Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Αναμένεται Συνάντηση Τραμπ-Πούτιν Σήμερα στο Βιετνάμ -Με Ισχνά Αποτελέσματα Ουσίας

Δημοσιεύτηκε στις

Του Μιχαήλ Στυλιανού
Με δισταγμούς και μισόλογα και ήξεις
αφίξεις από τον ίδιο Αμερικανό Πρόεδρο και εκπροσώπους του  έχει προετοιμαστεί μια συνάντηση των δύο
ηγετών – που  ειδοποιημένοι
«πιθανολογούν» και οι Ρώσοι- κατά την σημερινή σύνοδο στο  Βιετνάμ της ετήσιας διάσκεψης του οργανισμού  Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας-Ειρηνικού (APEC).
O πέπλος αμφιβολίας και μυστηρίου, στον οποίο προσέκρουαν
και χθες οι εκπρόσωποι της διεθνούς ενημέρωσης, που επιχειρούν στο Ανόϊ να
ανιχνεύσουν τον τόπο και χρόνο της συνάντησης στα  περιθώρια της διάσκεψης, προφανώς οφείλεται
σε προσπάθεια πρόληψης μιας  αποτρεπτικής
«κατακραυγής» στην Ουάσιγκτον,  από «
Βαθύ Κράτος», λόμπι, Δημοκρατικό Κόμμα και καθεστωτικά ΜΜΕ, εναντίον νέας
συνάντησης του Αμερικανού Προέδρου με 
τον  «Ρώσο εχθρό», όπως καθημερινά
και  με ευφάνταστη φρασεολογία
περιγράφεται ο Βλαντιμίρ Πούτιν στο Κογκρέσο και σε  ΜΜΕ, έντυπα και προφορικού λόγου.

Η επίσκεψη στο Βιετνάμ είναι ο
τέταρτος σταθμός στην πρώτη ασιατική περιοδεία του Τραμπ -μετά τις Ιαπωνία,
Νότιο Κορέα και Κίνα – η οποία θα λήξει στις Φιλιππίνες, όπου από χθες
σημειώνονταν μεγάλες διαδηλώσεις εναντίον αυτής της επίσκεψης. Αυτού του είδους
οι λαϊκές «εκδηλώσεις υποδοχής» –που σημειωτέον, προβλήθηκαν έντονα από
επίσημα  ευρωπαϊκά όργανα διεθνούς
ενημέρωσης όπως τα Euronews
και Deutsche Welle- προηγήθηκαν ή και συνέπεσαν με την  επίσκεψη Τραμπ τόσο στην Ιαπωνία όσο και στην
Νότιο Κορέα, χώρες που η παρουσία αμερικανικών βάσεων, στρατού και
αντιπυραυλικών συστημάτων τύπου ΤHAAD τις καθιστά 
βέβαιους στόχους Βόρειο-Κορεατικών πυρηνικών πυραύλων.
Η «πιθανολογούμενη» αμερικανο-ρωσική
συνάντηση κορυφής θα είναι η δεύτερη της Προεδρίας Τραμπ, μετά την εγκάρδια
–όσο και στείρα- συνάντηση των δύο ανδρών στο Αμβούργο τον Ιούλιο, στο περιθώριο
της διάσκεψης των G 20. Για
το θεματολόγιο της αναμενόμενης σημερινής  συνάντησης, την διεύθυνση και την διάρκειά
της, ουδείς γνωρίζει τι  -εκτός προσώπων
της απόλυτης εμπιστοσύνης του Αμερικανού Προέδρου, (που συχνά αποδείχθηκαν εκ
των υστέρων ανάξιά της).
Βέβαιο είναι ότι ο ίδιος και το
περιβάλλον του θα την προβάλουν/δικαιολογήσουν (στην εσωτερική πολιτική αγορά)
ως πρωτοβουλία για την στρατολόγηση και της ρωσικής, μετά την κινεζική
«συμμαχία», στην κοινή επιχείρηση 
πειθαναγκασμού του καθεστώτος της Βορείου Κορέας «να εγκαταλείψει πλήρως
και για πάντα» το πρόγραμμα του πυραυλικού/πυρηνικού εξοπλισμού του.
Ο εξόφθαλμος παραλογισμός αυτού του
προστάγματος, όταν συνδυάζεται με μαζικές εξαγωγές πυραυλικού και λοιπού
αμερικανικού εξοπλισμού πολλών δισεκατομμυρίων, στην Ιαπωνία και στην Νότιο
Κορέα και με συχνές μεγάλες ασκήσεις στην δεύτερη, με ειδικές δυνάμεις σε
παραμεθόρια γυμνάσια με την επωνυμία «επιχειρήσεις αποκεφαλισμού», δεν γίνεται
προφανώς αντιληπτός στην Ουάσιγκτον.
Το ίδιο οξύμωρο θα ανακύψει στην
συνάντηση Τραμπ-Πούτιν που θα συμπέσει με αποκορύφωση μέτρων φίμωσης  στις ΗΠΑ των Ρωσικών ΜΜΕ, Ρ.Τ. και Σπούτνικ,
που οριστικά κλήθηκαν να δηλωθούν ως «όργανα της ρωσικής κυβέρνησης», δηλαδή να
αυτοστιγματιστούν ως προπαγανδιστικά. Αμερικανοί και Βρετανοί πολιτικοί
παράγοντες, διανοούμενοι και δημοσιογράφοι που προσκαλούνται να γνωμοδοτήσουν
επί θεμάτων της επικαιρότητας και Αμερικανοί δημοσιογράφοι απασχολούμενοι σε
αυτά χαρακτηρίζονται από αμερικανικά και βρετανικά καθεστωτικά όργανα «χρήσιμοι
ηλίθιοι» ή ρωσικά όργανα – σε πλήρη αναβίωση του Μακαρθισμού, σε επιδεινωμένη
μάλιστα επιδημία.
Το μέτρο αυτό δεν ισχύει φυσικά για
αντίστοιχα ΜΜΕ άλλων χωρών, που λειτουργούν επίσης με κρατική χρηματοδότηση                    ( BBC, Deutsche Welle, T.V. MONDE, France 24, Al Jazeera κλπ). Όπως δεν ισχύει
–μέχρι σήμερα- στη Ρωσία για τα αμερικανικά (κατάλοιπα του Ψυχρού Πολέμου) δίκτυα
προβολής της αμερικανικής πολιτικής και κοσμοαντίληψης, Voice of America και Radio/TV Free Europe, που δεν διστάζουν να συμμετέχουν απροσχημάτιστα σε
προεκλογικούς αγώνες και πολιτικές διαμάχες. Σήμερα  αναφέρεται ότι η Μόσχα θα εφαρμόσει μέτρα
αντιποίνων στην αμερικανική φίμωση.
Στη σημερινή συνάντηση αναμένεται να
τύχει εφαρμογής άλλη μια φορά, σε επίπεδο κορυφής, η ρωσική πολιτική
διαχωρισμού και «εγκιβωτισμού» των τομέων συγκρούσεως με τους τομείς «δυνητικής
συνεργασίας» στις αμερικανο-ρωσικές σχέσεις. Είναι βέβαιο πως θα συζητηθεί ο
τρόπος και η μορφή της μετά-Τζιχαντιστικής ειρήνευσης στη Συρία και η ευρύτερη
κατάσταση πραγμάτων που θα προκύψει στη Μέση Ανατολή. Η επιχειρούμενη από
Σαουδική Αραβία (εμφανώς) και Ισραήλ (πλαγίως) ανάφλεξη νέας εστίας πολέμου
στον Λίβανο, εναντίον των συμμαχικών στο Ιράν δυνάμεων Εσμπολάχ, δεν μπορεί
παρά να τεθεί από  ρωσικής πλευράς -μολονότι
ματαίως, δεδομένης της και οικογενειακής προσήλωσης Τραμπ στις ισραηλινές
θέσεις.
Επίσης-κατά τα ρωσικής έμπνευσης
δημοσιεύματα- θα τεθεί το καίριο  για την
ειρήνη πρόβλημα της βαθμιαίας από ετών αμερικανικής υπαναχώρησης από συνθήκες
περιορισμού των στρατηγικών όπλων  μεταξύ
των δύο χωρών, όπως SALT 1, New START και INF. Η Μόσχα έχει προτείνει από καιρό  την ανανέωση της Συνθήκης Περιορισμού των
Στρατηγικών Όπλων (START) αλλά οι
ΗΠΑ αποφεύγουν να διευκρινίσουν τη θέση τους. Αυτό αφήνει ένα κενό, όπου η
ανάπτυξη νέων στρατηγικών όπλων  τίθεται
εκτός ελέγχου για πρώτη φορά από το 1972, όταν υπογράφτηκε η συνθήκη SALT 1, Περιορισμού των
Στρατηγικών Εξοπλισμών. Αβέβαιη είναι και η τύχη της Συνθήκης INF, για τον περιορισμό των πυρηνικών όπλων, η εφαρμογή της
οποίας έχει ανασταλεί, με διασταυρούμενες κατηγορίες για παραβίασή της.
Η συνεχής προώθηση Νατοϊκών δυνάμεων
και αμερικανικών στρατευμάτων, με βαρύ οπλισμό και τανκς στα σύνορα της Ρωσίας,
η εγκατάσταση αμερικανικών αντιπυραυλικών συστημάτων στη Ρουμανία και Πολωνία,
ο πολλαπλασιασμός των κατά χώρα επιτελείων του ΝΑΤΟ, που ανακοίνωσε χθες ο Γ.Γ.
Στόλτεμπεργκ, «για την εξασφάλιση ταχύτητας μεγίστης επιχειρησιακής
κινητοποίησης», η επανεμφάνιση σημαντικών δυνάμεων γερμανικών τεθωρακισμένων
στα ρωσικά σύνορα και  συνεχείς
εμπρηστικές  δηλώσεις του Στόλτεμπεργκ
και Αμερικανών αξιωματούχων, συγκλίνουν στη δημιουργία πολεμικής ψυχολογίας
στην περιοχή, που δεσπόζει στη ρωσική προβληματική και αναπόφευκτα θα
υπεισέλθει στη συζήτηση κορυφής.
Δικαιούται να υποθέσει ο συστηματικός
παρατηρητής ότι ο –(καυχόμενος  για την
επιτηδειότητά του  στις επιχειρηματικές
διαπραγματεύσεις) Ντόναλντ  Τραμπ, θα
επιδιώξει πιθανότατα, στην εμπιστευτική συνομιλία με τον Πούτιν, να αξιοποιήσει
τον αποπνικτικό κλοιό ελέγχου και πολιορκίας που υφίσταται στο εσωτερικό της
χώρας του και της κυβέρνησής του, για να αποσπάσει την κατανόηση του Ρώσου
ομολόγου του και κάποιες «χειρονομίες επένδυσης με μελλοντική απόδοση», ώστε η
σημερινή συνάντηση να προβληθεί ως εξ ίσου επιτυχημένη, όσο και η εγκάρδια και
«καρποφόρα» συνάντηση με τον «Μεγάλο Πρόεδρο» (κατά την δήλωση Τραμπ) της Κίνας,
Ξι Ζι Πινγκ.
Πέραν όμως της επιδεικτικής αμοιβαίας
αβρότητας και φιλοφροσύνης και της 
κοινής προσπάθειας  κάποιου αφοπλισμού
της υστερικής αμερικανικής εκστρατείας εναντίον του προπαγανδιστικού δέματος
Τραμπ-Ρωσία των συνασπισμένων στις ΗΠΑ καθεστωτικών πολιτικών και εκδοτικών
δυνάμεων, ουσιαστικό μεσοπρόθεσμο αποτέλεσμα 
δεν αναμένεται στις αμερικανο-ρωσικές σχέσεις.

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις4 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις19 λεπτά πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις34 λεπτά πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή