Διεθνή
Το παιχνίδι του Ισραήλ στη Γάζα Οι κίνδυνοι της Επιχείρησης «Πυλώνας της Άμυνας»
Η πρόσφατη εκστρατεία του Ισραήλ στη Γάζα, η οποία ξεκίνησε την
Τετάρτη με τη δολοφονία του στρατιωτικού διοικητή της Χαμάς, Ahmed
Jabari, και τις αεροπορικές επιδρομές εναντίον της ομάδας εκτοξευτών
πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς, είναι ένα παιχνίδι – στο οποίο το Ισραήλ θα
μπορούσε να χάσει. Στόχος της εκστρατείας είναι να αναγκαστεί η Χαμάς
να σταματήσει τη ρίψη ρουκετών στο Ισραήλ από τη Λωρίδα της Γάζας και να
πατάξει άλλες ομάδες που κάνουν το ίδιο. Η Χαμάς, ωστόσο, θα είναι
δύσκολο να λυγίσει κάτω από την ισραηλινή πίεση. Από την άλλη πλευρά, θα
είναι στο χέρι των μη εμπλεκομένων κρατών, ιδιαίτερα της Αιγύπτου, να
προωθήσουν μια συμφωνία για τον τερματισμό των εχθροπραξιών.
Μετά την «Επιχείρηση Συμπαγές Μολύβι», την ισραηλινή εισβολή στη Γάζα
κατά την περίοδο 2008-2009 που είχε ως αποτέλεσμα πάνω από 1.000
θανάτους Παλαιστινίων και τεράστια καταστροφή, οι σχέσεις ανάμεσα στη
Χαμάς και το Ισραήλ αμφιταλαντεύτηκαν έντονα μεταξύ εχθρότητας και
σιωπηρής συνεργασίας. Είναι αλήθεια, ότι η ρητορική της Χαμάς προς το
Ισραήλ παρέμεινε εχθρική αλλά ο αριθμός των ρουκετών που πέρασε τα
σύνορα μειώθηκε δραματικά και οι περισσότεροι από αυτούς δεν ξεκίνησαν
καν από τη Χαμάς αλλά από πιο ριζοσπαστικές ομάδες, όπως η Παλαιστινιακή
Ισλαμική Τζιχάντ.
Η Χαμάς φοβήθηκε ότι η εκτόξευση μεγάλου αριθμού
ρουκετών, θα οδηγήσει το Ισραήλ και πάλι σε σκληρά αντίποινα, τα οποία
θα αφανίσουν τη Γάζα, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο την πολιτική θέση της
Χαμάς εκεί. Μερικές φορές, ακόμη και η ίδια η Χαμάς προσπάθησε να
περιορίσει τις δυσάρεστες συναναστροφές της. Στην πραγματικότητα, αν και
η Χαμάς και το Ισραήλ θα το αρνούνταν, τα συμφέροντά τους πολλές φορές
ευθυγραμμίστηκαν. Όπως το έθεσε μετά το θάνατο του Jabari [1] ο Aluf
Benn, ένας από τους κορυφαίους Ισραηλινούς αναλυτές του Ισραήλ, «Ο Ahmed
Jabari ήταν ένας υπεργολάβος, ο οποίος ήταν επιφορτισμένος με τη
διατήρηση της ασφάλειας του Ισραήλ στη Γάζα».
Αλλά η αφοσίωση του Jabari, ήταν φυσικά, κυρίως στη Χαμάς. Με την
πάροδο του χρόνου, η Χαμάς γινόταν όλο και περισσότερο δεκτική στις
επιθέσεις κατά του Ισραήλ.
Καθώς η μνήμη της Επιχείρησης Συμπαγές Μολύβι
ξεθώριαζε, ο αριθμός των επιθέσεων που προέρχονταν από τη Γάζα άρχισαν
να αυξάνονται και πάλι. Το Ισραήλ ισχυρίζεται ότι πάνω από 200 ρουκέτες
έπληξαν τη χώρα το 2010, ενώ το 2011 ο αριθμός αυτός ανήλθε σε
περισσότερους από 600. Το 2012 αυξήθηκε ακόμα περισσότερο – σε πάνω από
800 [2] πριν ξεκινήσει η τρέχουσα εκστρατεία. Οι περισσότερες από αυτές
τις επιθέσεις προήλθαν από άλλες παλαιστινιακές ομάδες αλλά πιο
πρόσφατα η Χαμάς φάνηκε να αναλαμβάνει έναν πιο ενεργό ρόλο [3] στις
πράξεις βίας, δείχνοντας φανερά ανοχή σε τεχνάσματα άλλων ομάδων και
διενεργώντας χτυπήματα η ίδια.
Ως αυτή την εβδομάδα, οι επιθέσεις αυτές «είχαν καταστήσει την
καθημερινή ζωή, αδύνατη για περισσότερους από 1.000.000 Ισραηλινούς»,
όπως ανέφερε την Πέμπτη ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Βενιαμίν Νετανιάχου.
Έτσι, ο ίδιος και η κυβέρνησή του χτυπάνε και πάλι τη Χαμάς σε μια
προσπάθεια αποκατάστασης του status quo που είχε επιτευχθεί μετά την
Επιχείρηση Συμπαγές Μολύβι, στο οποίο η Χαμάς αστυνόμευε τόσο τον εαυτό
της όσο και το υπόλοιπο της Λωρίδα της Γάζας. Μέχρι στιγμής, η
«Επιχείρηση Πυλώνας της Άμυνας», όπως τον αποκαλούν οι Ισραηλινοί, είχε
ως αποτέλεσμα το θάνατο 18 Παλαιστινίων (από τους οποίους περίπου οι
μισοί ήταν άμαχοι). Η αντίδραση της Χαμάς ήταν να σκοτωθούν, επίσης, 3
Ισραηλινοί [5].
Καμιά μεμονωμένη επίθεση δεν ανάγκασε το Ισραήλ να αντιδράσει.
Θεωρητικά θα μπορούσε να επιλέξει να μην το κάνει. Αλλά, η σταθερή
αύξηση του ρυθμού εκτόξευσης ρουκετών κατά τη διάρκεια των τελευταίων
ετών είχε γίνει πολιτικά ανυπόφορη για την κυβέρνηση Νετανιάχου. Με τις
εθνικές εκλογές να πλησιάζουν τον Ιανουάριο, η κυβέρνησή του φαινόταν να
μην είναι σε θέση να πραγματοποιήσει την -ίσως- πιο βασική λειτουργία
της: την προστασία των πολιτών από τη βία. Επιπλέον, αν και οι πολιτικοί
ηγέτες καθώς και οι υπεύθυνοι για την ασφάλεια του κράτους θα μπορούσαν
να αναγνωρίσουν τη διαφορά, οι απλοί Ισραηλινοί απλά δεν ενδιαφέρονται
για το αν η Χαμάς ξεκίνησε η ίδια τις επιθέσεις ή απλά δεν απέτρεψε
άλλους από τον να το κάνουν. Με άλλα λόγια, ήταν ώρα να εκθέσουν την
Χαμάς ή να ρισκάρουν να χάσουν την εξουσία.
Με την έναρξη αυτής της επιχείρησης, το Ισραήλ έχει καταφύγει στην
από μακρού χρόνου στρατηγική του να καθιστά την κυβέρνηση (ή στην
περίπτωση της Χαμάς την de facto κυβέρνηση) η οποία καλύπτει τους
μαχητές, υπεύθυνη για τις πράξεις τους. Η προσέγγιση είχε κάποιες
επιτυχίες: στην Ιορδανία το 1970, το Ισραήλ πίεσε το Αμμάν να υποκινήσει
έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο κατά των Παλαιστινίων μαχητών της χώρας,
που τελικά τους συνέθλιψε. Όμως, λίγο αργότερα την ίδια δεκαετία στον
Λίβανο, το Ισραήλ προσπάθησε το ίδιο πράγμα με πολύ χειρότερα
αποτελέσματα. Η κυβέρνηση του Λιβάνου ήταν πολύ αδύναμη για να πατάξει
την τρομοκρατική δραστηριότητα στα σύνορά της και η χώρα κατέληξε σε
χάος. Το 2006, η ίδια λογική κατηύθυνε τον πόλεμο του Ισραήλ εναντίον
της Χεζμπολάχ στο Λίβανο. Παρά το γεγονός ότι ο πόλεμος είχε αρχικά
θεωρηθεί ευρέως ως νίκη της Χεζμπολάχ, τώρα πια είναι οι Ισραηλινοί
εκείνοι που τον βλέπουν ως νίκη. Ο ισραηλινός στρατός είχε κακή απόδοση
αλλά έκτοτε η Χεζμπολάχ έχει μείνει έστω και απρόθυμα ειρηνική,
φοβούμενη ότι οι επιθέσεις με ρουκέτες από το Λίβανο θα οδηγήσουν και
πάλι σε μια καταστροφική Ισραηλινή απάντηση. Πράγματι, τα τελευταία έξι
χρόνια ήταν τα πιο ήσυχα κατά μήκος των συνόρων Λιβάνου-Ισραήλ τις
τελευταίες δεκαετίες.
Η συνήθης στρατηγική του Ισραήλ δεν μπορεί να επιφέρει τέτοια
αποφασιστικά αποτελέσματα αυτή τη φορά. Για τη Χαμάς θα είναι δύσκολο να
τραβηχτεί πίσω από τα σύνορα και να αρχίσει να εμποδίζει την εκτόξευση
ρουκετών από άλλους. Ο θάνατος του Jabari έχει εξαγριώσει τη στρατιωτική
πτέρυγα της Χαμάς και όποιος τον αντικαταστήσει θα είναι εξίσου
μαχητικός, αν όχι και περισσότερο.
Ένας τέτοιος ηγέτης θα ασκήσει
πιέσεις για εκδίκηση και θα προειδοποιήσει τον κυβερνητικό βραχίονα της
Χαμάς ότι τα στρατεύματά του θα μπορούσαν να προσχωρήσουν στις αντίπαλες
ομάδες, εάν η Χαμάς «ρίξει την πετσέτα στο καναβάτσο». Παρ’ όλα αυτά η
Χαμάς προσπαθεί να είναι τόσο ένα κίνημα αντίστασης όσο και ένα είδος
κυβέρνησης. Με πολλούς τρόπους έχει σημειώσει επιτυχίες σαν κυβέρνηση,
στη θέσπιση νόμων, στην τάξη και στην παροχή βασικών υπηρεσιών στην
Γάζα. Όμως, η Χαμάς πρέπει να προσέχει να μην χάσει την αξιοπιστία
μεταξύ των Παλαιστινίων όσον αφορά την προθυμία της να αγωνιστεί –
μέχρι θανάτου- στον αγώνα ενάντια στο Ισραήλ. Έτσι, η Χαμάς προσπάθησε
να περπατήσει σε μια λεπτή γραμμή, επιτρέποντας κάποιες επιθέσεις – και,
μερικές φορές, ακόμα και συμμετέχοντας σε αυτές- για να διατηρήσει την
αγωνιστική πορεία ενώ οπισθοχωρεί από μια ολομέτωπη επίθεση που θα
μπορούσε να ωθήσει το Ισραήλ να επαναλάβει την «Επιχείρηση Συμπαγές
Μολύβι».
Η περιπλοκή της δυναμικής μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς είναι η Αραβική
Άνοιξη και ιδίως η πτώση του προέδρου Χόσνι Μουμπάρακ και η άνοδος της
υπό την ηγεσία της Μουσουλμανικής Αδελφότητας κυβέρνησης της Αιγύπτου.
Κατά τη διάρκεια της εποχής Μουμπάρακ, η Αίγυπτος βοήθησε το Ισραήλ να
περιορίσει τη Χαμάς, επιβάλλοντας αποκλεισμό εμπορευμάτων από τη Γάζα
και απαγόρευση μετακινήσεων για τους κατοίκους της Γάζας, όπως επίσης με
το να υποστηρίζει την αντίπαλο της Χαμάς, την Φατάχ. Κατά τη διάρκεια
της κρίσης, το Κάιρο συχνά συνεργάστηκε με το Ισραήλ με σκοπό να πιέσει
τη Χαμάς να υποχωρήσει.
Ωστόσο, σήμερα η Χαμάς έχει μια ιδεολογική συγγένεια καθώς και
προσωπικούς δεσμούς με την κυβέρνηση του νέου προέδρου της Αιγύπτου
Μοχάμαντ Μόρσι. Εν τω μεταξύ, η Μουσουλμανική Αδελφότητα φαίνεται να
«φλερτάρει» με τον αιγυπτιακό λαό, ο οποίος είναι φύσει αντι-ισραηλινός
και ισχυρός υποστηρικτής της Χαμάς. Το να πάρει ανοιχτά το μέρος του
Ισραήλ, θα ήταν πολιτική αυτοκτονία για τον Μόρσι. Έτσι, δεν αποτελεί
έκπληξη το ότι η Αίγυπτος προέβη σε δημόσιες επικρίσεις κατά του Ισραήλ.
Επίσης, το Ισραήλ, δεν έχει την πολυτέλεια να αποξενώσει την Αίγυπτο.
Αφήνοντας κατά μέρος τη ζωτική συνθήκη ειρήνης του 1979 μεταξύ Αιγύπτου
και Ισραήλ (που εξακολουθεί να φαίνεται πιθανό να διατηρηθεί), η
Ιερουσαλήμ χρειάζεται το Κάιρο να διατηρήσει οποιαδήποτε, έστω και την
ελάχιστη πίεση που μπορεί στη Χαμάς. Παρά το γεγονός ότι η ρητορική
μεταξύ της κυβέρνησης Μόρσι και της Χαμάς είναι πολύ θερμότερη από ό, τι
ήταν υπό τον Μουμπάρακ, η νέα κυβέρνηση στο Κάιρο δεν έχει ακόμη
σπεύσει να ανοίξει τη συνοριακή διέλευση της Ράφα με τη Γάζα
Επιπλέον, το Ισραήλ χρειάζεται την αιγυπτιακή κυβέρνηση να συνεχίσει,
και στην ιδανική περίπτωση να επεκτείνει, την πρόσφατη επίθεσή της
στους δογματικούς μαχητές στις ρίζες του Σινά, που έχουν χτυπήσει
επανειλημμένα και το Ισραήλ. Τέλος, το Ισραήλ χρειάζεται την Αιγυπτιακή
κυβέρνηση να απόσχει από την ενίσχυση του υπέρ της Χαμάς αισθήματος στον
αιγυπτιακό λαό, κάτι που θα μπορούσε γρήγορα να εξαπλωθεί σε ολόκληρη
την περιοχή και να αποσταθεροποιήσει περαιτέρω τις ήδη ευάλωτες χώρες,
όπως η Ιορδανία.
Για το Ισραήλ επίσης δεν είναι καθόλου εύκολη απόφαση να κλιμακώσει
τις επιχειρήσεις του εάν η Χαμάς δεν αυτοπεριοριστεί σύντομα. Παρά το
γεγονός ότι το Ισραήλ έχει καλέσει έφεδρους και απείλησε να επεκτείνει
το πεδίο εφαρμογής της στρατιωτικής εκστρατείας του αν η Χαμάς δεν
σταματήσει τις επιθέσεις με ρουκέτες, οι Ισραηλινοί δεν θέλουν να
ανακαταλάβουν τη Γάζα. Επιπλέον, η κυβέρνηση Ομπάμα θα ήταν απίθανο να
υποστηρίξει μια μαζική επιχείρηση αυτού του είδους, δεδομένου ότι θα
περιπλέξει περαιτέρω τις ήδη τεταμένες σχέσεις των ΗΠΑ με την Αίγυπτο
και άλλες αραβικές χώρες. Ίσως το πιο σημαντικό, είναι ότι το Ισραήλ
πιστεύει ότι βρίσκεται σε κίνδυνο. Ο δυτικός τρόπος πολέμου δίνει έμφαση
στην αναλογικότητα, κάτι που στην Γάζα σημαίνει ότι το Ισραήλ πρέπει
να περιορίσει τις επιθέσεις του – ιδίως όσον αφορά τις υποδομές και τους
στόχους που επηρεάζουν άμεσα τους πολίτες. Η λογική της αποτροπής,
αντίθετα, τονίζει τη δυσανάλογη τιμωρία: ο εχθρός πρέπει να υποφέρει.
Βραχυπρόθεσμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να ασκήσουν πίεση στην
κυβέρνηση Μόρσι με σκοπό να «μαγειρέψει» μια συμφωνία: μια εξέλιξη που
όχι μόνο θα τερματίσει την τρέχουσα κρίση, αλλά που δείχνει, επίσης, ότι
ο Μόρσι μπορεί να είναι ένας υπεύθυνος ηγέτης ο οποίος μπορεί να
συνεργαστεί με την Ουάσιγκτον. Σε μακροπρόθεσμη βάση, οι Ηνωμένες
Πολιτείες και ο υπόλοιπος κόσμος, πρέπει να επιλέξουν ανάμεσα στην
αντίσταση ή την διευκόλυνση της διακυβέρνησης της Χαμάς. Πρέπει να
υπάρξουν μεγαλύτερες και πραγματικές ανταμοιβές αν η Χαμάς κινείται προς
την κατεύθυνση του να γίνει μια κανονική κυβέρνηση που αποφεύγει τη
βία. Επιτρέποντας μια πιο φυσιολογική οικονομική δραστηριότητα και σε
περισσότερους ανθρώπους να πηγαίνουν προς και από τη Γάζα, η Χαμάς θα
δείξει ότι ο κόσμος θα την αφήσει να κυβερνά τη Γάζα. Ταυτόχρονα, πρέπει
να υπάρξει σοβαρή και διαρκής τιμωρία για τυχόν συνέχιση των επιθέσεων
με ρουκέτες ή άλλου είδους βίας, με την διεθνή κοινότητα να διατηρεί την
οικονομική πίεση στη Χαμάς και την βεβαιότητα ότι το Ισραήλ θα χτυπήσει
σκληρά τη Χαμάς για να διατηρήσει αξιόπιστη την δυνατότητά του στην
αποτροπή της βίας. Αλλά η Επιχείρηση «Συμπαγές Μολύβι» έδειξε ότι κάθε
Ισραηλινή στρατιωτική εκστρατεία δεν έχει σημασία το πόσο καταστροφική
μπορεί να είναι αρκεί απλώς να μπορεί να αποτρέψει τους εχθρούς για όσο
το δυνατόν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Το Ισραήλ και η διεθνής κοινότητα πρέπει να αναλάβουν κάποιους
τολμηρούς πολιτικούς κινδύνους στην προσπάθειά τους να φέρουν τη Χαμάς
μέσα στους κόλπους τους – ή αλλιώς να αρχίσουν να προετοιμάζονται για
τον επόμενο πόλεμο
Στα αγγλικά: http://www.foreignaffairs.com/articles/135647/daniel-byman/israels-gambl…
Συνδέσεις:
[1] http://bit.ly/SYIHd7
[2] http://bit.ly/SYJ0EW
[3] http://bit.ly/SYJmvh
[4] http://bit.ly/SYJMSo
[5] http://bbc.in/UsdqyG
Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

