Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ισραήλ – «Κουρδιστάν»: Φιλία κατανόησης ή συμφερόντων;

Δημοσιεύτηκε στις

Ισραήλ - «Κουρδιστάν»: Φιλία κατανόησης ή συμφερόντων;

Κρυσταλλένια Μανάβη

Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που το ισραηλινό κράτος δήλωσε επίσημα τη στήριξή του στις προσπάθειες δημιουργίας Κουρδικού κράτους στην περιοχή του Ιράκ. Αφορμή της εν λόγω συμφιλίωσης αποτέλεσε η διεξαγωγή δημοψηφίσματος από τους Κούρδους του Ιράκ, με αίτημα την ανεξαρτησία τους. Αυτή η είδηση έφερε στην επιφάνεια αρκετά ερωτηματικά, καθώς θεωρήθηκε από κάποιους αναμενόμενη, ενώ από άλλους εντελώς ανεξήγητη. Το εάν άλλα κράτη έχουν στηρίξει και εκείνα τη δημιουργία ενός επίσημου κράτους του «Κουρδιστάν», εν προκειμένω, δεν είναι το κεντρικό θέμα που μας ενδιαφέρει, γιατί οι δύο αυτές περιπτώσεις αποτέλεσαν δύο κράτη υπό αμφισβήτηση για την παγκόσμια κοινότητα – επομένως θα πρέπει να μελετηθούν ως μια ή, μάλλον, δύο ιδιαίτερες περιπτώσεις. Προκειμένου, όμως, να κατανοήσουμε καλύτερα τη σχέση μεταξύ Ισραήλ και «Κουρδιστάν», καθώς και τα γεγονότα που οδήγησαν στη «φιλία» μεταξύ των δύο, θα πρέπει αρχικά να γίνει μία μικρή αναδρομή στην πορεία ύπαρξής τους ξεχωριστά.

Θα ξεκινήσουμε με την περίπτωση του Ισραήλ. Οι αρχές για τη δημιουργία του ισραηλινού κράτους συναντώνται στο 1917, όταν ο Arthur James Balfour, ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας, δήλωσε στον ηγέτη της βρετανικής εβραϊκής κοινότητας, Λόρδο Rothschild, πως η κυβέρνηση θα ήταν θετική στη δημιουργία ενός εβραϊκού κέντρου στην Παλαιστίνη. Η «Διακήρυξη Balfour», ωστόσο, δεν αναφερόταν καθαρά στη δημιουργία ενός κράτους, και ως προς το χαρακτήρα αυτού του κέντρου δεν ήταν αρκετά σαφής. Τα κίνητρα πίσω από μία τέτοια κίνηση, από την πλευρά της Βρετανίας, ήταν αρκετά. Αρχικά, γνώριζε την επιρροή που ασκούσε οικονομικά, αλλά και πολιτικά, η εβραϊκή κοινότητα, ιδίως στην Αμερική και σε χώρες που βρίσκονταν σε θέση ισχύος, όπως η Ρωσία. Επιπλέον, το έδαφος που επιλέχθηκε, η Παλαιστίνη, ήταν τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία βρισκόταν σε παρακμή, ενώ υπήρξε και σύμμαχος της Γερμανίας το 1914. Σίγουρα, ο βρετανικός έλεγχος της Παλαιστίνης, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν θεωρήθηκε η καλύτερη δυνατή λύση για τον αραβικό κόσμο, καθώς ενθαρρυνόταν έντονα ο εποικισμός της Παλαιστίνης από το εβραϊκό στοιχείο, και θεωρήθηκε ότι μελλοντικός στόχος ήταν η δημιουργία ενός νέου κράτους στην Μέση Ανατολή. Μάλιστα, από τις αρχές της δεκαετίας του ’20, ξέσπασαν βίαιες συγκρούσεις ανάμεσα σε Εβραίους και Άραβες.

Το σκηνικό, όμως, άλλαξε τελείως, καθώς ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και οι φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν σε βάρος των Εβραίων συγκίνησαν τη διεθνή κοινότητα, και ανέδειξαν την επίλυση του ζητήματος σε επιτακτική ανάγκη. Ούτως ή άλλως, κατά τη διάρκεια του πολέμου, τα νούμερα ατόμων που αναγκάστηκαν για την ασφάλειά τους να καταφύγουν σε εκείνα τα ασφαλή εδάφη αυξήθηκαν με καλπάζοντα ρυθμό. Την εξέλιξη του ισραηλινού ζητήματος άλλαξε, επίσης, το γεγονός ότι η Βρετανία έχανε σταδιακά την αίγλη της ― είχε βγει εξαιρετικά αποδυναμωμένη από τον πόλεμο και αναγκαζόταν να εγκαταλείπει τις αποικίες της, όπως την Ινδία, ενώ αποχώρησε από την Ιορδανία. Αποχωρώντας και από την Παλαιστίνη, η Αγγλία αποφάσισε το 1947 να παραπέμψει το θέμα στο -νεοσύστατο τότε- Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, προκείμενου να προκύψει μία ουσιαστική λύση. Έπειτα από τη σύσταση μίας ειδικής επιτροπής, και μετά από πολλές διαπραγματεύσεις και εντάσεις ανάμεσα στις δύο πλευρές,την εβραϊκή και την αραβική, κατέληξαν στη δημιουργία δύο ανεξάρτητων κρατών, ενός αραβικού και ενός εβραϊκού, ενώ η περιοχή της Ιερουσαλήμ, που αποτελεί Ιερό Τόπο και για τις δύο πλευρές, θα βρισκόταν υπό διεθνή επιτήρηση. Στις 14 Μαΐου 1948, ιδρύεται και επίσημα το κράτος του Ισραήλ, με πρόεδρο τον Chaim Weizmann και πρωθυπουργό τον David Ben-Gurion. Ο αραβικός κόσμος δεν αποδέχτηκε ποτέ τη νέα κατάσταση, καθώς θεωρούσε ότι εδάφη που τού ανήκαν, δόθηκαν χαριστικά στους Εβραίους για τα όσα πέρασαν στον Β’ Παγκόσμιο. Μέχρι και σήμερα, υπάρχει πολύ μεγάλη εχθρότητα απέναντι στο Ισραήλ. Παρά το γεγονός ότι υπάρχει νομική κατοχύρωση, είναι πολλοί εκείνοι που υποστηρίζουν πως το Ισραήλ κατέχει παράνομα παλαιστινιακά εδάφη και πως γίνονται συστηματικά καταπατήσεις των δικαιωμάτων των Παλαιστινίων.

Ας μελετήσουμε συνοπτικά και την περίπτωση του «Κουρδιστάν». Ως «Κουρδιστάν» θεωρούνται οι μεσοποτάμιες περιοχές που εκτείνονται στην νοτιοανατολική Τουρκία, τη βορειοανατολική Συρία, το βόρειο Ιράκ, το βορειοδυτικό Ιράν και τη νοτιοδυτική Αρμενία. Οι Κούρδοι αποτελούν μία κοινότητα με κοινή κουλτούρα και γλώσσα, και -παρά το γεγονός ότι απαρτίζονται από διάφορες θρησκευτικές ομάδες- είναι στην πλειοψηφία τους Σουνίτες μουσουλμάνοι. Οι αρχές συζήτησης για τη δημιουργία ενός «Κουρδικού Κράτους» ξεκίνησαν στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν πολλοί Κούρδοι ξεκίνησαν να μιλούν για τη δημιουργία μίας κεντρικής εστίας για εκείνους. Μετά την ήττα της Τουρκίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα πράγματα έμοιαζαν πολύ θετικά για αυτήν την εξέλιξη, και οι νικηφόρες δυτικές δυνάμεις προέβλεψαν τη δημιουργία του Κουρδικού κράτους στη Συνθήκη των Σεβρών το 1920. Όμως, με την Συνθήκη της Λωζάννης, το 1923, οι ελπίδες αυτές εξανεμίστηκαν, καθώς στα σύνορα της Τουρκίας -όπως τη γνωρίζουμε σήμερα- δεν προβλεπόταν «Κουρδικό κράτος». Έτσι, οι Κούρδοι αναγνωρίστηκαν ως μειονότητα, με κάθε προσπάθεια διεκδίκησης της ανεξαρτησίας τους να καταπνίγεται, πολλές φορές και βιαίως. Εν κατακλείδι, στη δημιουργία ανεξάρτητου «Κουρδικού Κράτους» εμπόδιο στάθηκαν η μη υποστήριξη της διεθνούς κοινότητας, όπως και η πολύ συχνή βίαιη καταστολή κάθε προσπάθειας προς αυτήν την κατεύθυνση. Σίγουρα, το γεγονός ότι κάποιες ισχυρές χώρες επέδειξαν αβελτηρία -καθώς θεώρησαν πως η Μέση Ανατολή δεν μπορεί να αντέξει κάποιον επιπλέον αποσταθεροποιητικό παράγοντα-, αλλά και το γεγονός ότι πολλές περιοχές, στις οποίες διαμένουν Κούρδοι, είναι πολύ πλούσιες σε πετρέλαια δεν ευνόησαν την κατάσταση.

Οι Κούρδοι ως σύνολο αντιμετωπίζουν το κοινό πρόβλημα της στέρησης του δικαιώματος σε δικό τους κράτος, όμως οι πληθυσμοί των εκάστοτε περιοχών βιώνουν διαφορετικές καταστάσεις, ανάλογα με την περιοχή στην οποία διαμένουν. Πιο συγκεκριμένα, οι Κούρδοι της Συρίας -οι οποίοι αποτελούν περίπου το 7-10% του πληθυσμού- βρίσκονται αντιμέτωποι με το αυτοαποκαλούμενο «Ισλαμικό Κράτος». Επιπλέον, σε αρκετά διαφορετική κατάσταση βρίσκονται οι Κούρδοι του Ιράκ – χώρα στην οποία θεωρείται ότι η μειονότητα απολάμβανε καλύτερη μεταχείριση από όλες όσες έχουν κουρδικό πληθυσμό. Την 25η Σεπτεμβρίου 2017, ένα δημοψήφισμα μη δεσμευτικού χαρακτήρα πραγματοποιήθηκε σχετικά με την ανεξαρτησία των Κούρδων του Ιράκ, του οποίου η συντριπτική πλειοψηφία απεφάνθη υπέρ της ανεξαρτησίας. Ωστόσο, η Ανεξάρτητη Κουρδική Κυβέρνηση θεωρεί πως ο χαρακτήρας ήταν δεσμευτικός ― κάτι που η επίσημη κυβέρνηση, βέβαια, απέρριψε. Η κίνηση αυτή θεωρήθηκε πρόκληση, και -παρά την απόπειρα της κουρδικής πλευράς να παγώσει το αποτέλεσμα και να ξεκινήσει διάλογο με την κυβέρνηση- η άλλη πλευρά δηλώνει πως δεν θα δεχθεί τίποτα πέρα από την ακύρωση του δημοψηφίσματος. Οι αντιδράσεις ανά τον κόσμο σχετικά με την εξέλιξη αυτή ποικίλουν. Παρότι η συγκεκριμένη κίνηση κατακρίθηκε, όπως προαναφέρθηκε, οι Ηνωμένες Πολιτείες θεώρησαν την πρόταση για διάλογο της Κουρδικής πλευράς λογική.

Ωστόσο, υπήρξε ένα κράτος ανάμεσα στα υπόλοιπα, που υποστήριξε ανοιχτά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος αυτού. Το κράτος αυτό δεν είναι άλλο, φυσικά, από το Ισραήλ, με τον πρόεδρο, Benjamin Netanyahu, να δηλώνει πως θα στηρίξει κάθε προσπάθεια του Κουρδικού λαού να αποκτήσει δικό του κράτος, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στους Κούρδους του Ιράκ. Αυτές οι δηλώσεις, όμως,δεν θα έπρεπε να αποτελούν έκπληξη, καθώς η σχέση των δύο ξεκινά από τις αρχές της δεκαετίας του ’40. Πιο συγκεκριμένα, στην αρχή της διαμόρφωσης του κράτους του Ισραήλ, πολλοί Εβραίοι Κούρδοι που διέμεναν στο Ιράκ θέλησαν να μεταφερθούν στο νέο κράτος που θεωρούσαν πιο ασφαλές για εκείνους, και, σαφώς, συνέχιζαν να στηρίζουν τις κινήσεις για ανεξαρτησία των Κούρδων του Ιράκ που έμειναν πίσω. Όμως, αυτή η υποστήριξη δεν είναι τόσο συναισθηματικά φορτισμένη, όσο φαίνεται. Προηγουμένως, έγινε σαφές ότι ο αραβικός κόσμος δεν καλωσόρισε θετικά τη δημιουργία του Ισραήλ, και οι σχέσεις του τελευταίου με τα γειτονικά κράτη δεν είναι και οι πλέον θετικές. Οι σχέσεις με την Αίγυπτο είναι σχετικά ήρεμες, όμως ψυχρές και κρατημένες, ενώ με την Ιορδανία, θα τις χαρακτηρίζαμε, ακόμη αρκετά τεταμένες. Η δημιουργία ενός κράτους στην Μέση Ανατολή, που θα ήταν σύμμαχος για το Ισραήλ -δεδομένου ότι το τελευταίο αντιμετωπίζει πολλές δυσκολίες με τη διαρκώς ανοδική πορεία του Ιράν- θα μπορούσε να ωφελήσει αρκετά τη θέση της χώρας. Όμως, οι δύο πλευρές συνδέονται και οικονομικά, καθώς το Ισραήλ εισάγει μεγάλο μέρος του πετρελαίου του από το Ιρακινό Κουρδιστάν. Φημολογείται, τέλος, ότι Ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες παρείχαν -και παρέχουν ακόμα- οικονομική ενίσχυση, αλλά και οπλικό εξοπλισμό σε ομάδες που στηρίζουν την ανεξαρτησία των Κούρδων του Ιράκ, χωρίς αυτό, ωστόσο, να έχει επιβεβαιωθεί.

Αυτό το οποίο επιδιώκεται, είναι η αλλαγή του τοπίου της Μέσης Ανατολής. Εάν, πράγματι, δημιουργηθεί ένα ανεξάρτητο Κουρδικό κράτος στα ιρακινά εδάφη, οι ισορροπίες θα αλλάξουν ριζικά. Αρχικά, θα αποτελέσει αφετηρία για την εξάπλωσή του και σε περιοχές άλλων χωρών. Καθώς οι Κούρδοι βρίσκονται σε πολλές γεωγραφικές περιοχές, και αποτελούν σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού σε Συρία, Ιράν, Αρμενία και Τουρκία -με το Ιρακινό Κουρδιστάν να αποτελεί κράτος-, κινήσεις προς την ενσωμάτωση και των υπολοίπων περιοχών σε ένα ενιαίο Κουρδιστάν θα πληθαίνουν συνεχώς στην -ήδη ταραγμένη- περιοχή της Μέσης Ανατολής. Όμως, το ότι οι υπόλοιποι κουρδικοί πληθυσμοί θα θελήσουν να ακολουθήσουν το παράδειγμα των Κούρδων του Ιράκ δεν είναι ο μόνος παράγοντας που θα αλλάξει στην περίπτωση του νέου κράτους. Πρέπει να υπογραμμισθεί το γεγονός ότι η πλειονότητα των περιοχών διαμονής των Κούρδων είναι πλούσιες σε πηγές πετρελαίου. Αυτό θα αποτελέσει ένα ισχυρότατο χτύπημα στις οικονομίες των κρατών, που θα αποδυναμωθούν από την απώλεια των περιοχών, τις οποίες μπορούσαν -είτε έμμεσα είτε άμεσα- να εκμεταλλεύονται οικονομικά μέχρι τώρα.

Αυτό, βέβαια, ισχύει και από την αντίθετη πλευρά. Με αυτό εννοείται ότι οι χώρες, οι οποίες συνέβαλαν και υποστήριξαν το κράτος του «Κουρδιστάν», θα είναι σε θέση να διαπραγματευτούν με ευνοϊκότερους όρους, και να αποκτήσουν ισχυρούς συμμάχους, οι οποίοι είτε θα συνορεύουν, είτε θα βρίσκονται μέσα σε κράτη μη φιλικά προσκείμενα σε αυτές. Πιο συγκεκριμένα, τεράστιο όφελος από τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου «Κουρδιστάν» θα έχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, ως φυσικός σύμμαχος του Ισραήλ. Η φιλική διάθεση των Η.Π.Α. προς αυτήν την προοπτική ξεκίνησε σχεδόν από την αρχή του ζητήματος, ενώ, σε πολλές περιστάσεις, έχει προσφέρει επικουρική βοήθεια στις επιδιώξεις των Κούρδων. Αυτό είναι απόλυτα λογικό, καθώς μέσω μίας στενής συμμαχίας με ένα νεοσύστατο κράτος σε τόσο στρατηγική τοποθεσία, η χώρα θα είχε πολλαπλά οφέλη. Αρχικά, πέρα από το κομμάτι της οικονομίας και του πετρελαίου που αναφέρθηκε προηγουμένως, θα μπορεί να έχει άμεση πρόσβαση σε χώρες, με τις οποίες οι σχέσεις είναι εύθραυστες, αν όχι εχθρικές, όπως το Ιράν και την Συρία. Παράλληλα, οι χώρες αυτές θα αποδυναμωθούν εσωτερικά, αλλά και εξωτερικά, καθώς θα αποκτήσουν ένα γειτονικό κράτος, το οποίο προσπάθησαν με κάθε τρόπο να σαμποτάρουν, συνεπώς οι κινήσεις τους θα πρέπει να είναι προσεχτικές. Επιπλέον, οι Η.Π.Α. θα αποκτήσουν συμμάχους στην αντιπαράθεση με το αυτοαποκαλούμενο «Ισλαμικό Κράτος», καθώς οι κουρδικές μειονότητες έχουν συμβάλει αρκετά στην αναχαίτισή του.

Η απροκάλυπτη υποστήριξη του Ισραήλ προς ένα ανεξάρτητο Κουρδιστάν δεν πέρασε – όπως ήταν αναμενόμενο- απαρατήρητη, αλλά, αντίθετα, προκάλεσε σάλο σε Τουρκία και Ιράν. Ο Τούρκος Πρόεδρος, Erdoğan, μάλιστα, δεν δίστασε να καταδικάσει ευθέως τις μυστικές υπηρεσίες του Ισραήλ για υποκίνηση δράσεων υπέρ της κουρδικής ανεξαρτησίας, ενώ ο Τύπος του Ιράν χαρακτήρισε τον Masoud Barzani, πρόεδρο της ανεξάρτητης κουρδικής κυβέρνησης, μαριονέτα του Netanyahu.

Η φιλία ανάμεσα στο Ισραήλ και το «Κουρδιστάν», λοιπόν, πηγάζει από κατανόηση; Το Ισραήλ, ως ένα κράτος που μετράει λίγα χρόνια ζωής, και έδωσε και αυτό μάχες για να κατακτήσει την ανεξαρτησία του και την εδαφική του ακεραιότητα, αλλά και ένα κράτος που αντιμετωπίζει συνεχώς αμφισβήτηση για την ίδια του την ύπαρξη θέλει, έχοντας αυτές τις εμπειρίες, να βοηθήσει μία κοινότητα που βρίσκεται σε παρόμοια κατάσταση με τη δική του; Ή μήπως αποβλέπει σε μεγάλα κέρδη, οικονομικά και στρατηγικά, και χρησιμοποιεί εργαλειακά το Κουρδικό ζήτημα; Είναι δυνατόν ένα κράτος, το οποίο έλαβε μία μεγάλη υποστήριξη τόσοι από διεθνείς οργανισμούς, όσο και από χώρες με τη μεγαλύτερη πολιτική επιρροή παγκοσμίως, να θεωρεί πως βρισκόταν στην ίδια θέση με το κράτος του «Κουρδιστάν»; Είναι, εν τέλει, η φιλία αυτή μία φιλία αλληλοκατανόησης, ή μία φιλία συμφερόντων; Η ζυγαριά, πάντως, κλίνει προς το δεύτερο.

Πηγές:

  1. Mandel, J. (2017). Israel sees benefits in an independent Kurdistan. https://www.timesofisrael.com/israel-sees-benefits-in-an-independent-kurdistan/
  2. Caryl, C. (2015). The World’s Next Country. http://foreignpolicy.com/2015/01/21/the-worlds-next-country-kurdistan-kurds-iraq/
  3. Lee, I. (2017). Why Israel supports an independent Iraqi Kurdistan. http://edition.cnn.com/2017/10/02/middleeast/iraqi-kurdistan-israel-support/index.html
  4. Halbfinger, D. (2017). Israel Endorsed Kurdish Independence. Saladin Would Have Been Proud. https://www.nytimes.com/2017/09/22/world/middleeast/kurds-independence-israel.html
  5. Morris, L.  and El-Ghobashy T. (2017). Kurds say they have no friends but the mountains. Now they have Israel, and that could cause them grief. https://www.washingtonpost.com/news/worldviews/wp/2017/09/25/kurds-say-they-have-no-friends-but-the-mountains-now-they-have-israel-and-that-could-cause-them-grief/?utm_term=.2eed936da920
  6. HUFFPOST Greece. (2017). Το Ισραήλ είναι η μόνη χώρα που τάσσεται ανοικτά υπέρ ενός ανεξάρτητου κουρδικού κράτους. http://www.huffingtonpost.gr/2017/09/20/diethnes-to-israil-einai-i-moni-xora-pou-tassetai-anoikta-iper-enos-anexartitou-kratous_n_18046004.html

powerpolitics.eu

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO17 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός18 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις18 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO18 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO18 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή