Ακολουθήστε μας

Οικονομία

Η λύση για την Ελλάδα είναι και πρέπει να είναι ελληνική

Δημοσιεύτηκε στις

Αποτέλεσμα εικόνας για μνημόνια

Της Μαρίας Νεγρεπόντη – Δελιβάνη, Οικονομολόγος, πρώην Πρύτανης ΠΑ.ΜΑΚ. 

Δράττομαι της ευκαιρίας για να υπογραμμίσω τα μόνιμα χαρακτηριστικά του πολιτικού, οικονομικού, ψυχολογικού και επιχειρησιακού περιβάλλοντος, εντός του οποίου βιώνουμε τα τελευταία 8 περίπου χρόνια, και τα οποία εμφανίζονται ακόμη πιο παρανοϊκά, υπό το φως των τελευταίων ευρωπαϊκών εξελίξεων. Πρόκειται για συνονθύλευμα στο οποίο έχουν προσχωρήσει κυβέρνηση και αντιπολίτευση, στην προσπάθειά τους να ικανοποιήσουν όσο γίνεται περισσότερο, με όσο μεγαλύτερη δουλικότητα, ακόμη και τις πιο εξωφρενικές επιθυμίες και επιδιώξεις της τρόικας. Η συμπεριφορά τους αυτή ερμηνεύεται καταρχήν από την πεποίθησή τους ότι εκτός ευρωζώνης “χανόμαστε”

Ερωτάται, ωστόσο: είναι δυνατόν σοβαρά άτομα, με επιπλέον οικονομικές γνώσεις, να έχουν κυριευτεί από τόσο ανεδαφικές απόψεις; Και όχι μόνο, αλλά επιπλέον να εξαρτούν και τις τύχες του ελληνικού λαού, από μια τόσο επικίνδυνη μοιρολατρία;

Δυστυχώς, το πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργούν οι Έλληνες και Ευρωπαίοι ηγέτες, αναφορικά με την τύχη της Ελλάδας, είναι αυτό της ενσυνείδητης καλλιέργειας ψευδαισθήσεων, ουτοπιών, αυταπάτης, αφελούς αισιοδοξίας, συστηματικής ενασχόλησης με το δένδρο και όχι με το δάσος, εξαγγελίας δήθεν επιτυχιών, που στην πραγματικότητα πρόκειται για τραγικές αποτυχίες.

Κάτω από το πρίσμα αυτό, θα αναφερθώ σε ορισμένα γεγονότα και εξελίξεις, που αποδεικνύουν περίτρανα τις παραπάνω διαπιστώσεις, και που γι’ αυτό καθιστούν πολύτιμες τις αναλύσεις του βιβλίου, που σήμερα παρουσιάζεται:

1. Το ελληνικό πρόγραμμα, μας λένε οι αρμόδιοι εντός και εκτός Ελλάδας, ότι τελειώνει.

Αλλά, πώς να τελειώνει, αφού το τέλος της επιτήρησης προϋποθέτει ότι θα έχουμε πληρώσει το 75% του χρέους. Και αυτό, κάθε λογικός άνθρωπος αντιλαμβάνεται, ότι με την παρούσα κατάσταση, δεν πρόκειται να επιτευχθεί ούτε το έτος 3000.

Συνεπώς, η διαβεβαίωση ότι δήθεν “βγαίνουμε από τα μνημόνια”, είναι άκρως παραπλανητική, εφόσον έχουμε μπροστά μας ατέλειωτα, ακόμη, χρόνια υποτέλειας, ανεξαρτήτως του αν οι διάδοχοι των μνημονίων θα ονομάζονται συμβόλαια, συμφωνίες, σημειώματα ή όπως αλλιώς θα βαφτιστούν.

Αλλά, αν κάποιοι πιστεύουν ότι τελειώνουν τα μνημόνια, τα οποία εφαρμόστηκαν επί 8 περίπου χρόνια, και τα οποία υποτίθεται ότι ήρθαν για να μας σώσουν, είναι τώρα η στιγμή του απολογισμού των συνεπειών τους.

Στο διάστημα αυτό χάθηκε το 27% του ΑΕΠ μας, το χρέος μας ως ποσοστό στο ΑΕΠ από 120 περίπου στην αρχή της κρίσης άγγιξε το 187 και εξακολουθεί να αναρριχάται.
Η ανεργία, από 6% περίπου πριν από την κρίση, κινείται γύρω στο 26% του ενεργού πληθυσμού, σε πείσμα βέβαια της ωραιοποίησης που, πρόσφατα, επιχειρείται, και που φυσικά δεν αντέχει σε σοβαρή συζήτηση.
Ο αριθμός των επιχειρήσεων που βάζει λουκέτο είναι σταθερά ανώτερος του αντίστοιχου της ίδρυσης νέων επιχειρήσεων.

Το σύνολο των αποφασιστικών για την ανάπτυξη ροπών, της κατανάλωσης, επένδυσης και νεωτερισμού καταποντίζεται σταθερά τα τελευταία χρόνια, ενώ είμαστε η μοναδική χώρα του ΟΟΣΑ, που καταγράφει αρνητική αποταμίευση και πτώση της κατανάλωσης βασικών ειδών διατροφής.

Ερωτάται, λοιπόν, που ακριβώς βασίζεται η ικανοποίηση και συχνά οι ενθουσιασμοί των αρμοδίων, με βάση αυτές τις αξιοθρήνητες συνέπειες;

Σε τι είδους εικονική πραγματικότητα λειτουργούν, όλοι όσοι μας κυβέρνησαν τα τελευταία 8 περίπου χρόνια; Προφανώς, δε βλέπουν, δεν ακούν, δεν αντιλαμβάνονται!

2. Οι τραγικά εσφαλμένες βάσεις του ελληνικού προγράμματος διάσωσης αναγνωρίστηκαν από τις αρχές του 2013, και μάλιστα από τον επικεφαλής τότε οικονομολόγο του ΔΝΤ τον Olivier Blanchard, που προφανώς ήταν και αυτός που το εκπόνησε.

Και έκτοτε σωρεία γνωστών Ελλήνων και ξένων οικονομολόγων υπογραμμίζουν τις καταστρεπτικές συνέπειες της εφαρμογής του.

Ωστόσο, η εκτέλεσή του προχωρεί ανενόχλητα, ωσάν να μην υπήρξαν ποτέ σχετικές δηλώσεις για την επικινδυνότητά του, και ωσάν να μην είναι ξεκάθαρες οι εγκληματικές του συνέπειες.

Και όχι, μόνο, αλλά οι εκάστοτε αρμόδιοι για την εκτέλεσή του, προσπαθούν να υλοποιήσουν με ευλάβεια την κάθε λεπτομέρεια του προγράμματος, παρότι αποκλείεται να μην αντιλαμβάνονται ότι έτσι βάζουν τα καρφιά στο φέρετρο της χώρας μας.
Στον μακάβριο αυτό χορό, φαίνεται ωσάν κανείς από αυτούς από τους οποίους εξαρτάται η τύχη της χώρας μας, να μην άκουσε, να μη διάβασε και να μην κατάλαβε τις εκτεταμένες και εμπεριστατωμένες αναλύσεις ειδικών, σχετικά με το ελληνικό πρόγραμμα, το οποίο εξαθλιώνει και δεν ανορθώνει την οικονομία.

Επειδή έτσι έχουν, ακριβώς, τα πράγματα στην Ελλάδα, γι’ αυτό δεν υπήρξε καμιάς μορφής αντίδραση, όταν ο Γιάνης Βαρουφάκης, υπουργός τότε Οικονομικών της Ελλάδας είπε στην κυρία Christine Lagarde: “μα, με αυτό το πρόγραμμα η χώρα καταστρέφεται” και εκείνη απάντησε: “το γνωρίζουμε, αλλά έχουμε πάει τόσο μακριά, ώστε να μην είναι πια δυνατή η επιστροφή”. Που μεταφράζεται: “ας χαθεί η Ελλάδα και ο λαός της, φθάνει να μην αναγνωρίσουμε το λάθος μας”.

Πως, λοιπόν, να δικαιολογήσει κανείς τη στάση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, που όχι μόνο υπηρετούν πιστά και απαρέγκλιτα ένα τέτοιο άθλιο πρόγραμμα, αλλά και συχνά αλληλοκατηγορούνται για το ποιος δεν το εφαρμόζει αρκετά πιστά, αλλά και διαπιστώνουν δήθεν βελτιώσεις, στην πορεία της ελληνικής οικονομίας, αλλά και ανυπομονούν να βγούμε στο δήθεν παράδεισο των αγορών, όπου θα πληρώνουμε πολύ ακριβότερα από όσο τα τελευταία χρόνια, τα δάνειά μας, και όπου στο εσωτερικό θα συνεχιστεί χωρίς μεταβολή η ίδια αυτοκτονική κατάσταση.

Δύο κόσμοι: ο εικονικός και ο πραγματικός.

3. Μεγάλο τμήμα του ελληνικού λαού αναμένει για ακόμη μια φορά, με τις ίδιες φρούδες ελπίδες, όπως και στις προηγούμενες κυβερνητικές αλλαγές των τελευταίων ετών, την προσεχή μεταβολή του πολιτικού σκηνικού.

Λογική, από πολλές απόψεις, η ψευδαίσθηση αυτή των αναμονών, εφόσον τα επιτεύγματα της κάθε κυβέρνηση των τελευταίων ετών είναι τόσο οικτρά, ώστε να αναζητείται ελπίδα ακόμη και εκεί που δεν υπάρχει.

Ωστόσο, και μπορώ να είμαι κατηγορηματική στη δήλωση αυτή, καμία μνημονιακή κυβέρνηση δεν είναι δυνατόν να είναι καλύτερη από την προηγούμενη. Αν αυτή η πολύ απλή, αλλά φευ απόλυτα ορθή διαπίστωση συνειδητοποιηθεί, τότε και μόνο τότε θα έχουμε πρόσβαση στην ελπίδα.

Κρίνω, ακόμη, περιττό να επιμείνω στο γεγονός ότι ουδεμία σημασία έχει η ετικέτα κάτω από την οποία επιλέγει να εμφανίζεται η κάθε ελληνική κυβέρνηση των τελευταίων ετών, δηλαδή “αριστερή”, “κεντρώα” ή “δεξιά”, από τη στιγμή που δηλώνει υποταγή στα ευρωπαϊκά προγράμματα.

Και, με την ευκαιρία, να αναφερθώ πολύ σύντομα, στο τι μπορεί να αναμένει ο ελληνικός λαός από την προσεχή κυβέρνηση. Αυτή, ceteris paribus, θα ολοκληρώσει τον οικονομικό κύκλο θανάτου ως εξής:
η νυν κυβέρνηση, προσπάθησε να ανταποκριθεί στις εγκληματικές απαιτήσεις της τρόικας με παράλογες αυξήσεις φόρων (έχουμε την πρωτιά να έχουμε το χειρότερο φορολογικό σύστημα στην Ευρώπη). Αλλά, η πηγή αυτή έφθασε στα όρια της και στέρεψε.

Θα πρέπει συνεπώς να εξασφαλιστεί άλλο μέσο απομύζησης των εισοδημάτων των Ελλήνων, και αυτό θα είναι το έργο της επόμενης κυβέρνησης;

Αυτή, με τη δικαιολογία ότι παραμένει πιστή στις ιδεοληψίες της, περί της δήθεν ανάγκης περιορισμού του μεγέθους του δημόσιου τομέα (και να τονίσω εδώ ότι ο ελληνικός δημόσιος τομέας, σε πείσμα των ανεύθυνων αντίθετων διαβεβαιώσεων, είναι από τους μικρότερους, ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ), θα προβεί σε μαζικές απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, επιβαρύνοντας απαράδεκτα την ήδη πρωτοφανούς ύψους ελληνική ανεργία, και έτσι θα “εξοικονομήσει”, εντός εισαγωγικών, τα υπέρογκα ποσά που απαιτούν οι εταίροι μας.

Τα δημόσια νοσοκομεία, η δημόσια εκπαίδευση και η δημόσια διοίκηση θα εξαθλιωθούν, αν είναι δυνατόν, ακόμη περισσότερο από όσο είναι τώρα. Παράλληλα, θα μειωθούν, σύμφωνα με το σχέδιο που εξάγγειλε η ΝΔ, οι φόροι, γιατί έτσι κατά την κρίση της (πρόκειται για μια επιπλέον ψευδαίσθηση), θα ενθαρρυνθούν δήθεν οι ιδιωτικές επενδύσεις.

Παρόμοιες ουτοπίες αγνοούν, προφανώς, το γενικευμένο παγκόσμιο οικονομικό πρόβλημα, με βάση το οποίο υπάρχει υπεραφθονία αποταμίευσης, η οποία αδυνατεί να απορροφηθεί από την επένδυση, βυθίζοντας τις προηγμένες οικονομίες σε μόνιμη στασιμότητα.

Φυσικά, για την ελληνική οικονομία, που στενάζει κάτω από το βάρος αλλοπρόσαλλων φόρων, η μείωσή τους θα είναι περισσότερο από επιθυμητή. Ωστόσο, αυτή η μείωση κινδυνεύει σοβαρά να αυξήσει ακόμη περισσότερο τις ήδη κορυφούμενες ανισότητες κατανομής, επειδή προβλέπεται να περιορίσει το φορολογικό βάρος των υψηλών εισοδημάτων, και ακόμη επειδή θα αποδεκατιστεί το κράτος πρόνοιας, εξέλιξη που θα επιδεινώσει ακόμη περισσότερο την ήδη οικτρή θέση των φτωχότερων.

4. Τέταρτη μορφή ψευδαισθήσεων-ουτοπιών κλπ. είναι η παραδοχή της δήθεν βελτίωσης της ελληνικής οικονομίας, που δήθεν διαπιστώνεται ότι δρομολογεί έναρξη ανάπτυξης.

Εξυπακούεται, ότι αναμονή και αναγνώριση βελτιώσεων στην ελληνική οικονομία, προϋποθέτει ότι τα μνημονιακά προγράμματα ήταν επιτυχή, ότι εφαρμόστηκαν ικανοποιητικά και χάρη σε αυτά έχουμε δήθεν φθάσει στο τέλος των δεινών μας!!!!

Παρότι, όλοι γνωρίζουμε ή τελοσπάντων πρέπει να γνωρίζουμε ότι πρόκειται για άθλια προγράμματα, που επιβάλλουν μεταρρυθμίσεις που δεν είναι μεταρρυθμίσεις, και που σε καμιά περίπτωση δεν είναι σε θέση να καταλήξουν σε θετικά αποτελέσματα. Η ουτοπία, της ουτοπίας, ω ουτοπία!

Να αρχίσουμε, λοιπόν, με τη δήθεν πτώση του ποσοστού ανεργίας, το οποίο διαφημίζεται πολύ. Διερωτάται, ειλικρινά, κανείς, που τη βλέπουν αυτή τη μείωση και, μάλιστα, υπερηφανεύονται για αυτήν, όταν:

➲ χιλιάδες νέοι εγκαταλείπουν την Ελλάδα, αναζητώντας καλύτερη τύχη εκτός των συνόρων της πατρίδας τους, μειώνοντας έτσι τον ενεργό πληθυσμό,


➲ οι μακροχρόνιοι άνεργοι, πάνω από έτος, που κυριαρχούν στην ελληνική ανεργία, απογοητεύονται και παύουν να αναζητούν απασχόληση

➲ αλλά ο σημαντικότερος λόγος, για τον οποίον το επιχείρημα μείωσης της ανεργίας είναι εντελώς αναξιόπιστο είναι το γεγονός ότι η αγορά εργασίας, στην Ελλάδα, έχει μετατραπεί σε ζούγκλα, όπου ακόμη και όσοι εργάζονται για 1-2 ώρες την εβδομάδα θεωρούνται απασχολούμενοι, ενώ η άτυπη, ανασφαλής και κακοπληρωμένη απασχόληση, καταγράφει ήδη στην Ελλάδα το εφιαλτικό ποσοστό του 66% στη συνολική απασχόληση. Αλλά, όμως, οι κυβερνητικοί πανηγυρίζουν για τη μείωση της ανεργίας!

Τι να πει κανείς, δεν υπάρχουν λόγια!

5. Η σημαντικότερη, φυσικά, ουτοπία σχεδόν από την πρώτη στιγμή της ελληνικής κρίσης, είναι η πίστη ότι, με τα μνημόνια, με τα capital controls και με το δανειζόμενο με σταγονόμετρο ευρώ, μπορεί να είναι σοβαρή η οποιαδήποτε συζήτηση και αναμονή ανάπτυξης.

Αλλά, από πού, άραγε, αναμένεται να έρθει αυτή η τόσο επιθυμητή ανάπτυξη; Από την υποχρέωση της Ελλάδας να εξασφαλίζει ως και το 2022 πρωτογενή πλεονάσματα, ύψους 3.5% του ΑΕΠ της, και στη συνέχεια 2%;

Από τα εισοδήματα όλων των μορφών, που έχουν καταρρακωθεί και αδυνατούν να διατηρήσουν μια στοιχειώδους ύψους ζήτηση για κατανάλωση;

Από ζήτηση για επένδυση, που είναι αδύνατον να υλοποιηθεί με αποταμίευση αρνητική, που σταθερά καταγράφεται τα τελευταία χρόνια;

Από τα κέρδη, που έστω και όταν εξασφαλίζονται, αυτά ή παίρνουν το δρόμο των φορολογικών παράδεισων ή εξαφανίζονται μέσα στους παρανοϊκούς φόρους;

Υπάρχουν βέβαια και οι ξένες επενδύσεις, που αποτελούν τα όνειρα θερινής νυκτός της εκάστοτε κυβέρνησης και της εκάστοτε αντιπολίτευσης. Γιατί, ποιος σοβαρός επενδυτής θα έρθει να επενδύσει στον κρανίου τόπου της Ελλάδας, αν δεν είναι για να την λεηλατήσει; Να της αρπάξει για ένα τίποτε, ότι της χάρισαν οι Θεοί και η εργασία προηγούμενων γενεών;

Είναι, ασφαλώς, γεγονός ότι η θριαμβολογία της κυβέρνησης για την οικονομία, που δήθεν πάει καλά, βασίζεται σε κάποιους οικονομικούς δείκτες που καταγράφουν εντελώς οριακά και πολύ κοντά στην πιθανότητα στατιστικού λάθους, κάποια δυσδιάκριτη με γυμνό οφθαλμό θετική εξέλιξη, η οποία συνοδεύεται και από κάποια αναιμική βελτίωση του οικονομικού κλίματος.

Μόνο, που αυτό το χλωμό αποτέλεσμα, ουδεμία σχέση έχει με τυχόν κατορθώματα της κυβέρνησης ή με επιτυχία των μνημονίων. Αντιθέτως είναι η συνέπεια της ανόδου του τουρισμού, ο οποίος, σε πείσμα των φόρων που του έφεραν σοβαρό πλήγμα, επωφελήθηκε από την ανωμαλία στην Τουρκία και στη Μ. Ανατολή. Να ξέρουμε, τουλάχιστον, περί τίνος ομιλούμε!

Και, οπωσδήποτε, για να μιλήσουμε για ανάπτυξη, ικανή να βγάλει την Ελλάδα από το αδιέξοδο απαιτείται ετήσιος ρυθμός της τουλάχιστον ίσος με 3,5%, και συνεχής για 15-20 χρόνια.

Που είναι δυνατόν να επιτευχθεί, αλλά πάντως εκτός μνημονίων και εκτός ευρώ. Γιατί, όταν το 3,5% της αύξησης του ΑΕΠ, θα πρέπει να πηγαίνει στους δανειστές, και αργότερα το 2%, τι υπέρογκος και απραγματοποίητος ρυθμός προόδου πρέπει να πραγματοποιηθεί, για να υπάρξει βελτίωση στην ελληνική οικονομία;

6. Παράλληλα με την αναμονή της ανάπτυξης, που δεν ερχόταν όλα αυτά τα χρόνια, υπήρχε και μια εξωτερικής προέλευσης ουτοπία, που σε πείσμα όλων των αντίθετων ενδείξεων, εξακολούθησε απτόητη να παραμυθιάζει τον ελληνικό λαό.

Πρόκειται για τη δήθεν βεβαιότητα περί της ελάφρυνσης του χρέους, η οποία χρησιμοποιήθηκε ευρέως ως άλλοθι, πριν από κάθε αξιολόγηση. Να κάνουμε, δηλαδή, αποδεκτά όλα τα αιματηρά μέτρα που απαιτούσαν από μας οι εταίροι μας, μια και αμέσως στη συνέχεια το χρέος μας θα αποδεκατίζονταν.

Οι κυβερνητικοί μας βαυκαλίζονταν με ανύπαρκτες διαβεβαιώσεις των εταίρων μας, ενόσω οι ίδιοι δήλωναν σταθερά ότι απέκλειαν την όποιας μορφής ελάφρυνση χρέους, επειδή δεν θα ήταν δυνατόν να δικαιολογηθεί, κυρίως, στο γερμανικό λαό.

Και τούτο βέβαια επειδή ο γερμανικός λαός, και όχι μόνο, μένει με τη βεβαιότητα ότι τα δάνεια χρησιμοποιούνται για την καλοπέραση του ελληνικού λαού, παρότι είναι γνωστό ότι, ούτε καν εισέρχονται σε ελληνικό έδαφος.

Το σχετικό αφήγημα περί δήθεν ελάφρυνσης του χρέους επικεντρώθηκε στις γερμανικές εκλογές, με τη διευκρίνιση ότι μετά από αυτές δεν θα υπήρχε δήθεν πρόβλημα για την υλοποίησή της.

Και ναι μεν οι γερμανικές και οι γαλλικές εκλογές περατώθηκαν, αλλά στο μεταξύ εμείς έχουμε εισέλθει σε εντελώς αχαρτογράφητα νερά.

Γι’ αυτό, και όλα τα προηγούμενα αφηγήματα χρειάστηκε, εσπευσμένα, να εγκαταλειφθούν και να παραχωρήσουν τη θέση τους σε μια δήθεν θαυματουργή έξοδο στις αγορές, που δήθεν θα μας απαλλάξει από τα μνημόνια.

Δυστυχώς, η θέση της Ελλάδας έγινε δυσμενέστερη, μετά τις δύο τελευταίες ευρωπαϊκές εκλογές, και κανένας φτιαχτός ενθουσιασμός δεν μπορεί να διασκεδάσει τη ζοφερή μας κατάσταση.

Ο Emmanuel Macron, στην πρόσφατη επίσκεψή του στην Ελλάδα, ουδέν υποσχέθηκε, αλλά αντιθέτως επανέλαβε το γνωστό refrain του πρ. Γερμανού υπουργού Οικονομικών, περί της ανάγκης διενέργειας μεταρρυθμίσεων, χωρίς και να διακινδυνεύσει τον προσδιορισμό του είδους αυτών των μεταρρυθμίσεων.

Οπωσδήποτε, έστω και αν ο κ. Macron ήθελε πραγματικά να βοηθήσει την Ελλάδα, μετά τις γερμανικές εκλογές, οι δρόμοι είχαν κλείσει. Και, θα έλεγα ότι ίσως είναι καλύτερα έτσι, για να πάψουμε επιτέλους να υφιστάμεθα αυτήν την αναξιοπρεπή διελκυστίνδα, της συνεχούς αναζήτησης έξωθεν λύσεων, να ζητούμε ουσιαστικά ελεημοσύνες, όταν είναι ξεκάθαρο ότι η μοναδική λύση μας ήταν και είναι η ταχύρρυθμη ανάπτυξη.

Που να το υπογραμμίσω γι’ άλλη μια φορά, είναι αδύνατη αν παραμείνουμε στο ευρώ.

Πράγματι, δεν υπάρχει οικονομία στην υφήλιο που να μπόρεσε να αναπτυχθεί με δανεικό νόμισμα, με συνεχή στραγγαλιστική λιτότητα, με ξεπούλημα της περιουσίας της και με αφαίμαξη κάθε αναπτυξιακής της ρανίδας.

Το χρέος μας, αν κάποτε πληρωθεί, θα πληρωθεί μέσα από ανάπτυξη και σε βάθος χρόνου.

Αλλιώς, και να το κατανοήσουμε, θα είμαστε για δεκαετίες η πρώτη αποικία της ΕΕ, η εξαθλίωση θα εξακολουθήσει μέχρι του σημείου που ο μέσος μισθός και η μέση σύνταξη δεν θα ξεπερνά τα 250-300 Ευρώ, το κράτος πρόνοιας θα εξαφανιστεί και ο κόσμος θα πεθαίνει από συνάχι ή σκωλικοειδήτη, στα ιδιωτικά πανεπιστήμια θα μπορούν να φοιτούν μόνο οι πλούσιοι, και ο πληθυσμός θα δουλοποιηθεί.

Τα δάνεια, οι αξιολογήσεις, η παντελής εξάρτηση της οικονομικής μας πολιτικής από τους εταίρους μας, έχει αποκοιμίσει τον ελληνικό λαό, τον έχει πείσει ότι δεν είναι ικανός για τίποτε, και έχει εισέλθει στην πιο επικίνδυνη δυνατή φάση της αποδοχής αυτής της κατάστασης ως πεπρωμένο.Η μόνη οδός για να μπορούμε να ελπίζουμε, πέρα από ουτοπίες και μυθεύματα, είναι η ρήξη. Ασφαλώς, κάθε ρήξη έχει τους κινδύνους της, τους γνωρίζω καλύτερα από τον καθένα.

Αλλά όμως οι κίνδυνοι περιέχουν και ελπίδα, η ρήξη απαιτεί στη συνέχεια δικούς μας αγώνες επιβίωσης και όχι τη συνέχιση της αδράνειας και της αναμονής του μάνα από τους εταίρους μας, που δεν είχαν και δεν έχουν πρόθεση να μας βοηθήσουν, αλλά απλώς να υπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα.
Ο κίνδυνος ελλοχεύει από την μία πλευρά, ενώ από την άλλη η εξαφάνισή μας. Διαλέγουμε και παίρνουμε, αλλά οι αποφάσεις μας δεν πρέπει πια να εξαρτώνται από ουτοπίες και ψευδαισθήσεις. Η ενωμένη Ευρώπη, ως ιδέα ήταν υπέροχη. Νανούρισε τα φοιτητικά μου χρόνια με θαυμάσιες προοπτικές.

➥ Δεν ήταν, όμως η Ευρώπη που κατάστρεψε τη μικρή Ελλάδα, για να σώσει τις γαλλικές και γερμανικές τράπεζες;
➥ Δεν ήταν η Ευρώπη, που εν ψυχρώ καταπατεί αποτελέσματα δημοψηφισμάτων, όταν δεν της αρέσουν, ούτε η Ευρώπη που παρεμβαίνει στα εσωτερικά χωρών, επιβάλλοντας πρωθυπουργούς και υπουργούς της επιλογής της;
➥ Δεν ήταν, τέλος, η Ευρώπη, που έκανε ότι περνούσε και δεν περνούσε από το χέρι της, για να αποτρέψει το BREXIT, αλλά ούτε και η Ευρώπη που έδειξε ένα, πραγματικά, τρομακτικό πρόσωπο στην Καταλονία;
➥ Ήταν μια άλλη Ευρώπη, την οποία δεν έχω πάψει να αγαπώ, και για την ανόρθωση της οποίας, πιστεύω, ότι αξίζει κάθε θυσία.

Η Ελλάδα έχει ανάγκη από μια μη μνημονιακή κυβέρνηση, που να απαρτίζεται από μέλη που πιστεύουν στις δυνατότητες της, και που θα είναι ικανή να περιορίσει τις δυσκολίες της χώρας κατά το μεταβατικό στάδιο προς το εθνικό νόμισμα. Μια τέτοια κυβέρνηση δεν είναι προς το παρόν ορατή. Ελπίζω να είναι σύντομα.

analystsforchange.org/

GEOPOLITICO

Freedom of Press: Λιγνίτης, αμερικανικό LNG και η μάχη για την ενεργειακή ασφάλεια

Το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, οι συμφωνίες για αμερικανικό LNG και η προσφυγή πολιτών στο ΣτΕ βρέθηκαν στο μικροσκόπιο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αιχμή τις καταγγελίες Πολάκη και τις παρεμβάσεις για τον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: ποιος εγγυάται την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας όταν αποξηλώνονται εγχώριες παραγωγικές υποδομές;

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Το ερώτημα ποιος αποφασίζει για την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας και με ποια κριτήρια βρέθηκε στο επίκεντρο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αφετηρία τις καταγγελίες του Παύλου Πολάκη στη Βουλή, ο δημοσιογράφος συνέδεσε την απολιγνιτοποίηση με τις συμφωνίες εισαγωγής αμερικανικού LNG, αναδεικνύοντας παράλληλα τη δικαστική διεκδίκηση πολιτών που ζητούν να αποτραπεί η αποξήλωση κρίσιμων εγκαταστάσεων της ΔΕΗ. Κεντρικό ζήτημα της εκπομπής ήταν κατά πόσο η χώρα μπορεί να εγκαταλείπει οριστικά εγχώριες ενεργειακές υποδομές μέσα σε συνθήκες διεθνούς αστάθειας.

Η εκπομπή άνοιξε με απόσπασμα κοινοβουλευτικής παρέμβασης του Πολάκη, ο οποίος κατηγόρησε ευθέως τον Νίκο Τσάφο για υπονόμευση της ενεργειακής ασφάλειας. Ο βουλευτής υποστήριξε ότι, σε σύσκεψη με δεκαεπτά ανώτερα τεχνικά στελέχη της ΔΕΗ, ανακοινώθηκε πως οι λιγνιτικές μονάδες θα κλείσουν «με τρόπο που δεν θα μπορούν να ξανανοίξουν ποτέ ξανά». Η αναφορά παρουσιάστηκε ως καταγγελία του Πολάκη, με τον Πολυχρονιάδη να την εντάσσει στην κριτική του για τον κυβερνητικό ενεργειακό σχεδιασμό.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην Πτολεμαΐδα 5. Ο Πολάκης ανέφερε ότι πρόκειται για σύγχρονη μονάδα, για την οποία δαπανήθηκαν περίπου 1,5 δισ. ευρώ, και αμφισβήτησε την επιλογή οριστικής εγκατάλειψης της λιγνιτικής λειτουργίας της. Έθεσε, μάλιστα, το ενδεχόμενο επέκτασης πολεμικών συγκρούσεων ή διακοπής της τροφοδοσίας με πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ζητώντας να διατηρηθεί η δυνατότητα αξιοποίησης του λιγνίτη ως εγχώριου καυσίμου. Παράλληλα, απέδωσε τις κυβερνητικές επιλογές στην προώθηση συμφωνιών με εταιρείες αμερικανικού LNG.

Ο Πολυχρονιάδης παρουσίασε στη συνέχεια τις αμφιβολίες που, σύμφωνα με δημοσίευμα της «Wall Street Journal» το οποίο επικαλέστηκε, εκφράζονται για την οικονομική βιωσιμότητα σχετικών συμφωνιών. Όπως μετέφερε, το υπουργείο Ενέργειας της Αλβανίας δεν εμφανίζεται πλήρως πεπεισμένο για τη βιωσιμότητα της συμφωνίας, η ουκρανική Naftogaz έχει διακόψει τις σχετικές διαπραγματεύσεις, ενώ η ρουμανική Transgaz αναφέρει ότι το μνημόνιο κατανόησης που είχε υπογράψει έχει λήξει. Οι αναφορές αυτές αξιοποιήθηκαν στην εκπομπή για να αμφισβητηθεί η εικόνα μιας εξασφαλισμένης εμπορικής επιτυχίας.

Στο ίδιο πλαίσιο παρουσιάστηκε ο ρόλος της Atlantic SEE LNG Trade, με μετόχους τη ΔΕΠΑ Εμπορίου και την AKTOR Energy, καθώς και του Αλέξανδρου Εξάρχου. Ο δημοσιογράφος αναφέρθηκε στην ανακοίνωση με την οποία ο Εξάρχου εξήρε τη συμβολή της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στην προώθηση του Κάθετου Διαδρόμου, χαρακτηρίζοντας την πρωτοβουλία στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αντιπαρέβαλε αυτήν την επιχειρηματολογία με τις επιφυλάξεις για το κόστος του αμερικανικού φυσικού αερίου και την πορεία των διαπραγματεύσεων.

Το δεύτερο σκέλος της εκπομπής επικεντρώθηκε στις αλλαγές στις εγκαταστάσεις της ΔΕΗ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Πολυχρονιάδης, στις 18 Μαΐου 2026 υπογράφηκε υπουργική απόφαση τροποποίησης περιβαλλοντικών όρων για τη μετατροπή της Πτολεμαΐδας 5 σε μονάδα φυσικού αερίου.

Επικαλούμενος δημοσιεύματα, ανέφερε κόστος περίπου 400 εκατ. ευρώ και ανάληψη του έργου από τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Προβλήθηκε επίσης η καταγγελία Πολάκη ότι η χωροθέτηση νέας μονάδας στον χώρο απόθεσης λιγνίτη θα εμποδίσει τη μελλοντική επαναχρησιμοποίηση της υπάρχουσας υποδομής.
Παράλληλα, ο παρουσιαστής αναφέρθηκε σε μνημόνιο συνεργασίας της ΔΕΗ με την Amazon Web Services για δημιουργία μεγάλου κέντρου δεδομένων στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Υπογράμμισε ότι οι πληροφορίες για την ηλεκτροδότησή του δεν συγκλίνουν: κυβερνητικοί κύκλοι, όπως είπε, παραπέμπουν στη νέα μονάδα φυσικού αερίου, ενώ πηγές της ΔΕΗ μιλούν για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Κατά την εκπομπή, αυτή η διαφορετική ενημέρωση αφήνει αναπάντητα ουσιώδη ερωτήματα για τον σχεδιασμό, τις υποδομές και τον τρόπο κάλυψης των ενεργειακών αναγκών.

Ξεχωριστή θέση είχε η αναφορά στην παράταση λειτουργίας της Πτολεμαΐδας 5 μέχρι τις 31 Μαρτίου 2027. Ο Πολυχρονιάδης απέδωσε την παράταση στην ανάγκη διασφάλισης της επάρκειας του ηλεκτρικού συστήματος εν μέσω ενεργειακής κρίσης και πολεμικών αναταράξεων. Η συγκεκριμένη εξέλιξη παρουσιάστηκε ως στοιχείο που ενισχύει τη συζήτηση για τη διατήρηση διαθέσιμων λιγνιτικών υποδομών, ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο. Το βάρος της επιχειρηματολογίας του ήταν ότι η επάρκεια πρέπει να εξετάζεται πριν ληφθούν αποφάσεις που δυσκολεύουν την επιστροφή σε προηγούμενες δυνατότητες παραγωγής.

Η δικαστική διάσταση αφορά προσφυγή πενήντα πολιτών, η οποία, σύμφωνα με την εκπομπή, αναμένεται να συζητηθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας στις 20 Οκτωβρίου. Αντικείμενό της είναι η αποξήλωση πέντε πύργων ψύξης στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Σε συνέντευξη Τύπου, από την οποία προβλήθηκαν αποσπάσματα, ο πρώην πρόεδρος της ΔΕΗ Μανώλης Παναγιωτάκης υποστήριξε ότι η ασφάλεια εφοδιασμού υπερβαίνει τις επιδιώξεις μιας ανώνυμης εταιρείας, αλλά και τη θητεία μιας κυβέρνησης. Ζήτησε συγκεκριμένες θεσμικές διαδικασίες και αρμόδια όργανα για τη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής.

Η δικηγόρος Μαρία Μαγαλιού προανήγγειλε νέα προσφυγή κατά διοικητικής πράξης της 21ης Σεπτεμβρίου, που αφορά έγκριση πρόδρομων εργασιών καθαίρεσης και απομάκρυνσης εξοπλισμού και κτιριακών εγκαταστάσεων. Εξήγησε ότι η προσβολή της πράξης δημιουργεί στέρεη νομική βάση για αίτημα αναστολής, εφόσον ξεκινήσουν κατεδαφίσεις, αντιμετωπίζοντας το επιχείρημα ότι η προκήρυξη της ΔΕΗ αποτελεί ιδιωτική πράξη. Οι προσφεύγοντες επιδιώκουν, όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις τους, να παραμείνει ανοιχτή η δυνατότητα επαναλειτουργίας εγκαταστάσεων, μέχρι να κριθούν οι αποφάσεις και οι συνέπειές τους εθνικά. Μέσα από αυτές τις παρεμβάσεις, η εκπομπή ανέδειξε ένα συγκεκριμένο διακύβευμα: αν οι αποφάσεις για την ενεργειακή μετάβαση διατηρούν περιθώρια ασφάλειας ή οδηγούν σε μη αναστρέψιμη απώλεια παραγωγικών υποδομών.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Ακρίβεια στα καύσιμα: Η πρόταση Καλόγηρου για άμεση φορολογική ανάσα

Ο Αντώνης Καλόγηρος, επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, παρεμβαίνει στο Ionian για την ακρίβεια, τις τιμές των καυσίμων και το ενεργειακό κόστος.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Την ανάγκη άμεσης μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης στα καύσιμα υπογράμμισε ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, Αντώνης Καλόγηρος, μιλώντας στο Ionian για το ενεργειακό κόστος και τις πιέσεις που δέχονται νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Ο κ. Καλόγηρος αμφισβήτησε τον ισχυρισμό ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες δεν επιτρέπουν τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του ΦΠΑ. Όπως ανέφερε, περισσότερες από δέκα ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε αντίστοιχες παρεμβάσεις, επικαλούμενος τα παραδείγματα της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Σουηδίας και της Μάλτας.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην αμόλυβδη βενζίνη, σημειώνοντας ότι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης φτάνει περίπου τα 70 λεπτά ανά λίτρο, ενώ επάνω στη συνολική τιμή επιβάλλεται και ΦΠΑ 24%. Κατά τον ίδιο, το βάρος για τους Έλληνες καταναλωτές γίνεται ακόμη μεγαλύτερο εξαιτίας της σημαντικής απόστασης που χωρίζει το μέσο ελληνικό εισόδημα από εκείνο άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

«Η ακρίβεια πρέπει πάντοτε να εξετάζεται σε συνάρτηση με τους μισθούς», τόνισε, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση διαθέτει τα περιθώρια για ουσιαστικές φορολογικές ελαφρύνσεις, αλλά δεν επιδεικνύει την απαιτούμενη πολιτική βούληση.

Ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ επικαλέστηκε επίσης τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού, τα οποία, σύμφωνα με όσα παρουσίασε, καταγράφουν έσοδα υψηλότερα από τον στόχο. Υποστήριξε ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την υπερφορολόγηση και πρέπει να επιστρέψει στην κοινωνία μέσω χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών για πολίτες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Παρουσιάζοντας τις προτάσεις της ΝΙΚΗΣ, ο κ. Καλόγηρος εισηγήθηκε:

  • μείωση του ΦΠΑ και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα,
  • αύξηση της φορολόγησης των μερισμάτων,
  • εντατικότερους ελέγχους για εικονικά τιμολόγια και εταιρείες,
  • σταδιακή κατάργηση του αναβαλλόμενου φόρου των τραπεζών,
  • έκτακτη εισφορά στα υπερκέρδη των ενεργειακών ομίλων.

Κλείνοντας, έστρεψε το ενδιαφέρον στην κερδοφορία των διυλιστηρίων, υποστηρίζοντας ότι η μεγάλη αύξηση των κερδών τους ενισχύει το αίτημα για έκτακτη φορολόγηση. Το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασής του ήταν ότι η ελάφρυνση της κοινωνίας είναι οικονομικά εφικτή, εφόσον υπάρξει διαφορετική κατανομή των φορολογικών βαρών.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Η ενεργειακή συμφωνία ΗΠΑ–Ρωσίας και η νέα γεωπολιτική εξίσωση: Οι επιπτώσεις στην Ευρώπη, οι κερδισμένοι και οι χαμένοι και η παράμετρος των ενδιάμεσων εκλογών

Η Ουάσιγκτον ανοίγει ενεργειακό δίαυλο με τη Μόσχα, την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και η Ευρώπη αναζητά στρατηγική αυτονομία. Ποιος κερδίζει από τη χαλάρωση των περιορισμών στο ρωσικό ντίζελ, τι κρύβουν οι διερευνητικές συζητήσεις για τον Nord Stream και γιατί οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν κρίσιμο παράγοντα; Μια ανάλυση για την επιστροφή της ενεργειακής διπλωματίας και τον κίνδυνο η Ευρωπαϊκή Ένωση να βρεθεί ξανά εγκλωβισμένη ανάμεσα στις επιλογές Ουάσιγκτον και Μόσχας.

Δημοσιεύτηκε

στις

Η γεωπολιτική δεν γνωρίζει μόνιμες φιλίες και εχθρότητες. Γνωρίζει, πρωτίστως, συμφέροντα. Και όταν η ενεργειακή ασφάλεια μιας υπερδύναμης συναντά τις οικονομικές ανάγκες ενός στρατηγικού αντιπάλου, ακόμη και οι πιο ισχυρές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές μπορούν να γίνουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Η ενεργειακή προσέγγιση Ουάσιγκτον και Μόσχας, με φόντο τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, την πίεση στις διεθνείς αγορές καυσίμων και τις επικείμενες αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, αποκαλύπτει μια σύνθετη πραγματικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν τρόπους περιορισμού του ενεργειακού κόστους, η Ρωσία επιδιώκει οικονομική και διπλωματική ανάσα, ενώ η Ευρώπη αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να επηρεαστεί καθοριστικά από αποφάσεις στις οποίες δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Πρόκειται για μια περιορισμένη συναλλαγή υπαγορευμένη από την οικονομική συγκυρία ή για την απαρχή μιας βαθύτερης γεωπολιτικής αναδιάταξης; Η απάντηση δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τους αγωγούς. Αφορά το μέλλον των κυρώσεων, την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και τις ισορροπίες ισχύος ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις.

Του Δημήτρη Παπαδογιάννη

Εισαγωγή: Όταν η ενέργεια μετατρέπεται σε εργαλείο γεωπολιτικής

Η πρόσφατη ενεργειακή προσέγγιση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα κεντρικά ζητήματα της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής: τη σχέση μεταξύ οικονομικών συμφερόντων, ενεργειακής ασφάλειας και στρατηγικού ανταγωνισμού. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία μαίνεται και επιβαρύνει την αλληλεπίδραση Ρωσίας-Δύσης σε όλα τα πεδία, η απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να άρει de facto τον οικονομικό αποκλεισμό στη Ρωσική Ομοσπονδία και να διευκολύνει την προμήθεια ρωσικού ντίζελ προς τις αμερικανικές και διεθνείς αγορές συνιστά αξιοσημείωτη μεταβολή στην εφαρμογή της αμερικανικής πολιτικής των κυρώσεων.

Στις 9 Οκτωβρίου 2026, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι η Ρωσία θα προμηθεύσει τις διεθνείς αγορές με περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ αρχικά, ενώ προανήγγειλε πρόσθετες ποσότητες κατά τους επόμενους μήνες. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε προσωρινή χαλάρωση συγκεκριμένων περιορισμών για τις σχετικές συναλλαγές. Η ανακοίνωση έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ είχαν εκτιναχθεί, εν μέρει εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν και των διαταραχών στην παγκόσμια ενεργειακή προσφορά. Σύμφωνα με το Reuters, η τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ είχε αυξηθεί περίπου κατά 70% από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026. Η αποτελεσματικότητα της συμφωνίας στην αποκλιμάκωση των τιμών, ωστόσο, παραμένει αβέβαιη. (Reuters, 9 Οκτωβρίου 2026).

Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν περιορίζεται στην προμήθεια καυσίμων. Παράλληλα, έχουν πραγματοποιηθεί διερευνητικές επαφές μεταξύ Αμερικανών και Ρώσων αξιωματούχων σχετικά με πιθανή συμμετοχή αμερικανικών επενδυτικών κεφαλαίων στις υποδομές των αγωγών Nord Stream και με την αξιοποίηση ρωσικών ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων. Πρόκειται, όμως, για ξεχωριστές συζητήσεις, οι οποίες δεν έχουν οδηγήσει σε επιβεβαιωμένη συμφωνία επαναλειτουργίας των αγωγών. (Reuters, 8 Οκτωβρίου 2026).

Το κεντρικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν οι δύο χώρες μπορούν να συνεργαστούν στον ενεργειακό τομέα. Ο κεντρικός προβληματισμός έγκειται στο γιατί επιλέγουν τη δεδομένη χρονική φάση, ποιά συμφέροντα εξυπηρετούνται, ποιές συνέπειες προκύπτουν για την Ευρώπη και κατά πόσο η συγκεκριμένη εξέλιξη προαναγγέλλει μια ευρύτερη αναδιάταξη των διεθνών σχέσεων, ενεργειακών και στρατηγικών.

Η σημασία της χρονικότητας. Η ενεργειακή κρίση και η πολιτική πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ

Η χρονική συγκυρία της συμφωνίας δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026. Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη να περιορίσει το κόστος ζωής και να παρουσιάσει αποτελέσματα σε ένα ζήτημα που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.

Το ντίζελ αποτελεί κρίσιμο παράγοντα της αμερικανικής οικονομίας. Χρησιμοποιείται στις εμπορευματικές μεταφορές, στη γεωργία, στις κατασκευές και σε ένα ευρύ μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η αύξηση της τιμής του, επιβαρύνει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, παράγωντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις. Επομένως, η μείωση της τιμής των καυσίμων έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγροτικές περιοχές, τους επαγγελματίες οδηγούς, τις μικρές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Η προεκλογική διάσταση είναι σαφής. Το Reuters και το Associated Press συνδέουν την ενεργειακή πρωτοβουλία με την προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις υψηλές τιμές πριν από τις εκλογές, από τις οποίες θα κριθεί κατά πολύ ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας. (Reuters, Associated Press).

Η συμφωνία εξυπηρετεί, συνεπώς, δύο παράλληλους στόχους. Ο πρώτος είναι οικονομικός: η αύξηση της προσφοράς καυσίμων και η προσπάθεια αποκλιμάκωσης των τιμών. Ο δεύτερος είναι πολιτικός: η δυνατότητα του Αμερικανού προέδρου να παρουσιάσει μια άμεση πρωτοβουλία που ανταποκρίνεται στις επισφάλεια των ψηφοφόρων.

Υπάρχει, ωστόσο, μία ειδοποιός διαφορά μεταξύ της πολιτικής ανακοίνωσης και του πραγματικού αποτελέσματος. Οι διεθνείς τιμές εξαρτώνται από το σύνολο της προσφοράς και της ζήτησης, τη διαθεσιμότητα διυλιστηριακής παραγωγής, τα αποθέματα, το κόστος μεταφοράς και τη γεωπολιτική κατάσταση. Ακόμη και μια σημαντική συμφωνία προμήθειας δε λειτουργεί ως εχέγγυο για την αισθητή μείωση στις τιμές λιανικής.

Επιπλέον, η συμφωνία δεν αποτελεί τη μοναδική παρέμβαση της Ουάσιγκτον. Στις αρχές Οκτωβρίου, η κυβέρνηση είχε ήδη πιέσει τις χώρες της G7 για αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και καυσίμων, με στόχο την αύξηση της προσφοράς. (Reuters, 2 Οκτωβρίου 2026).

Αυτό υποδηλώνει ότι η αμερικανική πολιτική δεν στηρίζεται σε μία μόνο κίνηση, αλλά σε μια προσπάθεια συνδυασμού διαφορετικών εργαλείων για τον περιορισμό της ενεργειακής πίεσης. Η συνεργασία με τη Ρωσία αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί ένα πολιτικό μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να διαπραγματευτεί ακόμη και με έναν στρατηγικό αντίπαλο, όταν το θεωρεί οικονομικά αναγκαίο, στα πλαίσια της άσκησης μίας ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής.

Η σύνδεση με τις εκλογές είναι, επομένως, ισχυρή και τεκμηριωμένη. Δεν αρκεί, όμως, για να εξηγήσει από μόνη της το σύνολο των εξελίξεων, ιδίως τις παράλληλες συζητήσεις για τις ενεργειακές υποδομές και τις πιθανές επενδύσεις σε ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.

Τα στρατηγικά κίνητρα της Ρωσίας: Έσοδα, αγορές και διπλωματική επαναπροσέγγιση

Για τη Μόσχα από την άλλη, η ενεργειακή συνεργασία προσφέρει περισσότερα από τα έσοδα που μπορούν να προκύψουν από την πώληση συγκεκριμένων ποσοτήτων ντίζελ. Δημιουργεί τη δυνατότητα επανασύνδεσης με αγορές από τις οποίες οι συναλλαγές περιορίστηκαν σημαντικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.

Οι κυρώσεις στοχεύουν στον περιορισμό των εσόδων που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική προσπάθεια και να αυξήσουν το κόστος της παράτασης του πολέμου. Η προσωρινή χαλάρωση ορισμένων περιορισμών για τις εξαγωγές καυσίμων προκαλεί, επομένως, μια διαφορετική οικονομική συνθήκη για τη Ρωσία.

Η Μόσχα αποκτά δυνητικά τρία οφέλη.

Πρώτον, μπορεί να ενισχύσει τα έσοδα από τις ενεργειακές εξαγωγές, εφόσον οι ανακοινωθείσες ποσότητες παραδοθούν και οι συναλλαγές υλοποιηθούν.

Δεύτερον, θα βρίσκεται σε θέση να διευρύνει τις εμπορικές της διεξόδους και να μειώσει την εξάρτησή της από περιορισμένο αριθμό αγοραστών.

Τρίτον, αποκτά διπλωματικό πλεονέκτημα, καθώς η συνεργασία με την Ουάσιγκτον δείχνει ότι η ενεργειακή της ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί υπολογίσιμο παράγοντα που για τις αμερικανικές αποφάσεις.

Το τρίτο στοιχείο είναι ιδιαίτερα μείζον. Η Μόσχα επιδιώκει εδώ και χρόνια να διαχωρίσει την οικονομική συνεργασία από τη συνολική πολιτική αντιπαράθεση με τη Δύση. Μια επιλεκτική ενεργειακή συμφωνία μπορεί να ενισχύσει αυτή την επιδίωξη, χωρίς να σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί οι διαφωνίες για την Ουκρανία ή ότι έχουν αρθεί συνολικά οι κυρώσεις.

Ωστόσο υπάρχουν προϋποθέσεις. Η πραγματική εξαγωγική δυνατότητα της Ρωσίας εξαρτάται από την κατάσταση των διυλιστηρίων της, τις εγχώριες ανάγκες και την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών. Οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν περιορίσει την παραγωγική ικανότητα, ενώ οι ανάγκες της ρωσικής αγοράς επηρεάζουν την ποσότητα των καυσίμων που μπορούν να διατεθούν στο εξωτερικό.

Η ανακοίνωση της συμφωνίας δεν αποδεικνύει, συνεπώς, ότι όλες οι προβλεπόμενες ποσότητες θα παραδοθούν στον προβλεπόμενο χρόνο. Το πραγματικό οικονομικό όφελος της Ρωσίας θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή της συμφωνίας και όχι μόνο από την πολιτική της ανακοίνωση.

Οι ΗΠΑ: Οικονομική αναγκαιότητα ή αλλαγή στρατηγικής;

Η ενεργειακή προσέγγιση με τη Ρωσία αναδεικνύει μια αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής. Από το 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στηρίξει ένα ευρύ πλαίσιο κυρώσεων με στόχο τον περιορισμό της ρωσικής οικονομικής και ενεργειακής ισχύος. Η τρέχουσα όμως κυβέρνηση, εφαρμόζοντας μία περισσότερο πολυδιάστατη πολιτική, εδραζόμενη εν μέρει στην καλή πίστη, επιτρέπει μια επιλεκτική εξαίρεση, επικαλούμενη την ανάγκη αντιμετώπισης των υψηλών τιμών καυσίμων.

Η εξέλιξη μπορεί να ερμηνευθεί ως εφαρμογή μιας περισσότερο συναλλακτικής προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική: η οικονομική συνεργασία δεν αποκλείεται a priori, ακόμη και όταν οι δύο χώρες παραμένουν αντίπαλες σε άλλα πεδία.

Από αμερικανικής πλευράς, η επιδίωξη είναι κατανοητή. Η αύξηση της προσφοράς καυσίμων μπορεί να συμβάλει στη μείωση των πιέσεων στην αγορά, ενώ η απευθείας διαπραγμάτευση με τη Μόσχα προσφέρει έναν πρόσθετο δίαυλο επικοινωνίας.

Πάρα ταύτα η κίνηση δημιουργεί τρία προβλήματα.

Το πρώτο αφορά την αποτελεσματικότητα. Οι ανακοινωθείσες ποσότητες ενδέχεται να μην επαρκούν για να μεταβάλουν ουσιαστικά τις διεθνείς τιμές, ιδίως όταν οι διαταραχές προέρχονται από ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις.

Το δεύτερο αφορά τη συνέπεια των κυρώσεων. Εάν οι περιορισμοί χαλαρώνουν κάθε φορά που προκύπτει οικονομική πίεση, η προβλεψιμότητα της αμερικανικής πολιτικής μειώνεται και οι άλλες χώρες ενδέχεται να αμφισβητήσουν τη σταθερότητά της.

Το τρίτο αφορά την Ουκρανία. Η παροχή πρόσθετων εσόδων στη Ρωσία, χωρίς αντίστοιχες πολιτικές δεσμεύσεις, πιθανότατα θα αποδυναμώσει την πίεση που επιδιώκει να ασκήσει η Δύση στη Μόσχα.

Η αμερικανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, μπορεί να υποστηρίξει ότι η ενεργειακή ασφάλεια και η προστασία των καταναλωτών αποτελούν άμεσες προτεραιότητες. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι εάν η εξαίρεση θα παραμείνει περιορισμένη ή θα εξελιχθεί σε ευρύτερη αναθεώρηση της πολιτικής κυρώσεων.

Προς ώρας, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να θεωρήσουμε ότι η συμφωνία σηματοδοτεί μία θεμελιακή μεταβολή της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία. Δείχνει, ωστόσο, ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής και πως στο τέλος της ημέρας έκαστο κράτος θα προτεραιοποιήσει τα προσωπικά του συμφέροντα.

Η Ευρώπη αντιμέτωπη με ένα νέο ενεργειακό δίλημμα

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εξέλιξη είναι περισσότερο σύνθετη. Μετά το 2022, η ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική στηρίχθηκε στη διαφοροποίηση των προμηθευτών, στην ανάπτυξη υποδομών υγροποιημένου φυσικού αερίου και στη μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία.

Η κατεύθυνση αυτή δεν ήταν αποκλειστικά πολιτική επιλογή. Συνδέθηκε με την εμπειρία της ενεργειακής πίεσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή, με τις διακοπές και τις μειώσεις στις ροές φυσικού αερίου και με την εκτίμηση ότι η υπερβολική εξάρτηση από έναν προμηθευτή μπορεί να δημιουργήσει στρατηγικούς κινδύνους.

Η πρόσφατη αμερικανορωσική προσέγγιση επαναφέρει το δίλημμα ανάμεσα στο κόστος και στην ασφάλεια.

Από τη μία πλευρά, μια αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς καυσίμων θα μπορούσε να ωφελήσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, εφόσον μεταφραστεί σε χαμηλότερες τιμές. Οι μεταφορές, η βιομηχανία, η γεωργία και οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη μείωση του κόστους.

Από την άλλη, η πιθανότητα επανεμφάνισης ρωσικών ποσοτήτων φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά δημιουργεί νέα πολιτικά και στρατηγικά ερωτήματα. Η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε πρόσθετες ποσότητες ενέργειας, αλλά κάτι τέτοιο επισύει τον κίνδυνο να επαναφέρει μορφές εξάρτησης που επιδίωξε να περιορίσει.

Σύμφωνα με το Reuters, οι συζητήσεις για το Nord Stream περιλαμβάνουν το ενδεχόμενο συμμετοχής Αμερικανών επενδυτών στις σχετικές υποδομές. Ωστόσο, οι αγωγοί υπόκεινται σε κυρώσεις, ενώ η γερμανική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την επαναλειτουργία τους υπό τις παρούσες συνθήκες. Συνεπώς, η επανέναρξη των ροών δεν αποτελεί άμεσο ή εξασφαλισμένο αποτέλεσμα.

Το σημαντικότερο ζήτημα για την Ευρώπη είναι ότι οι συζητήσεις φαίνεται να διεξάγονται πρωτίστως μεταξύ αμερικανικών και ρωσικών διπλωματικών διαύλων, ενώ οι συνέπειες αφορούν άμεσα την ευρωπαϊκή αγορά. Εάν οι δύο χώρες καταλήξουν σε ένα επενδυτικό ή εμπορικό πλαίσιο χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η τελευταία θα βρεθεί αντιμέτωπη με αποφάσεις που μπορούν να επηρεάσουν την ενεργειακή της ασφάλεια χωρίς να έχει διαμορφώσει η ίδια τους βασικούς όρους. Συνεπώς σε ενεργειακό εγκλωβισμό

Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι;

Η κατανομή των ωφελειών και των κινδύνων δεν είναι ομοιόμορφη. Διαφέρει ανάλογα με το αν εξετάζουμε το βραχυπρόθεσμο οικονομικό αποτέλεσμα ή τη μακροπρόθεσμη γεωπολιτική ισορροπία.

Η Ρωσία: οικονομικό και διπλωματικό όφελος

Η Ρωσία είναι ένας από τους βασικούς δυνητικούς ωφελημένους. Η δυνατότητα εξαγωγής πρόσθετων ποσοτήτων καυσίμων μπορεί να ενισχύσει τα έσοδά της, ενώ η επιλεκτική χαλάρωση των κυρώσεων προλειαίνει το έδαφος για περαιτέρω διαπραγματεύσεις.

Το σημαντικότερο κέρδος, όμως, μπορεί να είναι πολιτικό: η αποδοχή ότι η ενεργειακή συνεργασία με τη Μόσχα μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία ακόμη και από την Ουάσιγκτον, παρά τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία.

Η αμερικανική κυβέρνηση: πολιτικό όφελος με αβέβαιο οικονομικό αποτέλεσμα

Η κυβέρνηση Τραμπ αποκτά ένα εργαλείο για να αντιμετωπίσει την πίεση γύρω από το κόστος ζωής και να εμφανίσει μια ενεργειακή πρωτοβουλία παράλληλη και με την αποκλιμάκωση ενός πολεμικού μετώπου, ενόψει των midterms.

Το πολιτικό όφελος θα εξαρτηθεί, ωστόσο, από το αν οι πολίτες διαπιστώσουν πραγματική μείωση στις τιμές. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να μην αποδώσει το αποτέλεσμα που επιδιώκεται.

Η Ουκρανία: κίνδυνος ακύρωσης της πολιτικής των κυρώσεων

Για την Ουκρανία, η ενεργειακή συμφωνία δημιουργεί τον κίνδυνο να αυξηθούν τα έσοδα της Ρωσίας χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχη πολιτική ή στρατιωτική αποκλιμάκωση.

Στις 11 Οκτωβρίου, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι διατεθειμένη να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Ρωσία σταματήσει τις επιθέσεις κατά της ουκρανικών ενεργειακών υποδομών. Η θέση αυτή υπογραμμίζει τη διαφορά μεταξύ μιας μονομερούς παραχώρησης και μιας αμοιβαίας, επαληθεύσιμης αποκλιμάκωσης. (Reuters, 11 Οκτωβρίου 2026).

Η Ευρωπαϊκή Ένωση: ενδεχόμενο οικονομικό όφελος αλλά και στρατηγικός κίνδυνος.

Η Ευρώπη μπορεί να ωφεληθεί από χαμηλότερες τιμές ενέργειας, αλλά αντιμετωπίζει τον κίνδυνο νέων διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών σχετικά με την επιστροφή στις ρωσικές προμήθειες.

Οι χώρες που δίνουν προτεραιότητα στο χαμηλότερο ενεργειακό κόστος μπορεί να αντιμετωπίσουν θετικότερα μια πιθανή επανέναρξη ροών. Άλλες, ιδίως στην ανατολική Ευρώπη, ενδέχεται να τη θεωρήσουν απειλή για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πιθανότητα αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο να αποδυναμωθεί η ευρωπαϊκή συνοχή, εάν δεν υπάρξει κοινή προσέγγιση.

Οι ενδιάμεσες εκλογές και η επόμενη ημέρα

Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποτελούν κρίσιμο χρονικό ορόσημο, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθούν αυτόματα το τέλος ή η αρχή μιας νέας ενεργειακής στρατηγικής.

Εάν η κυβέρνηση Τραμπ καταφέρει να περιορίσει τις τιμές καυσίμων, θα μπορεί να παρουσιάσει τη συμφωνία ως ένδειξη αποτελεσματικότητας. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η πολιτική αξία της εν λόγω στρατηγικής κίνησης θα μειωθεί.

Μετά τις εκλογές, το αποτέλεσμα θα επηρεάσει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα λειτουργήσει η κυβέρνηση. Εάν μεταβληθεί ο έλεγχος του Κογκρέσου, ενδέχεται να δυσκολέψει η προώθηση ορισμένων επιλογών εξωτερικής πολιτικής ή η αναδιαμόρφωση του πλαισίου των κυρώσεων. Ωστόσο, δεν θα υπάρξει αυτομάτως τροποποίηση της ενεργειακής πολιτικής μόνο και μόνο λόγω του εκλογικού αποτελέσματος.

Εξίσου σημαντική θα είναι η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία. Εάν υπάρξει ουσιαστική πρόοδος προς μια συμφωνία αποκλιμάκωσης, η ενεργειακή συνεργασία θα μπορούσε να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών ανταλλαγμάτων. Εάν δεν υπάρξει τέτοια πρόοδος, οι ενεργειακές συναλλαγές ενδέχεται να παραμείνουν αποσπασματικές, ενώ η σύγκρουση και οι κυρώσεις θα συνεχίσουν να περιορίζουν τις δυνατότητες συνεργασίας.

Η χρονική συγκυρία, κατά συνέπεια, ερμηνεύεται από τη σύγκλιση τριών παραγόντων: της ενεργειακής κρίσης, της προεκλογικής πίεσης στις ΗΠΑ και της προσπάθειας να διερευνηθούν οι οικονομικές συναλλαγές με τη Ρωσία. Δεν υπάρχει, ωστόσο, επαρκής βάση για να θεωρηθεί ότι η συμφωνία αποτελεί ήδη μέρος μιας ολοκληρωμένης ειρηνευτικής διευθέτησης.

Ποια είναι η πιθανότερη κατάληξη;

Η εξέλιξη μπορεί να κινηθεί προς τρεις κατευθύνσεις.

Το πρώτο ενδεχόμενο είναι η διατήρηση μιας περιορισμένης, επιλεκτικής ενεργειακής συνεργασίας. Η προσωρινή χαλάρωση των περιορισμών επιτρέπει ορισμένες συναλλαγές, χωρίς να οδηγεί σε συνολική άρση των κυρώσεων ή σε άμεση επαναλειτουργία του Nord Stream.

Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι η σταδιακή επέκταση της συνεργασίας σε επενδύσεις και ενεργειακές υποδομές. Για να επιτευχθεί μία τέτοια πρόοδος, θα χρειαστούν συγκεκριμένες συμφωνίες, σαφείς όροι για τις κυρώσεις και σημαντικές πολιτικές αποφάσεις. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μεταβάλει τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά, αλλά δεν είναι δεδομένη.

Το τρίτο ενδεχόμενο είναι η περιορισμένη εφαρμογή της συμφωνίας. Εάν οι παραδόσεις αποδειχθούν ποσοτικά χαμηλότερες από τις ανακοινωθείσες ή οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να αποδώσει περιορισμένα οικονομικά αποτελέσματα, ενώ θα διατηρηθούν οι πολιτικές αντιδράσεις.

Κατά τη δική μου εκτίμηση δε θα ήταν ασφαλές να υποθέσουμε πως πρόκειται για πλήρη επαναπροσέγγισητων δύο ενεργειακών παικτών ούτε την άμεση επαναφορά του ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη ως προδιαγεγραμμένες εξελίξεις. Η πιο επισταμένη ανάγνωση είναι ότι η Ουάσιγκτον και η Μόσχα διερευνούν τη δυνατότητα επιλεκτικής οικονομικής συνεργασίας, με την ενέργεια να λειτουργεί ως πιθανό μέσο διαπραγμάτευσης.

Το εάν αυτή η προσέγγιση θα εξελιχθεί σε ευρύτερη συμφωνία θα εξαρτηθεί από την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία, τις αμερικανικές πολιτικές εξελίξεις, την εφαρμογή των κυρώσεων και την αντίδραση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Συμπερασματικά, η ενεργειακή προσέγγιση ΗΠΑ–Ρωσίας καταδεικνύει ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να ανοίξουν παράθυαρα συνεργασίας ακόμη και μεταξύ κρατών που βρίσκονται σε στρατηγική αντιπαράθεση.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η συμφωνία συνδέεται με την προσπάθεια περιορισμού των τιμών καυσίμων και με την πολιτική πίεση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Για τη Ρωσία, προσφέρει τη δυνατότητα πρόσθετων εσόδων, εμπορικής πρόσβασης και διπλωματικής αναβάθμισης. Για την Ουκρανία, δημιουργεί τον κίνδυνο αποδυνάμωσης της οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανοίγει ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στο βραχυπρόθεσμο ενεργειακό όφελος και στη μακροπρόθεσμη στρατηγική αυτονομία.

Η πιο αξιοσημείωτη συνέπεια, ωστόσο, δεν θα κριθεί από τα πρώτα φορτία ντίζελ. Αλλά από το εάν η ενεργειακή συναλλαγή θα παραμείνει ένα περιορισμένο μέτρο διαχείρισης της αγοράς ή θα αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης συμφωνίας για τις κυρώσεις, τις επενδύσεις, τις ενεργειακές υποδομές και τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Εάν παραμείνει μεμονωμένη συναλλαγή, οι επιπτώσεις θα είναι κυρίως οικονομικές και βραχυπρόθεσμες. Εάν ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την ευρωπαϊκή ενεργειακή αρχιτεκτονική και τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.

Για την Ευρώπη, η κρίσιμη επιλογή είναι να μην αντιμετωπίσει τις εξελίξεις μόνο ως ευκαιρία για φθηνότερη ενέργεια. Οφείλει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις για την ενεργειακή της τροφοδοσία θα λαμβάνουν υπόψη την οικονομική ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και τη δυνατότητα ανεξάρτητων στρατηγικών επιλογών.

Η παράμετρος της ενέργειας ενίοτε αποτελεί γέφυρα διαπραγμάτευσης μεταξύ αντιπάλων όχι όμως εγγύηση ειρήνης από μόνη της. Επιπρόσθετα η μείωση του ενεργειακού κόστους δεν εξασφαλίζει αυτομάτως μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πραγματική δοκιμασία για την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εναπόκειται στο αν θα κατορθώσουν να μετατρέψουν τα βραχυπρόθεσμα οικονομικά συμφέροντα σε μια σταθερότερη πολιτική διευθέτηση, χωρίς να δημιουργήσουν νέες εξαρτήσεις και νέες εστίες έντασης.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός11 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις12 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO12 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO12 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή