Διεθνή
Πώς η εξέγερση στη Συρία μετατρέπεται σε εμφύλιο πόλεμο Εσωτερικοί και εξωτερικοί δρώντες σε ένα πολυσύνθετο σκηνικό
Μάρκελλος Λιναίος
Το 1920, μετά την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η ευρύτερη
περιοχή της Μεγάλης Συρίας τέθηκε υπό γαλλική Εντολή κατόπιν απόφασης
της Κοινωνίας των Εθνών. Οι Γάλλοι διαίρεσαν την περιοχή σε έξι
κρατίδια: της Δαμασκού, του Χαλεπίου, της Αλεξανδρέττας, των Αλαουιτών,
των Δρούζων και του Λιβάνου. Το 1939 το κράτος της Αλεξανδρέττας
προσαρτήθηκε από την Τουρκία. Το 1943, στα πλαίσια των σαρωτικών αλλαγών
που επέφερε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, τα πέντε εναπομείναντα
κράτη, πλην του Λιβάνου, συνενώθηκαν και συγκρότησαν τη Συρία, ενώ ο
Λίβανος, με την υποστήριξη του Σαρλ Ντε Γκολ, ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο
κράτος.
Η Συρία εξαρχής αρνήθηκε να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία του Λιβάνου,
θεωρώντας ότι αποτελούσε ένα παρατύπως αποσχισθέν τμήμα του εθνικού
κορμού της Μεγάλης Συρίας. Αυτό υπήρξε η γενεσιουργός αιτία μιας μακράς
περιόδου έντασης μεταξύ των δύο χωρών, άλλοτε ψυχρής και άλλοτε θερμής,
που κορυφώθηκε με τη στρατιωτική επέμβαση της Συρίας στον εμφύλιο πόλεμο
του Λιβάνου.
Ο εμφύλιος πόλεμος του Λιβάνου ξέσπασε το 1975 και κράτησε 25 χρόνια,
έως το 1990. Οι ρίζες της παρατεταμένης και καταστροφικής αυτής
εσωτερικής σύγκρουσης ανάγονται στο πολυσύνθετο θρησκευτικό μωσαϊκό του
Λιβάνου, στο οποίο οι χριστιανοί αποτελούν το 41%, οι σουνίτες το 27%,
οι αλαουίτες σιίτες το 27% και οι δρούζοι το 5%. Το πολιτικό σύστημα του
Λιβάνου, σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσει την αντιπροσωπευτική
εκπροσώπηση όλων των θρησκευτικών κοινοτήτων και να καταπολεμήσει τις
σεκταριστικές συγκρούσεις, βασίστηκε εξαρχής στην αρχή του
κονφεσιοναλισμού. Έτσι, σύμφωνα με το λιβανικό Σύνταγμα, ο πρόεδρος της
χώρας πρέπει να είναι χριστιανός μαρωνίτης, ο πρωθυπουργός μουσουλμάνος
σουνίτης, ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου αλαουίτης σιίτης και ο
αντιπρόεδρος χριστιανός ορθόδοξος.
Με τη συμφωνία του Ταΐφ του 1989, οι
128 έδρες του λιβανικού Κοινοβουλίου μοιράστηκαν ισότιμα μεταξύ
χριστιανών και μουσουλμάνων, και μετά την αποχώρηση των ισραηλινών
(2000) και των συριακών δυνάμεων (2006) η χώρα επανέκτησε σταδιακά την
πολιτική της σταθερότητα. Ωστόσο είναι αμφίβολο εάν οι δυναμικές
θρησκευτικές και σεκταριστικές διαφορές του Λιβάνου θα μπορούσαν να
αφομοιωθούν και να εκτονωθούν ομαλά εντός ενός εύρυθμου πολιτικού
συστήματος εάν η χώρα δεν διήρχετο την οδυνηρή δοκιμασία ενός
παρατεταμένου εμφυλίου, στον οποίο ενεπλάκησαν και ξένες δυνάμεις. Ο
εμφύλιος πόλεμος του Λιβάνου, που ξεκίνησε ως μια σύγκρουση μεταξύ της
χριστιανικής Δεξιάς και της μουσουλμανικής Αριστεράς, σύντομα υπερέβη τα
πολιτικά και σεκταριστικά του χαρακτηριστικά και μετατράπηκε σε έναν
γενικευμένο πόλεμο στον οποίο ενεπλάκη η Οργάνωση για την Απελευθέρωση
της Παλαιστίνης, η φιλοϊρανική Χεζμπολά, το Ισραήλ και η Συρία.
Η Συρία εισέβαλε στον Λίβανο το 1976, με το πρόσχημα ότι θα ενεργούσε
ως ειρηνευτική δύναμη για την επιβολή της κατάπαυσης του πυρός. Σύντομα
όμως έγινε φανερό ότι η συριακή ειρηνευτική δύναμη ήταν στην
πραγματικότητα μια δύναμη κατοχής, που επιδίωκε να μετατρέψει τον Λίβανο
σε υποτελές κράτος.
Η κατοχή μέρους του Λιβάνου από τη Συρία
συνεχίστηκε και μετά τη λήξη του λιβανικού εμφυλίου και διήρκεσε
συνολικά τριάντα χρόνια. Στο διάστημα αυτό ο Λίβανος διαμαρτυρήθηκε
επανειλημμένως για τις παρεμβάσεις της Συρίας στο πολιτικό του σύστημα,
και κατηγόρησε ευθέως τον Άσαντ ότι βρισκόταν πίσω από τη δολοφονία του
σουνίτη Λιβανέζου πρωθυπουργού Ραφίκ Χαρίρι το 2005. Κατόπιν αυτού, υπό
το βάρος των λιβανικών και των διεθνών πιέσεων, μεταξύ του 2005 και του
2006 η Συρία απέσυρε οριστικά τα στρατεύματά της από τον Λίβανο, και το
2008 τον αναγνώρισε ως ανεξάρτητο κράτος. Σήμερα, ως αποτέλεσμα της
αποδυνάμωσης του καθεστώτος του Άσαντ λόγω της συριακής εξέγερσης, η
φορά του επεμβατισμού μεταξύ Συρίας και Λιβάνου φαίνεται πως έχει
αντιστραφεί. Ο υιός του δολοφονηθέντος Ραφίκ Χαρίρι, Σαάντ, ο οποίος
επίσης διετέλεσε πρωθυπουργός του Λιβάνου την περίοδο 2009-2011, έχει
ταχθεί ανοιχτά υπέρ των Σύριων αντικαθεστωτικών και δεν διαψεύδει ότι
τους εφοδιάζει με όπλα. Από την άλλη πλευρά η λιβανική Χεζμπολά
υποστηρίζει ενεργά το καθεστώς του Άσαντ, ενισχύοντάς το με μαχητές.
Το θρησκευτικό μωσαϊκό της Συρίας προσομοιάζει με εκείνο του Λιβάνου,
καθότι αποτελείται κατά 65% από Σουνίτες, κατά 13% από αλαουίτες
σιίτες, κατά 10% από χριστιανούς, κατά 9% από Κούρδους και κατά 3% από
δρούζους. Μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον αλαουίτη Χάφεζ αλ Άσαντ
το 1970, η μειονοτική σιιτική σέκτα κατέστη κυρίαρχη στη Συρία – ένα
φαινόμενο όχι ασύνηθες στον αραβικό κόσμο, καθότι κατά ανάλογο τρόπο
είχε κυριαρχήσει στο Ιράκ η μειονοτική σουνιτική σέκτα του Σαντάμ
Χουσεΐν. Έκτοτε τα ανώτερα κλιμάκια των ενόπλων δυνάμεων, των υπηρεσιών
ασφαλείας και της δημόσιας διοίκησης της Συρίας στελεχώνονται σχεδόν
αποκλειστικά από αλαουίτες. Η κυριαρχία της σιιτικής σέκτας στην κρατική
δομή και τον στρατό της Συρίας όχι μόνο προσφέρει μεγαλύτερη συνοχή στο
καθεστώς του Άσαντ, αλλά επιπλέον προσδίδει στην εξέγερση
χαρακτηριστικά εμφύλιας σεκταριστικής σύγκρουσης, καθότι οι
αντικαθεστωτικοί είναι σχεδόν αποκλειστικά σουνίτες. Ως εκ τούτου οι
σιίτες, ακόμη και εκείνοι που δεν διάκεινται φιλικά προς το καθεστώς του
Άσαντ, συσπειρώνονται όλο και περισσότερο γύρω του, διότι φοβούνται ότι
σε περίπτωση επικράτησης των σουνιτών θα υποστούν βίαια αντίποινα και
θα απολέσουν τα δικαιώματα και τα προνόμιά τους.
Η εξέγερση που ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2011 στη Συρία έχει αρχίσει να
προσλαμβάνει την εικόνα ενός μακροχρόνιου εμφυλίου πολέμου παρόμοιου με
εκείνον του Λιβάνου, καθότι τα σεκταριστικά της χαρακτηριστικά
οξύνονται, το τέλος δεν φαίνεται να είναι κοντά, και δεν αποκλείεται η
στρατιωτική εμπλοκή ξένων δυνάμεων. Μετά από ενάμιση χρόνο αιματηρών
μαχών καμία από τις δύο πλευρές δεν φαίνεται να είναι αρκετά ισχυρή ώστε
να επικρατήσει της άλλης, και αυτή η σχετική ισορροπία δυνάμεων
δημιουργεί τις προϋποθέσεις για έναν μακροχρόνιο σεκταριστικό εμφύλιο
πόλεμο μεταξύ των σιιτών και των σουνιτών. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, ο
Ελεύθερος Συριακός Στρατός, που πρόσφατα μετέφερε το αρχηγείο του από
την Τουρκία στη βόρεια Συρία, αριθμεί περίπου 30.000 άνδρες. Από την
άλλη πλευρά, οι Συριακές Ένοπλες Δυνάμεις, παρά τις απώλειες και τις
συνεχείς λιποταξίες, εξακολουθούν να διατηρούν τουλάχιστον το ήμισυ της
ονομαστικής τους δύναμης που ανέρχεται σε 220.000 άνδρες. Εξ αυτών οι
δύο πιο αξιόμαχες και πιστές στο καθεστώς μονάδες είναι η 3η και 4η
Τεθωρακισμένη Μεραρχία, που αποτελούνται σχεδόν αποκλειστικά από
αλαουίτες. Ωστόσο το καθοριστικό όπλο που εξακολουθεί να έχει στα χέρια
του ο Άσαντ είναι η αεροπορία, και ο μοναδικός τρόπος για να
εξουδετερωθεί είναι η επιβολή μιας ζώνης απαγόρευσης πτήσεων – κάτι που
προς το παρόν δεν εξετάζει ως ενδεχόμενο η Δύση.
Ο Άσαντ έχει απολέσει τον έλεγχο σε τμήματα της βόρειας Συρίας, αλλά
εξακολουθεί να ελέγχει τον Νότο, τα παράλια και τη Δαμασκό. Οι μάχες
διεξάγονται κυρίως στον άξονα Χομς-Χάμα-Ιμπλίντ-Χαλέπι, χωρίς να είναι
ξεκάθαρο ποια από τις δύο πλευρές ελέγχει τις περιοχές αυτές. Στις
αρχικές φάσεις της σύγκρουσης θεωρείτο πιθανό το σενάριο διάσπασης της
Συρίας σε δύο κράτη: ένα σιιτικό υπό τον Μπασάρ αλ Άσαντ, που θα
περιλάμβανε την παραλιακή ζώνη μεταξύ Λατάκιας και Ταρτούς και θα
αποτελούσε ουσιαστικά αναβίωση του σιιτικού κρατιδίου της περιόδου της
γαλλικής Εντολής· και ένα σουνιτικό στην υπόλοιπη επικράτεια υπό τον
έλεγχο των αντικαθεστωτικών, με δυνητική απόσχιση των Κούρδων για τον
σχηματισμό ενός ανεξάρτητου κουρδικού κράτους στο έδαφος της
βορειοανατολικής Συρίας. Ωστόσο είναι πλέον φανερό ότι όσο ο Άσαντ
ελέγχει τη Δαμασκό δεν πρόκειται να οπισθοχωρήσει και να περιοριστεί
στην ακτή, αλλά αντιθέτως θα αγωνιστεί μέχρι τέλους για τον έλεγχο
ολόκληρης της Συρίας. Επιπλέον υπάρχει ένας ισχυρός εξωτερικός δρών που
αντιτίθεται στη δημιουργία ανεξάρτητου κουρδικού κράτους στη
βορειοανατολική Συρία – η Τουρκία.
Οι Κούρδοι, ένας λαός 30 εκατομμυρίων χωρίς εθνική πατρίδα, κατοικούν
στον γεωγραφικό χώρο που περιλαμβάνει τη νοτιοανατολική Τουρκία, τη
βορειοανατολική Συρία, το βορειοδυτικό Ιράν και το βόρειο Ιράκ. Ο
γεωγραφικός αυτό χώρος, εδαφικά ενιαίος αλλά κατακερματισμένος μεταξύ
τεσσάρων κυρίαρχων κρατών, αποτελεί το Κουρδιστάν. Οι Κούρδοι διεκδικούν
την αυτονομία τους σε όλες τις κουρδικές περιοχές, αλλά μέχρι στιγμής
την έχουν κατοχυρώσει μόνο στο βόρειο Ιράκ, όπου έχουν σχηματίσει
περιφερειακή κυβέρνηση. Την περιοχή αυτή χρησιμοποιούν ως ορμητήριο και
οι Κούρδοι αντάρτες του PKK, που διεξάγουν εδώ και δεκαετίες ένοπλο
αγώνα με στόχο την αυτονομία των κουρδικών περιοχών της νοτιοανατολικής
Τουρκίας. Οι Κούρδοι της Συρίας έχουν κρατήσει εξαρχής αποστάσεις και
από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές του συριακού εμφυλίου. Οι επιχειρήσεις
των ένοπλων κουρδικών πολιτοφυλακών έχουν στόχο να κρατήσουν τόσο τις
κυβερνητικές όσο και τις αντικαθεστωτικές δυνάμεις έξω από τις κουρδικές
περιοχές, ούτως ώστε οι Κούρδοι να αποκτήσουν τον απόλυτο έλεγχο των
περιοχών τους.
Η Τουρκία φοβάται πως η τυχόν αυτονόμηση των Κούρδων της Συρίας θα
ανοίξει τον δρόμο για την εκδήλωση αποσχιστικών τάσεων στις κουρδικές
περιοχές της νοτιοανατολικής Τουρκίας, με απώτερο στόχο την ενσωμάτωση
όλων των κουρδικών περιοχών σε ένα ενιαίο ανεξάρτητο κράτος – το Μεγάλο
Κουρδιστάν. Το ζήτημα αυτό αποτελεί για την Τουρκία έναν μείζονα
κίνδυνο, και πολλοί είναι εκείνοι που συνδέουν την πρόσφατη αναζωπύρωση
της στρατιωτικής δράσης των Κούρδων αναρτών του PKK στο έδαφος της
Τουρκίας με την τροπή της συριακής εξέγερσης και τις αποσχιστικές τάσεις
που εκδηλώνουν οι Κούρδοι της Συρίας. Η Τουρκία, που έχει
πραγματοποιήσει επανειλημμένως εκκαθαριστικές στρατιωτικές επιχειρήσεις
εναντίον των Κούρδων στο βόρειο Ιράκ, επιθυμεί τώρα να δημιουργήσει μια
παραμεθόρια «ζώνη ασφαλείας» υπό τον έλεγχό της για τους Σύριους
πρόσφυγες στη βορειοανατολική Συρία. Η Τουρκία προτάσσει ως λόγο την
ανάγκη να παρασχεθεί ανθρωπιστική βοήθεια και άσυλο στους Σύριους
πρόσφυγες εντός του συριακού εδάφους, καθότι μέχρι στιγμής περισσότεροι
από 70.000 πρόσφυγες έχουν διασχίσει τα σύνορα και έχουν καταφύγει στην
Τουρκία. Εκτός όμως από τους ανθρωπιστικούς λόγους τους οποίους
επικαλείται, η Τουρκία επιδιώκει με τον τρόπο αυτό να θέσει υπό τον
στρατιωτικό της έλεγχο τα κουρδικά εδάφη της βορειοανατολικής Συρίας για
να αποσοβήσει τις αποσχιστικές και αυτονομιστικές τάσεις των Κούρδων.
Η συριακή αντιπολίτευση είναι ένα πολυσύνθετο μόρφωμα που
περιλαμβάνει διάφορες πολιτικές, θρησκευτικές και ένοπλες οργανώσεις. Το
κύριο όργανο της συριακής αντιπολίτευσης είναι το Συριακό Εθνικό
Συμβούλιο, που έχει την έδρα του στην Κωνσταντινούπολη και
χαρακτηρίζεται από μια παρόμοια εσωτερική ανομοιογένεια και
πολυδιάσπαση. Η κυρίαρχη συνιστώσα του Συριακού Εθνικού Συμβουλίου είναι
η Μουσουλμανική Αδελφότητα της Συρίας, η οποία συνδέεται με εκείνη της
Αιγύπτου, ενώ ανερχόμενη δύναμη αποτελούν οι σαλαφίτες, ήτοι οι
υπερορθόδοξοι σουνίτες. Ο Ελεύθερος Συριακός Στρατός, ένα συνονθύλευμα
ένοπλων ομάδων χαμηλής συνοχής με φατριαστικά χαρακτηριστικά, αποτελεί
συνιστώσα του Συριακού Εθνικού Συμβουλίου, αλλά δεν ελέγχεται από αυτό.
Στις τάξεις του υπάρχουν Σύριοι αντικαθεστωτικοί και λιποτάκτες του
Συριακού Στρατού, αλλά και ξένα στοιχεία: Λίβυοι που είχαν λάβει μέρος
στην εξέγερση εναντίον του Καντάφι, Άραβες ισλαμιστές από χώρες της
Μέσης Ανατολής και ομάδες τζιχαντιστών που συνδέονται με την Αλ Κάιντα.
Το κοινό σημείο αναφοράς που συνδέει τα ετερόκλητα αυτά στοιχεία είναι
το σουνιτικό δόγμα και ο στόχος της ανατροπής του Άσαντ, αλλά πέραν
αυτού δεν υπάρχει ούτε ενιαία πολιτική γραμμή ούτε ενιαία στρατηγική
στις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Μέχρι στιγμής οι ετερόκλητες τάσεις στο
εσωτερικό της συριακής αντιπολίτευσης δεν έχουν συγκεραστεί, και δεν
υπάρχει ένα κοινώς αποδεκτό σχέδιο για τη μορφή του κράτους και τη νομή
της εξουσίας στη μετά Άσαντ εποχή.
Σε διεθνές επίπεδο ο Άσαντ έχει απομονωθεί. Οι μόνες χώρες που τον
υποστηρίζουν είναι η Ρωσία και η Κίνα, που έχουν ασκήσει επανειλημμένως
βέτο στα ψηφίσματα του ΟΗΕ για επιβολή κυρώσεων ή εξωτερική επέμβαση στη
Συρία, και το Ιράν, για το οποίο υπάρχουν ενδείξεις ότι τον ενισχύει με
όπλα και μαχητές. Οι ΗΠΑ και οι ευρωπαϊκές χώρες είναι υπέρ της
ανατροπής του καθεστώτος του Άσαντ αλλά δεν θέλουν να εμπλακούν
στρατιωτικά στον συριακό εμφύλιο και περιορίζονται στην επιβολή
οικονομικών κυρώσεων και διπλωματικών πιέσεων. Επιπλέον, λόγω της
πολυδιάσπασης και της ετερογένειας των Σύριων αντικαθεστωτικών, οι ΗΠΑ
αποφεύγουν να τους εφοδιάσουν με όπλα, όπως έκαναν στη Λιβύη, διότι δεν
θέλουν αυτά να καταλήξουν στα χέρια εξτρεμιστών ισλαμιστών που θα τα
στρέψουν κατά του Ισραήλ.
Το Ισραήλ, μετά την αρχική αμφισημία της στάσης του, έχει καταλήξει
στο συμπέρασμα ότι η πτώση του Άσαντ είναι προς το συμφέρον του, διότι
θα επέφερε την κατάρρευση του μεσαίου πόλου του απειλητικού σιιτικού
άξονα Ιράν-Συρία-Χεζμπολά, μέσω του οποίου εφοδιάζεται με στρατιωτικό
υλικό η Χεζμπολά. Ωστόσο το Ισραήλ συνεκτιμά το σενάριο που διατύπωσε ο
υπουργός Άμυνας και πρώην πρωθυπουργός Εχούντ Μπαράκ, σύμφωνα με το
οποίο ο Άσαντ θα μπορούσε να καταφύγει στην έσχατη λύση μιας επίθεσης
στο Ισραήλ για να προκαλέσει μια γενικότερη ανάφλεξη και να μετατρέψει
τον ενδοαραβικό συριακό εμφύλιο σε έναν νέο αραβοϊσραηλινό πόλεμο. Ως εκ
τούτου, και έχοντας την προσοχή του σταθερά προσηλωμένη στο Ιράν, το
Ισραήλ θα αποφύγει οιαδήποτε στρατιωτική εμπλοκή με τη Συρία, και θα
επέμβει μόνο εάν υπάρξει κίνδυνος να καταλήξει το χημικό οπλοστάσιο ή οι
πύραυλοι του συριακού στρατού στα χέρια της Χεζμπολά.
Καθότι λοιπόν οι ΗΠΑ, το Ισραήλ και οι ευρωπαϊκές χώρες θα αποφύγουν
να εμπλακούν στρατιωτικά ή να εφοδιάσουν με στρατιωτικό υλικό τους
αντικαθεστωτικούς, ο κυριότερος εξωτερικός παράγοντας που μπορεί να
επηρεάσει τις εξελίξεις στη Συρία είναι ο ισχυρότερός σύμμαχός της – η
Μόσχα. Η στρατιωτική συμμαχία μεταξύ της Ρωσίας και της Συρίας έχει
βαθιές ρίζες στον χρόνο, καθότι ανάγεται στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου.
Μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών του 1967, η Ρωσία ανέλαβε την
ανασυγκρότηση και τον επανεξοπλισμό του συριακού στρατού, τον οποίο
εφοδίασε με τα πλέον σύγχρονα για την εποχή μέσα. Σε αντάλλαγμα, η Συρία
προσέφερε το 1971 στη Ρωσία τη ναυτική βάση της Ταρτούς, η οποία
αποτελεί σήμερα τη μοναδική ναυτική βάση της Ρωσίας στη Μεσόγειο και το
μοναδικό της έρεισμα στη Μέση Ανατολή. Το 2011 η Συρία ήταν διεθνώς ο
δεύτερος μεγαλύτερος αγοραστής ρωσικών όπλων μετά την Κίνα, και η μαζική
αποστολή ρωσικών όπλων στη Συρία συνεχίστηκε αμείωτα μέχρι τον Ιούλιο
του 2012, όταν η Ρωσία ανακοίνωσε επισήμως την αναστολή της. Έκτοτε η
Μόσχα έχει αρχίσει να τηρεί αποστάσεις από τον Άσαντ, χωρίς όμως να
είναι διατεθειμένη να συμβάλει στην απομάκρυνσή του – παρά μόνο εάν
πεισθεί ότι αυτή είναι αναπόφευκτη. Αλλά ακόμη και σε αυτήν την
περίπτωση η Ρωσία δεν θα μπορούσε να υποχρεώσει τον Άσαντ να παραιτηθεί.
Εκείνο που θα μπορούσε να κάνει όμως είναι να του εξασφαλίσει μια έξοδο
κινδύνου, καθότι «καλόν μέν έστιν ή τυραννίς χωρίον, ούκ έχει δε
απόβασιν».
Copyright © 2002-2012 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.
Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition»
στο TWITTER στη διεύθυνση www.twitter.com/#!/foreigngr αλλά και στο
FACEBOOK, στη διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας


