Διεθνή
Επτά μαθήματα από την εκεχειρία στη Γάζα
ενισχυμένη τόσο στο εσωτερικό, όσο και το εξωτερικό από αυτό το
επεισόδιο. Ο Mohammed Morsi επαινείται ευρέως γιατί βρήκε τη σωστή
ισορροπία μεταξύ του ρεαλισμού που του επέτρεψε να καταφέρει την
εκεχειρία και μια ηθική βάση για την υποστήριξη των Παλαιστινίων, την
οποία εγγυάται ότι ο ίδιος ότι δε θα μπορούσε να την παραγκωνίσει όπως ο
Mubarak ο δεύτερος. Όπως ήταν αναμενόμενο, υπάρχει η ντόπια κριτική για
το ρόλο του Morsi στην υπόθεση αυτή που υποδηλώνει τόσο ότι ο Morsi
επέστρεψε στον παλιό ρόλο της Αιγύπτου ως αστυνομικός της Αμερικής στην
περιοχή και/ή ότι ήταν ανεπαρκώς εστιασμένος στις ανάγκες της Αιγύπτου.
Είναι απίθανο, όμως και για τις δύο κριτικές να αποκτήσουν μεγάλη
βαρύτητα. Αν μη τι άλλο, η χρονική στιγμή της κρίσης έδωσε ένα μεγάλο
πλεονέκτημα στον Morsi, παρέχοντάς του τη δυνατότητα να διεκδικήσει τη
νίκη με φόντο το κακό κλίμα εξαιτίας του τραγικού σιδηροδρομικού
δυστυχήματος στη νότια Αίγυπτο (το οποίο διαφορετικά θα ήταν συνεχώς
πρωτοσέλιδο και θα οδηγούσε σε μεγάλη δυσαρέσκεια προς την κυβέρνηση),
με την αστυνομία να συγκρούεται στο Κάιρο με επαναστάτες και με μια
συνταγματική κρίση να σιγοβράζει στο παρασκήνιο. Η κρίση αυτή έχει πλέον
ενταθεί με ανάληψη καινούριων κι ευρύτερης εξουσίας από πλευράς του
Προέδρου, η χρονική στιγμή της οποίας θεωρείται από πολλές πλευρές ότι
συνδέεται με την εσωτερική και διεθνή υποστήριξη στο ρόλο Morsi στην
κρίση της Γάζας.
Ο Morsi βγήκε από το μεσολαβητικό του ρόλο με αυξημένη πίστωση στην
τράπεζα, τόσο μεταφορικά, διότι η διεθνής κοινότητα βασίστηκε στην ομάδα
του Morsi για την επίτευξη της ανακωχής και κυριολεκτικά, με το ΔΝΤ να
εγκρίνει δάνειο ύψους 4.8 δισ. δολαρίων στην Αίγυπτο, εντελώς
συμπτωματικά την ίδια ημέρα με αυτό το διπλωματικό επίτευγμα (και με
όρους που θα κάνει πολλά από τα ευρωπαϊκά κράτη να πρασινίσουν από τη
ζήλεια τους). Πολλά έχουν γίνει από τον συντονισμό ΗΠΑ-Αιγύπτου σχετικά
με όλη την κρίση και ιδιαίτερα με τα έξι τηλεφωνήματα που
πραγματοποιήθηκαν μεταξύ του Αιγυπτίου και του Αμερικανού προέδρου κατά
τη διάρκεια της περασμένης εβδομάδας. Ο Morsi κατάφερε να διαχειριστεί
τη σχέση του με τις ΗΠΑ, τη σχέση του με τη Χαμάς και κλείσει μια
συμφωνία με το Ισραήλ μέσω των αξιωματούχων ασφαλείας του και των
Ισραηλινών ομολόγων τους, ενώ την ίδια στιγμή να εκφράζει σαφή και
ευδιάκριτα αντίθετη από αυτή του Mubarak υποστήριξη προς τον
Παλαιστινιακό λαό, καθώς και τη δυσαρέσκειά του προς τις ισραηλινές
πολιτικές, αποσύροντας τον πρεσβευτή του από το Ισραήλ και στέλνοντας
τον πρωθυπουργό του να συναντηθεί με τον πρωθυπουργό της Γάζας Haniyeh
σε μια επίδειξη αλληλεγγύης με τη Γάζα, από την οποία εκτοξεύονται
πύραυλοι με στόχο τους το Ισραήλ.
Όλα αυτά δε συνεπάγονται ένα μέλλον χωρίς προβλήματα για την Αίγυπτο του
Morsi στην αρένα Ισραήλ-Παλαιστίνης. Η Αίγυπτος έχει τώρα ως ένα βαθμό
την ευθύνη για την πρόληψη της βίας μεταξύ των δύο φορέων στους οποίους ο
έλεγχός της είναι πάρα πολύ περιορισμένος (δηλαδή στη Χαμάς και το
Ισραήλ). Επίσης, πρέπει να αντιμετωπίσει τον πονοκέφαλο της ασφάλειας
στο Σινά. Αλλά ο Morsi είναι πιθανό να υπενθυμίσει στους Δυτικούς φίλους
του ότι αν δεν είναι σε θέση να αξιοποιήσουν μια περίοδο ηρεμίας για να
σημειώσουν ευρύτερη πρόοδο σχετικά με την Ισραηλινή υποχώρηση, τότε δεν
μπορεί να θεωρηθεί πλήρως υπεύθυνος για τις συνέπειες αργότερα.
2) Ισραήλ και Αίγυπτος: ένας εσφαλμένος περιφερειακός χάρτης
Η περασμένη εβδομάδα σηματοδότησε επίσης την επιστροφή της Αιγύπτου στην
περιφερειακή σκηνή ως ένα σημαντικό και σε αυτή την κρίση, αποφασιστικό
παράγοντα. Ειδικά στα τελευταία χρόνια της θητείας Mubarak, η απουσία
του Αιγυπτιακού πολιτικοδιπλωματικού βάρους, κάτι που προκλήθηκε από τη
βαθειά θέση της Αιγύπτου στο στρατόπεδο ΗΠΑ-Ισραήλ, δημιούργησαν ένα
μάλλον τεράστιο ανοιχτό περιφερειακό κενό. Ενώ η επανεμφάνιση της
Αιγύπτου ως ηγετική Αραβική δύναμη θα πάρει χρόνο και θα πρέπει να
σταθμίζεται σε σχέση με τις εσωτερικές προτεραιότητες της χώρας, η
περασμένη εβδομάδα, ωστόσο σηματοδότησε ένα σημαντικό ντεμπούτο στο
προσκήνιο για τον Πρόεδρο Morsi και αυτό το ντεμπούτο έχει λάβει θετικές
κριτικές από μια σειρά από πρωτεύουσες, συμπεριλαμβανομένης της
Ουάσινγκτον και πράγμα που ίσως να είναι και το πιο περίεργο, από την
Ιερουσαλήμ. Εδώ είναι που περιπλέκονται τα πράγματα.
Σίγουρα είναι λογικό για το Ισραήλ να θέλει να ενισχύσει ή ακόμα και να
ανοικοδομήσει τις σχέσεις του με τη νέα Αίγυπτο. Ωστόσο, κατά την
αποκλιμάκωση αυτής της κρίσης, η ηγεσία του Ισραήλ, κατά καιρούς, φάνηκε
να προχώρησε πολύ περισσότερο στην προσπάθεια του να αγκαλιάσει σφιχτά
τον Morsi (κυρίως στα σχόλια κατά τη συνέντευξη Τύπου της Ισραηλινής
ηγεσίας όπου υποστήριξε την εκεχειρία). Το μήνυμα που προσπαθεί να
στείλει το Ισραήλ είναι ότι, ακόμη και στην νέα περιφερειακή
πραγματικότητα, το Ισραήλ μπορεί να δράσει στρατιωτικά εναντίον των
Παλαιστινίων και η Αίγυπτος θα λυγίσει και με λίγη πίεση από τις ΗΠΑ, θα
κάνει ό,τι θέλει το Ισραήλ, ουσιαστικά θεωρώντας τις τελευταίες ημέρες
ως την Πρώτη Πράξη σε αυτό που ονομάζεται ως προσπάθεια
«μουμπαρακοποίησης» του Morsi.
Η ερμηνεία αυτή θα είναι ελκυστική και θα χρησιμοποιηθεί εναντίον του
Morsi από μερικούς από τους αντιπάλους της Μουσουλμανικής Αδελφότητας
της Αιγύπτου και στον αραβικό κόσμο, επίσης θα είναι ελκυστική και προς
μερικούς από τους υποστηρικτές του Ισραήλ. Είναι, ωστόσο, πιθανό η όλη
υπόθεση να είναι μια παρερμηνεία του Morsi και του περιφερειακού χάρτη.
Αξίζει να θυμηθούμε τους έπαινους που έλαβε ο Τούρκος Πρωθυπουργός Recep
Tayyip Erdogan, όταν ανέλαβε το ρόλο του μεσολαβητή μεταξύ Ισραήλ και
Συρίας το 2008. Τόσο Erdogan όσο και ο Morsi μπορούν να είναι
ρεαλιστικοί, αλλά δεν μπορούν να κάνουν το θέλημα Ισραήλ και Αμερικής,
όταν πρόκειται για τη συνεχόμενη άρνηση της αξιοπρέπειας και της
ελευθερίας των υπό κατοχή Παλαιστινίων από τις δύο προαναφερθείσες
χώρες, το γεγονός καθεαυτό είναι μια πηγή ταπείνωσης για τον Αραβικό και
Μουσουλμανικό κόσμο, καθώς και στο επίκεντρο της ατομικής και
κομματικής τους ρητορικής.
Οι προσπάθειες για την επίλυση της κρίσης έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια
μιας προγραμματισμένη διμερούς επίσκεψης του Erdogan στο Κάιρο, η οποία
σήμανε την περαιτέρω ενίσχυση των Τουρκοαιγυπτιακών σχέσεων. «Η Τουρκία
και η Αίγυπτος είναι αποφασισμένες ν’ αναπτύξουν ένα κοινό στρατηγικό
όραμα για τα περιφερειακά και παγκόσμια ζητήματα», έγραψε ο σύμβουλος
του Erdogan, Ibrahim Kalin. «Και οι δύο εργάζονται για την εξεύρεση
λύσης στο παλαιστινιακό ζήτημα η οποία θα βασίζεται στην ισότητα και την
αξιοπρέπεια». Ένα ρεαλιστικό Ισραήλ κατά πάσα πιθανότητα θα βρει στον
ρεαλιστή Morsi ένα σύμμαχο για την επίλυση προβλημάτων με τέτοιο τρόπο
ώστε να επωφελούνται αμοιβαία, αλλά το Ισραήλ του Netanyahu και του
Lieberman τείνει να χαρακτηρίζεται από την απουσία του πραγματισμού,
καθώς περιορίζει το δικαίωμα επιλογής των Παλαιστινίων. Υπό αυτές τις
συνθήκες, η συνεργασία με την Αίγυπτο θα παραμείνει περιορισμένη. Ο
Morsi δεν είναι πιθανός στόχος «μουμπαρακοποίησης». Ισραήλ λάβε το υπ’
όψιν σου.
3) ΤΟ Ισραήλ σε μετάβαση
Κατά καιρούς, η επιχείρηση Αμυντικοί Πυλώνες και τα μαθήματα που
απορρέουν από την ολοκλήρωσή της μοιάζουν σαν déjà-vu: με ένα Ισραήλ που
αντιμετωπίζει πολιτικά προβλήματα με στρατιωτικές λύσεις και χαραμίζει
την όποια νηνεμία επιτυγχάνεται με το να αρνείται να αναλάβει
διπλωματικές πρωτοβουλίες. «[Το Ισραήλ] θέλει μόνο να κερδίσει χρόνο και
να τον χαραμίσει», σημείωσε ο στρατιωτικός αναλυτής της Haaretz, Amir
Oren. «Το Ισραήλ εγκαταλείπει την αναγκαιότητα να καθορίσει από μόνο του
την πορεία του. Ως εκ τούτου, κινείται εξαντλητικά σε κύκλους και
καταλήγει πίσω εκεί που ξεκίνησε».
Άλλοι έχουν σημειώσει ότι αυτή ήταν εν μέρει μια επίδειξη του Netanyahu
ότι η σχέση ΗΠΑ-Ισραήλ παρέμεινε αμετάβλητη, παρά τις υποθέσεις που
ακολούθησαν την αποτυχημένη προσπάθεια Romney-Bibi-Adelson. Η σφιχτή
αγκαλιά προς τον Morsi υποδηλώνει την επιθυμία της εκ νέου επιβολής των
μέτριων, σε αντίθεση με τους εξτρεμιστικούς, κανόνες για την αλλαγή στη
Μέση Ανατολή. Ο Nahum Barnea, γνωστός και παλιός αρθρογράφος του Ισραήλ
έγραψε στην Yedioth Ahronoth σχετικά με «την ενίσχυση του μετριοπαθούς
αραβικού μπλοκ».
Αλλά μια ανάλυση που εστιάζει αποκλειστικά στη συνοχή κάνει κακό σε δύο
σημαντικές τάσεις στο Ισραήλ: ότι ο άξονας Netanyahu-Lieberman έχει τη
δική του γνώμη για το παλαιστινιακό ζήτημα, καθώς και ότι η ισραηλινή
πολιτική έχει μετατοπιστεί σημαντικά. Ο Richard Haas είχε δίκιο όταν
έγραψε στους Financial Times «το Ισραήλ έχει μια επιλογή: μπορεί να
λειτουργήσει για την ενίσχυση της κοσμικής ηγεσίας στη Δυτική Όχθη ή
μπορεί να λειτουργήσει έως μέτρο περιορισμού της Χαμάς,» και έχει δίκιο
στην εκτίμηση ότι ο Netanyahu δεν κάνει τίποτε από τα δύο. Ο Haas, όμως,
χάνει το δίκιο του αρνούμενος να αναγνωρίσει ότι ο άξονας
Netanyahu-Lieberman δε έχει κανένα συμφέρον να κάνει τίποτε από τα δύο
επειδή δεν έχει κανένα ενδιαφέρον να επιδιώκει μια λύση που θα φαίνεται
αξιοπρεπής ή ρεαλιστική σε οποιοδήποτε ουδέτερο παρατηρητή.
Από την πλευρά ενός Ισραήλ που αποφεύγει ακόμα και την φανταστική
επιδίωξη ενός τέτοιου αποτελέσματος, υπάρχει μια κάποια εσωτερική λογική
στις πολιτικές Netanyahu. Χωρίς να θέλω να αποδώσω στην Ισραηλινή
ηγεσία μια πλήρως σχηματισμένη στρατηγική, αρχίζουν να φαίνονται
ορισμένα αποτελέσματα στον ορίζοντα. Για παράδειγμα, ότι η ενδοχώρα της
Γάζας θα έπρεπε να ανήκει στην Αίγυπτο αντί είναι κατοικημένη περιοχή
των Παλαιστινίων, η οποία περιλαμβάνει το Νότιο Ισραήλ
(συμπεριλαμβανομένων των περιοχών από όπου προέρχονται πολλοί
Παλαιστίνιοι της Γάζας ή οι οικογένειές τους), την Ιερουσαλήμ και τη
Δυτική Όχθη. Εάν η διέλευση της Ράφα μεταξύ Αιγύπτου και Γάζας γίνει το
κύριο σημείο εισόδου ή εξόδου μεταξύ της Γάζας και του λοιπού κόσμου και
αν η Γάζα αποτελέσει «Αιγυπτιακή ευθύνη» (όπως προτείνουν πολλοί
Ισραηλινοί σχολιαστές σήμερα), τότε ο Netanyahu μπορεί να σημειώσει μια
νίκη. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια προσπάθεια διαχωρισμού
ενός ολοκληρωμένου Παλαιστινιακού ζητήματος και, κατά συνέπεια, την
ανάγκη εύρεσης λύσης, σε ένα σύνολο διακριτών και διαχειρίσιμων αρχείων:
το αρχείο της Γάζας, το αρχείο της Ιερουσαλήμ, το αρχείο της Ιουδαίας
και της Σαμάρειας, της αραβικής μειονότητας μέσα στο αρχείο του Ισραήλ,
και το αρχείο της UNRWA. Καθένα από αυτά θα απαιτούσε τη δική του
προσέγγιση για τη διαχείριση κρίσεων.
Η πολιτική στροφή προς τα δεξιά στο Ισραήλ είναι καλά τεκμηριωμένη. Αν
και είναι ίσως πολύ νωρίς για να εκτιμηθεί η πολιτική και εκλογική
επίπτωση της επιχείρησης Αμυντικοί Πυλώνες, οι αρχικές παρατηρήσεις θα
πρέπει να περιλαμβάνουν τα εξής: ότι ο Netanyahu αντιμετώπισε ελάχιστη ή
και καθόλου αντίσταση από την αριστερά στην κλιμάκωση αυτή (το μόνο
σιωνιστικό κόμμα που έδειξε την οποιαδήποτε ενόχληση ήταν το Meretz, με
τους 3 βουλευτές του στην Knesset, ενώ οι Παλαιστίνιοι Άραβες βουλευτές
ήταν ενωμένοι στην αντίστασή τους). Μερικά μέλη από την λεγόμενη
αντιπολίτευση του Netanyahu από το κέντρο και την αριστερά τον επέκριναν
ακόμη και γιατί δεν προχώρησε αρκετά. Η ακροδεξιά είναι πιο πιθανό να
κερδίσει κάποιες ψήφους από τις επιπτώσεις της επιχείρησης και από ένα
μέρος της κοινής γνώμης που έχει σοβαρούς ενδοιασμούς για την εκεχειρία.
Έχοντας ακούσει από τους πολιτικούς του για τόσα πολλά χρόνια ότι
υπάρχουν στρατιωτικές λύσεις, η έλλειψη ενθουσιασμού του Ισραηλινού
κοινού προς την είδηση ότι αυτό δεν μια τέτοια λύση δε θα πρέπει να
προκαλέσει έκπληξη. Αν ο Olmert μπει στον αγώνα, η υπόσχεσή του θα
μπορούσε να είναι ότι ήταν αρκετά ισχυρός ώστε να μην δειλιάσει να
εισβάλει στη Γάζα κατά τη διάρκεια της Επιχείρησης Συμπαγές Μολύβι, αλλά
ότι ήταν και αρκετά θαρραλέος να συμμετάσχει σε εκτεταμένες
διπλωματικές διαπραγματεύσεις με τον Abbas. Κάτι τέτοιο δεν είναι σημείο
συσπείρωσης για τους προοδευτικούς.
4) Το νέο συναντά το παλιό και στην Αμερική
Με την πρώτη ματιά, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί κάποιος εάν παραδεχτεί
ότι χρειάζεται μεγεθυντικό φακό για να εντοπίσει το οτιδήποτε νέο εκτός
από τα συνηθισμένα στην προσέγγιση της Ουάσιγκτον για τη διαχείριση
αυτής της τελευταίας κρίσης. Η συνηθισμένη, ακλόνητη υποστήριξη για την
οποιαδήποτε και την κάθε Ισραηλινή κίνηση ήταν φανερή. Υπήρξαν προτάσεις
για την αποστολή ακόμα μεγαλύτερης στρατιωτικής βοήθειας στο Ισραήλ,
καθώς και η κάθε ιδέα για μια χερσαία εισβολή που εμποδίστηκε κατά
κάποιο τρόπο με την παρέμβαση της Ουάσιγκτον θα πρέπει να συγκριθεί με
την απλή πραγματικότητα ότι ο Benjamin Netanyahu είχε ελάχιστο
ενδιαφέρον να ρίξει τη συγκεκριμένη ζαριά κατά τη διάρκεια της
προεκλογικής περιόδου. Όσο γελοία και να φάνηκε η επίσκεψη της Υπουργού
Εξωτερικών, Clinton, στη Ραμάλα για να μιλήσει με τον Πρόεδρο Abbas κατά
τη διάρκεια μιας διαπραγμάτευσης της οποίας η ίδια δεν ήταν μέρος, μας
έδωσε παρ’ όλα αυτά ένα τέλειο στιγμιότυπο της μειωμένης σημασίας της
Αμερικής στην περιοχή που αλλάζει.
Στην πραγματικότητα, το γεγονός ότι ο Πρόεδρος Obama πραγματοποίησε την
τηλεφωνική του διπλωματία κατά τη διάρκεια αυτής της κρίσης ενώ
βρισκόταν σε επίσκεψη στην Ασία ήταν κάπως συμβολικό. Η Αμερική δεν
πρόκειται να στρέψει το βλέμμα της από τη Μέση Ανατολή σύντομα,
εξαρτάται κατά κύριο λόγο, από τις πωλήσεις όπλων στον Κόλπο, ιδιαίτερα
στους υπολογισμούς της όταν πρόκειται για το Ισραήλ και απέχει πολύ
ακόμα από την ενεργειακή αυτάρκεια ή από το να είναι σε θέση να
περιορίσει πλήρως τα παρεμβατικά ένστικτά της. Αλλά το γεγονός αυτό
φαίνεται όλο και περισσότερο σαν μια μεταβατική περίοδος ή μια στροφή,
όχι μόνο προς την Ασία, αλλά και στο να βασίζονται όλοι στην επίλυση
τέτοιων κρίσεων με τη βοήθεια των εξωτερικών και όχι των αξιόπιστων
τοπικών (ή και όχι και τόσο τοπικών) μεσολαβητών. Αυτή η εκκολαπτόμενη
διαδικασία έχει εμφανιστεί στη Λιβύη, τη Συρία και αλλού. Με αυτή την
ευκαιρία, η Ουάσιγκτον έκανε κάτι σαν test drive με τη νέα Αίγυπτο ως
την εταίρο της στην επίλυση προβλημάτων της και φαίνεται ότι της άρεσαν
πολύ τα αποτελέσματα. Αυτό που είναι ενδιαφέρον εδώ από μια
Ισραηλινο-παλαιστινιακή άποψη είναι ότι οι τρεις ηγέτες και τα κράτη που
αναδύονται ως λύτες προβλημάτων που η Αμερική μπορεί να έχει μια κάποια
εμπιστοσύνη να συνεργαστεί στη Μέση Ανατολή, ο Erdogan της Τουρκίας, ο
Σεΐχης Hamad bin Khalifa Al Thani του Κατάρ και ο Πρόεδρος Morsi της
Αιγύπτου, όλοι τους είναι πιο κοντά στη Χαμάς από τον Abbas, είναι
κατηγορηματικοί στην κριτική τους προς τις πολιτικές του Ισραήλ, και
κανείς τους δεν έχει επί του παρόντος πρεσβευτή στο Ισραήλ.
5) Η άρνηση της Παλαιστινιακής πολιτικής πραγματικότητας μόλις έγινε (κατά πολύ) δυσκολότερη
εν μέσω της σύγκρουσής της με το Ισραήλ φιλοξένησε τον Γενικό Γραμματέα
του Αραβικού Συνδέσμου, τον πρωθυπουργό της Αιγύπτου και τους Υπουργούς
Εξωτερικών της Τουρκίας, του Ιράκ, της Ιορδανίας, του Λίβανου, της
Παλαιστινιακής Αρχής, του Κατάρ, της Τυνησίας, της Σαουδικής Αραβίας και
του Σουδάν. Πριν από αυτή την κλιμάκωση, οι περιφερειακές εξελίξεις
προφανώς είχαν μετατοπιστεί υπέρ της Χαμάς, συμπεριλαμβανομένης μιας
επίσκεψης στη Γάζα από τον Εμίρη του Κατάρ και τη δέσμευση του να
παράσχει περίπου 400 εκατομμύρια δολάρια. Η Χαμάς έχει αποδείξει και
πάλι ότι μπορεί να δημιουργήσει ένα βαθμό αμοιβαίας αποτροπής προς το
Ισραήλ, πράγμα που έχει ληφθεί σοβαρά υπόψη από το Ισραήλ και μπορεί να
διαπραγματευτεί αποτελεσματικά με το Ισραήλ, από την εξασφάλιση
απελευθερώσεων κρατουμένων μέχρι και την εξασφάλιση δεσμεύσεων παύσης
επιδρομών του Ισραηλινού Στρατού στα παλαιστινιακά εδάφη, μπορεί ακόμα
να λάβει και τα εύσημα για την αποχώρηση του Ισραήλ από τη Γάζα. Για να
τους το τρίψουν στη μούρη, την ίδια ημέρα που ο Ισραηλινός Στρατός
υποσχέθηκε να σταματήσει τις εισβολές στη Γάζα, τα στρατεύματά του ήταν
απασχολημένα διεξάγοντας επιδρομές και συλλήψεις κατά το μήκος της
Δυτικής Όχθης.
Επιπλέον, η Γάζα είναι πιθανό να γνωρίσει ταχύτερη οικονομική ανάπτυξη
από ότι η Δυτική Όχθη κατά την επόμενη περίοδο, όχι μόνο γιατί υπάρχει
μια χαμηλότερη βάση για να ξεκινήσει, αλλά και δεδομένης της πιθανότητας
υλοποίησης των δεσμεύσεων βοήθειας από την Τουρκία, το Κατάρ και αλλού
(αρχικά για την ανασυγκρότηση, σκεφτείτε την ανοικοδόμηση του Νοτίου
Λίβανου και στις γειτονιές της Βηρυτού μετά το 2006). Η Παλαιστινιακή
ισορροπία έχει αλλάξει, τελεία και παύλα.
Η Φατάχ και η ΟΑΠ δεν μπορούν να παραγκωνιστούν από την παλαιστινιακή
πολιτική, αλλά μακροχρόνια προσέγγιση τους να αναζητούν την αμερικανική
εύνοια με την ελπίδα ότι αν αποχωρήσει το Ισραήλ να δημιουργήσουν το
παλαιστινιακό κράτος, έχει κάνει τον κύκλο της . Φαίνεται να έχουν χάσει
το τραίνο που οδηγεί σε μια ειρηνική λαϊκή εκστρατεία και μια
συνεργασία της Παλαιστινιακής Αρχής με το Ισραήλ φαντάζει ευδιάκριτα
απρεπής στα μάτια πολλών Παλαιστινίων. Η Παλαιστινιακή ενότητα παραμένει
μια προφανής ανάγκη, αλλά ότι δεν είναι καθόλου εύκολο να εξασφαλιστεί.
Και μια πιθανή ψηφοφορία της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών
σχετικά με το καθεστώς του Παλαιστινιακού παρατηρητή έχει κατά πάσα
πιθανότητα μειωθεί σε μια επιμέρους παράσταση. Η διπλωματική
δραστηριότητα γύρω από οποιοδήποτε δρώμενο του ΟΗΕ, η προσέγγιση των
ευρωπαϊκών ψήφων και η αναμενόμενη διελκυστίνδα για το τί αντίμετρα θα
μπορούσε να λάβει η κυβέρνηση του Ισραήλ θα μπορούσε να λάβει μια
εξέχουσα θέση δυσανάλογη με τη σημασία της στις επόμενες γενιές
Ισραηλιτών και Παλαιστινίων. Ισραηλίτες και Παλαιστινίους.
6) Μια πιο περίπλοκη στρατιωτική ισορροπία
Θα δαπανηθεί πολύς χρόνος σχετικά με τις λεπτομέρειες των αντίστοιχων
στρατιωτικών επιτυχιών και τις αποτυχιών της κάθε πλευράς, που
υπερβαίνουν κατά πολύ τη δημόσια εκδοχή της κάθε πλευράς ως προς το εάν
το Ισραήλ υποχώρησε, φοβούμενο που θα μπορούσε να οδηγήσει μια χερσαία
εισβολή, ή αν η Χαμάς λύγισε πρώτη ενώ υποστηρίζει πως έγινε το
αντίθετο. Ο ηγέτης της Καντίμα, πρώην Υπουργός Άμυνας και Αρχηγός του
Επιτελείου του Ισραηλινού Στρατού, Shaul Mofaz δήλωσε στο ισραηλινό
ραδιόφωνο ότι η Χαμάς κέρδισε αυτό το γύρο. Αν και δεν είναι τόσο απλό,
κάτι υπάρχει σε αυτή την εκτίμηση. Το Ισραήλ φυσικά διατηρεί την απόλυτη
κυριαρχία στην τεχνολογική και οπλική αρένα. Οι ισχυρισμοί του Ισραήλ
ότι το απόθεμα των πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς στη Γάζα έχει εξαντληθεί
είναι σχεδόν βέβαια ακριβείς. Το αμυντικό σύστημα Iron Dome αποδείχτηκε
επιτυχές και έχει εντυπωσιακά αποτελέσματα (και χωρίς αμφιβολία θα γίνει
ένα ακόμα περιζήτητο προϊόν στο εμπόριο όπλων του Ισραήλ). Η δολοφονία
του στρατιωτικού διοικητή Ahmad Jabari θα είναι επίσης μια μεγάλη
απώλεια για τη Χαμάς, αν και τελικά θα προστεθεί στο νεκροταφείο των
υπόλοιπων αναντικατάστατων «κεφαλών του φιδιού».
Στη στήλη της Χαμάς, θα ειπωθούν πολλά για τη δυνατότητα της συνεχόμενης
εκτόξευσης ρουκετών στο Ισραήλ μέχρι και λίγο μετά την έναρξη ισχύος
της εκεχειρίας και φυσικά, ότι έχει αποδείξει τους ισχυρισμούς της ότι
το Τελ Αβίβ βρίσκεται εντός του πεδίου βολής της (καθώς και η
Ιερουσαλήμ, αν και κάπως αναπάντεχα από τη σκοπιά της ιερότητας των
τόπων για το Ισλάμ και όχι για την απόσταση). Επιπλέον, όπως επισήμανε ο
Barnea της Yedioth Ahronoth, το Ισραήλ, αχαρακτήριστα, φαίνεται να
δίνει μεγαλύτερη σημασία στην βελτιωμένη άμυνά του και όχι επιθετική του
ικανότητα, σχολιάζοντας ότι «με όλο το σεβασμό προς το αμυντικό σύστημα
Iron Dome, υπάρχει κάτι νέο και αναμφισβήτητα αντι-Ισραηλίτικο στην
επιπρόσθετη προστασία».
Πέρα από τους άμεσους δείκτες ευστοχίας, έρχονται κατά νου τρία
μεγαλύτερα σημεία της γενικής κατάστασης. Κατ’ αρχάς, η Χαμάς δεν έχει
γίνει ο υπεργολάβος για την ασφάλεια του Ισραήλ στη Γάζα. Και δεν
είμαστε μάρτυρες της μετατροπής των ταξιαρχιών της Izzedine Kasam σε μια
νέα έκδοση των υπηρεσιών ασφαλείας της ΠΑ. Ο συντάκτης της Haaretz,
Aluf Benn είναι ένας σοβαρός και αξιόπιστος αναλυτής, αλλά σε αυτήν την
περίπτωση κάνει λάθος. Η Χαμάς είναι σε θέση να είναι πολλά πράγματα,
όπως το να είναι ρεαλιστική και υπομονετική, ωστόσο, παραμένει να είναι
το Ισλαμικό Αντιστασιακό Κίνημα. Δεν πρόκειται να ξεκινήσει την αποστολή
των μαχητών της στα Αμερικανικά προγράμματα εκπαίδευσης στην Ιορδανία.
Όταν οι υπολογισμοί της ισορροπίας των συμφερόντων έχουν ως αποτέλεσμα
το «συνεχίστε τον ένοπλο αγώνα», τότε η Χαμάς αυτό ακριβώς θα κάνει. Και
θα συνεχίσει να προσπαθεί να πετύχει την ικανότητα να πράξει κάτι
τέτοιο με οποιονδήποτε τρόπο, συμπεριλαμβανομένης της στόχευσης αθώων
πολιτών, κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου, όπως έκανε όλη την
εβδομάδα. Οι περιορισμοί σχετικά με τη δράση της Χαμάς μπορεί να έχουν
αυξηθεί, αλλά δεν είναι απόλυτοι.
Δεύτερον, η ιδέα των οποιοδήποτε μελλοντικών ειρηνευτικών ρυθμίσεων,
συμπεριλαμβανομένης μιας Παλαιστινιακής συμφωνίας για την
αποστρατιωτικοποίηση μόλις απομακρύνθηκε. Παρά το γεγονός ότι η
προοπτική οποιασδήποτε τέτοιας συμφωνίας φαίνεται επίσης αρκετά
απομακρυσμένη, ένα μέλλον της Παλαιστινιακής επιμονής για την ανάπτυξη
στρατιωτικής ικανότητας μπορεί να μην είναι εν τέλει κακό πράγμα.
Καλύτερα να υπάρχει ένα Ισραήλ που είναι περιορισμένο σε εβδομαδιαίες
επιχειρήσεις, όπως οι Αμυντικοί Πυλώνες και όχι ένα λιγότερο
συγκρατημένο Ισραήλ που διεξάγει πολύμηνες επιχειρήσεις όπως η Αμυντική
Ασπίδα στη Δυτική Όχθη κατά τη διάρκεια της δεύτερης Ιντιφάντα.
Τρίτον, η μετατόπιση της εικόνας των περιφερειακών επηρεάζει επίσης την
εξίσωση της στρατιωτικής ασφάλειας. Η κατάσταση αλλάζει με τρόπους,
στους οποίους το Ισραήλ θα ήταν σοφό να δώσει προσοχή. Σε μια όλο και
περισσότερο και δυστυχώς θρησκευτική Μέση Ανατολή, η ένοπλη αντίσταση
δεν είναι πλέον η αποκλειστική αρμοδιότητα για το τι γίνεται αντιληπτό
ως ένας άξονας Ιρανικής Σιιτικής ηγεσίας. Έχουμε δει πλέον ένοπλες
εξεγέρσεις που υποστηρίζονται από τα κυρίαρχα Σουνιτικά Αραβικά κράτη
και τους Δυτικούς συμμάχους τους, κυρίως στη Λιβύη και τη Συρία. Το ότι η
Χαμάς επανατοποθετείται από έναν πιο Ιρανικό σε έναν πιο Σουνιτικό
άξονα (στο Κατάρ, την Τουρκία και την Αίγυπτο), αντανακλά αυτή την τάση.
Χωρίς να υπερβάλλουμε ότι αυτό το γεγονός βρίσκεται πολύ κοντά, αλλά η
πιο ρητή υποστήριξη για την ένοπλη συνιστώσα του αγώνα της Χαμάς θα
γίνει πιο δύσκολο να συγκαλυφθεί και τελικά να την αρνηθούμε. O Abdel
Bari Atwan, ο οποίος είναι συχνά μια καλή ένδειξη του κλίματος της
περιφερειακής γνώμης, αναρωτήθηκε στο Al-Quds Al-Arabi: «Γιατί ο
τελευταίοι [Άραβες ηγέτες /Άραβες Υπουργοί Εξωτερικών] δεν έσπευσαν να
προσφέρουν αντιαεροπορικούς πυραύλους Stinger στις αντιστασιακές ομάδες
στη Λωρίδα της για να μπορέσουν ν’ αποτρέψουν την Ισραηλινή πολεμική
αεροπορία; Ή μήπως αυτά τα όπλα απαγορεύεται να χρησιμοποιηθούν εναντίον
των Ισραηλινών για την προστασία των Παλαιστινίων Σουνιτών
Μουσουλμάνων;»
Η περασμένη αυτή εβδομάδα έδειξε ότι στους Ευρωπαίους δε λείπει μόνο μια
συνεκτική πολιτική για τους Παλαιστίνιους, αλλά τους λείπει επίσης μια
τέτοια πολιτική σχετικά με το Ισραήλ. Για τέσσερα χρόνια μετά την
Επιχείρηση Συμπαγές Μολύβι, η Ευρώπη δεν ήταν σε θέση να επηρεάσει την
κατάσταση στη Γάζα κατά κάποιο σημαντικό τρόπο και έχει, σε μεγάλο βαθμό
ανεξήγητα, συνεχίσει να διατηρεί την πολιτική της σιγής προς τη Χαμάς.
Την ώρα που μαζεύουμε τα σπασμένα μιας ακόμα κρίσης, έχει φτάσει σίγουρα
η στιγμή να σκεφτούμε εκ νέου από αυτή την σκοπιά. Επίσης, θα βοηθούσε
αν η Ευρώπη ήταν πιο χρήσιμη εταίρος σε μια περιοχή που υφίσταται
αλλαγές και μάλιστα να είναι πιο χρήσιμη στα μάτια των Αμερικάνων (ακόμη
και αν οι Αμερικανοί ουρλιάζουν όταν η πολιτική ανακοινώνεται για πρώτη
φορά). Η Ευρώπη θα μπορούσε τότε να είναι σε θέση να διαδραματίσει έναν
εποικοδομητικό ρόλο στην στα σύνορα Αιγύπτου-Γάζας στη Ράφα με την
αναθεώρηση της Αποστολή Συνοριακής Συνδρομής της ΕΕ(EUBAM).
Αν πραγματοποιηθεί ψηφοφορία για το Παλαιστινιακό στη Γενική Συνέλευση
του ΟΗΕ, η Ευρώπη θα πρέπει να ψηφίσει υπέρ, όχι λόγω κάποιου
μαθηματικού υπολογισμού της ενίσχυσης του ενός Παλαιστινιακού
στρατοπέδου σε βάρος των άλλου, αλλά μάλλον επειδή είναι το σωστό πράγμα
που πρέπει γίνει εάν η Ευρώπη είναι αποφασισμένη να αποφέρει καλό
αποτέλεσμα. Η Ευρώπη θα μπορούσε επίσης να είναι χρήσιμη στην αξιοποίηση
της επιρροής που έχει στο Ισραήλ ως OUTRIDER με μια Αμερική που
εξακολουθεί να είναι εγκλωβισμένη στην ίδια της την πολιτική. Τώρα θα
μπορούσε να είναι μια καλή στιγμή για να σκεφτούμε αν η Ευρώπη μπορεί να
έχει μια πολιτική για το Ισραήλ αφού η Ευρωπαϊκή υποστήριξη προς το
Ισραήλ αυξάνεται ενστικτωδώς ενάντια στην αδυναμία της να κατανοήσει τις
Ισραηλινές πολιτικές, αφού αυτές με τη σειρά τους υπονομεύουν τα
Ευρωπαϊκά συμφέροντα στην περιοχή, είτε αν διαχέεται από την
παλαιστινιακή πλευρά ή την απειλή μιας στρατιωτικής πανωλεθρίας από το
Ιράν.
Ο Netanyahu μπορεί να έχει επαναφέρει εκ νέου το Ιράν στο προσκήνιο στην
συνέντευξη Τύπου του για την εκεχειρία, δηλώνοντας ότι «σχεδόν όλα τα
όπλα [στη Γάζα] ήρθαν από το Ιράν,” αλλά η περασμένη εβδομάδα δεν
αφορούσε κατά κύριο λόγο το Ιράν. Αναμφίβολα, εκεί θα θέλει να εστιάσει
την προσοχή του τώρα ο Netanyahu. Ναι, η επιχείρηση έστειλε το μήνυμα
ότι ο Netanyahu είναι διατεθειμένος να αναλάβει μια σημαντική
στρατιωτική επιχείρηση (την πρώτη του ως πρωθυπουργός), καθώς και
διάφορα μηνύματα σχετικά με την αποτελεσματικότητα του Iron Dome, το
απόθεμα όπλων της Γάζας σε όπλα και την υπόθεση του Λιβάνου. Το Ιράν,
φυσικά, θα έχει βγάλει τα δικά του συμπεράσματα: ότι η Χαμάς και σε
κάποιο βαθμό η Παλαιστινιακή Ισλαμική Τζιχάντ έχουν άλλες περιφερειακές
συμμαχίες, ότι το Ισραήλ τελικά απέφυγε μια μεγάλη χερσαία εισβολή,
καθώς και ότι η Αίγυπτος ήταν σε θέση να λειτουργεί ως ένας
αποτελεσματικός μεσολαβητής στο Ισραήλ με την ευλογία της Αμερικής.
Αξίζει να σημειωθεί ότι εκτός από τη σύγκρουση στη Συρία και οι τρεις
περιφερειακοί διαμεσολαβητές σύμμαχοι των ΗΠΑ, η Τουρκία, η Αίγυπτο και
το Κατάρ, έχουν επαφές με το Ιράν.
Τέλος, αφού εμφανίστηκαν σχετικά απομονωμένες στη Συρία, η Ρωσία και η
Κίνα θα έχουν απολαύσει το να φέρνουν σε δύσκολη θέση τους Αμερικανούς
και κάποιους Ευρωπαίους αυτή την εβδομάδα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του
ΟΗΕ για το θέμα της Παλαιστίνης συμμεριζόμενες τη γνώμη των Αράβων. Αυτό
είναι κάτι που θα κάνουν και την επόμενη εβδομάδα πιθανά, αν το
Παλαιστινιακό πάει για ψηφοφορία στα Ηνωμένα Έθνη.
*Μπορείτε να διαβάσετε το κείμενο εδώ:
http://ecfr.eu/content/entry/commentary_seven_takeaways_from_the_gaza_ceasefire
*Το κείμενο αρχικά δημοσιεύθηκε στη
The Daily Beast
Πηγή:www.capital.gr
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
