Ακολουθήστε μας

Γενικά θέματα

Μελετώντας τον Πούτιν Το πνεύμα και το κράτος του προέδρου της Ρωσίας

Δημοσιεύτηκε στις

Joshua Yaffa
Το πρωί της 7ης Μαΐου 2012, η μαύρη λιμουζίνα του Βλαντιμίρ Πούτιν
γλίστρησε αθόρυβα μέσα στους άδειους δρόμους της Μόσχας. Η
αυτοκινητοπομπή τον οδηγούσε στο Κρεμλίνο για την τελετή ανάληψης των
καθηκόντων του ως προέδρου της Ρωσίας. Στα πεζοδρόμια δεν υπήρχαν
υποστηρικτές, ούτε ενθουσιώδες πλήθος. Δεν υπήρχαν καν περίεργοι
περαστικοί. Κι αυτό γιατί η αστυνομία, φοβούμενη διαμαρτυρίες, είχε
ουσιαστικά θέσει την πόλη σε καραντίνα. Η εικόνα του ήταν ενός ανθρώπου
απομονωμένου στο κατευναστικό, αν και απατηλό, λίκνο της ανώτατης
εξουσίας. Μετά την ορκωμοσία του στο αξίωμα που για πρώτη φορά ανέλαβε
πριν από 12 χρόνια, μίλησε με ύφος βαρύ για «το νόημα ολόκληρης της
ζωής» του, που είναι να υπηρετεί τη Ρωσία.

Στη διάρκεια της εποχής του Πούτιν, η Ρωσία άλλαξε σημαντικά.
Διπλασίασε το ΑΕΠ της, αποπλήρωσε σχεδόν τέσσερα χρόνια νωρίτερα τα
εξωτερικά της δάνεια, οικοδόμησε μια μονοκομματική επίφαση δημοκρατίας,
εκμεταλλεύθηκε τους ενεργειακούς της πόρους ως μέσο διπλωματίας
καταναγκασμού, επαναβεβαίωσε την περιφερειακή επιρροή της και έκανε έναν
πόλεμο κατά της Γεωργίας.

Όμως οι αντικυβερνητικές διαμαρτυρίες που ξέσπασαν τον περασμένο
Δεκέμβριο στη χώρα, αποτέλεσαν μια χωρίς προηγούμενο αμφισβήτηση κατά
του προσώπου του Πούτιν. Για πρώτη φορά, ο τελευταίος δεν θα μπορέσει να
ισχυριστεί ότι αυτοί που τον αντιστρατεύονται είναι μια περιθωριακή,
αναποτελεσματική δύναμη. Και παρά τη νίκη του στις προεδρικές εκλογές
του περασμένου Μαρτίου, οι γενεσιουργοί παράγοντες της μαζικής
αντιπολίτευσης κατά της ηγεμονίας του, κυρίως δε η ανερχόμενη μεσαία
τάξη με τα αυξανόμενα αιτήματα για πολιτική εκπροσώπηση και σεβασμό, δεν
μπορεί παρά να διογκώνονται.

Με τον Πούτιν ξανά στο τιμόνι, είναι περισσότερο παρά ποτέ απαραίτητη
η κατανόηση της προσωπικότητάς του, τόσο για όσους στο εσωτερικό της
Ρωσίας θέλουν να αμφισβητήσουν την κυριαρχία του, αλλά και για όσους
βρίσκονται στο εξωτερικό και θέλουν να χαράξουν κατευθύνσεις στις
σχέσεις τους με τη Μόσχα κατά τη νέα προεδρική θητεία. Τι είναι, τελικά,
αυτό που βρίσκεται πίσω από την πορεία του Πούτιν προς την παγίωση της
εξουσίας του; Είναι η ανάγκη να κρατήσει τον απόλυτο έλεγχο για τον
εαυτό του, είναι ο συγκερασμός πλούτου και επιρροής, είναι η επάνοδος
της Ρωσίας στα παλιά μεγαλεία ή είναι κάτι εντελώς διαφορετικό;

Λίγα είναι γνωστά για το παρελθόν και τη βασική δομή του χαρακτήρα
του, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να υπάρξουν άμεσες απαντήσεις στα
προηγούμενα ερωτήματα. Αν και είναι ο ηγέτης που περισσότερο από
οποιονδήποτε άλλον προβάλλεται με θεατρικότητα, π.χ. πυροβολώντας μια
τίγρη με σφαίρες αναισθητικού ή ιππεύοντας στα βουνά με γυμνό το στήθος,
ο Πούτιν παραμένει ένα πρόσωπο μυστηριώδες. Το κενό προσπαθούν να
καλύψουν δύο βιβλία που εκδόθηκαν πρόσφατα με θέμα τον Ρώσο πρόεδρο, το
The Strongman του Άνγκους Ρόξμπουργκ και το The Man Without a Face της
Μάσα Γκέσεν. Και τα δύο επιχειρούν να σκιαγραφήσουν το πορτραίτο ενός,
εντέλει, άγνωστου θέματος. Και στα δύο βιβλία δίνονται νέα στοιχεία και
πολύτιμες λεπτομέρειες σχετικά με τη ζωή και τη διακυβέρνηση του Πούτιν.
Στο τέλος, όμως, κάθε απόπειρα να γίνει κατανοητός με τη διαλεύκανση
σκοτεινών σημείων της προσωπικής διαδρομής του και όχι με επίκεντρο το
κράτος που δημιούργησε, μοιάζει με προσπάθεια να δεις την ώρα σε ένα
ηλιακό ρολόι, κοιτάζοντας τη βελόνα και όχι την πλάκα του: οι
απαραίτητες πληροφορίες δεν βρίσκονται στο αντικείμενο καθεαυτό, αλλά
στη σκιά που αυτό αφήνει πίσω του.

Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ

Στο τέλος της θητείας του, ο πρώην πρόεδρος της Ρωσίας, Μπορίς
Γιέλτσιν, βρισκόταν σε κατάσταση πολιτικής αποσύνθεσης, ή -όπως γράφει η
Γκέσεν- «ήταν σαν τυφλός παλαιστής που χτυπιέται στο ρινγκ,
επιτιθέμενος κατά φανταστικών αντιπάλων και αστοχώντας κατά των
πραγματικών». Σχεδόν δέκα χρόνια μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής
Ένωσης, η Ρωσία ήταν αδύναμη και ταπεινωμένη, όπως κι ο Γιέλτσιν. Ο
Ρόξμπουργκ ασκεί δικαιολογημένη κριτική κατά του αυταρχικού και,
εντέλει, απολύτως αντιπαραγωγικού πνεύματος που η Ουάσιγκτον και οι
σύμμαχοί της παγίωσαν στις σχέσεις τους με τη Μόσχα καθ’ όλη τη διάρκεια
της δεκαετίας του 1990, γεγονός που ενίσχυσε τη ρωσική ανασφάλεια και
που αργότερα θα αποτελούσε δικαιολογία για την αντιδραστική και απόμακρη
στάση που επικράτησε στην εξωτερική πολιτική της Ρωσίας της εποχής
Πούτιν. «Ο χειρισμός της μετασοβιετικής Ρωσίας από τη Δύση», γράφει ο
Ρόξμπουργκ, «υπήρξε ανάλγητος στο έπακρο».

Ο Πούτιν ήταν ο άνθρωπος που θα έβγαζε τη χώρα από εκείνη την οδυνηρή
κατάσταση. Για τους ανθρώπους του περιβάλλοντος Γιέλτσιν, ο Πούτιν
έδινε μια έντιμη και αξιόπιστη εικόνα και, κυρίως, ήταν πρόσωπο χωρίς
απειλητική ατζέντα ή δική του εκλογική βάση. Αυτό τον έκανε, όπως λέει η
Γκέσεν, «ιδανικό» υποψήφιο αντικαταστάτη του Γιέλτσιν: «Ο Πούτιν,
φαινομενικά ένας άνθρωπος χωρίς προσωπικότητα και χωρίς ατομικό
συμφέρον, θα ήταν εύπλαστος και ευπειθής». Ο καθένας είδε σ’ αυτόν αυτό
που ήθελε να δει: τον αφοσιωμένο κρατιστή, τον ευπαρουσίαστο
εκσυγχρονιστή μεταρρυθμιστή, τον σοβαρό και πειθαρχημένο αξιωματούχο της
KGB.

Ωστόσο, εκείνοι που έχρισαν τον Πούτιν, τον γνώριζαν ελάχιστα. Ούτε η
δεκαετής και πλέον διακυβέρνησή του αποκάλυψε κάτι περισσότερο. Η
Γκέσεν στηρίζει πολλές από τις λεπτομέρειες του βιβλίου της στην
αυτοβιογραφία του Πούτιν, που εκδόθηκε (με η συγγραφική βοήθεια ομάδας
δημοσιογράφων) το 2000, με τίτλο First Person. Πρόκειται για μια ατελή
προσέγγιση του θέματος, που ενδίδει σε κάποιες αποκαλύψεις αλλά με σαφή
όρια. Είναι το πορτραίτο του Πούτιν ως άνδρα που διατηρεί μια περήφανη,
σχεδόν προστατευτική, στοργή για τη φήμη του ως «νταή του μεταπολεμικού
Λένινγκραντ» κατά τα νεανικά του χρόνια. Ο Πούτιν φαίνεται να έχει,
επίσης, μια ιδιάζουσα σχέση λαιμαργίας με τα υλικά αγαθά. (Η Γκέσεν, με
έναν ενδιαφέροντα αλλά υποθετικό ισχυρισμό, διαγιγνώσκει ότι ο Πούτιν
πάσχει από πλεονεξία, δηλαδή τη λαχτάρα να αποκτά αυτό που δικαιωματικά
ανήκει σε άλλους»).

Πάνω απ’ όλα ο Πούτιν εμφανίζεται ως ο άνθρωπος που σε κάθε στάδιο
της ζωής και της σταδιοδρομίας του διατηρούσε έναν σεβασμό προς τους
θεσμούς, όχι ιδεολογία, και μια εμμονή με την ιδέα ότι μια μέρα θα
μπορούσε να ελέγχει τους πραγματικούς μοχλούς εξουσίας, που βρίσκονται
πίσω από τους θεσμούς. Όμως, ο ίδιος είπε στους βιογράφους του για το
βιβλίο First Person, «πιο πολύ μου προκαλούσε κατάπληξη το πώς μια μικρή
δύναμη, ένα μόνο άτομο, στην πράξη μπορεί να ολοκληρώσει ένα έργο στο
οποίο έχει αποτύχει ένας ολόκληρος στρατός. … Ένας και μόνος
αξιωματικός των μυστικών υπηρεσιών θα μπορούσε να κυβερνήσει τη μοίρα
χιλιάδων ανθρώπων».

Καθώς ο Πούτιν σταδιακά συγκροτούσε αυτήν την εξουσία στα πρώτα
χρόνια της θητείας του, η διακυβέρνησή του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί
ως ένα είδος αυταρχικού εκσυγχρονισμού. Με την καθοδήγηση των δύο
οικονομικών συμβούλων του, Αλεξέι Κουντρίν και Γκέρμαν Γκρεφ, προώθησε
την ψήφιση σειράς νόμων για την ιδιοκτησία γης, την απελευθέρωση των
τιμών και τη φορολογική μεταρρύθμιση, που όλοι μαζί συνέστησαν το μέτρο
προβλεψιμότητας για την οικονομία της χώρας και άνοιξαν τον δρόμο για τα
χρόνια της ανάπτυξης που ακολούθησαν. Ανάμεσα στο 1999 και το 2008, το
ΑΕΠ της Ρωσίας αυξήθηκε κατά 7% ετησίως, δηλαδή ποσοστό μεγαλύτερο από
εκείνο που γνώρισε η χώρα στη διάρκεια της σταλινικής περιόδου με την
ταχεία εκβιομηχάνιση.

Αυτού του είδους η οικονομική ανάπτυξη σχετίζεται ασφαλώς με τα κέρδη
από την άνοδο των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, αλλά και
με τον ίδιον τον Πούτιν. Πολύ γρήγορα, όμως, η οικονομική ανάκαμψη
συνδέθηκε άρρηκτα με την προεδρία Πούτιν. Στα πρώτα χρόνια, ο
ενθουσιασμός για την ανάκαμψη της χώρας ήταν μεταδοτικός και ο απόηχος
συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Όπως είπε στον Ρόξμπουργκ ο Μιχαήλ Κασιάνοφ, ο
πρώην πρωθυπουργός που αποπέμφθηκε από τον Πούτιν το 2004 και στη
συνέχεια στρατεύθηκε στην αντιπολίτευση, «είχα την αίσθηση ότι ο Πούτιν
κι εγώ ήμαστε σύμμαχοι και ότι οικοδομούσαμε -όχι χωρίς λάθη- ένα
δημοκρατικό κράτος με οικονομία της αγοράς».

Όμως, καθώς αργοκυλούσε η θητεία του ως προέδρου, ο Πούτιν υπέκυψε
στην παρόρμηση να παγιώσει την εξουσία του και να απαλλαγεί από
δυνητικούς αντιπάλους. Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού
αερίου σύντομα πλημμύρισαν τη Ρωσία με νεόκοπο πλούτο, περιβάλλοντας
τον ίδιον και τους συμμάχους του στο Κρεμλίνο με εμπιστοσύνη αλλά και με
κάθε δικαιολογία για λήξη της περιόδου των μεταρρυθμίσεων. Τότε άρχισαν
να σφίγγουν τα λουριά: η σύλληψη του Μιχαήλ Χοντορκόφσκι, του
πολυεκατομμυριούχου πρώην επικεφαλής της πετρελαϊκής εταιρείας Yukos, η
κατάργηση των άμεσων εκλογών κυβερνητών στις επαρχίες, η καθιέρωση
κατώτατου ορίου για την είσοδο κομμάτων στο κοινοβούλιο, κλπ. Η
προκύψασα πολιτική τάξη, στον βαθμό που είναι δυνατόν να
κατηγοριοποιηθεί, χαρακτηρίστηκε «ηγεμονική» ή «ελεγχόμενη» δημοκρατία
από τον Βλαντισλάβ Σουρκόφ, τον υπεύθυνο στρατηγικού σχεδιασμού του
Πούτιν (ένα πρόσωπο που επιδεικτικά απουσιάζει από τις σελίδες του
βιβλίου της Γκέσεν). Εν ολίγοις, όπως αναφέρει ο Ρόξμπουργκ, ο Πούτιν
«πίστευε ότι στην καρδιά της ρωσικής παθογένειας βρίσκεται η έλλειψη
κεντρικού ελέγχου». Κι αυτό ακριβώς έβαλε ως στόχο να διορθώσει.

ΤΟ ΑΦΕΝΤΙΚΟ ΠΟΥΤΙΝ

Για τον Πούτιν και τους πρώην συναδέλφους του των υπηρεσιών
ασφαλείας, που απέκτησαν εξουσία στη διάρκεια της θητείας του, τίποτα
δεν συμβαίνει τυχαία και οι συνωμοσίες είναι πανταχού παρούσες. Είναι
κωμικό αλλά ο Πούτιν φαίνεται πράγματι να πιστεύει ότι ο Αμερικανός
πρόεδρος Τζορτζ Μπους διέταξε ο ίδιος την απόλυση του Νταν Ράδερ από το
CBS το 2006 και ότι οι ΗΠΑ επίτηδες εξήγαγαν στη Ρωσία κακής ποιότητας
πουλερικά. Πιο πρόσφατα, και πιο σοβαρά, ο Πούτιν αδυνατεί να κατανοήσει
ότι οι μαζικές διαδηλώσεις του περασμένου χειμώνα δεν ήταν μια
οργανωμένη, δυσοίωνη σκευωρία, αλλά η εκδήλωση της οργής της μεσαίας
τάξης κατά της διακυβέρνησής του.

Το αποκαλυπτικό μέρος του βιβλίου The Strongman, βρίσκει τον
Ρόξμπουργκ στη Ρωσία ως σύμβουλο της Ketchum, της διεθνούς εταιρείας
δημοσίων σχέσεων, που το Κρεμλίνο προσέλαβε το 2006 για να διαχειριστεί
την εικόνα του στο εξωτερικό. Αναφερόμενος στους υψηλά ιστάμενους Ρώσους
αξιωματούχους με τους οποίους ήρθε σε επαφή, ο Ρόξμπουργκ τους
παρουσιάζει σαν μια κλίκα φιλύποπτων ανθρώπων, οι οποίοι πιστεύουν ότι
οι πάντες και τα πάντα είναι δυνατόν να χειραγωγηθούν, ότι ένα ευνοϊκό
δημοσίευμα στη Wall Street Journal έχει ασφαλώς μια τιμή, και ότι, όπως
θυμάται ο Ρόξμπουργκ, η Ketchum θα πρέπει απλώς να «χρησιμοποιήσει το
σύνολο των μέσων [της] για να βελτιώσει την κάλυψη». Όπως γράφει ο
Ρόξμπουργκ, «δεν είχα ιδέα τι εννοούσαν».

Ωστόσο, τόσο ο Ρόξμπουργκ όσο και η Γκέσεν συγχέουν το πάθος του
Πούτιν για απόλυτη, αποτελεσματική εξουσία με την αποκλειστική
ιδιοκτησία της. Και οι δύο συγγραφείς υποστηρίζουν ότι ο Πούτιν έχει στη
διάρκεια της βασιλείας του ασκήσει παντοδύναμο έλεγχο σχεδόν σε κάθε
στιγμή της ρωσικής πολιτικής ζωής. Όμως, εδώ γίνεται μια σύγχυση με τον
τρόπο οργάνωσης του κράτους. Η φημισμένη «κάθετη εξουσία» του Πούτιν δεν
είναι τόσο ένα καλολαδωμένο αυταρχικό σύστημα, όσο ένα είδος σύμβασης.
Σε αντάλλαγμα της αφοσίωσης, συχνά με τη μορφή της ψήφου ή με άλλες
μορφές υποστήριξης της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, οι αξιωματούχοι της
γραφειοκρατικά ιεραρχημένης αλυσίδας (από τους περιφερειακούς κυβερνήτες
μέχρι τους τοπικούς αρχηγούς της αστυνομίας) μπορούν να διαφεντεύουν τα
φέουδά τους όπως αυτοί νομίζουν, εισπράττοντας μισθώματα και βάζοντας
στην τσέπη εκατομμύρια ή επιτρέποντας στις καταχρήσεις να ευδοκιμούν. Η
Τσετσενία, υπό τον σημερινό πρόεδρό της Ραμζάν Καντίροφ, προσφέρει το
πιο ακραίο παράδειγμα αυτής της σύμβασης ενός μικρο-κράτους, με τη δική
του εκδοχή για τη σαρία και την τσετσενική παράδοση. Όπως δήλωσε ο
Καντίροφ το 2009 σε ρωσική εφημερίδα, «είμαι ψυχή τε και σώματι ο
άνθρωπος του Βλαντιμίρ Πούτιν. Δεν πρόκειται να τον προδώσω ποτέ. Δεν θα
τον εγκαταλείψω.
Ορκίζομαι στον Παντοδύναμο. Καλύτερα να πεθάνω είκοσι
φορές».

Με άλλα λόγια, ο Πούτιν είναι τοτέμ και αρχηγός φυλής σε ένα σύστημα
που δικαίως μπορεί να χαρακτηριστεί πουτινισμός, αλλά αυτό δεν σημαίνει
ότι μέσα σ’ αυτό το κλειστό σύστημα ο ίδιος επιβλέπει τα πάντα ή ότι
αυτό το σύστημα λειτουργεί πάντα σύμφωνα με τις δικές του κατευθυντήριες
γραμμές. Ωστόσο η Γκέσεν, στο -ασφαλώς- εν μέρει δικαιολογημένο
ξέσπασμά της, αποδίδει στον Πούτιν σχεδόν κάθε καταστροφή που συνέβη στη
διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας. Για παράδειγμα, αναφερόμενη στη
δολοφονία το 2007 στο Λονδίνο, του Αλεξάντρ Λιτβινένκο, του πρώην
πράκτορα της FSB, της κεντρικής υπηρεσίας εσωτερικής ασφάλειας της
Ρωσίας, γράφει: «η άδεια για μια τέτοια ενέργεια θα πρέπει να έχει
εγκριθεί από το γραφείο του προέδρου. Με άλλα λόγια, ο Πούτιν διέταξε τη
δολοφονία του Λιτβινένκο».

Μια τέτοια θέση, όμως, που κατατίθεται χωρίς επαρκή στοιχεία,
υπερεκτιμά το επίπεδο ελέγχου του Πούτιν. Δεν είναι ο Πούτιν που εκδίδει
κάθε διαταγή, ούτε οι υφιστάμενοί του εκτελούν πάντα τις διαταγές που
εκδίδει. Ένα από τα πιο κραυγαλέα παραδείγματα αυτής της ανυπακοής
συνέβη το 2004, στη διάρκεια της πολιορκίας του σχολικού συγκροτήματος
στο Μπεσλάν, εντός του οποίου τρομοκράτες από τον βόρειο Καύκασο
κρατούσαν για πολλές μέρες ομήρους περίπου χίλιους ανθρώπους. Όπως
ανέφεραν το 2010 στο βιβλίο τους The New Nobility, με θέμα τις υπηρεσίες
ασφαλείας της Ρωσίας, οι συγγραφείς Αντρέι Σολντάτοφ και η Ιρίνα
Μπορόγκαν, ο Πούτιν από την αρχή είχε δώσει εντολή σε υψηλόβαθμους
αξιωματούχους της FSB και άλλων υπηρεσιών, να σπεύσουν αμέσως στο
Μπεσλάν και να αναλάβουν δράση για την άρση του αδιεξόδου. Τα στελέχη
αυτά πήραν πράγματι το αεροπλάνο και πέταξαν για το Μπεσλάν. Εκεί,
παρέμειναν για μισή ώρα στην πίστα του αεροδρομίου και κατόπιν
αναχώρησαν και πάλι για τη Μόσχα. Δεν θέλησαν να αναλάβουν ευθύνες και
προτίμησαν ν’ αφήσουν στα χέρια άλλων τη διεξαγωγή μιας επιχείρησης που
αποδείχθηκε καταστροφική. Όταν μια ομάδα γονέων που έχασαν τα παιδιά
τους στο σχολείο ήρθε σε αντιπαράθεση με τον Πούτιν σχετικά με τα
συμβάντα, η απάντησή του ήταν απλή: «αυτά συμβαίνουν», είπε, εξηγώντας
τι συμβαίνει όταν πολλοί στρατηγοί ανακατεύονται ο ένας στα χωράφια του
άλλου.

Τέτοιου είδους ομολογίες αδυναμίας είναι σπάνιες, καθώς μια τέτοια
παραδοχή μπορεί να αποβεί μοιραία, καθώς καραδοκούν εσωτερικοί αντίπαλοι
κρυμμένοι στους κύκλους της άρχουσας τάξης αλλά και εξωτερικοί
αντίπαλοι στις ξένες πρωτεύουσες. Κατά συνέπεια, λοιπόν, ο Πούτιν αφήνει
στους αξιωματούχους όλων των βαθμίδων της κρατικής δομής περιθώρια
σχεδόν πλήρους ατιμωρησίας: οι μεν ρυθμίζουν οι ίδιοι τις επιδόσεις
τους, ο δε ανταποδίδει στηρίζοντάς τους. Ο Γκλεμπ Παβλόφσκι, ένας πρώην
στενός πολιτικός σύμβουλος του Πούτιν, ο οποίος εγκατέλειψε χολωμένος το
Κρεμλίνο, αφού ανεπιτυχώς την άνοιξη του 2011 υποστήριξε την ιδέα μιας
δεύτερης προεδρικής θητείας για τον προστατευόμενο του Πούτιν, Ντμίτρι
Μεντβέντεφ, μου είπε ότι ο Πούτιν θεωρεί τον εαυτό του αρχηγό «που
μπορεί να θυμώνει με κάποιον αλλά είναι υποχρεωμένος να τον
υπερασπιστεί».

Κατόπιν αυτού, λοιπόν, δεν μπορούμε να πούμε ότι ο Πούτιν δεν ήταν
εκείνος που διέταξε τη δολοφονία του Λιτβινένκο. Αυτό που μπορούμε να
πούμε είναι ότι δημιούργησε ένα τέτοιο σύστημα, στο πλαίσιο του οποίου
είναι σχεδόν αδύνατον να προσδιορίσεις ποιος το έκανε. Αυτό που έχει
σημασία είναι ότι όποιος κι αν σκότωσε τον Λιτβινένκο ή τη δημοσιογράφο
Άννα Πολιτκόφσκαγια, την πολιτικό Γκαλίνα Σταροβόιτοβα (με τη δολοφονία
της οποίας αρχίζει το βιβλίο της Γκέσεν) και
άλλους στη διάρκεια της
τελευταίας δεκαετίας, γνωρίζει ότι ο αρχηγός θα τον προστατεύσει.

ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΔΟΥΛΕΙΕΣ

Ο βαθύς οικονομικός και κοινωνικός μετασχηματισμός που συντελέστηκε
στη Ρωσία στη διάρκεια της θητείας του Πούτιν δημιούργησε, για πρώτη
φορά στη μετασοβιετική ιστορία της χώρας, μια πραγματική μεσαία τάξη,
την οποία σε μεγάλο βαθμό απαρτίζουν μορφωμένοι επαγγελματίες αστικών
κέντρων, όπως η Μόσχα και άλλες πόλεις με πληθυσμό άνω του ενός
εκατομμυρίου κατοίκων. Ωρίμασε, επίσης, μια ολόκληρη τάξη καταναλωτών.
Για παράδειγμα, η αγορά αυτοκινήτου στη Ρωσία είναι αυτή τη στιγμή
μεγαλύτερη από εκείνη της Γερμανίας. Αυτός ο κόσμος πλήθυνε και νιώθει
πιο ασφαλής για την ευμάρειά του, αλλά είναι και ο ίδιος κόσμος που έχει
αρχίσει να αρθρώνει πολιτικό λόγο και έχει καταλήξει να πιστεύει στην
αξία ενός δικαιότερου συστήματος. Η οικονομική άνοδος αυτών των ανθρώπων
και οι συχνότητα των επαφών τους με τη Δύση για λόγους εργασίας,
αναψυχής ή μέσω διαδικτύου, δημιούργησαν μια νέα κοινωνική κουλτούρα,
γεμάτη προσδοκίες για μια διακυβέρνηση με αποτελεσματικότητα και
διαφάνεια. Ωστόσο, για ένα μεγάλο διάστημα της θητείας του Πούτιν, η
κατάσταση αυτή δεν τους οδήγησε σε άμεση ανάμιξη στην πολιτική.

Αντιθέτως, αυτή η νέα τάξη είχε εγκαθιδρύσει ένα καθεστώς ήρεμης
εξέγερσης, ζώντας σε έναν απόμακρο, δικό της κόσμο, μακριά από το κράτος
και την πολιτική γενικότερα.

Και τότε, ξαφνικά πέρυσι, δύο γεγονότα ήρθαν να αφυπνίσουν αυτόν τον
κόσμο από τον λήθαργο: πρώτον, η ανακοίνωση του Πούτιν ότι αυτός, και
όχι ο Μεντβέντεφ, θα κατέβαινε ως υποψήφιος πρόεδρος και, δεύτερον, οι
βουλευτικές εκλογές του περασμένου Δεκεμβρίου, οι οποίες στιγματίστηκαν
από εκτεταμένες ενδείξεις νοθείας, που στόχο είχε να αυξήσει το ποσοστό
επιτυχίας της Ενωμένης Ρωσίας, του φίλα προσκείμενου προς το Κρεμλίνο
κόμματος. Το αίσθημα της αδικίας και η διάχυτη εντύπωση ότι, όπως
τονίζει ένα δημοφιλές σύνθημα των τελευταίων μηνών, «Δεν είναι όλοι το
ίδιο για μας», έδωσαν το έναυσμα για μαζικές διαμαρτυρίες που
συγκέντρωσαν στο κέντρο της Μόσχας περισσότερους από 100.000 ανθρώπους.
Δεν επρόκειτο για επαναστατικό κίνημα.

Άλλωστε, οι κοινωνικά και
οικονομικά ανερχόμενοι διαδηλωτές είχαν πολλά να χάσουν. Σύμφωνα, όμως,
με τον κοινωνιολόγο Λεβ Γκουτκόφ, που είναι και επικεφαλής της Levada
Center, μιας αξιοσέβαστης ανεξάρτητης εταιρείας δημοσκοπήσεων, οι
διαδηλωτές πρόβαλαν μια σειρά ηθικών απαιτήσεων: εμπιστοσύνη, εντιμότητα
και διαφάνεια στη δημόσια ζωή και στην πολιτική.

Κι ενώ αυτές οι διαδηλώσεις συνεχίζονται, το κίνημα διαμαρτυρίας έχει
παράλληλα αρχίσει να δραστηριοποιείται με ενέργειες μικρότερης κλίμακας
και πιο αθόρυβες: για παράδειγμα, νέοι και ανεξάρτητοι υποψήφιοι
αναδεικνύονται σε εκλογές για τα δημοτικά συμβούλια στη Μόσχα, και
ομάδες εθελοντών ταξιδεύουν σε διάφορες πόλεις της χώρας για να
εποπτεύσουν τη διεξαγωγή τοπικών εκλογικών αναμετρήσεων. Η απάθεια και ο
ατομισμός της σοβιετικής εποχής δίνουν σπασμωδικά τη θέση τους στην
κοινωνική συνειδητοποίηση.

Εξαιτίας όλων των ανωτέρω, η Ρωσία φαίνεται να έχει αλλάξει τους
τελευταίους μήνες, αλλά ο Πούτιν έχει μείνει ο ίδιος. Και τώρα, όπως και
πριν, θα βασιστεί στο ιδιότυπο μίγμα αρρενωπότητας, σταράτης κουβέντας
και χοντροκομμένου χιούμορ, και θα τροφοδοτεί τους δύο μεγάλους φόβους
που ανέκαθεν είχαν απήχηση στην κοινωνία: την ανάμνηση του χάους και της
αδυναμίας της δεκαετίας του 1990, καθώς και την απειλή εχθρών από το
εξωτερικό. Η πρώτη του αντίδραση για τις ταραχές του περασμένου
Δεκεμβρίου ήταν να τις αποδώσει στην Αμερικανίδα υπουργό Εξωτερικών
Χίλαρι Κλίντον. Ύστερα παρομοίασε τις λευκές κορδέλες των διαδηλωτών με
προφυλακτικά. «Ο Πούτιν συνεχίζει να λέει παλιομοδίτικα αστεία», μου
είπε ο Παβλόφσκι.

Όμως, αυτά τα ξεπερασμένα αστεία έχουν όλο και λιγότερη απήχηση.
Καταρχάς, η ευμεγέθης τάξη των ανθρώπων με αστικά επαγγέλματα, έχοντας
φθάσει σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο οικονομικής ασφάλειας, ενδιαφέρονται
πλέον για τις δημοκρατικές αξίες και τον σεβασμό. Σε αντίθεση, για
παράδειγμα, με την Αίγυπτο της εποχής Μουμπάρακ, τα αιτήματα για αλλαγή
δεν εκπορεύονται από την οικονομική απόγνωση. Ως εκ τούτου, ο Πούτιν δεν
μπορεί πλέον να βασίζεται στην εικόνα του ως αναντικατάστατου εγγυητή
της σταθερότητας και της ανάπτυξης. Στην πραγματικότητα, οι πρόσφατες
δημοσκοπήσεις αποκαλύπτουν ότι όσο πιο ευκατάστατος είναι σήμερα ένας
ενήλικας άνδρας στη Μόσχα, τόσο πιο πιθανό είναι να τάσσεται υπέρ της
ιδέας των αντικυβερνητικών διαδηλώσεων. Με άλλα λόγια, και σε αντίθεση
με αυτό που συμβαίνει σε άλλα αυταρχικά κράτη, στη Ρωσία ο υλικός
πλούτος δεν οδήγησε τους ανθρώπους σε αφομοίωση προς το σύστημα.
Αντιθέτως, στρέφει το άτομο εναντίον αυτού του συστήματος. Η οικονομική
ανεξαρτησία από το κράτος, την οποία απολαμβάνουν κυρίως εκείνοι που
ασκούν σχετικά προσοδοφόρα επαγγέλματα, τροφοδοτεί την ανάγκη για
πολιτική ανεξαρτησία.

Η δυναμική αυτή ερμηνεύει -ίσως- το γιατί προς το τέλος της
προεκλογικής περιόδου, τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο, ο Πούτιν επεδίωξε
να δημιουργήσει ένα είδος ρωσικής ταξικής πολιτικής. Προβλήθηκε ως
ηγέτης της αγροτικής και βιομηχανικής Ρωσίας, ως υπερασπιστής της χώρας
από εκείνες τις ακατονόμαστες δυνάμεις που θέλουν, όπως είπε σε μια
προεκλογική ομιλία του, «να παρεμβαίνουν στις υποθέσεις μας, να
επιβάλλουν τη βούλησή τους πάνω μας». Σ’ αυτόν και σε άλλους
προεκλογικούς του λόγους, ο Πούτιν επιχείρησε να συνδέσει στη συνείδηση
του κοινού τους διαδηλωτές της μεσαίας τάξης με εχθρούς από το
εξωτερικό, που θέλουν να δουν τη Ρωσία να νοσεί. Τη νύχτα της εκλογικής
του νίκης, είπε στους εργαζόμενους ενός εργοστασίου: «Βάλατε στη θέση
τους εκείνους που προχώρησαν πολύ μακριά και προσέβαλαν τον εργαζόμενο
άνθρωπο». Ο πραγματικός «ρωσικός λαός», συνέχισε, είναι «ο εργάτης και ο
επιστήμονας».

Η στρατηγική του Πούτιν να δημιουργήσει μέτωπο ανάμεσα στην εργατική
και τη μεσαία τάξη, ανάμεσα στην επαρχία και τις πόλεις, βραχυπρόθεσμα
έπιασε τόπο. Αυτό, όμως, μπορεί ν’ αλλάξει. Εδώ και χρόνια, στις
μικρότερες πόλεις και επαρχίες, η δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση
και την ευρύτερη καθεστηκυία τάξη, ποτέ δεν μεταφράστηκε σε εχθρότητα
απέναντι στον ίδιον τον Πούτιν. Όμως τώρα, ο Μιχαήλ Ντμίτριεφ, ο
πρόεδρος του Κέντρου Στρατηγικών Ερευνών της Μόσχας, υποστηρίζει ότι
αυτή η παραφωνία εξασθενεί. Πολλές από τις τάσεις που είναι γνωστές στις
πόλεις εμφανίζονται τώρα και στην επαρχία: η άνοδος του επιπέδου ζωής
οδηγεί σε αύξηση των προσδοκιών και τα τοπικά παράπονα, είτε για τις
κακές υποδομές ή κυρίως για διαφθορά αξιωματούχων, αποκτούν απήχηση
εθνικής εμβέλειας και η δυσαρέσκεια έχει αποδέκτη τη Μόσχα. Σύμφωνα με
τον Ντμίτριεφ, το θερμόμετρο στις περιφέρειες ανεβαίνει κατά του Πούτιν,
καθιστώντας την επαρχία «κλειδί για την έκβαση του πολιτικού μέλλοντος
της Ρωσίας».

Πράγματι, καθώς αυτό το φθινόπωρο επανέρχονται οι άμεσες εκλογές
κυβερνητών, και μολονότι έχουν γίνει αυστηροί έλεγχοι σχετικά με τη
νομιμότητα των υποψηφιοτήτων, οι πρώτες γκρίνιες για ουσιαστική πολιτική
μεταρρύθμιση είναι πιθανό να προέλθουν όχι από τη Μόσχα αλλά από κάθε
μια περιφερειακή πρωτεύουσα. Ήδη, αντιπολιτευόμενοι δήμαρχοι έχουν
αναλάβει τα καθήκοντά τους στο Γιαροσλάβ και το Τολιάτι, ενώ κι άλλες
τοπικές εκλογές προγραμματίζονται γι’ αυτό το καλοκαίρι και το
φθινόπωρο. Καθώς το κυβερνών κόμμα, η «Ενωμένη Ρωσία», εξακολουθεί να
χάνει τη λαϊκή στήριξη, ενώ παράλληλα αναδύονται νέα πολιτικά πρόσωπα
στις πόλεις και τις περιφέρειες, ο Πούτιν ενδέχεται να έρθει αντιμέτωπος
με τοπικούς πολιτικούς που είναι πιο δημοφιλείς από τον ίδιον.

Μια τέτοια δυσχερής κατάσταση μπορεί σύντομα να εξελιχθεί σε εμπειρία
ανάλογη με εκείνη που βίωσε ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ προς το τέλος της
Σοβιετικής Ένωσης, όταν βρέθηκε κυκλωμένος από ηγέτες των σοβιετικών
δημοκρατιών, του Γιέλτσιν περιλαμβανομένου, οι οποίοι, αν και τυπικά
υποδεέστεροι, απολάμβαναν μεγαλύτερης λαϊκής νομιμοποίησης στους
ντόπιους πληθυσμούς. Ένα τέτοιο σενάριο δεν πρόκειται σήμερα να οδηγήσει
σε διάσπαση της Ρωσίας, όπως συνέβη με τη Σοβιετική Ένωση. Μπορεί,
όμως, να μεταβάλει ολόκληρο το πλέγμα κινήτρων για τους τοπικούς
πολιτικούς, καθώς εκείνοι οι κυβερνήτες που θα θέλουν να διατηρήσουν τη
δημοτικότητά τους, θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη και τα τοπικά αιτήματα
κοντά στις απαιτήσεις που θα προβάλει το Κρεμλίνο. Μέχρι στιγμής, στα
χρόνια του Πούτιν οι υποψήφιοι για τις περιφέρειες επιλέγονταν με
αποκλειστικό γνώμονα την αποδεδειγμένη πίστη τους στον Πούτιν. Όμως, αν
συνεχιστεί η τάση ανάπτυξης ουσιαστικής πολιτικής στις περιφέρειες και
αν οι πολιτικοί εκεί θεωρήσουν τους εαυτούς τους έστω και κατ’ ελάχιστον
υπόλογους στους κατά τόπους ψηφοφόρους, η ισορροπία μπορεί ν’ αλλάξει,
με απρόβλεπτες συνέπειες για τη διατήρηση του Πούτιν στην εξουσία.

ΠΟΥΤΙΝΙΣΜΟΣ

Το σύστημα Πούτιν, αν και επηρεασμένο από πάλαι ποτέ επίδοξους
εκσυγχρονιστές ηγέτες της ρωσικής ιστορίας, όπως ο Πιοτρ Στολύπιν,
τσαρικός πρωθυπουργός, και ο Γιούρι Αντρόποφ, αρχηγός της KGB και
βραχύβιος γενικός γραμματέας της ΕΣΣΔ, είναι εντέλει αποκλειστικότητα
της εποχής Πούτιν. Δεν μεταφράζεται, όπως γράφει η Γκέσεν, σε
«μετασχηματισμό της Ρωσίας σε κοινωνία σοβιετικού τύπου». Ο πουτινισμός
επιβίωσε επειδή, σε αντίθεση με τη Σοβιετική Ένωση, αφήνει -σε γενικές
γραμμές- τους πολίτες στην ησυχία τους. Τους παρέχει μια σειρά
ελευθεριών ως καταναλωτών και επαγγελματιών που δίνουν έμφαση στην
καριέρα τους. Από τα φτηνά έπιπλα του IKEA μέχρι τις διακοπές στο
εξωτερικό, έχουν στη διάθεσή τους πολλά από τα εξωτερικά γνωρίσματα της
ζωής των Ευρωπαίων της μεσαίας τάξης, ενώ για όσους έχουν φιλοδοξία και
ταλέντο, η Μόσχα μπορεί ν’ αποδειχθεί θαυμάσιο μέρος για να
σταδιοδρομήσει κανείς. Οι επιλογές είναι πάρα πολλές, εκτός αν έχουν να
κάνουν με την πολιτική. Και από πρόθεση, δεν υπάρχουν ρεφουζένικ
(άνθρωποι που τους στερείται το δικαίωμα εξόδου από τη χώρα) στη Ρωσία
του Πούτιν: όποιος είναι δυστυχής με αυτήν τη διευθέτηση, μπορεί ανά
πάσα στιγμή να εγκαταλείψει τη χώρα. Στην ουσία, ο πουτινισμός είναι
κάτι πολύ πιο πανούργο και μεταμοντέρνο από τον άγαρμπο και ασφυκτικό
έλεγχο που είχε επιβάλει το σοβιετικό κράτος.

Στο τέλος του βιβλίου της η Γκέσεν σοφά σημειώνει ότι ο πουτινισμός,
σε αντίθεση με τον κομμουνισμό, δεν αποτελεί μια συνεκτική κοσμοθεωρία,
αλλά μάλλον μια κυβερνητική δομή γύρω από τον άξονα διατήρησης της
σταθερότητας και, κατά συνέπεια, της εξουσίας. Σε αντίθεση με τη
σοβιετική περίοδο, όταν η επίσημη προπαγάνδα επιχειρούσε να αιτιολογήσει
ορισμένες στερήσεις, ο πουτινισμός δεν προσφέρει στους Ρώσους πολίτες
πολλά για να πιστέψουν, ούτε τους παρέχει μια αίσθηση αποστολής ώστε να
δικαιολογούν τις θυσίες ή, έστω, τη δυσφορία τους. Αυτό θα δημιουργήσει
δύο προβλήματα στον Πούτιν μέσα στα επόμενα χρόνια. Πρώτον, σε περίπτωση
μιας νέας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης ή μιας πτώσης των τιμών του
πετρελαίου, ο λαός δεν θα είναι πρόθυμος να υπομείνει υποχώρηση στην
υλική ευμάρεια. Και δεύτερον, τα νέα πολιτικά πρόσωπα και κινήματα, όπως
λέει η Γκέσεν, δεν θα χρειαστεί «να υπερνικήσουν τη δύναμη μιας
ριζωμένης ιδεολογίας» για να προβληθούν ως αξιόπιστες εναλλακτικές
λύσεις.

Προς το παρόν, η οικονομική ανάπτυξη είναι μέτρια, αλλά σταθερή και ο
ρωσικός προϋπολογισμός θα παραμείνει μάλλον στα ίδια επίπεδα,
αποτρέποντας οποιονδήποτε δραματικό εσωτερικό κραδασμό. Όμως, ο Πούτιν
δεν έχει αφήσει να φανεί καμία ένδειξη ως προς την κατεύθυνση προς την
οποία σκοπεύει να οδηγήσει τη χώρα. Διαμορφώνοντας το όραμά τους για τη
Ρωσία, ο Πούτιν και ο κύκλος του μπορεί να τρέφουν θαυμασμό για την
Κίνα, με την εκπληκτική οικονομική της ανάπτυξη και την ακλόνητη
μονοκομματική εξουσία. Σε αντίθεση, όμως, με τη Ρωσία, στην Κίνα η
διοικητική ιεραρχία είναι πιο ισχυρή και πιο αξιοσέβαστη από οποιοδήποτε
πρόσωπο. Έτσι, λοιπόν, ο Πούτιν διατρέχει τον κίνδυνο να κατασκευάσει
κάτι που να μοιάζει με ένα απολυταρχικό καθεστώς της Κεντρικής Ασίας,
στο πλαίσιο του οποίου ο αυτοαποκαλούμενος «εθνικός ηγέτης» δεν είναι
απλώς υπερασπιστής του συστήματος αλλά ο ίδιος είναι το σύστημα. Ο
Βλαντισλάβ Ινοζέμτσεφ, οικονομολόγος και διευθυντής του Κέντρου
Μεταβιομηχανικών Σπουδών, μου είπε ότι αυτό τοποθετεί τη Ρωσία στη
μοναδική κατηγορία μιας χώρας «οικονομικά σταθερής, αλλά μη
αναπτυσσόμενης».

Αυτό μπορεί να διατηρήσει για ένα διάστημα ασφαλή τον Πούτιν, αλλά
μακροπρόθεσμα δεν προσφέρει παρά ελάχιστες ελπιδοφόρες προοπτικές.
Έχοντας χτίσει τη βασική δομή της σταθερότητας πάνω στα αδύναμα θεμέλια
της δεκαετίας του 1990, ο Πούτιν φαίνεται να μην έχει αποφασίσει πώς θα
διαχειριστεί το οικοδόμημά του, εκτός από το να το παρατηρεί αν είναι
σταθερό. Για πόσο θα συνεχίζει αυτήν την τακτική; Αυτό εξαρτάται από την
ικανότητα του Πούτιν να προσαρμόσει το όραμά του για το κράτος σε μια
Ρωσία που έχει αλλάξει. Ο θρόνος μπορεί να του είναι γνώριμος, αλλά το
βασίλειο είναι εντελώς διαφορετικό.

Στα αγγλικά: http://www.foreignaffairs.com/articles/137728/joshua-yaffa/reading-putin

Γενικά θέματα

Η πετρελαϊκή «μάχη» που ενώνει Τραμπ-Πούτιν και δισεκατομμυριούχους του Κόλπου

Οι συνομιλίες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία έχουν διευρυνθεί και περιλαμβάνουν πλέον μια υπό διαπραγμάτευση συμφωνία δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εξαγορά διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil, σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times».

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Οι συνομιλίες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία έχουν διευρυνθεί και περιλαμβάνουν πλέον μια υπό διαπραγμάτευση συμφωνία δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εξαγορά διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil, σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times».

Η συμφωνία, η οποία δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί και τελεί υπό την αίρεση της έγκρισης της αμερικανικής κυβέρνησης και του Κρεμλίνου, αφορά ένα εκτεταμένο χαρτοφυλάκιο πετρελαιοπηγών, διυλιστηρίων και πρατηρίων καυσίμων της Lukoil σε διάφορες χώρες.

Σύμφωνα με τους «New York Times», στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται κοινοπραξία με επικεφαλής τον Αμερικανό επενδυτή Τοντ Μπόελι, στην οποία συμμετέχουν επίσης επενδυτικοί όμιλοι από τη Μέση Ανατολή. Στην προτεινόμενη συμφωνία συμμετέχει και η αμερικανική κυβέρνηση, μέσω της U.S. International Development Finance Corporation (DFC).

 Στο τραπέζι των συνομιλιών Τραμπ-Πούτιν

Οι πολύμηνες διαπραγματεύσεις, σύμφωνα με οκτώ πρόσωπα με γνώση της υπόθεσης που επικαλούνται οι «New York Times», συνδέονται με την ευρύτερη προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να αποκαταστήσει οικονομικούς δεσμούς με τη Ρωσία στο πλαίσιο των συνομιλιών για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.

Το ζήτημα της Lukoil φέρεται να τέθηκε από τον Βλαντιμίρ Πούτιν κατά τη συνάντησή του με τους Αμερικανούς διαπραγματευτές Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ στο Κρεμλίνο, στις 5 Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα με πηγή που επικαλείται η αμερικανική εφημερίδα, ο Ρώσος πρόεδρος πρότεινε την προώθηση της συμφωνίας ως ένδειξη ότι η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να συνεργαστούν επιχειρηματικά.

Οι Αμερικανοί διαπραγματευτές φέρεται να απάντησαν ότι θα εργαστούν για την προώθηση της συμφωνίας, τόσο ως ένδειξη «καλής θέλησης» προς το Κρεμλίνο όσο και με στόχο τη μείωση των διεθνών τιμών ενέργειας.

Η ενδεχόμενη συμφωνία παρουσιάζει ιδιαίτερο οικονομικό ενδιαφέρον για τους υποψήφιους αγοραστές. Η έγκρισή της από τις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσε να οδηγήσει στην απελευθέρωση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων από τις αμερικανικές κυρώσεις, αυξάνοντας παράλληλα την αξία τους.

 Οι διασυνδέσεις των επενδυτών

Στην κορυφή της κοινοπραξίας βρίσκεται ο Αμερικανός επενδυτής Τοντ Μπόελι, συνιδιοκτήτης των Los Angeles Dodgers και γνωστός υποστηρικτής του Τραμπ. Στο επενδυτικό σχήμα συμμετέχουν επίσης επιχειρηματικοί όμιλοι από το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Οι «New York Times» επισημαίνουν ότι ορισμένοι από τους επενδυτές διατηρούν επιχειρηματικές σχέσεις με πρόσωπα που βρίσκονται κοντά στην κυβέρνηση Τραμπ.

Μεταξύ αυτών είναι οι αδελφοί Μουτάζ και Ράμεζ αλ-Χαγιάτ από το Κατάρ, οι οποίοι έχουν συνεργαστεί με τον Τζάρεντ Κούσνερ και την Ιβάνκα Τραμπ για τη χρηματοδότηση επενδυτικού σχεδίου στην Αλβανία.

Στην κοινοπραξία συμμετέχει επίσης επενδυτικό ταμείο με έδρα το Αμπού Ντάμπι, το οποίο ελέγχεται από τον σεΐχη Ταχνούν μπιν Ζαγιέντ Αλ Ναχιάν, σύμβουλο εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Ο ίδιος συνδέεται με επενδύσεις στην World Liberty Financial, την εταιρεία κρυπτονομισμάτων της οικογένειας Τραμπ.

Παράλληλα, επενδυτικό ταμείο που συνδέεται με τον σεΐχη Ταχνούν αποτελεί σημαντικό μέτοχο της εταιρείας private equity που ίδρυσε ο Κούσνερ μετά την αποχώρησή του από τον Λευκό Οίκο.

 Τα ερωτήματα για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων

Οι διασυνδέσεις αυτές έχουν προκαλέσει ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο προσωπικές επιχειρηματικές σχέσεις μπορεί να διασταυρώνονται με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων για μια συμφωνία που συνδέεται με την αμερικανική εξωτερική πολιτική.

Οι «New York Times» αναφέρουν ότι δεν υπάρχει ένδειξη πως ο Γουίτκοφ ή ο Κούσνερ πρόκειται να αποκομίσουν προσωπικό οικονομικό όφελος από τη συμφωνία. Ωστόσο, η υπόθεση έχει εγείρει ζητήματα σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων επιχειρηματιών και προσώπων του στενού περιβάλλοντος του Τραμπ.

Η Χούι Τσεν, πρώην εισαγγελέας και σύμβουλος σε θέματα οικονομικού εγκλήματος και δεοντολογίας, χαρακτήρισε τις διασυνδέσεις «ανησυχητικές» και έθεσε το ερώτημα κατά πόσο προσωπικά συμφέροντα θα μπορούσαν να επηρεάσουν την αξιολόγηση των υποψήφιων αγοραστών.

Από την πλευρά του, εκπρόσωπος του Γουίτκοφ απέρριψε οποιοδήποτε ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων, υποστηρίζοντας ότι ο Αμερικανός διαπραγματευτής δεν λαμβάνει μισθό και καλύπτει ο ίδιος τα έξοδα των ταξιδιών του στο πλαίσιο της αποστολής του για λογαριασμό του Τραμπ.

Η κούρσα για τα περιουσιακά στοιχεία της Lukoil

Η Lukoil είχε θέσει προς πώληση τα διεθνή περιουσιακά της στοιχεία μετά την επιβολή αμερικανικών κυρώσεων. Αρκετοί υποψήφιοι αγοραστές είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον, μεταξύ των οποίων και μεγάλοι αμερικανικοί ενεργειακοί όμιλοι.

Τον Ιανουάριο, η επενδυτική εταιρεία Carlyle είχε καταλήξει σε προκαταρκτική συμφωνία για την εξαγορά σημαντικού μέρους του διεθνούς χαρτοφυλακίου της Lukoil. Η συμφωνία, ωστόσο, δεν ολοκληρώθηκε, καθώς απαιτούσε την έγκριση της αμερικανικής κυβέρνησης.

Στη συνέχεια, ο όμιλος υπό τον Μπόελι εμφανίστηκε ως ένας από τους βασικούς διεκδικητές των περιουσιακών στοιχείων.

Η αξία των διεθνών περιουσιακών στοιχείων της Lukoil είχε υπολογιστεί από την ίδια την εταιρεία σε περίπου 20 δισ. δολάρια στις αρχές του έτους. Ωστόσο, οι οικονομικοί όροι της υπό διαπραγμάτευση συμφωνίας δεν έχουν γίνει γνωστοί.

 Ο ρόλος της αμερικανικής κυβέρνησης

Η αμερικανική κυβέρνηση συμμετέχει στην προτεινόμενη συμφωνία μέσω της U.S. International Development Finance Corporation, η οποία επενδύει και παρέχει χρηματοδότηση για έργα στο εξωτερικό.

Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε ότι μια ενδεχόμενη συμφωνία για τη Lukoil θα μπορούσε να ενισχύσει την οικονομική ασφάλεια των ΗΠΑ, να εξυπηρετήσει στόχους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και να συμβάλει στη μείωση του ενεργειακού κόστους για τους Αμερικανούς.

Η συμφωνία, ωστόσο, χρειάζεται την έγκριση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, το οποίο είναι αρμόδιο για την εφαρμογή των κυρώσεων κατά της Ρωσίας.

 Η ενεργειακή διάσταση

Στο υπό διαπραγμάτευση χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνονται διυλιστήρια της Lukoil στην Ολλανδία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, καθώς και άλλες ενεργειακές υποδομές και πρατήρια καυσίμων σε διάφορες χώρες.

Η ενεργειακή διάσταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η κυβέρνηση Τραμπ έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η αποκατάσταση οικονομικών σχέσεων με τη Ρωσία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κίνητρο για τη Μόσχα ώστε να προχωρήσει σε συμβιβασμούς για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.

Ο Ρώσος οικονομικός απεσταλμένος Κίριλ Ντμίτριεφ έχει επίσης εμπλακεί στη διαδικασία, ενώ, σύμφωνα με τους «New York Times», έχει δηλώσει ότι ο διάλογος ΗΠΑ-Ρωσίας συνεχίζεται σε πολλούς τομείς, μεταξύ των οποίων και η ενέργεια.

Η συμφωνία για τη Lukoil παραμένει, πάντως, ανοικτή και δεν έχει οριστικοποιηθεί. Η τελική απόφαση θα εξαρτηθεί από τις απαιτούμενες εγκρίσεις των αμερικανικών αρχών και της ρωσικής πλευράς.

skpress.gr

Συνέχεια ανάγνωσης

Γενικά θέματα

Πώς μια «Ελληνίδα» έγινε το «θεμέλιο» της Εθνικής Πινακοθήκης της Ουγγαρίας

Στον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης συναντήσαμε την «Ελληνίδα». Πρόκειται για ένα έργο του Jakob Marastoni (1804-1860), ενός ζωγράφου ιταλικής καταγωγής που εγκαταστάθηκε και εργάστηκε στην Πέστη και έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της ουγγρικής τέχνης.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Πριν λίγο καιρό επισκεφθήκαμε την Εθνική Πινακοθήκη της Ουγγαρίας στη Βουδαπέστη, ένα από τα πλέον σημαντικά μουσεία της χώρας, στο οποίο παρουσιάζεται με μοναδικό τρόπο η εξέλιξη της ουγγρικής εικαστικής τέχνης από τον 11ο αιώνα μέχρι σήμερα. Βρίσκεται στο Βασιλικό Ανάκτορο του Κάστρου της Βούδας και ιδρύθηκε το 1957 με βάση κυρίως τις ουγγρικές συλλογές του Μουσείου Καλών Τεχνών. Η συλλογή της περιλαμβάνει περίπου 110.00 έργα.

Στον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης συναντήσαμε την «Ελληνίδα». Πρόκειται για ένα έργο του Jakob Marastoni (1804-1860), ενός ζωγράφου ιταλικής καταγωγής που εγκαταστάθηκε και εργάστηκε στην Πέστη και έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της ουγγρικής τέχνης.

Το έργο του με τίτλο «Ελληνίδα», φιλοτεχνημένο το 1845, θεωρείται εξαιρετικά σημαντικό για τη δημιουργία της συλλογής της Ουγγρικής Εθνικής Πινακοθήκης. Είναι το πρώτο έργο που σηματοδότησε την έναρξη της συστηματικής συλλογής ουγγρικής ζωγραφικής στα εθνικά ιδρύματα.⁠ Είναι επίσης το πιο γνωστό και εμβληματικό έργο του ζωγράφου.

Οι διαστάσεις του είναι 77Χ61,5 cm περίπου. Το μοντέλο δεν είναι Ελληνίδα, αλλά η σύζυγος του Marastoni, η Giovanna Bianchi, με καταγωγή από τη Βενετία. Ο ζωγράφος την απεικόνισε με παραδοσιακή (ή φανταστική) ελληνική φορεσιά της εποχής, σύμφωνα με τη μόδα του ρομαντισμού. Η εικόνα συνδυάζει εξωτισμό, ελαφρύ ερωτισμό και ιδανική ομορφιά.

Η ιστορία

Το 1845 η Pest Art Society — η πρώτη καλλιτεχνική εταιρεία στην Ουγγαρία — αγόραζε κάθε χρόνο ένα έργο από την ετήσια έκθεσή της για να το δωρίσει στο Ουγγρικό Εθνικό Μουσείο, το οποίο τότε περιλάμβανε και την πινακοθήκη.

Η «Ελληνίδα» του Marastoni ήταν αυτό που επέλεξαν και δώρισαν τον Νοέμβριο του 1845. Έτσι, καταγράφηκε ως το πρώτο έργο στη συλλογή ζωγραφικής του μουσείου.⁠ Το Εθνικό Μουσείο είχε ήδη κάποιες δωρεές, αλλά η συστηματική συλλογή ουγγρικής τέχνης ξεκινάει ουσιαστικά με αυτό το έργο. Η Εθνική Πινακοθήκη κληρονόμησε αυτή τη συλλογή από το Εθνικό Μουσείο.

Η επιλογή του προκάλεσε έντονες συζητήσεις και αποτέλεσε το «πρώτο καλλιτεχνικό σκάνδαλο» της εποχής, λόγω του ερωτισμού που απέπνεε το μοντέλο. Ωστόσο ο πίνακας αυτός ήταν και ιδιαίτερα δημοφιλής, κάτι που ενίσχυσε την εθνική συζήτηση για την τέχνη.⁠

Σήμερα, το έργο παραμένει εμβληματικό και εκτίθεται συχνά ως αφετηρία της συλλογής ζωγραφικής του 19ου αιώνα στην Πινακοθήκη. Συμβολίζει το πώς η ουγγρική τέχνη χτίστηκε με συνεισφορές από ξένους καλλιτέχνες που ενσωματώθηκαν στη χώρα, όπως ο Marastoni.

Η δημιουργία της Πινακοθήκης

Αν κάνετε περίπατο στην οδό Deák Ferenc στο κέντρο της πόλης ίσως αξίζει κάποιες φορές να σηκώσετε το βλέμμα πάνω από τις βιτρίνες των καταστημάτων. Το βλέμμα σας θα συναντήσει όχι μόνο κλασικές προσόψεις, αλλά και αναμνηστικές πλάκες, όπως για παράδειγμα εκείνη στον αριθμό 21, όπου αναγράφεται: «Η Πρώτη Ουγγρική Ακαδημία Ζωγραφικής – ιδρυθείσα από τον Jakab Marastoni».

Η Πέστη του 19ου αιώνα ήταν μια πραγματικά πολυπολιτισμική πόλη. Γερμανοί, Ούγγροι, Έλληνες, Ιταλοί, Σέρβοι και πολλές άλλες μικρότερες εθνότητες ζούσαν εδώ δίπλα-δίπλα ειρηνικά. Ο καθένας καλλιεργούσε τον δικό του πολιτισμό, αλλά ένα πράγμα τους ένωνε: όλοι ήθελαν να είναι και Ούγγροι και επιδίωκαν να υπηρετήσουν τον ουγγρικό πολιτισμό με τις δραστηριότητές τους.

Εκείνη την εποχή ο Marastoni υπέβαλε την αίτησή του για την ακαδημία ζωγραφικής στο Βασιλικό Συμβούλιο των Κυβερνητών, όταν ιδρύθηκε εντός του Ουγγρικού Εθνικού Μουσείου ο Σύλλογος Εθνικής Πινακοθήκης, ένα «τμήμα που συνέλεγε αποκλειστικά ουγγρική ζωγραφική».

Όλα αυτά συνέβησαν το 1845 και αυτή η μεγάλη πολιτιστική δραστηριότητα μπορεί να ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι εκείνη τη χρονιά το Εθνικό Μουσείο ήθελε να τιμήσει δεόντως την πεντηκοστή επέτειο της ανάληψης καθηκόντων του αρχιδούκα Ιωσήφ της Αυστρίας.

Ο σύλλογος που έφερε το όνομα του αρχιδούκα εγκρίθηκε τελικά από το Βασιλικό Συμβούλιο των Κυβερνητών τον Σεπτέμβριο του 1845. Η Εθνική Πινακοθήκη του αρχιδούκα Ιωσήφ μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ως το πρώτο εθνικό ίδρυμα που συνέλεγε ουγγρικούς πίνακες.

Η πινακοθήκη δέχθηκε δωρεές έργων τόσο από συλλόγους, όσο και από ιδιώτες, και ανάμεσά τους το σημαντικότερο ήταν το έργο του Jakab Marastoni «H Ελληνίδα», το οποίο δωρήθηκε στην πινακοθήκη τον Νοέμβριο του 1845 από την Καλλιτεχνική Εταιρεία της Πέστης. Έτσι, μπορεί να πει κανείς ότι η ιστορία της μουσειακής συλλογής ουγγρικής ζωγραφικής ξεκίνησε με την «Ελληνίδα».

Αλλά γιατί μια Ελληνίδα; Το σύγχρονο (όχι αρχαίο) ελληνικό θέμα εμφανίστηκε στην ευρωπαϊκή ζωγραφική με την Ελληνική Επανάσταση ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία τη δεκαετία του 1820. Φυσικά, οι συμπάθειες του ευρωπαϊκού ρομαντισμού προς τους Έλληνες άσκησαν επιρροή και στην ουγγρική τέχνη.

Οι Έλληνες, και ιδιαίτερα οι Ελληνίδες, αποτελούσαν συχνά θέμα στην ουγγρική ζωγραφική του 19ου αιώνα, και κατά μία έννοια η «Ελληνίδα» κατέληξε να αντιπροσωπεύει ένα εξωτικό θέμα αρωματισμένο με ερωτισμό.

Και αν σήμερα βρίσκουμε την «Ελληνίδα» να αποκαλύπτει ανοιχτά την ομορφιά και τη γοητεία της, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι επρόκειτο για θέμα μόδας. Και όσο κι αν μας γνέφει σαγηνευτικά αυτή η όμορφη γυναίκα, με την ιστορική έννοια το έργο αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα της ουγγρικής μουσειολογίας.

Ο ζωγράφος

Ο Jakab Marastoni (Giacomo Marastoni) γεννήθηκε το 1804 στη Βενετία και σπούδασε στην περίφημη Ακαδημία Καλών Τεχνών.

Ταξίδεψε στη Βιέννη στις αρχές της δεκαετίας του 1830, πέρασε από τη σημερινή Μπρατισλάβα το 1833 και εγκαταστάθηκε οριστικά στην Πέστη το 1836. Έγινε περιζήτητος πορτρετίστας μεταξύ αριστοκρατικών και αστικών οικογενειών, αλλά και κατά τη διάρκεια κοινοβουλευτικών συνεδριάσεων.⁠

Το 1846 ίδρυσε την Πρώτη Ουγγρική Ακαδημία Ζωγραφικής στην Πέστη – την πρώτη ιδιωτική σχολή αποκλειστικά για ζωγραφική στην Ουγγαρία. Ανάμεσα στους μαθητές του περιλαμβάνονται σημαντικοί Ούγγροι καλλιτέχνες όπως ο Károly Lotz, ο Mihály Zichy, ο Soma Orlai Petrich κ.ά. Το 1846 έγινε Επίτιμος Πολίτης της Πέστης.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ασχολήθηκε με την δαγκεροτυπία ήταν ο πρώτος επαγγελματίας αυτής της τεχνικής στην Ουγγαρία. Πέθανε σε ψυχιατρική κλινική και η σχολή του έκλεισε λίγο μετά.

tovima.gr

Συνέχεια ανάγνωσης

Γενικά θέματα

Ούμαρ Κρέμλεφ: Ο άνθρωπος του Πούτιν που «εισέβαλε» στον αμερικανικό αθλητισμό

Πριν γίνει γνωστός ως Ούμαρ Κρέμλεφ, ο 43χρονος που χρόνια αργότερα θα συνδεόταν ακόμη και με το πολυτελές πάρτι του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ στις Μπαχάμες, ήταν γνωστός με το όνομα Ούμαρ Λουτφουλόεφ. Μέχρι τον Μάρτιο του 2010, το όνομα Κρέμλεφ παρέμενε ουσιαστικά άγνωστο

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Πριν γίνει γνωστός ως Ούμαρ Κρέμλεφ, ο 43χρονος που χρόνια αργότερα θα συνδεόταν ακόμη και με το πολυτελές πάρτι του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ στις Μπαχάμες, ήταν γνωστός με το όνομα Ούμαρ Λουτφουλόεφ. Μέχρι τον Μάρτιο του 2010, το όνομα Κρέμλεφ παρέμενε ουσιαστικά άγνωστο.

Όταν «πάτησε» τα 28 κι έχοντας, σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, καταδίκες για εκβιασμό και ξυλοδαρμό, είδε τις φιλοδοξίες του για καριέρα στην πυγμαχία να σβήνουν εξαιτίας της έλλειψης πειθαρχίας και θέλησε να κάνει μια νέα αρχή για να ανεβεί τα σκαλοπάτια της ρωσικής κοινωνίας.

Και για να πετύχει αυτή του την επιδίωξη, δεν θα μπορούσε να διαλέξει καταλληλότερο επώνυμο από το Κρεμλέφ – ουσιαστικά, «ο άνθρωπος του Κρεμλίνου». Όπως και στην περίπτωση του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, αυτό ήταν ένα όνομα που έμελλε να συνδεθεί με φήμη, πλούτο και αντιπαραθέσεις.
Ο Ρόμπερτ Γκαρσία, ο κορυφαίος Δημοκρατικός στην Επιτροπή Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων, έθεσε το εύλογο ερώτημα: «Τι πήρε ως αντάλλαγμα; Χρειαζόμαστε απαντήσεις» και το ζευγάρι των νεόνυμφων έσπευσε να απαντήσει: «Η φιλία δεν προϋποθέτει πολιτικά κίνητρα. Η γενναιοδωρία δεν συνοδεύεται αυτομάτως από κάποια ατζέντα. Και μερικές φορές ένα γαμήλιο δώρο είναι απλώς ένα γαμήλιο δώρο», προσφέροντας στη συνέχεια να επιστρέψει τα χρήματα.

Ο 43χρονος μεγάλωσε στο Σερπούχοφ, μια πόλη περίπου 120.000 κατοίκων, 60 μίλια νότια της Μόσχας και 5.729 μίλια ανατολικά του Little Pipe Cay, του νησιού στις Μπαχάμες που νοίκιασε για τον γιο του Αμερικανού προέδρου. Γεννημένος από μητέρα Τατζίκα σε μουσουλμανική οικογένεια, «παντρεύτηκε» αρχή τον ρόλο του αουτσάιντερ.

Στράφηκε από μικρός στην πυγμαχία, όμως έχει παραδεχτεί σε συνέντευξή του ότι σταμάτησε στα 19 του, επειδή δεν διέθετε την απαιτούμενη πειθαρχία. Ακόμη και την ημέρα ενός αγώνα μπορούσε να βρεθεί σε νυχτερινό κέντρο ως τις τέσσερις τα ξημερώματα. Με μεγάλα χέρια και τη σωματική διάπλαση πυγμάχου βαρέων βαρών, ο Κρεμλέφ πέρασε τα επόμενα χρόνια αναζητώντας τον δρόμο που του ταίριαζε. Παρέμεινε, πάντως, στον κόσμο της πυγμαχίας, εργαζόμενος ως διοργανωτής αγώνων.

Σύμφωνα με το ρωσικό ερευνητικό μέσο Proekt, καταδικάστηκε για εκβιασμό το 2004 και για ξυλοδαρμό το 2007, αν και οι ακριβείς συνθήκες των υποθέσεων παραμένουν ασαφείς. Ο ίδιος δεν έχει αρνηθεί τις καταδίκες.

Οι Night Wolves εμφανίστηκαν την περίοδο της Περεστρόικα, της οικονομικής αναδιάρθρωσης της δεκαετίας του 1980, ως μια ομάδα μοτοσικλετιστών και φίλων της ροκ μουσικής. Επικεφαλής τους ήταν ο Αλεξάντερ Ζαλντοστάνοφ, γνωστός ως «Χειρουργός», στενός φίλος του Βλαντίμιρ Πούτιν.

Μέσα σε αυτόν τον ετερόκλητο κόσμο που ο Κρεμλέφ άρχισε να καλλιεργεί τις σχέσεις που θα τον μετέτρεπαν από πυγμάχο σε ισχυρό παράγοντα της ρωσικής κοινωνίας. Η σημαντικότερη από αυτές ήταν με τον Αλεξέι Ρουμπέζνι, υποστράτηγο της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Προστασίας (FSO) ψηλόβαθμων κρατικών αξιωματούχων, με τον οποίο έγιναν αχώριστοι.

Το 2016, ο Ρουμπέζνι ήταν πλέον επικεφαλής της Υπηρεσίας Ασφαλείας του Προέδρου και ο Κρεμλέφ είχε αποκτήσει, με αυτό τον τρόπο, πρόσβαση στον Πούτιν. Έκτοτε, η καριέρα του απογειώθηκε.

Ανέβηκε γρήγορα στην ιεραρχία και το 2017 ανέλαβε την ηγεσία της Ρωσικής Ομοσπονδίας Πυγμαχίας. Όμως η ορεξη του Κρεμλέφ είχε ανοίξει και δεν χόρταινε. Η Association Internationale de Boxe Amateur (AIBA – Διεθνής Ομοσπονδία Ερασιτεχνικής Πυγμαχίας) βρισκόταν τότε σε βαθιά κρίση, αντιμέτωπη με καταγγελίες διαφθοράς που οδήγησαν το 2019 στην αρχική αναστολή της από τους Ολυμπιακούς Αγώνες ως φορέα που είχε την ευθύνη της ολυμπιακής πυγμαχίας.

Ο Κρεμλέφ υποσχέθηκε σαρωτικές μεταρρυθμίσεις και την εξόφληση χρέους που υπολογιζόταν στα 16 εκατ. δολάρια, με στόχο ο οργανισμός να ανακτήσει τον έλεγχο της ολυμπιακής πυγμαχίας. Έτσι, το 2020 κέρδισε με άνεση την ψηφοφορία για την προεδρία, ενώ το γεγονός ότι μιλούσε από ελάχιστα έως καθόλου αγγλικά δεν αποτέλεσε εμπόδιο. Και όπως έκανε με τον ίδιο του τον εαυτό, και σε αυτή την περίπτωση έκανε το restart με τον ίδιο τρόπο: άλλαξε το όνομα του οργανισμού σε International Boxing Association (IBA).

Ακολούθησε συνεργασία της IBA με την Gazprom, τον ρωσικό κρατικό ενεργειακό κολοσσό, με συνέπεια το χρέος να μηδενιστεί και τα χρηματικά έπαθλα να αυξηθούν. «Γιατί να μην μπορούν οι ερασιτέχνες πυγμάχοι να πληρώνουν τα στεγαστικά τους δάνεια και να στηρίζουν τις οικογένειές τους;» είχε δηλώσει τότε ο Κρεμλέφ.

Το 2022, η IBA ήρε περιορισμούς που είχαν επιβληθεί νωρίτερα την ίδια χρονιά και επέτρεψε σε Ρώσους και Λευκορώσους πυγμάχους να αγωνίζονται με τις εθνικές σημαίες και τους ύμνους τους, ενώ απέκλεισε από τις τάξεις της την Ουκρανική Ομοσπονδία Πυγμαχίας. Την επόμενη χρονιά, ωστόσο, η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή (ΔΟΕ) ψήφισε – με αφορμή τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία – υπέρ της αφαίρεσης από την IBA της ιδιότητας της παγκόσμιας ομοσπονδίας του αθλήματος.

Ο Κρεμλέφ γίνεται ο «σκιώδης δήμαρχος»

Ωστόσο, δεν ήταν μόνο οι πυγμάχοι του Κρεμλέφ που πληρώνονταν καλά. Το 2019, μια εταιρεία του απέκτησε το δικαίωμα να γίνει ο μοναδικός διαχειριστής της εθνικής λοταρίας της Ρωσίας. Σε ένα μοτίβο που θα επαναλαμβανόταν αρκετές φορές, η λοταρία έγινε σύντομα χορηγός της IBA.

Τα επόμενα χρόνια, ο Κρεμλέφ απέκτησε μερίδια σε τρεις από τις μεγαλύτερες στοιχηματικές εταιρείες της Ρωσίας, τις Fonbet, Liga Stavok και Pari. Ρωσικά μέσα ενημέρωσης έχουν αναφέρει ότι οι συμφωνίες αυτές είχαν την υποστήριξη του Αντρέι Κόστιν, του υπό κυρώσεις χρηματοδότη και προέδρου της συνδεδεμένης με το Κρεμλίνο τράπεζας VTB, ο οποίος έχει χαρακτηριστεί «τραπεζίτης-κουμπαράς του Πούτιν».

Οι εταιρείες αυτές φαίνεται ότι είχαν συνολικά έσοδα περίπου 625 δισ. ρούβλια (5,5 δισ. λίρες) το 2023, ενώ η Liga Stavok αποτελεί πλέον βασικό εταίρο της IBA.

Ο Κρεμλέφ είχε επίσης αποκτήσει σταδιακά τον έλεγχο της Tsupis, μιας εταιρείας πληρωμών που συνδέει τους παίκτες με τις στοιχηματικές εταιρείες και εισπράττει προμήθεια από κάθε ποντάρισμα. Το 2021, ο Πούτιν εξέδωσε διάταγμα κατά της απάτης, το οποίο παραχώρησε στην Tsupis μονοπώλιο σε αυτή την εξαιρετικά επικερδή δραστηριότητα. Την ίδια περίοδο, οι φορείς που ρύθμιζαν την αγορά στοιχημάτων πέρασαν επίσης υπό τον έλεγχο του Κρεμλέφ και ενοποιήθηκαν σε έναν κοινό εποπτικό οργανισμό, με αρκετά μέλη του διοικητικού συμβουλίου να προέρχονται, σύμφωνα με δημοσιεύματα, από το δίκτυό του στον χώρο της πυγμαχίας.

Στη γενέτειρά του, το Σερπούχοφ, καθώς εξελισσόταν σε ολιγάρχη, ο Κρεμλέφ απέκτησε το προσωνύμιο «σκιώδης δήμαρχος», έχοντας συγκεντρώσει ένα εντυπωσιακό χαρτοφυλάκιο ακινήτων. Κάποια από αυτά φέρεται να περιήλθαν στην κατοχή του μετά την αναδιανομή περιουσιακών στοιχείων του φυλακισμένου πρώην δημάρχου Αλεξάντερ Σεστούν.

Πηγές αναφέρουν ότι απέκτησε γεωργικές εκτάσεις, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, ένα λιμάνι, ένα εμπορικό κέντρο και ένα ξενοδοχείο, ενώ το 2024, ο Κρεμλέφ φέρεται να επωφελήθηκε και από απαλλοτρίωση. Τον Φεβρουάριο, το Κρεμλίνο κατέσχεσε τη Rolf, τη μεγαλύτερη αντιπροσωπεία αυτοκινήτων της Ρωσίας, από τον Σεργκέι Πετρόφ, τον εξόριστο ιδιοκτήτη της και πρώην βουλευτή της αντιπολίτευσης και μέχρι τον Σεπτέμβριο, η εταιρεία είχε περάσει στον Κρεμλέφ μέσω συμφωνίας ύψους 35 δισ. ρουβλίων.

Σε ανακοίνωσή της, η Rolf παρουσίασε τον Κρεμλέφ ως νέο ιδιοκτήτη της, χαρακτηρίζοντάς τον «στρατηγικό επενδυτή, ο οποίος θα επιτρέψει στην εταιρεία να διατηρήσει τη μοναδική εταιρική κουλτούρα της και να διευρύνει το φάσμα των δραστηριοτήτων της, με έμφαση στην αύξηση της αποτελεσματικότητας και την προσέλκυση νέων συνεργατών και πελατών».

Ένας από αυτούς τους νέους συνεργάτες, σύμφωνα με μεταγενέστερα δημοσιεύματα του Proekt, ήταν η IBA.

Η πίστη στον Πούτιν

Έχοντας συγκεντρώσει προσωπική περιουσία που υπολογίζεται έως και σε 300 εκατ. λίρες και αναλαμβάνοντας παράλληλα και άλλα αξιώματα – μεταξύ αυτών την προεδρία της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ταβλιού – ο Κρεμλέφ δεν έκρυβε ποτέ τις πολιτικές του συμπάθειες.

«Χάρη σε έναν άνθρωπο, σήμερα υπάρχουν πραγματικά κάθε είδους ευκαιρίες να κερδίσεις χρήματα και να επιδιώξεις περισσότερα», είχε δηλώσει σε βιντεοσκοπημένη συνέντευξη το 2024, την οποία εντόπισε ο Guardian. «Αυτός ο άνθρωπος, φυσικά, είναι ο πρόεδρός μας, Βλαντίμιρ Βλαντιμίροβιτς Πούτιν».

Λίγους μήνες αργότερα, η Ουκρανία του επέβαλε κυρώσεις, χωρίς να βρίσκεται, ωστόσο, υπό κυρώσεις από τη Βρετανία, τις ΗΠΑ ή την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τον Απρίλιο, ο Πούτιν απένειμε στον Κρεμλέφ το Παράσημο της Φιλίας, ενώ λίγες ημέρες πριν από τον γάμο του Τραμπ Τζούνιορ, ο Κρεμλέφ συνόδευσε τον Ρώσο πρόεδρο σε επίσκεψη στην Κίνα, επιμένοντας πάντως ότι δεν βρισκόταν εκεί με επίσημη ιδιότητα.

Τα οφέλη για την οικογένειά του

Όπως συμβαίνει συχνά με τις οικογένειες ισχυρών και εύπορων πατριαρχών, και οι συγγενείς του Κρεμλέφ φαίνεται ότι επωφελήθηκαν από την άνοδό του. Το 2024, η ρωσική Novaya Gazeta ανέφερε ότι είχε παραχωρήσει στην τότε 21χρονη σύζυγό του, Αναστάσια Λεστσίνσκαγια, ένα κουρείο και ένα καφέ στο Σερπούχοφ, καθώς και πολυτελή αυτοκίνητα. Μάλιστα, αψηφώντας πλήρως τους νόμους, οι Porsche, Lamborghini και Aston Martin που φέρεται να της ανήκαν έχουν, σύμφωνα με δημοσιεύματα, συγκεντρώσει περίπου 50 κλήσεις από την τροχαία της περιφέρειας της Μόσχας.

Η Λεστσίνσκαγια ήταν γνωστή δημιουργός στο TikTok και το ένα από τα δύο μέλη του διδύμου «twinsrussian».

Ωστόσο, η δίδυμη αδελφή της είναι εκείνη που έχει προσελκύσει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Η Εκατερίνα Λεστσίνσκαγια διευθύνει τη φιλοπουτινική οργάνωση Healthy Fatherland, ένα αθλητικό και πατριωτικό κίνημα στο οποίο το Κίεβο έχει επιβάλει κυρώσεις για τον φερόμενο ρόλο του στην απαγωγή, την απέλαση και την αναγκαστική μεταφορά παιδιών από την Ουκρανία. Η ίδια έχει επίσης συναντηθεί επανειλημμένα με τον Ρώσο πρόεδρο.

Και φαίνεται πως αυτή ακριβώς η σύνδεση του Τζούνιορ με τον Κρεμλέφ ήταν που ώθησε τη Μελάνια Τραμπ – η οποία έχει μεσολαβήσει σε συμφωνίες με Ρώσους αξιωματούχους για την επιστροφή Ουκρανών παιδιών – να πάρει αποστάσεις από τον γάμο του θετού γιου της, με εκπρόσωπό της να δηλώνει: «Η κυρία Τραμπ δεν έχει και δεν είχε ποτέ καμία σχέση με τον κ. Κρεμλέφ».

Ασαφής ο τρόπος σύνδεσης του Τραμπ Τζούνιορ με τον Κρεμλέφ
Ο Τραμπ Τζούνιορ, όμως, έχει. Το πώς ακριβώς ο γιος του Αμερικανού προέδρου μπήκε στον κύκλο του Κρεμλέφ παραμένει ασαφές. Εκπρόσωπος του γιου του Αμερικανού προέδρου δήλωσε ότι οι δύο άνδρες, αμφότεροι λάτρεις του κυνηγιού, γνωρίστηκαν μέσω κοινού φίλου και «δέθηκαν χάρη στην αγάπη τους για την πυγμαχία και τις δραστηριότητες στη φύση».

Επιπλέον, ο Τραμπ Τζούνιορ είχε επαφή με την πυγμαχία από μικρή ηλικία, λόγω της δραστηριότητας του πατέρα του ως διοργανωτή αγώνων. Στα δέκα του χρόνια είχε παρακολουθήσει από κοντά τον Μάικ Τάισον να διαλύει τον Μάικλ Σπινκς μέσα σε μόλις 91 δευτερόλεπτα στο Trump Plaza Hotel του Ατλάντικ Σίτι.

Ο κοινός φίλος μέσω του οποίου γνωρίστηκαν δεν έχει κατονομαστεί, ωστόσο αμφότεροι διατηρούν στενές σχέσεις με έναν Τούρκο επιχειρηματία, τον Κάαν Καρακάγια. Ο Καρακάγια φέρεται, μάίστα, να ήταν παρών σε ένα αμφιλεγόμενο κυνηγετικό ταξίδι στη Μογγολία το 2019, κατά το οποίο ο Τραμπ Τζούνιορ πυροβόλησε και σκότωσε ένα απειλούμενο πρόβατο.

Τον Σεπτέμβριο του περασμένου έτους, σε εκδήλωση της IBA στην Κωνσταντινούπολη, στην οποία παρευρέθηκε και ο Μάνι Πακιάο, παγκόσμιος πρωταθλητής σε οκτώ διαφορετικές κατηγορίες βάρους, ο Κρεμλέφ ανακοίνωσε τον διορισμό του Καρακάγια ως εκπροσώπου της οργάνωσης στην Τουρκία.

«Ο Κάαν υπήρξε μια γέφυρα ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους, ένας φίλος που φέρνει τους ανθρώπους κοντά», είχε δηλώσει ο Κρεμλέφ.

«Ηγέτης και φίλος»

Ο Τραμπ Τζούνιορ παρευρέθηκε στην ίδια εκδήλωση της IBA και κάθισε δίπλα στον Κρεμλέφ πάνω στη σκηνή. Οι δύο άνδρες φαίνεται ότι διατηρούσαν ήδη τότε φιλική σχέση, παρά τα περιορισμένα αγγλικά του Ρώσου, ενώ ο Κρεμλέφ, σε μια ιδιαίτερα θερμή αναφορά, δήλωσε ότι ήταν «υπερήφανος που βρίσκεται εδώ με τον φίλο μου» και υποσχέθηκε ότι εκείνος και ο Τραμπ Τζούνιορ θα «προστατεύσουν τη διαφάνεια στην πυγμαχία και θα ανοίξουν τον δρόμο για την επόμενη γενιά».

Από την πλευρά του, ο Τραμπ Τζούνιορ επαίνεσε τον 43χρονο για το γεγονός ότι «επανέφερε την καθαρότητα της πυγμαχίας» και «αποκατέστησε την πραγματική δικαιοσύνη» στο άθλημα – μια αναφορά, όπως φαίνεται, στην πολιτική της IBA να μην επιτρέπει σε βιολογικούς άνδρες να αγωνίζονται στη γυναικεία πυγμαχία. «Είμαι υπερήφανος που αποκαλώ τον Ούμαρ όχι μόνο ηγέτη αλλά και φίλο», είχε δηλώσει, σύμφωνα με δελτίο Τύπου της IBA που είχε τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Ούμαρ Κρεμλέφ και Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ ενώνουν τις δυνάμεις τους».

Η θέση του για την πυγμάχο Ιμάν Κελίφ

Η IBA βρέθηκε ακόμη περισσότερο στο επίκεντρο της διεθνούς προσοχής κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Παρισιού το 2024, γεγονός που δημιούργησε μια ευκαιρία την οποία ο Κρεμλέφ μπορούσε να αξιοποιήσει.

Στους Αγώνες, η ΔΟΕ χρησιμοποίησε δική της μονάδα πυγμαχίας για τη διοργάνωση του τουρνουά, καθώς η IBA είχε ήδη αποβληθεί. Η διοργάνωση, ωστόσο, βρέθηκε στο επίκεντρο έντονης αντιπαράθεσης όταν επετράπη στην Αλγερινή πυγμάχος Ιμάν Κελίφ να αγωνιστεί στην κατηγορία των 66 κιλών γυναικών, μολονότι είχε αποκλειστεί από το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της προηγούμενης χρονιάς επειδή δεν είχε περάσει εξετάσεις επαλήθευσης φύλου.

Κι ενώ η IBA του Κρεμλέφ είχε αποκλείσει την Κελίφ από τις διοργανώσεις της, η ΔΟΕ της επέτρεψε να αγωνιστεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες με βάση το γεγονός ότι στο διαβατήριό της αναγράφεται ως γυναίκα. Ακολούθησε διεθνής αντιπαράθεση, με την Κελίφ να κερδίζει ομόφωνα όλους τους αγώνες της και να κατακτά τελικά το χρυσό μετάλλιο.

«Είναι ξεκάθαρα καθορισμένο: ο γυναικείος αθλητισμός είναι για γυναίκες, ο ανδρικός αθλητισμός για άνδρες. Ο γυναικείος αθλητισμός είναι για γυναίκες», είχε δηλώσει ο Κρεμλέφ στο TalkSPORT, μεταφέροντας, μάλιστα, το μήνυμα αυτό στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, στέλνοντας ανοιχτή επιστολή 1.100 λέξεων στον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είχε πρόσφατα υπογράψει εκτελεστικό διάταγμα που απαγόρευε στις τρανς γυναίκες να αγωνίζονται στις γυναικείες κατηγορίες αθλημάτων.

Στην επιστολή, ο Κρεμλέφ έγραφε: «Είναι ζωτικής σημασίας όλοι οι αθλητές να αγωνίζονται επί ίσοις όροις και η θέση σας στο ζήτημα αποτελεί σημαντικό βήμα προς την επίτευξη αυτού του στόχου», ενώ επιτέθηκε και στη ΔΟΕ, λέγοντας: «Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή και η σημερινή ηγεσία της έχουν, δυστυχώς, οδηγήσει το Ολυμπιακό Κίνημα σε παρακμή με τις κοντόφθαλμες ενέργειές τους και την κακή διοίκηση».

Ο Κρεμλέφ έριξε επίσης στον Αμερικανό πρόεδρο άλλο ένα «τυράκι». «Το τελευταίο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Πυγμαχίας της IBA στις Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποιήθηκε το 2007 στο Σικάγο. Ενδιαφερόμαστε πολύ να επαναφέρουμε τη διοργάνωση στη χώρα σας και είμαστε περισσότερο από έτοιμοι να συνεργαστούμε προς αυτή την κατεύθυνση» έγραψε, ενώ έκλεισε την επιστολή του παραλλάσσοντας δύο από τις αγαπημένες φράσεις του Τραμπ: «Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας σε αυτά τα σημαντικά ζητήματα. Προσβλέπουμε με μεγάλη αισιοδοξία στην πιθανότητα να συνεργαστούμε για να κάνουμε ξανά σπουδαίο το Ολυμπιακό Κίνημα, να προωθήσουμε το άθλημα της πυγμαχίας και να υπερασπιστούμε τα δικαιώματα των αθλητών σε ολόκληρο τον κόσμο».

Η αντιπαράθεση με τους Σαουδάραβες

Το 2025, η IBA ανέβασε ακόμη περισσότερο στροφές. Σύμφωνα με πληροφορίες της Telegraph, στην Κωνσταντινούπολη η ομάδα του Κρεμλέφ προσέφερε στον γνωστό Βρετανό πυγμάχο Τάισον Φιούρι αμοιβή 50 εκατ. λιρών προκειμένου να αγωνιστεί σε μία από τις διοργανώσεις της IBA. Ο Φιούρι, ωστόσο, επέλεξε να υπογράψει συμφωνία τριών αγώνων με τον Τούρκι Αλ-Σέιχ, αξιωματούχο της κυβέρνησης της Σαουδικής Αραβίας.

Ο Κρεμλέφ αποτελεί, ουσιαστικά, τον ισχυρότερο promoter του αθλήματος στην Ανατολική Ευρώπη, αποτελώντας άμεση πρόκληση για την επιρροή του Αλ-Σέιχ και των Σαουδαράβων στην πυγμαχία και για τον έλεγχό τους σε ορισμένους από τους σημαντικότερους αγώνες του αθλήματος.

Άνθρωποι από τον χώρο της πυγμαχίας περιγράφουν τον Κρεμλέφ ως «μια χαρισματική προσωπικότητα που εμφανίζεται σε εκδηλώσεις και διοργανώσεις περιστοιχισμένος από μια πολυάριθμη ομάδα συνεργατών, σχεδόν σαν αρχηγός κράτους». Οι ομιλίες του είναι συχνά φορτισμένες συναισθηματικά και δυναμικές, με επαναλαμβανόμενες αναφορές στον τρόπο με τον οποίο η πυγμαχία μπορεί να αλλάξει τις ζωές των νέων ανθρώπων.

«Συχνά δεν έχει ιδιαίτερη έκφραση στο πρόσωπό του, κι όμως αποπνέει μια ευγένεια και μια ταπεινότητα», δήλωσε άνθρωπος του χώρου.

Το περασμένο καλοκαίρι, η IBA λάνσαρε και δικό της πρωτάθλημα πυγμαχίας χωρίς γάντια. Οι πρώτοι αγώνες πραγματοποιήθηκαν στη Μόσχα, όμως ήταν το ντεμπούτο στις ΗΠΑ, στο Μαϊάμι, το φετινό καλοκαίρι που τράβηξε την προσοχή.

Συμπαρουσιαστής της εκδήλωσης ήταν ο Άντριου Τέιτ, ο Βρετανός πρώην kickboxer και αυτοαποκαλούμενος μισογύνης, ο οποίος δεν ανέβηκε ποτέ στη σκηνή, καθώς συνελήφθη έξω από τον χώρο της διοργάνωσης. Ο Τέιτ και ο αδελφός του, Τρίσταν, βρίσκονται αντιμέτωποι με έκδοση στη Βρετανία, όπου αντιμετωπίζουν συνολικά 59 κατηγορίες, μεταξύ των οποίων βιασμό, αδικήματα που συνδέονται με εμπορία ανθρώπων για σεξουαλική εκμετάλλευση και άσεμνες εικόνες παιδιού. Και οι δύο αρνούνται οποιαδήποτε παρανομία.

Γλυκάθηκε με το Παγκόσμιο Κύπελλο και το UFC Freedom στον Λευκό Οίκο

Ωστόσο, δύο άλλες διοργανώσεις του καλοκαιριού φαίνεται ότι ενέπνευσαν περισσότερο τον Κρεμλέφ: το Παγκόσμιο Κύπελλο της FIFA υπό τον Τζάνι Ινφαντίνο και το UFC Freedom 250 του Ντέινα Γουάιτ, που φιλοξενήθηκε σε κήπο του Λευκού Οίκου.

«Ο Κρεμλέφ είδε πώς ο Ντέινα και ο Ινφαντίνο κατάφεραν να πάρουν αυτό που ήθελαν», δήλωσε παράγοντας του αθλητισμού. «Θέλει κι αυτός ένα κομμάτι από αυτή την πίτα».

«Και το να έχεις πρόσβαση στον Ντον Τζούνιορ είναι μια καλή αρχή», πρόσθεσε η ίδια πηγή.

Μάλλον πέρασε τα όρια και το «πληρώνει»

Στην προσπάθειά του, όμως, να αποκτήσει κυρίαρχη θέση στον παγκόσμιο αθλητισμό, ο Κρεμλέφ ίσως να πέρασε τα όρια. Η Ομοσπονδπια της οποίας ηγείται, απέχει πολύ από το να ανακτήσει τον έλεγχο της ολυμπιακής πυγμαχίας, καθώς τι χάσμα με τη ΔΟΕ δεν γεφυρώνεται, και η ζημιά που προκάλεσε το «εξαιρετικά γενναιόδωρο γαμήλιο δώρο» του – όπως το χαρακτήρισαν ο κύριος και η κυρία Τραμπ Τζούνιορ – φαίνεται ότι βαρύνει κυρίως τον ίδιο.

Παρότι στο νησί στις Μπαχάμες βρίσκονταν μόλις περίπου 50 άνθρωποι, ο Κρεμλέφ είχε φτάσει συνοδευόμενος από μεγάλη ομάδα Ρώσων, οι οποίοι απομονώνονταν από τους υπόλοιπους και μιλούσαν μεταξύ τους, σύμφωνα με το ProPublica. Η παρουσία και η συμπεριφορά τους είχε προκαλέσει, μάλιστα, απορίες στους άλλους καλεσμένους.

Και ύστερα τραβήχτηκε μια ομαδική φωτογραφία, όπου το ξυρισμένο κεφάλι του Κρεμλέφ διακρίνεται μισοκρυμμένο στο πίσω μέρος, ενώ στο κέντρο βρίσκονται η Ιβάνκα Τραμπ, ο Τζάρεντ Κούσνερ, η Τίφανι Τραμπ και άλλοι.

«Τι σκεφτόταν;» σχολίασε στην Telegraph πρόσωπο από κύκλους Ρώσων ολιγαρχών. «Είναι ένας μπράβος που κατάφερε να βρεθεί στη σωστή πλευρά του προέδρου και ενθουσιάστηκε υπερβολικά».

Πρώτα ήταν η Μελάνια Τραμπ που πήρε αποστάσεις. Στη συνέχεια, εκπρόσωπος του Έρικ Τραμπ, αδελφού του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, δήλωσε για τον Κρεμλέφ: «Ο Έρικ δεν έχει απολύτως καμία ιδέα ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος και δεν έχει ακούσει ποτέ το όνομά του». Και μετά ήρθε το τελειωτικό χτύπημα από τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ: «Δεν έχω ιδέα ποιος είναι ο Ούμαρ. Δεν τον έχω ξανακούσει ποτέ».

protothema.gr

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός8 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις9 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή