.

Ο ζωγράφος

Ο Jakab Marastoni (Giacomo Marastoni) γεννήθηκε το 1804 στη Βενετία και σπούδασε στην περίφημη Ακαδημία Καλών Τεχνών.

Ταξίδεψε στη Βιέννη στις αρχές της δεκαετίας του 1830, πέρασε από τη σημερινή Μπρατισλάβα το 1833 και εγκαταστάθηκε οριστικά στην Πέστη το 1836. Έγινε περιζήτητος πορτρετίστας μεταξύ αριστοκρατικών και αστικών οικογενειών, αλλά και κατά τη διάρκεια κοινοβουλευτικών συνεδριάσεων.⁠

Το 1846 ίδρυσε την Πρώτη Ουγγρική Ακαδημία Ζωγραφικής στην Πέστη – την πρώτη ιδιωτική σχολή αποκλειστικά για ζωγραφική στην Ουγγαρία. Ανάμεσα στους μαθητές του περιλαμβάνονται σημαντικοί Ούγγροι καλλιτέχνες όπως ο Károly Lotz, ο Mihály Zichy, ο Soma Orlai Petrich κ.ά. Το 1846 έγινε Επίτιμος Πολίτης της Πέστης.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ασχολήθηκε με την δαγκεροτυπία ήταν ο πρώτος επαγγελματίας αυτής της τεχνικής στην Ουγγαρία. Πέθανε σε ψυχιατρική κλινική και η σχολή του έκλεισε λίγο μετά.

tovima.gr

Συνέχεια ανάγνωσης

Γενικά θέματα

Ούμαρ Κρέμλεφ: Ο άνθρωπος του Πούτιν που «εισέβαλε» στον αμερικανικό αθλητισμό

Πριν γίνει γνωστός ως Ούμαρ Κρέμλεφ, ο 43χρονος που χρόνια αργότερα θα συνδεόταν ακόμη και με το πολυτελές πάρτι του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ στις Μπαχάμες, ήταν γνωστός με το όνομα Ούμαρ Λουτφουλόεφ. Μέχρι τον Μάρτιο του 2010, το όνομα Κρέμλεφ παρέμενε ουσιαστικά άγνωστο

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Πριν γίνει γνωστός ως Ούμαρ Κρέμλεφ, ο 43χρονος που χρόνια αργότερα θα συνδεόταν ακόμη και με το πολυτελές πάρτι του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ στις Μπαχάμες, ήταν γνωστός με το όνομα Ούμαρ Λουτφουλόεφ. Μέχρι τον Μάρτιο του 2010, το όνομα Κρέμλεφ παρέμενε ουσιαστικά άγνωστο.

Όταν «πάτησε» τα 28 κι έχοντας, σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, καταδίκες για εκβιασμό και ξυλοδαρμό, είδε τις φιλοδοξίες του για καριέρα στην πυγμαχία να σβήνουν εξαιτίας της έλλειψης πειθαρχίας και θέλησε να κάνει μια νέα αρχή για να ανεβεί τα σκαλοπάτια της ρωσικής κοινωνίας.

Και για να πετύχει αυτή του την επιδίωξη, δεν θα μπορούσε να διαλέξει καταλληλότερο επώνυμο από το Κρεμλέφ – ουσιαστικά, «ο άνθρωπος του Κρεμλίνου». Όπως και στην περίπτωση του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, αυτό ήταν ένα όνομα που έμελλε να συνδεθεί με φήμη, πλούτο και αντιπαραθέσεις.
Ο Ρόμπερτ Γκαρσία, ο κορυφαίος Δημοκρατικός στην Επιτροπή Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων, έθεσε το εύλογο ερώτημα: «Τι πήρε ως αντάλλαγμα; Χρειαζόμαστε απαντήσεις» και το ζευγάρι των νεόνυμφων έσπευσε να απαντήσει: «Η φιλία δεν προϋποθέτει πολιτικά κίνητρα. Η γενναιοδωρία δεν συνοδεύεται αυτομάτως από κάποια ατζέντα. Και μερικές φορές ένα γαμήλιο δώρο είναι απλώς ένα γαμήλιο δώρο», προσφέροντας στη συνέχεια να επιστρέψει τα χρήματα.

Ο 43χρονος μεγάλωσε στο Σερπούχοφ, μια πόλη περίπου 120.000 κατοίκων, 60 μίλια νότια της Μόσχας και 5.729 μίλια ανατολικά του Little Pipe Cay, του νησιού στις Μπαχάμες που νοίκιασε για τον γιο του Αμερικανού προέδρου. Γεννημένος από μητέρα Τατζίκα σε μουσουλμανική οικογένεια, «παντρεύτηκε» αρχή τον ρόλο του αουτσάιντερ.

Στράφηκε από μικρός στην πυγμαχία, όμως έχει παραδεχτεί σε συνέντευξή του ότι σταμάτησε στα 19 του, επειδή δεν διέθετε την απαιτούμενη πειθαρχία. Ακόμη και την ημέρα ενός αγώνα μπορούσε να βρεθεί σε νυχτερινό κέντρο ως τις τέσσερις τα ξημερώματα. Με μεγάλα χέρια και τη σωματική διάπλαση πυγμάχου βαρέων βαρών, ο Κρεμλέφ πέρασε τα επόμενα χρόνια αναζητώντας τον δρόμο που του ταίριαζε. Παρέμεινε, πάντως, στον κόσμο της πυγμαχίας, εργαζόμενος ως διοργανωτής αγώνων.

Σύμφωνα με το ρωσικό ερευνητικό μέσο Proekt, καταδικάστηκε για εκβιασμό το 2004 και για ξυλοδαρμό το 2007, αν και οι ακριβείς συνθήκες των υποθέσεων παραμένουν ασαφείς. Ο ίδιος δεν έχει αρνηθεί τις καταδίκες.

Οι Night Wolves εμφανίστηκαν την περίοδο της Περεστρόικα, της οικονομικής αναδιάρθρωσης της δεκαετίας του 1980, ως μια ομάδα μοτοσικλετιστών και φίλων της ροκ μουσικής. Επικεφαλής τους ήταν ο Αλεξάντερ Ζαλντοστάνοφ, γνωστός ως «Χειρουργός», στενός φίλος του Βλαντίμιρ Πούτιν.

Μέσα σε αυτόν τον ετερόκλητο κόσμο που ο Κρεμλέφ άρχισε να καλλιεργεί τις σχέσεις που θα τον μετέτρεπαν από πυγμάχο σε ισχυρό παράγοντα της ρωσικής κοινωνίας. Η σημαντικότερη από αυτές ήταν με τον Αλεξέι Ρουμπέζνι, υποστράτηγο της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Προστασίας (FSO) ψηλόβαθμων κρατικών αξιωματούχων, με τον οποίο έγιναν αχώριστοι.

Το 2016, ο Ρουμπέζνι ήταν πλέον επικεφαλής της Υπηρεσίας Ασφαλείας του Προέδρου και ο Κρεμλέφ είχε αποκτήσει, με αυτό τον τρόπο, πρόσβαση στον Πούτιν. Έκτοτε, η καριέρα του απογειώθηκε.

Ανέβηκε γρήγορα στην ιεραρχία και το 2017 ανέλαβε την ηγεσία της Ρωσικής Ομοσπονδίας Πυγμαχίας. Όμως η ορεξη του Κρεμλέφ είχε ανοίξει και δεν χόρταινε. Η Association Internationale de Boxe Amateur (AIBA – Διεθνής Ομοσπονδία Ερασιτεχνικής Πυγμαχίας) βρισκόταν τότε σε βαθιά κρίση, αντιμέτωπη με καταγγελίες διαφθοράς που οδήγησαν το 2019 στην αρχική αναστολή της από τους Ολυμπιακούς Αγώνες ως φορέα που είχε την ευθύνη της ολυμπιακής πυγμαχίας.

Ο Κρεμλέφ υποσχέθηκε σαρωτικές μεταρρυθμίσεις και την εξόφληση χρέους που υπολογιζόταν στα 16 εκατ. δολάρια, με στόχο ο οργανισμός να ανακτήσει τον έλεγχο της ολυμπιακής πυγμαχίας. Έτσι, το 2020 κέρδισε με άνεση την ψηφοφορία για την προεδρία, ενώ το γεγονός ότι μιλούσε από ελάχιστα έως καθόλου αγγλικά δεν αποτέλεσε εμπόδιο. Και όπως έκανε με τον ίδιο του τον εαυτό, και σε αυτή την περίπτωση έκανε το restart με τον ίδιο τρόπο: άλλαξε το όνομα του οργανισμού σε International Boxing Association (IBA).

Ακολούθησε συνεργασία της IBA με την Gazprom, τον ρωσικό κρατικό ενεργειακό κολοσσό, με συνέπεια το χρέος να μηδενιστεί και τα χρηματικά έπαθλα να αυξηθούν. «Γιατί να μην μπορούν οι ερασιτέχνες πυγμάχοι να πληρώνουν τα στεγαστικά τους δάνεια και να στηρίζουν τις οικογένειές τους;» είχε δηλώσει τότε ο Κρεμλέφ.

Το 2022, η IBA ήρε περιορισμούς που είχαν επιβληθεί νωρίτερα την ίδια χρονιά και επέτρεψε σε Ρώσους και Λευκορώσους πυγμάχους να αγωνίζονται με τις εθνικές σημαίες και τους ύμνους τους, ενώ απέκλεισε από τις τάξεις της την Ουκρανική Ομοσπονδία Πυγμαχίας. Την επόμενη χρονιά, ωστόσο, η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή (ΔΟΕ) ψήφισε – με αφορμή τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία – υπέρ της αφαίρεσης από την IBA της ιδιότητας της παγκόσμιας ομοσπονδίας του αθλήματος.

Ο Κρεμλέφ γίνεται ο «σκιώδης δήμαρχος»

Ωστόσο, δεν ήταν μόνο οι πυγμάχοι του Κρεμλέφ που πληρώνονταν καλά. Το 2019, μια εταιρεία του απέκτησε το δικαίωμα να γίνει ο μοναδικός διαχειριστής της εθνικής λοταρίας της Ρωσίας. Σε ένα μοτίβο που θα επαναλαμβανόταν αρκετές φορές, η λοταρία έγινε σύντομα χορηγός της IBA.

Τα επόμενα χρόνια, ο Κρεμλέφ απέκτησε μερίδια σε τρεις από τις μεγαλύτερες στοιχηματικές εταιρείες της Ρωσίας, τις Fonbet, Liga Stavok και Pari. Ρωσικά μέσα ενημέρωσης έχουν αναφέρει ότι οι συμφωνίες αυτές είχαν την υποστήριξη του Αντρέι Κόστιν, του υπό κυρώσεις χρηματοδότη και προέδρου της συνδεδεμένης με το Κρεμλίνο τράπεζας VTB, ο οποίος έχει χαρακτηριστεί «τραπεζίτης-κουμπαράς του Πούτιν».

Οι εταιρείες αυτές φαίνεται ότι είχαν συνολικά έσοδα περίπου 625 δισ. ρούβλια (5,5 δισ. λίρες) το 2023, ενώ η Liga Stavok αποτελεί πλέον βασικό εταίρο της IBA.

Ο Κρεμλέφ είχε επίσης αποκτήσει σταδιακά τον έλεγχο της Tsupis, μιας εταιρείας πληρωμών που συνδέει τους παίκτες με τις στοιχηματικές εταιρείες και εισπράττει προμήθεια από κάθε ποντάρισμα. Το 2021, ο Πούτιν εξέδωσε διάταγμα κατά της απάτης, το οποίο παραχώρησε στην Tsupis μονοπώλιο σε αυτή την εξαιρετικά επικερδή δραστηριότητα. Την ίδια περίοδο, οι φορείς που ρύθμιζαν την αγορά στοιχημάτων πέρασαν επίσης υπό τον έλεγχο του Κρεμλέφ και ενοποιήθηκαν σε έναν κοινό εποπτικό οργανισμό, με αρκετά μέλη του διοικητικού συμβουλίου να προέρχονται, σύμφωνα με δημοσιεύματα, από το δίκτυό του στον χώρο της πυγμαχίας.

Στη γενέτειρά του, το Σερπούχοφ, καθώς εξελισσόταν σε ολιγάρχη, ο Κρεμλέφ απέκτησε το προσωνύμιο «σκιώδης δήμαρχος», έχοντας συγκεντρώσει ένα εντυπωσιακό χαρτοφυλάκιο ακινήτων. Κάποια από αυτά φέρεται να περιήλθαν στην κατοχή του μετά την αναδιανομή περιουσιακών στοιχείων του φυλακισμένου πρώην δημάρχου Αλεξάντερ Σεστούν.

Πηγές αναφέρουν ότι απέκτησε γεωργικές εκτάσεις, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, ένα λιμάνι, ένα εμπορικό κέντρο και ένα ξενοδοχείο, ενώ το 2024, ο Κρεμλέφ φέρεται να επωφελήθηκε και από απαλλοτρίωση. Τον Φεβρουάριο, το Κρεμλίνο κατέσχεσε τη Rolf, τη μεγαλύτερη αντιπροσωπεία αυτοκινήτων της Ρωσίας, από τον Σεργκέι Πετρόφ, τον εξόριστο ιδιοκτήτη της και πρώην βουλευτή της αντιπολίτευσης και μέχρι τον Σεπτέμβριο, η εταιρεία είχε περάσει στον Κρεμλέφ μέσω συμφωνίας ύψους 35 δισ. ρουβλίων.

Σε ανακοίνωσή της, η Rolf παρουσίασε τον Κρεμλέφ ως νέο ιδιοκτήτη της, χαρακτηρίζοντάς τον «στρατηγικό επενδυτή, ο οποίος θα επιτρέψει στην εταιρεία να διατηρήσει τη μοναδική εταιρική κουλτούρα της και να διευρύνει το φάσμα των δραστηριοτήτων της, με έμφαση στην αύξηση της αποτελεσματικότητας και την προσέλκυση νέων συνεργατών και πελατών».

Ένας από αυτούς τους νέους συνεργάτες, σύμφωνα με μεταγενέστερα δημοσιεύματα του Proekt, ήταν η IBA.

Η πίστη στον Πούτιν

Έχοντας συγκεντρώσει προσωπική περιουσία που υπολογίζεται έως και σε 300 εκατ. λίρες και αναλαμβάνοντας παράλληλα και άλλα αξιώματα – μεταξύ αυτών την προεδρία της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ταβλιού – ο Κρεμλέφ δεν έκρυβε ποτέ τις πολιτικές του συμπάθειες.

«Χάρη σε έναν άνθρωπο, σήμερα υπάρχουν πραγματικά κάθε είδους ευκαιρίες να κερδίσεις χρήματα και να επιδιώξεις περισσότερα», είχε δηλώσει σε βιντεοσκοπημένη συνέντευξη το 2024, την οποία εντόπισε ο Guardian. «Αυτός ο άνθρωπος, φυσικά, είναι ο πρόεδρός μας, Βλαντίμιρ Βλαντιμίροβιτς Πούτιν».

Λίγους μήνες αργότερα, η Ουκρανία του επέβαλε κυρώσεις, χωρίς να βρίσκεται, ωστόσο, υπό κυρώσεις από τη Βρετανία, τις ΗΠΑ ή την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τον Απρίλιο, ο Πούτιν απένειμε στον Κρεμλέφ το Παράσημο της Φιλίας, ενώ λίγες ημέρες πριν από τον γάμο του Τραμπ Τζούνιορ, ο Κρεμλέφ συνόδευσε τον Ρώσο πρόεδρο σε επίσκεψη στην Κίνα, επιμένοντας πάντως ότι δεν βρισκόταν εκεί με επίσημη ιδιότητα.

Τα οφέλη για την οικογένειά του

Όπως συμβαίνει συχνά με τις οικογένειες ισχυρών και εύπορων πατριαρχών, και οι συγγενείς του Κρεμλέφ φαίνεται ότι επωφελήθηκαν από την άνοδό του. Το 2024, η ρωσική Novaya Gazeta ανέφερε ότι είχε παραχωρήσει στην τότε 21χρονη σύζυγό του, Αναστάσια Λεστσίνσκαγια, ένα κουρείο και ένα καφέ στο Σερπούχοφ, καθώς και πολυτελή αυτοκίνητα. Μάλιστα, αψηφώντας πλήρως τους νόμους, οι Porsche, Lamborghini και Aston Martin που φέρεται να της ανήκαν έχουν, σύμφωνα με δημοσιεύματα, συγκεντρώσει περίπου 50 κλήσεις από την τροχαία της περιφέρειας της Μόσχας.

Η Λεστσίνσκαγια ήταν γνωστή δημιουργός στο TikTok και το ένα από τα δύο μέλη του διδύμου «twinsrussian».

Ωστόσο, η δίδυμη αδελφή της είναι εκείνη που έχει προσελκύσει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Η Εκατερίνα Λεστσίνσκαγια διευθύνει τη φιλοπουτινική οργάνωση Healthy Fatherland, ένα αθλητικό και πατριωτικό κίνημα στο οποίο το Κίεβο έχει επιβάλει κυρώσεις για τον φερόμενο ρόλο του στην απαγωγή, την απέλαση και την αναγκαστική μεταφορά παιδιών από την Ουκρανία. Η ίδια έχει επίσης συναντηθεί επανειλημμένα με τον Ρώσο πρόεδρο.

Και φαίνεται πως αυτή ακριβώς η σύνδεση του Τζούνιορ με τον Κρεμλέφ ήταν που ώθησε τη Μελάνια Τραμπ – η οποία έχει μεσολαβήσει σε συμφωνίες με Ρώσους αξιωματούχους για την επιστροφή Ουκρανών παιδιών – να πάρει αποστάσεις από τον γάμο του θετού γιου της, με εκπρόσωπό της να δηλώνει: «Η κυρία Τραμπ δεν έχει και δεν είχε ποτέ καμία σχέση με τον κ. Κρεμλέφ».

Ασαφής ο τρόπος σύνδεσης του Τραμπ Τζούνιορ με τον Κρεμλέφ
Ο Τραμπ Τζούνιορ, όμως, έχει. Το πώς ακριβώς ο γιος του Αμερικανού προέδρου μπήκε στον κύκλο του Κρεμλέφ παραμένει ασαφές. Εκπρόσωπος του γιου του Αμερικανού προέδρου δήλωσε ότι οι δύο άνδρες, αμφότεροι λάτρεις του κυνηγιού, γνωρίστηκαν μέσω κοινού φίλου και «δέθηκαν χάρη στην αγάπη τους για την πυγμαχία και τις δραστηριότητες στη φύση».

Επιπλέον, ο Τραμπ Τζούνιορ είχε επαφή με την πυγμαχία από μικρή ηλικία, λόγω της δραστηριότητας του πατέρα του ως διοργανωτή αγώνων. Στα δέκα του χρόνια είχε παρακολουθήσει από κοντά τον Μάικ Τάισον να διαλύει τον Μάικλ Σπινκς μέσα σε μόλις 91 δευτερόλεπτα στο Trump Plaza Hotel του Ατλάντικ Σίτι.

Ο κοινός φίλος μέσω του οποίου γνωρίστηκαν δεν έχει κατονομαστεί, ωστόσο αμφότεροι διατηρούν στενές σχέσεις με έναν Τούρκο επιχειρηματία, τον Κάαν Καρακάγια. Ο Καρακάγια φέρεται, μάίστα, να ήταν παρών σε ένα αμφιλεγόμενο κυνηγετικό ταξίδι στη Μογγολία το 2019, κατά το οποίο ο Τραμπ Τζούνιορ πυροβόλησε και σκότωσε ένα απειλούμενο πρόβατο.

Τον Σεπτέμβριο του περασμένου έτους, σε εκδήλωση της IBA στην Κωνσταντινούπολη, στην οποία παρευρέθηκε και ο Μάνι Πακιάο, παγκόσμιος πρωταθλητής σε οκτώ διαφορετικές κατηγορίες βάρους, ο Κρεμλέφ ανακοίνωσε τον διορισμό του Καρακάγια ως εκπροσώπου της οργάνωσης στην Τουρκία.

«Ο Κάαν υπήρξε μια γέφυρα ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους, ένας φίλος που φέρνει τους ανθρώπους κοντά», είχε δηλώσει ο Κρεμλέφ.

«Ηγέτης και φίλος»

Ο Τραμπ Τζούνιορ παρευρέθηκε στην ίδια εκδήλωση της IBA και κάθισε δίπλα στον Κρεμλέφ πάνω στη σκηνή. Οι δύο άνδρες φαίνεται ότι διατηρούσαν ήδη τότε φιλική σχέση, παρά τα περιορισμένα αγγλικά του Ρώσου, ενώ ο Κρεμλέφ, σε μια ιδιαίτερα θερμή αναφορά, δήλωσε ότι ήταν «υπερήφανος που βρίσκεται εδώ με τον φίλο μου» και υποσχέθηκε ότι εκείνος και ο Τραμπ Τζούνιορ θα «προστατεύσουν τη διαφάνεια στην πυγμαχία και θα ανοίξουν τον δρόμο για την επόμενη γενιά».

Από την πλευρά του, ο Τραμπ Τζούνιορ επαίνεσε τον 43χρονο για το γεγονός ότι «επανέφερε την καθαρότητα της πυγμαχίας» και «αποκατέστησε την πραγματική δικαιοσύνη» στο άθλημα – μια αναφορά, όπως φαίνεται, στην πολιτική της IBA να μην επιτρέπει σε βιολογικούς άνδρες να αγωνίζονται στη γυναικεία πυγμαχία. «Είμαι υπερήφανος που αποκαλώ τον Ούμαρ όχι μόνο ηγέτη αλλά και φίλο», είχε δηλώσει, σύμφωνα με δελτίο Τύπου της IBA που είχε τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Ούμαρ Κρεμλέφ και Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ ενώνουν τις δυνάμεις τους».

Η θέση του για την πυγμάχο Ιμάν Κελίφ

Η IBA βρέθηκε ακόμη περισσότερο στο επίκεντρο της διεθνούς προσοχής κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Παρισιού το 2024, γεγονός που δημιούργησε μια ευκαιρία την οποία ο Κρεμλέφ μπορούσε να αξιοποιήσει.

Στους Αγώνες, η ΔΟΕ χρησιμοποίησε δική της μονάδα πυγμαχίας για τη διοργάνωση του τουρνουά, καθώς η IBA είχε ήδη αποβληθεί. Η διοργάνωση, ωστόσο, βρέθηκε στο επίκεντρο έντονης αντιπαράθεσης όταν επετράπη στην Αλγερινή πυγμάχος Ιμάν Κελίφ να αγωνιστεί στην κατηγορία των 66 κιλών γυναικών, μολονότι είχε αποκλειστεί από το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της προηγούμενης χρονιάς επειδή δεν είχε περάσει εξετάσεις επαλήθευσης φύλου.

Κι ενώ η IBA του Κρεμλέφ είχε αποκλείσει την Κελίφ από τις διοργανώσεις της, η ΔΟΕ της επέτρεψε να αγωνιστεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες με βάση το γεγονός ότι στο διαβατήριό της αναγράφεται ως γυναίκα. Ακολούθησε διεθνής αντιπαράθεση, με την Κελίφ να κερδίζει ομόφωνα όλους τους αγώνες της και να κατακτά τελικά το χρυσό μετάλλιο.

«Είναι ξεκάθαρα καθορισμένο: ο γυναικείος αθλητισμός είναι για γυναίκες, ο ανδρικός αθλητισμός για άνδρες. Ο γυναικείος αθλητισμός είναι για γυναίκες», είχε δηλώσει ο Κρεμλέφ στο TalkSPORT, μεταφέροντας, μάλιστα, το μήνυμα αυτό στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, στέλνοντας ανοιχτή επιστολή 1.100 λέξεων στον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είχε πρόσφατα υπογράψει εκτελεστικό διάταγμα που απαγόρευε στις τρανς γυναίκες να αγωνίζονται στις γυναικείες κατηγορίες αθλημάτων.

Στην επιστολή, ο Κρεμλέφ έγραφε: «Είναι ζωτικής σημασίας όλοι οι αθλητές να αγωνίζονται επί ίσοις όροις και η θέση σας στο ζήτημα αποτελεί σημαντικό βήμα προς την επίτευξη αυτού του στόχου», ενώ επιτέθηκε και στη ΔΟΕ, λέγοντας: «Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή και η σημερινή ηγεσία της έχουν, δυστυχώς, οδηγήσει το Ολυμπιακό Κίνημα σε παρακμή με τις κοντόφθαλμες ενέργειές τους και την κακή διοίκηση».

Ο Κρεμλέφ έριξε επίσης στον Αμερικανό πρόεδρο άλλο ένα «τυράκι». «Το τελευταίο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Πυγμαχίας της IBA στις Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποιήθηκε το 2007 στο Σικάγο. Ενδιαφερόμαστε πολύ να επαναφέρουμε τη διοργάνωση στη χώρα σας και είμαστε περισσότερο από έτοιμοι να συνεργαστούμε προς αυτή την κατεύθυνση» έγραψε, ενώ έκλεισε την επιστολή του παραλλάσσοντας δύο από τις αγαπημένες φράσεις του Τραμπ: «Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας σε αυτά τα σημαντικά ζητήματα. Προσβλέπουμε με μεγάλη αισιοδοξία στην πιθανότητα να συνεργαστούμε για να κάνουμε ξανά σπουδαίο το Ολυμπιακό Κίνημα, να προωθήσουμε το άθλημα της πυγμαχίας και να υπερασπιστούμε τα δικαιώματα των αθλητών σε ολόκληρο τον κόσμο».

Η αντιπαράθεση με τους Σαουδάραβες

Το 2025, η IBA ανέβασε ακόμη περισσότερο στροφές. Σύμφωνα με πληροφορίες της Telegraph, στην Κωνσταντινούπολη η ομάδα του Κρεμλέφ προσέφερε στον γνωστό Βρετανό πυγμάχο Τάισον Φιούρι αμοιβή 50 εκατ. λιρών προκειμένου να αγωνιστεί σε μία από τις διοργανώσεις της IBA. Ο Φιούρι, ωστόσο, επέλεξε να υπογράψει συμφωνία τριών αγώνων με τον Τούρκι Αλ-Σέιχ, αξιωματούχο της κυβέρνησης της Σαουδικής Αραβίας.

Ο Κρεμλέφ αποτελεί, ουσιαστικά, τον ισχυρότερο promoter του αθλήματος στην Ανατολική Ευρώπη, αποτελώντας άμεση πρόκληση για την επιρροή του Αλ-Σέιχ και των Σαουδαράβων στην πυγμαχία και για τον έλεγχό τους σε ορισμένους από τους σημαντικότερους αγώνες του αθλήματος.

Άνθρωποι από τον χώρο της πυγμαχίας περιγράφουν τον Κρεμλέφ ως «μια χαρισματική προσωπικότητα που εμφανίζεται σε εκδηλώσεις και διοργανώσεις περιστοιχισμένος από μια πολυάριθμη ομάδα συνεργατών, σχεδόν σαν αρχηγός κράτους». Οι ομιλίες του είναι συχνά φορτισμένες συναισθηματικά και δυναμικές, με επαναλαμβανόμενες αναφορές στον τρόπο με τον οποίο η πυγμαχία μπορεί να αλλάξει τις ζωές των νέων ανθρώπων.

«Συχνά δεν έχει ιδιαίτερη έκφραση στο πρόσωπό του, κι όμως αποπνέει μια ευγένεια και μια ταπεινότητα», δήλωσε άνθρωπος του χώρου.

Το περασμένο καλοκαίρι, η IBA λάνσαρε και δικό της πρωτάθλημα πυγμαχίας χωρίς γάντια. Οι πρώτοι αγώνες πραγματοποιήθηκαν στη Μόσχα, όμως ήταν το ντεμπούτο στις ΗΠΑ, στο Μαϊάμι, το φετινό καλοκαίρι που τράβηξε την προσοχή.

Συμπαρουσιαστής της εκδήλωσης ήταν ο Άντριου Τέιτ, ο Βρετανός πρώην kickboxer και αυτοαποκαλούμενος μισογύνης, ο οποίος δεν ανέβηκε ποτέ στη σκηνή, καθώς συνελήφθη έξω από τον χώρο της διοργάνωσης. Ο Τέιτ και ο αδελφός του, Τρίσταν, βρίσκονται αντιμέτωποι με έκδοση στη Βρετανία, όπου αντιμετωπίζουν συνολικά 59 κατηγορίες, μεταξύ των οποίων βιασμό, αδικήματα που συνδέονται με εμπορία ανθρώπων για σεξουαλική εκμετάλλευση και άσεμνες εικόνες παιδιού. Και οι δύο αρνούνται οποιαδήποτε παρανομία.

Γλυκάθηκε με το Παγκόσμιο Κύπελλο και το UFC Freedom στον Λευκό Οίκο

Ωστόσο, δύο άλλες διοργανώσεις του καλοκαιριού φαίνεται ότι ενέπνευσαν περισσότερο τον Κρεμλέφ: το Παγκόσμιο Κύπελλο της FIFA υπό τον Τζάνι Ινφαντίνο και το UFC Freedom 250 του Ντέινα Γουάιτ, που φιλοξενήθηκε σε κήπο του Λευκού Οίκου.

«Ο Κρεμλέφ είδε πώς ο Ντέινα και ο Ινφαντίνο κατάφεραν να πάρουν αυτό που ήθελαν», δήλωσε παράγοντας του αθλητισμού. «Θέλει κι αυτός ένα κομμάτι από αυτή την πίτα».

«Και το να έχεις πρόσβαση στον Ντον Τζούνιορ είναι μια καλή αρχή», πρόσθεσε η ίδια πηγή.

Μάλλον πέρασε τα όρια και το «πληρώνει»

Στην προσπάθειά του, όμως, να αποκτήσει κυρίαρχη θέση στον παγκόσμιο αθλητισμό, ο Κρεμλέφ ίσως να πέρασε τα όρια. Η Ομοσπονδπια της οποίας ηγείται, απέχει πολύ από το να ανακτήσει τον έλεγχο της ολυμπιακής πυγμαχίας, καθώς τι χάσμα με τη ΔΟΕ δεν γεφυρώνεται, και η ζημιά που προκάλεσε το «εξαιρετικά γενναιόδωρο γαμήλιο δώρο» του – όπως το χαρακτήρισαν ο κύριος και η κυρία Τραμπ Τζούνιορ – φαίνεται ότι βαρύνει κυρίως τον ίδιο.

Παρότι στο νησί στις Μπαχάμες βρίσκονταν μόλις περίπου 50 άνθρωποι, ο Κρεμλέφ είχε φτάσει συνοδευόμενος από μεγάλη ομάδα Ρώσων, οι οποίοι απομονώνονταν από τους υπόλοιπους και μιλούσαν μεταξύ τους, σύμφωνα με το ProPublica. Η παρουσία και η συμπεριφορά τους είχε προκαλέσει, μάλιστα, απορίες στους άλλους καλεσμένους.

Και ύστερα τραβήχτηκε μια ομαδική φωτογραφία, όπου το ξυρισμένο κεφάλι του Κρεμλέφ διακρίνεται μισοκρυμμένο στο πίσω μέρος, ενώ στο κέντρο βρίσκονται η Ιβάνκα Τραμπ, ο Τζάρεντ Κούσνερ, η Τίφανι Τραμπ και άλλοι.

«Τι σκεφτόταν;» σχολίασε στην Telegraph πρόσωπο από κύκλους Ρώσων ολιγαρχών. «Είναι ένας μπράβος που κατάφερε να βρεθεί στη σωστή πλευρά του προέδρου και ενθουσιάστηκε υπερβολικά».

Πρώτα ήταν η Μελάνια Τραμπ που πήρε αποστάσεις. Στη συνέχεια, εκπρόσωπος του Έρικ Τραμπ, αδελφού του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, δήλωσε για τον Κρεμλέφ: «Ο Έρικ δεν έχει απολύτως καμία ιδέα ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος και δεν έχει ακούσει ποτέ το όνομά του». Και μετά ήρθε το τελειωτικό χτύπημα από τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ: «Δεν έχω ιδέα ποιος είναι ο Ούμαρ. Δεν τον έχω ξανακούσει ποτέ».

protothema.gr

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός8 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις8 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή