Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η ενεργειακή επανάσταση στις ΗΠΑ Τι ανέτρεψε τα δεδομένα ΜΕΧΡΙ πρόσφατα, δεδομένης της χαμηλής διαπερατότητας του ταμιευτήρα υδρογο- νανθράκων, η αξιοποίηση του πετρελαίου και φυσικού αερίου σε σχιστολιθικές δο- μές θεωρείτο οικονομικά ασύμφορη. Τι ανέτρεψε όμως τα δεδομένα; Μια σειρά από τεχνολογικά επιτεύγματα, περιβαλλο- ντικοί αλλά και κοινωνικοί παράγοντες συνέκλιναν προς την ανατροπή του ενερ- γειακού σκηνικού. Κυρίαρχο ρόλο διαδρα- μάτισε η υδραυλική ρωγμάτωση (hydraulic fracturing) την οποία τελειοποίησε ο Τζορτζ Μίτσελ τις δεκαετίες 1980 με 2000 στο Τέξας. Με απλά λόγια, η υδραυλική ρωγμάτωση με τη χρήση εκρηκτικών ή/και ενός συμπιεσμένου μίγματος νερού, άμ- μου και χημικών δημιουργεί σχισμές στα σχιστολιθικά πετρώματα ξεκλειδώνοντας θύλακες φυσικού αερίου ή πετρελαίου. Ουσιαστική συνεισφορά είχαν επίσης οι βελτιώσεις στις οριζόντιες γεωτρήσεις (horizontal drilling) που επιτρέπουν την απελευθέρωση παγιδευμένων υδρογοναν- θράκων στα σχιστολιθικά πετρώματα. Η ύπαρξη εκτεταμένων και αναβαθμισμένων σεισμικών μετρήσεων επιτρέπει την καλύ- τερη κατανόηση των γεωλογικών σχηματι- σμών αυξάνοντας έτσι τις πιθανότητες εντοπισμού προσοδοφόρων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων. Ένας άλλος λόγος που συνέτεινε στη διάδοση της υδραυλικής ρωγμάτωσης, είναι η δικαιοδοσία που έχουν οι Αμερικανοί πολίτες πάνω στους φυσικούς πόρους που βρίσκονται στη γη τους. Σε αντίθεση με άλλες χώρες, εξαίρε- ση αποτελεί το γεγονός ότι στις ΗΠΑ, οι ιδιοκτήτες γης διατηρούν το δικαίωμα να εκμεταλλευτούν τον φυσικό πλούτο της γης τους καθώς τους ανήκει. Η τεχνική κα- τάρτιση πολλών ενεργειακών εταιρειών εξερεύνησης και παραγωγής υδρογοναν- θράκων, σε συνάρτηση με συμφέρουσα και άφθονη χρηματοδότηση από τη Wall Street έδωσαν ιδιαίτερη ώθηση στη βιομη- χανία πετρελαίου. Τέλος, η ύπαρξη ενός σχετικά εκτεταμένου δικτύου αγωγών πε- τρελαίου και φυσικού αερίου επιτρέπει τη μεταφορά τους στη χώρα. Ως αποτέλεσμα, πολιτείες όπως η Βόρεια Ντακότα παρά- γουν σήμερα σημαντικές ποσότητες πε- τρελαίου ενισχύοντας την εθνική ασφά- λεια του εφοδιασμού. ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΟ της αλματώδους αύξησης παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου ήταν να μειωθούν δραματικά οι τιμές των καυ- σίμων, ιδιαίτερα του φυσικού αερίου από τα $12,5/ΜΜBtu το 2008 για να κατέλθει στα μόλις $3,5/ΜΜBtu το 2012. Συνάμα, η τιμή του πετρελαίου στις ΗΠΑ, που καθορίζεται από τον δείκτη WTI, μειώθη- κε σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα σε σχέση με την τιμή του αργού πετρελαίου Brent. Όπως ήταν αναμενόμενο, η μείωση της τιμής του φυσικού αερίου συνέβαλε στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της αμερικανικής βιομηχανίας. Επιπλέον, οι επενδύσεις σε βιομη- χανίες πετροχημικών, λιπασμάτων, ακόμα και σε χαλυβουργεία σημείωσαν αύξηση. Πολλές εταιρείες παραγωγής ηλεκτρικής ενέρ- γειας αντικατέστησαν το γαιάνθρακα με το φυσικό αέριο, που αν και πιο φτηνό είναι και επίσης πολύ πιο περιβαλλοντικά καθαρό καύσιμο, με περίπου 45% λιγότερους ρύπους, σε σχέση με το γαι- άνθρακα. Άλλες εταιρείες μετέτρεψαν το στόλο των οχημάτων τους σε οχήματα καύσης συμπιεσμένου φυσικού αερίου. Οικιακοί κατα- ναλωτές αντικατέστησαν τους λέβητες θέρμανσης τους με συστή- ματα καύσης φυσικού αερίου. Για πρώτη φορά τον Απρίλιο 2012 η ηλεκτροπαραγωγή από φυσικό αέριο ισοστάθμισε την παραγωγής ενέργειας από γαιάνθρακα. Αποτέλεσμα οι ατμοσφαιρικοί ρύποι του διοξειδίου του άνθρακα (CO2) των ΗΠΑ να καταγράψουν τα χαμηλότερα τους επίπεδα των τελευταίων 20 ετών. Μόνο την τε- λευταία πενταετία η μείωση στις εκπομπές CO2 ανήλθε στο 14% και αναμένεται να ξεπεράσει τους δεσμευτικούς στόχους της ΕΕ για μείωση 20% του CO2 μέχρι το 2020. Υπολογίζεται ότι ο «ενεργει- ακός πυρετός» (energy rush) μέχρι το 2012 δημιούργησε 1,7 εκα- τομμύρια νέες θέσεις εργασίας. Αν και καθόλου εύκολο για τις υπόλοιπες χώρες (με εξαίρεση ίσως τον Καναδά) να αναπαράξουν την ενεργειακή επανάσταση στις ΗΠΑ, οι επιδράσεις της στο παγκόσμιο ενεργειακό ισοζύγιο άρχισαν ήδη να γίνονται αισθητές. Στη μετά-Φουκουσίμα εποχή όπου η χρήση της πυρηνικής ενέργειας για ηλεκτροπαραγωγή άρ- χισε να τίθεται εκτός λειτουργίας, δεδομένης και της οικονομικής λιτότητας που εφαρμόζεται σε πολλές χώρες, εταιρείες ηλεκτρο- παραγωγής αναζητούν πιο συμφέρουσες εναλλακτικές ενεργειακές λύσεις. Για παράδειγμα, ο γαιάνθρακας που θα χρησιμοποιείτο στις ΗΠΑ για ηλεκτροπαραγωγή άρχισε ήδη να εξάγεται σε ευρωπαϊκές χώρες για τον ίδιο σκοπό. Ως εκ τούτου, η κατανάλωση φυσικού αερίου σε ευρωπαϊκές χώρες δεν αναμένεται να σημειώσει αύξηση το 2012. Πώς συνδέεται με τα αποθέματα φυσικού αερίου στην κυπριακή ΑΟΖ

Δημοσιεύτηκε στις

ΤΟΥ ΔΡΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΑΤΖΗΣΤΑΣΟΥ*
 Εύλογα μπορεί να διερωτηθεί κανείς
από τον τίτλο τι είδους ενεργειακή
επανάσταση συντελείται στις ΗΠΑ
αυτή την περίοδο και ποιος ο συσχετισμός
της με τους υδρογονάνθρακες της Ανατολικής Μεσογείου. Ας πάρουμε όμως τα πράγ-
ματα από την αρχή. Μια σειρά από τεχνολογικές εξελίξεις, οικονομικές και κοινωνικές
συγκυρίες μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνες για τα ενεργειακά τεκταινόμενα στις
ΗΠΑ. Η ενεργειακή «αναγέννηση» στις ΗΠΑ
αφορά την αλματώδη αύξηση της εγχώριας
παραγωγής φυσικού αερίου και πετρελαίου
από σχιστολιθικά πετρώματα (shale gas and
tight oil). Ως αποτέλεσμα αυτής της ενεργειακής επανάστασης, η παραγωγή αργού
πετρελαίου αυξήθηκε κατά 25% την πενταετία 2008-2012.
Υπολογίζεται να φτάσει τα 6,4 εκατομμύρια βαρέλια (μέσης)
ημερήσιας παραγωγής για το 2012.
Την ίδια περίοδο, η παραγωγή 2 δισ.
κυβικά μέτρα ημερησίως (bcm/d) φυσικού
αερίου έφθασε σε επίπεδα ρεκόρ από το
1973. Εικάζεται μάλιστα ότι μέχρι το 2020
θα ξεπεράσει και σε παραγωγή πετρελαίου την Σαουδική Αραβία, της οποίας η πα-
ρούσα παραγωγή ανέρχεται στα 10 εκατ.
βαρέλια την ημέρα.

Με άλλα λόγια, ότι
δεν κατάφεραν όλοι οι αμερικανοί πρόεδροι μετά από την πετρελαϊκή κρίση του
1973, κατά την οποία ο Ρίτσαρντ Νίξον είχε
προτάξει την ενεργειακή ανεξαρτησία των
ΗΠΑ, θα το πετύχουν οι ενεργειακές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην ίδια τη
χώρα. Το πιο σημαντικό στοιχείο όμως είναι ότι η ΗΠΑ ενδέχεται να καταστεί χώρα
εξαγωγής ενέργειας μέχρι το 2025 με
2030, σύμφωνα με προβλέψεις των Exxon-
Mobil και BP. Πρόσφατα, μια μελέτη που
εκπονήθηκε εκ μέρους του υπουργείου
Ενέργειας των ΗΠΑ έδειξε ότι τα οφέλη
από την εξαγωγή «πλεοναζόντων» αποθε-
μάτων φυσικού αερίου θα είναι πολύ ευ
εργετικά από οικονομικής πλευράς για τη
χώρα.

 Η ύπαρξη μεγάλων αποθεμάτων μη-συμβατικού (unconventional)φυσικού αερίου και πετρελαίου στην ηπειρωτική βόρεια Αμερική ήταν γνώστη, τόσο στους ενεργειακούς κολοσσούς, όσο καισε κρατικούς φορείς όπως το υπουργείο Ενέργειας των ΗΠΑ και την Υπηρεσία Γεωλογικής Επισκόπησης εδώ και πολλές δεκαετίες. Πρόσφατες εκτιμήσεις κάνουν
λόγο για απολήψιμα αποθέματα της τάξης των 15,35 τρισ. κυβικά μέτρα (τκμ), περίπου 80 πεδία Αφροδίτη. Ιδιαίτερα υποσχόμενοι γεωλογικοί σχηματισμοί φυσικού αερίου είναι αυτοί του Marcellus στις βορειοανατολικές πολιτείες, Πενσυλβανία,Βιρτζίνια, και Νέα Υόρκη, με 5 τκμ και του Haynesville στα σύνορα Τέξας-Λουιζιάνα με 2,33 τκμ.

Οι υδρογονάνθρακες της Ανατολικής Μεσογείου

Πώς όμως η ενεργειακή επανάσταση στις ΗΠΑ μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη πεδίων φυσικού αερίου(και ενδεχομένως πετρελαίου) μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, στην Ανατολική Μεσόγειο; Αναμφίβολα η παγκόσμια αγορά ενέργειας, πέρα από τις γεωπολιτικές επιρροές, καθορίζεται από τους κανόνες της προσφοράς και ζήτησης. Το κόστος μεταφοράς
υγρών καυσίμων (πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου -ΥΦΑ) αποτελεί ένα
πολύ μικρό μέρος της τελικής τιμής πώλησης.Αυτό δεν σταματά το Κατάρ, για παράδειγμα,
να εξάγει ΥΦΑ στην άλλη άκρη του κόσμου:την Ιαπωνία. Η αύξηση της προσφοράς ΥΦΑ
πιθανόν να επιφέρει μείωση στης τιμές του,παρόλο που οι πωλήσεις διέπονται συνήθως
από εικοσαετή συμβόλαια μεταξύ του προμηθευτή και του αγοραστή.

Ο εντοπισμός περίπου 1.000 δισ. κυβικώνμέτρων (δκμ) στις Αποκλειστικές Οικονομικές
Ζώνες (ΑΟΖ) του Ισραήλ και της Κύπρου ήρθενα προστεθεί στα περίπου 2.200 δκμ της Αι-
γύπτου, εκ των οποίων τα 1.700 δκμ βρίσκονται στο θαλάσσιο Δέλτα του Νείλου. Το καίριο ζήτημα όμως είναι η τελική τιμή πώλησηςτου ΥΦΑ ανά μονάδα π.χ., MMBtu το οποίο
περιλαμβάνει τις δαπάνες εξερεύνησης, ανάπτυξης, μεταφοράς με αγωγούς, υγροποίησης, κλπ. Συγκριτικά, το κόστος παράγωγης υδρογονανθράκων σε υπέρβαθειά νεράυπερβαίνει κατά πολύ το κόστος παραγωγήςστη στεριά. Επομένως, η μείωση της τιμής του
ΥΦΑ μπορεί να καταστήσει ασύμφορη τηνανάπτυξη πεδίων ΦΑ σε βαθειά νερά κάτω
από συγκεκριμένες συνθήκες.

 Ένας τρόπος να μειωθεί το κόστος παραγωγής ΥΦΑ στη Λεκάνη της Λεβαντίνης, είναι
η Κύπρος και το Ισραήλ να εκμεταλλευτούναπό κοινού τα αποθέματα τους αξιοποιώντας
έτσι τις οικονομίες κλίμακας. Δηλαδή, αντίΚύπρος και Ισραήλ να κτίσουν από ένα σταθμό υγροποίησης, μπορούν να συγκεντρώσουν το ΦΑ σε ένα μεγαλύτερου μεγέθους τερμα-
τικό υγροποίησης.
Ειδικότερα αν οι εγκαταστάσεις υγροποίησης ΦΑ κατασκευαστούν στην Κύπρο, μπορεί έτσι να ενισχυθεί και η ασφάλεια τους. Η εγγύτητα των αποθεμάτων επιτρέπει επίσης
εξοικονομήσεις σε έργα υποδομής π.χ., η πόντιση αγωγών που θα μεταφέρει το ΦΑ και
των δυο χωρών μαζί, πλατφόρμες επεξεργασίας, κλπ.

Σημαντική εξέλιξη επίσης αποτελεί η πώληση 30% του πεδίου Λεβιάθαν στην αυστραλιανή Woodsite έναντι του ποσού των $2,5 δισ. Ουσιαστικά, αυτή η συμμετοχή (farm in) ανοίγει το δρόμο για εξαγωγές ΦΑ από το Ισραήλ που είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα είναι
υπό μορφή ΥΦΑ. Η κίνηση της Woodsite δημιούργει μια νέα δυναμική στη μετατροπή της
Ανατολικής Μεσογείου σε προμηθευτή ενέργειας. Δεν πρέπει όμως να ξεχνούμε τον ανταγωνισμό, τόσο από το Κατάρ, όσο και από την Αυστραλία, που φιλοδοξεί να μετατραπεί στον μεγαλύτερο παίχτη εξαγωγής ΥΦΑ στον
κόσμο. Ισχυρή ώθηση για την αξιοποίηση των
υδρογονανθράκων στην κυπριακή ΑΟΖ αποτελεί το ενδιαφέρον ενεργειακών κολοσσών
όπως η γαλλική Total, η ιταλική ENI, και η νοτιοκορεάτικη KOGAS κατά τον 2o γύρο αδειοδότησης τεμαχίων.
Η επιτυχής έκβαση των διαπραγματεύσεων θα ανοίξει το δρόμο για τον εντοπισμό
δυνητικά μεγάλων αποθεμάτων ΦΑ, της τάξης
των 1.700 δκμ, αλλά και πετρελαίου. Η τεχνογνωσία, το μέγεθος, τα οικονομικά συμφέροντα, αλλά και η πρόσβαση των μεγάλων αυ-
τών εταιρειών στις αγορές, προκαλεί ένα
κλίμα ευφορίας. Ταυτόχρονα, διανοίγονται
πολλές ευκαιρίες συνεργασιών μεταξύ των
εταιρειών αυτών (και της Noble) για έργα υποδομής.

Οφέλη σε βάθος χρόνου
ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ οφέλη που θα προκύψουν για την Κύπρο αναμένεται να συμβάλουν αποφασιστικά ώστε να ξεπεραστεί η οικονομική κρίση σε βάθος χρόνου. Από ενεργεικής άποψης, οι αναπτύξεις πεδίων φυσικού αερίου προσφέρουν την ευκαιρία να μεατραπεί η Κύπρος σε περιφερειακό κέντρο παροχής υπηρεσιών προς την πετρελαϊκή βιομηχανία (petro-cluster). Ενεργώντας ως ο συνδετικός κρίκος μεταξύ του Λίβανου,του Ισραήλ, της Συρίας και της Αίγυπτου, η Κύπρος μπορεί να προσελκύσει σοβαρέςεταιρείες της υποστήριξης πετρελαϊκής βιομηχανίας.

Σύμφωνα με προβλέψεις της BP, η παγκόσμια ζήτηση φυσικού αερίου αναμένεται να σημειώσει σημαντική αύξηση και να φτάσει τα 5,08 δκμ/μέρα, το 2030, από τα 4,67 δκμ/μέρα το 2010. Μια άλλη εκτίμηση από τη Διεθνές Υπηρεσία Ενέργειας (IEA) προβλέπει ότι η παγκόσμια κατανάλωση φυσικού αερίου θα αυξηθεί από το 21% μερίδιο στην παγκόσμια ενεργειακή πίτα το 2011, για να φθάσει το 25% μέχρι το 2035, χαρακτηρίζοντας την ως «χρυσή εποχή του ΦΑ» (Golden Age of Gas). Αν συνυπολογίσουμε την εκτίμηση ότι η παραγωγή φυσικού αερίου από τη Ρωσία μέχρι το 2020 θα μειωθεί από 550 δκμ/έτος σε 350 δκμ/έτος, τότε οι προοπτικές εξαγωγής από την Ανατολική
Μεσόγειο τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ασία φαντάζουν ιδιαίτερα ευοίωνες. Το με-
γάλο στοίχημα παραμένει αν η Κύπρος και το Ισραήλ αδράξουν τη χρονική συγκυρία να
εκμεταλλευτούν την ιστορική ευκαιρία που τους έχει παρουσιαστεί συμπαρασύροντας
μαζί τους την Ελλάδα και ενδεχομένως και το Λίβανο.

Μπορούν να γίνουν εξαγωγές ΥΦΑ από τις ΗΠΑ;
Η ΑΦΘΟΝΙΑ φυσικού αερίου στις ΗΠΑ και η σχεδόν «κατάρρευση» των τιμών ώθησαν πολλές
εταιρείες παραγωγής ενέργειας να στραφούν στις διεθνείς αγορές και συγκεκριμένα στις εξαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου (ΥΦΑ,liquefied natural gas). Κάτι τέτοιο ήταν λογικόκαι αναμενόμενο, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκριτικά υψηλότερες τιμές φυσικού αερίου στις άλλες κυριότερες αγορές: αυτές της Ευρώπης και της Ασίας. Συγκεκριμένα, στην Ευρώπη η τιμήπώλησης του ΦΑ ανέρχεται στα $9/ΜΜBtu ενώ στην Ιαπωνία το ΥΦΑ κυμαίνεται στα $15/ΜΜBtu.Αν και μέχρι στιγμής δεν έχει επιτραπεί σε καμιά
εταιρεία να προβεί σε εξαγωγές, εντούτοις είναι ζήτημα χρόνου να δοθούν οι πρώτες άδειες. Οι εξαγωγικές ποσότητες που θα επιτραπούν, φυσικά, παραμένουν το μεγάλο ερωτηματικό.Η πιθανή εξαγωγή ΥΦΑ από τις ΗΠΑ στον υπόλοιπο κόσμο θα αυξήσει την προσφορά φυσικού αερίου και ενδεχομένως θα επιφέρει περαιτέρω μείωση στις τιμές. Φυσικά, κάτι τέτοιο θα εξαρτηθεί από τις υποδομές υγροποίησης και αποϋγροποίησης ΦΑ, που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη μεταφορά του. Στις υποδομές συμπεριλαμβάνεται και η διαθεσιμότητα πλοίων μεταφοράς ΥΦΑ (LNG carriers). Ήδη αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, π.χ. η Πολωνία, έχουν αποφασίσει να ενισχύσουν την ασφάλεια του ενεργειακού τους εφοδιασμού και να διευρύνουν την ποικιλομορφία καυσίμων και προχωρούν στη
δημιουργία των απαραίτητων τερματικών αποϋγροποίησης ΥΦΑ. Για να γίνει όμως εφικτή η εξαγωγή ΥΦΑ από τις ΗΠΑ, χρειάζονται να κατασκευαστούν σταθμοί υγροποίησης (LNG plants). Μερικές εταιρείες προτείνουν τη μετατροπή υποδομών αποϋγροποίησης ΦΑ σε μονάδες υγροποίησης, ακόμα και πλωτές μονάδες υγροποίησης (FLNG). Τέλος, οι παραδοσιακά καλές σχέσειςμεταξύ ευρωπαϊκών χωρών και η σχετικά μικρή απόσταση μεταξύ των ΗΠΑ και της Ευρώπης ευνοούν τη μεταφορά ΥΦΑ με υγραεριοφόρα πλοία
τύπου LNG.

* Ο Κωνσταντίνος Χατζηστάσου είναι ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου στον τομέα των υδρογονανθράκων και τεχνολογιών έκλυσης χαμηλών επιπέδων άνθρακα. Ιστοσελίδα: www.energysequel.com

Τι ανέτρεψε
τα δεδομένα 

ΜΕΧΡΙ πρόσφατα, δεδομένης της χαμηλής διαπερατότητας του ταμιευτήρα υδρογονανθράκων, η αξιοποίηση του πετρελαίου και φυσικού αερίου σε σχιστολιθικές δομές θεωρείτο οικονομικά ασύμφορη. Τι ανέτρεψε όμως τα δεδομένα; Μια σειρά από τεχνολογικά επιτεύγματα, περιβαλλοντικοί αλλά και κοινωνικοί παράγοντες συνέκλιναν προς την ανατροπή του ενεργειακού σκηνικού. Κυρίαρχο ρόλο διαδραμάτισε η υδραυλική ρωγμάτωση (hydraulicfracturing) την οποία τελειοποίησε ο Τζορτζ Μίτσελ τις δεκαετίες 1980 με 2000 στο Τέξας. Με απλά λόγια, η υδραυλική ρωγμάτωση με τη χρήση εκρηκτικών ή/και
ενός συμπιεσμένου μίγματος νερού, άμμου και χημικών δημιουργεί σχισμές στα
σχιστολιθικά πετρώματα ξεκλειδώνοντας θύλακες φυσικού αερίου ή πετρελαίου.

Ουσιαστική συνεισφορά είχαν επίσης οι βελτιώσεις στις οριζόντιες γεωτρήσεις
(horizontal drilling) που επιτρέπουν την απελευθέρωση παγιδευμένων υδρογονανθράκων στα σχιστολιθικά πετρώματα. Η ύπαρξη εκτεταμένων και αναβαθμισμένων σεισμικών μετρήσεων επιτρέπει την καλύτερη κατανόηση των γεωλογικών σχηματισμών αυξάνοντας έτσι τις πιθανότητες εντοπισμού προσοδοφόρων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων.

Ένας άλλος λόγος που συνέτεινε στη διάδοση της υδραυλικής ρωγμάτωσης, είναι η δικαιοδοσία που
έχουν οι Αμερικανοί πολίτες πάνω στους φυσικούς πόρους που βρίσκονται στη γη
τους. Σε αντίθεση με άλλες χώρες, εξαίρεση αποτελεί το γεγονός ότι στις ΗΠΑ, οι
ιδιοκτήτες γης διατηρούν το δικαίωμα να εκμεταλλευτούν τον φυσικό πλούτο της
γης τους καθώς τους ανήκει. Η τεχνική κατάρτιση πολλών ενεργειακών εταιρειών
εξερεύνησης και παραγωγής υδρογονανθράκων, σε συνάρτηση με συμφέρουσα και άφθονη χρηματοδότηση από τη Wall Street έδωσαν ιδιαίτερη ώθηση στη βιομηχανία πετρελαίου.

Τέλος, η ύπαρξη ενός σχετικά εκτεταμένου δικτύου αγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου επιτρέπει τη μεταφορά τους στη χώρα. Ως αποτέλεσμα,πολιτείες όπως η Βόρεια Ντακότα παράγουν σήμερα σημαντικές ποσότητες πετρελαίου ενισχύοντας την εθνική ασφά-
λεια του εφοδιασμού.

Φαινόμενο του ντόμινο στην παγκόσμια αγορά
ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΟ της αλματώδους αύξησης παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου ήταν να μειωθούν δραματικά οι τιμές των καυσίμων, ιδιαίτερα του φυσικού αερίου από τα $12,5/ΜΜBtu το 2008 για να κατέλθει στα μόλις $3,5/ΜΜBtu το 2012. Συνάμα, η τιμή του
πετρελαίου στις ΗΠΑ, που καθορίζεται από τον δείκτη WTI, μειώθηκε σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα σε σχέση με την τιμή του αργούπετρελαίου Brent. Όπως ήταν αναμενόμενο, η μείωσ της τιμής του φυσικού αερίου συνέβαλε στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας
της αμερικανικής βιομηχανίας. Επιπλέον, οι επενδύσεις σε βιομηχανίες πετροχημικών, λιπασμάτων, ακόμα και σε χαλυβουργεία σημείωσαν αύξηση. Πολλές εταιρείες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας αντικατέστησαν το γαιάνθρακα με το φυσικό αέριο, που αν και πιο φτηνό είναι και επίσης πολύ πιο περιβαλλοντικά καθαρό καύσιμο, με περίπου 45% λιγότερους ρύπους, σε σχέση με το γαιάνθρακα. Άλλες εταιρείες μετέτρεψαν το στόλο των οχημάτων τους σε οχήματα καύσης συμπιεσμένου φυσικού αερίου. Οικιακοί κατα
ναλωτές αντικατέστησαν τους λέβητες θέρμανσης τους με συστήματα καύσης φυσικού αερίου. Για πρώτη φορά τον Απρίλιο 2012 η ηλεκτροπαραγωγή από φυσικό αέριο ισοστάθμισε την παραγωγής ενέργειας από γαιάνθρακα. Αποτέλεσμα οι ατμοσφαιρικοί ρύποι
του διοξειδίου του άνθρακα (CO2) των ΗΠΑ να καταγράψουν τα χαμηλότερα τους επίπεδα των τελευταίων 20 ετών. Μόνο την τελευταία πενταετία η μείωση στις εκπομπές CO2 ανήλθε στο 14% και αναμένεται να ξεπεράσει τους δεσμευτικούς στόχους της ΕΕ για
μείωση 20% του CO2 μέχρι το 2020.

Υπολογίζεται ότι ο «ενεργειακός πυρετός» (energy rush) μέχρι το 2012 δημιούργησε 1,7 εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας.

Αν και καθόλου εύκολο για τις υπόλοιπες χώρες (με εξαίρεση ίσως τον Καναδά) να αναπαράξουν την ενεργειακή επανάσταση στις ΗΠΑ, οι επιδράσεις της στο παγκόσμιο ενεργειακό ισοζύγιο άρχισαν ήδη να γίνονται αισθητές. Στη μετά-Φουκουσίμα εποχή
όπου η χρήση της πυρηνικής ενέργειας για ηλεκτροπαραγωγή άρχισε να τίθεται εκτός λειτουργίας, δεδομένης και της οικονομικής λιτότητας που εφαρμόζεται σε πολλές χώρες, εταιρείες ηλεκτροπαραγωγής αναζητούν πιο συμφέρουσες εναλλακτικές ενεργειακές
λύσεις. Για παράδειγμα, ο γαιάνθρακας που θα χρησιμοποιείτο στις ΗΠΑ για ηλεκτροπαραγωγή άρχισε ήδη να εξάγεται σε ευρωπαϊκές χώρες για τον ίδιο σκοπό. Ως εκ τούτου, η κατανάλωση φυσικού αερίου σε ευρωπαϊκές χώρες δεν αναμένεται να σημειώσει αύξηση το 2012.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός8 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις8 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή