Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Τουρκία-Γερμανία:Το πλέγμα των σχέσεων τους

Δημοσιεύτηκε στις

[29599264] türkische Nationalflagge στην Κωνσταντινούπολη Die Nationalflagge der Republik Türkei μια einem Wohnblock στο Ταξίμ. Κωνσταντινούπολη, Provinz Κωνσταντινούπολη, Türkei, 23.11.2008

Στην πολυπλοκότητα των σχέσεων Γερμανίας-Τουρκίας αναφέρεται σε άρθρο της η Ντόυτσε Βέλλε
με αφορμή την διήμερη επίσκεψη του Τούρκου Πρωθυπουργού Ταγίπ Ερντογάν η οποία ξεκινά την Τρίτη  στην Γερμανία Από την μια πλευρά η συνεχώς διευρυνόμενες οικονομικές σχέσεις και από την άλλη η αυξανόμενη συνεργασία
στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, έχουν καταστήσει την Τουρκία και τη
Γερμανία ζωτικής σημασίας εταίρους. Αλλά αυτή η νέα αυτηή περίοδος παρουσιάζει επίσης και νέες προκλήσεις για το Βερολίνο.
Κατά την διάρκεια της επίσκεψης του ο Τούρκος πρωθυπουργός  θα εγκαινιάσει ένα νέο κτίριο ;στο οποίο και θα στεγαστεί η Τουρκική Πρεσβεία στο Βερολίνο, έτσι η Πρεσβεία της  Άγκυρας γίνεται  η μεγαλύτερη Πρεσβεάι της Τουρκίας στον
κόσμο, συμβολίζοντας με αυτο τον τρόπο τον αυξανόμενο ρόλο της Τουρκίας στη διεθνή
πολιτική, καθώς και το αυξανόμενο ενδιαφέρον της στην ενίσχυση των
δεσμών και την αύξηση της επιρροής της  στην  τουρκική διασπορά. «Το κτίριο αυτό αποτελεί  έκφραση της μεγάλης σημασίας που αποδίδουμε
στην Γερμανία άλλα και της Σημασίας και της αξίας που αποδίδουμε στους Τούρκους ομοεθνείς  
μας που ζουν εδώ”, δήλωσε ο πρεσβευτής της Τουρκίας στο Βερολίνο,
Huseyin Avni Karslioglu. “Θα έχουμε μια λαμπρή πρεσβεία, που θα κάνει τον λαό μας πολύ υπερήφανο»,  φέρεται να δήλωσε στον  τουρκικό Τύπο.

 Η Τουρκία αποδίδει μεγάλη σημασία στην ενίσχυση των δεσμών της με τη Γερμανία.Η Τουρκία και η Γερμανία έχουν στενή συνεργασία σε εάν ευρύ φάσμα σχέσεων  που εκτείνεται χρονικά  πάνω από αιώνες.  Είναι και οι δύο σύμμαχοι στα πλαισία του ΝΑΤΟ, έχουν αναπτύξει μια μοναδική συνεργασία,
η οποία και εμπλουτίζεται με πάνω από  2,5 εκατομμύρια ανθρώπους  τουρκικής καταγωγής που
ζουν στη Γερμανία, οι περισσότεροι απο τους οποίους είναι  απόγονοι  εκείνων που
έφτασαν  στη δεκαετία
του 1960 ως μετανάστες.
Ενώ τα θέματα και τα προβλήματα που σχετίζονται με την τουρκική διασπορά
κυριαρχούν στις διμερείς σχέσεις μεταξύ της Τουρκίας και της
Γερμανίας, η συνεργασία στους τομείς του εμπορίου και της οικονομίας καθώς και στην διεθνή πολιτική έχουν καταστεί οι πλέον καθοριστικοί  παράγοντες
στη διμερή ατζέντα των συζητήσεων τους.

Οικονομία στο προσκήνιο
Η Γερμανία σήμερα είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Τουρκίας.
Το διμερές εμπόριο έφθασε σε νέο ρεκόρ των € 31,4 δισεκατομμύρια το
2011, παρά την οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση στην Ευρώπη. Η Γερμανία είναι επίσης ο ηγέτης των ξένων επενδύσεων στην Τουρκία. Ο αριθμός των γερμανικών επιχειρήσεων στην Τουρκία και των τουρκικών  εταιρειών στην  γερμανική πρωτεύουσα έεχι  υπερβεί τις 4.800.
Η Γερμανία είναι επίσης η μεγαλύτερη πηγή εσόδων για τον τουρισμό της Τουρκίας με περίπου 4,8 εκατομμύρια Γερμανούς επισκέπτες ετησίως
 Το γεγονός ότι η Τουρκία κατατάσσεται ως η 15η
μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, έχει σοβαρό αντίκτυπο στην Γερμανία η οποία πλέον την θεωρεί ως ισότιμο οικονομικό εταίρο.Το γεγονός ότι μπόρεσε να τετραπλασιάσει τις εξαγωγές  σε λιγότερο από 10
χρόνια θεωρείται από Γερμανούς αξιωματούχους ως σημαντικό επίτευγμα ,

Η νέα εξωτερική πολιτική της Τουρκίας
Για πολλούς
αναλυτές, η επιτυχία της Τουρκίας να αυξήσει σημαντικά το εμπόριο της
με τις γειτονικές χώρες και περιοχές κατά την τελευταία δεκαετία είναι
στενά συνδεδεμένη με τον νέο ενεργό ρόλο της Τουρκίας στις διεθνείς σχέσει. Η νταβουτόγλεια πολιτική των «μηδενικών προβλημάτων» με τα γειτονικά κράτη  (η οποία σημειωτέον μόνο αποτυχίες έχει αποφέρει στην Τουρκία καθώς με κανέναν από τους γείτονες της η Τουρκία δεν έχει αγαθές σχέσεις ) και ο στόχος της Άγκυρας για τη δημιουργία κοινών οικονομικών ζωνών στις γειτονικές περιοχές  θαυμάζεται ευρέως από Γερμανούς αξιωματούχους.

Σε ότι αφορά την χώρα πρότυπο για της υπόλοιπες Αραβικές χώρες στην μετά-Αραβική Άνοιξη εποχή το αφήνουμε στην άκρη καθώς πολλοί Τούρκοι αναλυτές θεωρούν το πρότυπο της Ερντογανικής Τουρκικής Δημοκρατίας ως απόλυτα αποτυχημένο, παράγωγο δε της Τουρκικής αυτής “Άνοιξης” είναι  ένα ισλαμοφασιστικό μόρφωμα του οποίου την επικινδυνότητα δεν έχουν αντιληφθεί πολλοί ακόμα.Ίσως οι Γερμανοί  αξιωματούχοι και αναλυτές θαμπωμένοι από την τουρκική φούσκα της οικονομίας , αλλά και έχοντας ως πρώτη εικόνα το ότι αποτέλεσαν διαχρονικά Πηγή έμπνευσης για την Οθωμανική αυτοκρατορία και για το τουρκικό καθεστώς του επηρεάζει ώστε να το βλέπουν ως θετική εξέλιξη.

Η ένταξη της Τουρκίας στην Ευρώπη αποκτά για την Γερμανία και την ΕΕ βαρύνουσα σημασία.Ομως όλοι οι
Ευρωπαίοι ηγέτες δεν είναι ακόμα θετικοί στο  ενδεχόμενο της  πλήρους ένταξη της
Τουρκίας ως ισότιμου μέλους, πολλές χώρες μεταξύ των οποίων και η Κύπρος δεν δείχνουν πρόθυμες  ,ενώ παράλληλα και η ενταξιακή π[πορεία της Τουρκίας με το πάγωμα των κεφαλαίων έχει περιέλθει σε στασιμότητα. Σημαντικό ρόλο στην στασιμότητα των ενταξιακών διαδικασιών  διαδραματίζει και η έλλειψη προόδου στην διαδικασία εκδημοκρατισμού στην Τουρκία.(Αναρωτιόμαστε πως μια χώρα που η Ε.Ε. θεωρεί ότι δεν σημειώνει πρόοδο την διαδικασία εκδημοκρατισμού της είναι και χώρα- πρότυπο για τις Αραβικές χώρες;)

 Στην τελευταία έκθεση για τα ανθρώπινα δικαιώματα, το γερμανικό
υπουργείο Εξωτερικών εντοπίζει  κάποιες σοβαρές ελλείψεις και αδυναμίες στην
Τουρκία στον τομέα των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών.
Πρόσφατα, η κυβέρνηση της Τουρκίας έχει αυξήσει την  πίεση της 
στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, με σκοπό όπως αναφέρουν οι επικριτές της να φιμώσει την οποία αντιπολιτευτική φωνή , ενδεικτικά αναφέρεται πώς ι περίπου 100
δημοσιογράφοι παραμένουν φυλακισμένοι με  διάφορες κατηγορίες.

Ανησυχητικές είναι και οι εξελίξεις στο κουρδικό ζήτημα.
Στον αγώνα της κατά του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (ΡΚΚ), η Τουρκία έχει συλλάβει  πάνω από 2.000 υπόπτους με
την κατηγορία ότι είναι μέλη της Ένωσης Κοινοτήτων του Κουρδιστάν (KCK),
η οποία χαρακτηρίζεται και ως  προθάλαμος του PKK απο το τουρκικό καθεστώς Πάνω απο 700 Κούρδοι φυλακισμένοι έχουν κατέλθει σε απεργία πείνας σε όλες τις φυλακές της  Τουρκίας  αντιδρώντας στην πολιτική Ερντογάν επι του Κουρδικού ζητήματος 
Αλλά ο Τούρκος πρωθυπουργός επιμένει σε μια επιθετική στάση, πρόσφατα μάλιστα κατηγόρησε τις ευρωπαϊκές χώρες και τη Γερμανία για το γεγονός ότι δεν βοηθούν την Άγκυρα στον  αγώνα της εναντίον του ΡΚΚ.”Η Γερμανία δεν θέλει  λύση. Γαλλία δεν θέλει λύση. Αυτές οι
χώρες δεν μας βοηθούν. Αντί  αυτού “τρομοκράτες ηγέτες ζουν στο
έδαφός τους,” ανέφερε σε τηλεοπτική συνέντευξη του τον
περασμένο μήνα.Στο παρελθόν είχε κατηγορήσει γερμανικούς Οργανισμούς ότι υποβοηθούν την δράση του PKK και οικονομικά, και η δήλωση του αυτή είχε προκαλέσει  διπλωματική διαμάχη μεταξύ Άγκυρας
και Βερολίνου παρά τις διαψεύσεις των Γερμανών αξιωματούχων .
 
Τα προβλήματα στις γερμανο-τουρκικές σχέσεις εντοπίζονται:
1) Στην εμπλοκή της Τουρκίας στην Συραική κρίση όπου παρά το γεγονός οτι φιλοξενεί περί τις 100.000 πρόσφυγες
από τη Συρία δείχνει να έχει εδαφικές βλέψεις στην περιοχή

2) Η ενίσχυση των δεσμών της Τουρκίας με την τουρκική διασπορά η οποία επιδιώκει μέσα από πρωτοβουλίες να υυπερασπιστεί τα δικαιώματα των Τούρκων που ζουν στο εξωτερικό και
προσπαθεί να τους στηρίξει στη διατήρηση της πολιτιστικής και
θρησκευτικής τους ταυτότητας  προκαλεί ανησυχίες σε πολλούς Γερμανούς καθώς μεταφράζεται ως
μια προσπάθεια να υπονομεύσουν την επιτυχή ενσωμάτωση των Τούρκων μεταναστών  στη
γερμανική κοινωνία.
  
3) Η επίσκεψη Ερντογάν ερμηνεύεται όχι ως προσπάθεια νέας ώθησης στις ενταξιακές διαδικασίες της Τουρκίας στην Ε.Ε. αλλά ως προσπάθεια επηρεασμού των Τούρκων μεταναστών (οι οποίοι για πρώτη φορά 
θα ψηφίσουν στη Γερμανία για τις εκλογές στην Τουρκία.Περίπου 1,3
εκατομμύρια Τούρκοι πολίτες που ζουν στη Γερμανία θα μπορούν να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα στις εκλογές αυτές, καθιστώντας τη Γερμανία η τέταρτη
μεγαλύτερη τουρκική εκλογική περιφέρεια, μετά την Κωνσταντινούπολη, την
Άγκυρα και τη Σμύρνη. ). εν όψει των αλλεπάλληλων αναμετρήσεων στην Τουρκία αρχή γενομένης των προεδρικών εκλογών του 2014

4) Οι εκδηλώσεις διαμαρτυρίες απο ένα ευρύ φάσμα φορέων που σχετίζονται και με την πολιτική και κοινωνική ζωή της Τουρκίας φαίνεται να έχει αντίκτυπο στις Γερμανικές αρχές αλαλ και σ την Γερμανική Κοινή Γνώμη.Παράλληλα επισημαίνουμε τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Γερμανία απο την δράση των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών στο έδαφος της και απο την δράση ακραίων ισλαμιστικών πυρήνων πολλοί απο τους οποίους έχουν ωδιασυνδέσεις με την Τουρκία.Σημαντική αντίδραση συναντά και η αυξανόμενη ισχύς της Ισλαμικής αδελφότητας Γκιουλέν στο Γερμανικό έδαφος αυτα τα στοιχεία έντεχνα το άρθρο τα αποσιωπά.

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις29 λεπτά πριν

Από Αυτοκρατορία… επαίτης των Ταλιμπάν: Το οικονομικό ναυάγιο του Ιράν

Πώς έφτασε το Ιράν στο σημείο όπου η προοπτική επενδύσεων από το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν θεωρείται επιτυχία;

Διεθνή59 λεπτά πριν

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Le Figaro: Στο χείλος του γκρεμού η Γαλλία ετοιμάζεται για τον ερχομό της τρόικας

Η Γαλλία δεν ανήκει πλέον στον πυρήνα της ευρωζώνης, αλλά έχει μετατραπεί σε περιφερειακή χώρα που απειλεί τη σταθερότητά της....

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Οι κινητές ομάδες πυρός αεράμυνας και η απειλή των drones

Μία από τις απαντήσεις σε αυτή την απειλή ήταν η δημιουργία Κινητών Ομάδων Πυρός Αεράμυνας (Mobile Air Defense Fire Groups)....

Ιστορία - Πολιτισμός2 ώρες πριν

17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν...

Δημοφιλή