Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ανάλυση της κατάστασης στη Συρία. Μέρος Β’

Δημοσιεύτηκε στις

του Alain Chouet, πρώην επικεφαλής των υπηρεσιών πληροφοριών της γαλλικής ασφάλειας.
Ο Alain Chouet, πρώην επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών της Γαλλίας, που αναγνωρίζεται πέρα ​​από τον Εξάγωνο για την πλατιά γνώση του περί αραβο-μουσουλμανικού κόσμου, εξέφρασε την αίσθηση του για το συριακό ζήτημα κατά τη διάρκεια συνέντευξης σε γαλλικό ραδιοφωνικό σταθμό.
Δεύτερο Μέρος. Όταν πήγα για πρώτη φορά στη Συρία το 1966, η χώρα κυριαρχούταν πολιτικά ακόμα από την σουνιτική μουσουλμανική πλειοψηφία της που κατείχε όλους τους οικονομικούς και κοινωνικούς μοχλούς. Και οι σουνίτες αστοί αγόραζαν ακόμα  από τη κοινότητα των Αλαουιτών  -μερικές φορές με συμβολαιογραφική πράξη-  νεαρά αγόρια και κορίτσια τα οποία ήταν ισόβιοι αληθινοί σκλάβοι, αγροτικοί εργάτες η οικοδόμοι για τα αγόρια, υπηρέτριες για τα κορίτσια.
Οι Αλαουίτες είναι μια θρησκευτική και κοινωνική κοινότητα που διώκεται για πάνω από χίλια χρόνια. Σας δίνω εδώ μια σύντομη περιγραφή και σχηματική που θα έκανε πιθανώς τους εμπειρογνώμονες να ουρλιάζουν, αλλά ο χρόνος λείπει για να κάνω μια ολοκληρωμένη παρουσίαση.
Προερχόμενοι το δέκατο αιώνα από τα σύνορα της αραβικής αυτοκρατορίας και της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από ένα μακρινό σχίσμα του σιιτισμού, ασκούν ένα είδος πολύπλοκου μυστικιστικού συγκρητισμού μεταξύ στοιχείων του Σιιτισμού, στοιχείων του Ελληνιστικού Πανθεϊσμού, του Περσικού Ζωροαστρισμού και του Βυζαντινού Χριστιανισμού. Οι ίδιοι ορίζονται με το όνομα Αλαουίτες   -ήτοι οι υποστηρικτές του Αλί, του γιου του Προφήτη-   όταν θέλουν να περάσουν ως μουσουλμάνοι και με το όνομα Nosairis  -από το όνομα του Ιμπν Νοσαϊρ, του μυστικιστή σιίτη που ίδρυσε το ρεύμα τους-  όταν θέλουν να διακρίνουν τους εαυτούς τους από τους Μουσουλμάνους.  Και  -πράγματι-  είναι τόσο μακριά από το Ισλάμ όσο μπορούν να είναι ότι η σαμανιστές της Σιβηρίας.
Και αυτά δεν τους έφεραν την ευτυχία …. Για όλες τις μονοθεϊστικές θρησκείες, δεν υπάρχει χειρότερο έγκλημα από την αποστασία. Οι Αλαουίτες θεωρούνται από το σουνιτικό Ισλάμ ως οι χειρότεροι αποστάτες. Αυτό τους χάρισε το δέκατο τέταρτο αιώνα μια φετβά του Σαλαφιστή νομικού συμβούλου Ιμπν Ταϊμίγια, πρόδρομου του σημερινού ουαχαμπισμού,  ο οποίος συνταγογράφησε τον συστηματικό διωγμό τους και τη γενοκτονία τους. Παρόλο που ο Ιμπν Ταϊμίγια θεωρείται μη εξουσιοδοτημένος ερμηνευτής της Ισλαμικής Γραφής, η φετβά του δεν αμφισβητήθηκε ποτέ και εξακολουθεί να είναι επίκαιρη, ιδιαίτερα μεταξύ των Σαλαφιστών, των Ουαχαμπιτών και των Αδελφών Μουσουλμάνων. Κυνηγημένοι και διωγμένοι, οι Αλαουίτες αναγκάστηκαν να βρουν καταφύγιο στα άγονα παράκτια βουνά μεταξύ του Λιβάνου και της σημερινής Τουρκίας, ενώ παράλληλα έδωσαν στα πιστεύω τους μια ερμητική και εσωτερική δομή, επιτρέποντας την απόκρυψη και το ψεύδος για να ξεφύγουν από τους βασανιστές τους.
Έπρεπε να περιμένουν μέχρι τα μέσα του εικοστού αιώνα για να πάρουν την εκδίκηση τους. Υποτελείς των ξένων στρατιωτικών κατοχών για αιώνες, οι σουνίτες μουσουλμάνοι αστοί της Συρίας έκαναν το κλασικό λάθος των φτασμένων, από τότε που η χώρα τους πήρε την ανεξαρτησία της το 1943. Θεωρώντας ότι το επάγγελμα των όπλων ήταν κακοπληρωμένο και ότι ο στρατός ήταν μόνο ένα μέτριο μέσο κοινωνικής ανόδου, ήταν απρόθυμοι να στείλουν τους γιους τους στο στρατό. Αποτέλεσμα: άφησαν την διοίκηση του στρατού της νεανικής χώρας στους φτωχούς, δηλαδή στις μειονότητες: Χριστιανούς, Ισμαηλίτες, Δρούζους, Σιίτες και στους Αλαουίτες ειδικότερα. Και όταν δίνεις τον έλεγχο των όπλων στους φτωχούς και διωγμένους, υπάρχει σχεδόν βέβαιος κίνδυνος ότι θα το χρησιμοποιήσουν για να κλέψουν τους πλούσιους και να εκδικηθούν. Αυτό είναι ό, τι συνέβη στη Συρία από τη δεκαετία του ’60.
Στη δεκαετία του ’70, ο Χάφεζ αλ Άσαντ, με καταγωγή από μία από τις φτωχότερες οικογένειες της κοινότητας των Αλαουιτών, ο οποίος έγινε επικεφαλής της Πολεμικής Αεροπορίας και έπειτα υπουργός άμυνας, κατάλαβε την εξουσία δια της βίας για να εξασφαλίσει την εκδίκηση και τη προστασία της μειονότητας στην οποία ανήκει η οικογένειά του και οι συμμαχικές μειονότητας  -Χριστιανοί και Δρούζοι-  οι οποίοι τον βοήθησαν στην πορεία του προς στην εξουσία. Στη συνέχεια ασχολήθηκε με τη μεθοδική εξασφάλιση για αυτές τις μειονότητες  -και ιδιαίτερα της δικής του- του έλεγχου όλων των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών μοχλών της χώρας, με τρόπους και αυταρχικές μεθόδους που μπορείτε να βρείτε στην αναλυτική περιγραφή σε ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε πριν από σχεδόν είκοσι χρόνια.
Αντιμέτωπος με την άνοδο του φονταμενταλισμού, που εξαπλώνεται χάρη σε όλες τις σημερινές αναταραχές στον αραβικό κόσμο, ο διάδοχός του βρίσκεται, όπως οι Εβραίοι στο Ισραήλ, με τη πλάτη στη θάλασσα με τη μόνη επιλογή να κερδίσει ή να πεθάνει. Οι Αλαουίτες ενώθηκαν κατά την αντίστασή τους με άλλες θρησκευτικές μειονότητες στη Συρία, τους Δρούζους, Σιίτες, Ισμαηλίτες και κυρίως με τους Χριστιανούς όλων των δογμάτων που είχαν μάθει την τύχη των αδελφών τους στο Ιράκ και των Κοπτών της Αιγύπτου.
Διότι, σε αντίθεση με την λιτανεία που πλασάρουν οι φαρισαίοι οι οποίοι ισχυρίζονται ότι «αν δεν παρέμβουμε στη Συρία, η χώρα θα βυθιστεί σε εμφύλιο πόλεμο» …. εεε, όχι, η χώρα δεν θα βυθιστεί σε εμφύλιο πόλεμο. Σε εμφύλιο πόλεμο, η χώρα βρίσκεται από το 1980, όταν ένα κομάντο της Μουσουλμανικής Αδελφότητας εισήλθε στην Σχολή Δοκίμων του Στρατού Ξηράς στο Χαλέπι, έκανε προσεκτική διαλογή των Σουνιτών και Αλαουιτών Δοκίμων και μαχαίρωσαν 80 Αλαουίτες Δόκιμους σε εφαρμογή της φετβά του Ιμπν Ταϊμίγια. 
Οι Αδελφοί το πλήρωσαν ακριβά το 1982 στη Χαμά  -προπύργιο της Αδελφότητας- την οποία ισοπέδωσε μεθοδικά ο θείος του σημερινού προέδρου κάνοντας μεταξύ 10 και 20.000 νεκρούς. Αλλά η διακοινοτική βία δεν έπαψε ποτέ από τότε, ακόμα και αν το καθεστώς έκανε τα πάντα για να την αποκρύψει.
Και έτσι, να προτείνεις στους Αλαουίτες και στις άλλες μη αραβικές ή μη σουνιτικές μειονότητες της Συρίας να δεχθούν μεταρρυθμίσεις που θα επιτρέψουν στους Σαλαφιστές ισλαμιστές να επιστρέψουν στην εξουσία, είναι ακριβώς σαν να προτείνεις στους Αφροαμερικανους να επιστρέφουν στο status quo πριν από τον Εμφύλιο Πόλεμο των ΗΠΑ. Θα πολεμήσουν, και με αγριότητα, ενάντια σε μια τέτοια προοπτική.
Μη συνηθισμένο με τις πρακτικές της επικοινωνίας, το συριακό καθεστώς άφησε αυτό το μονοπώλιο στην αντιπολίτευση. Αλλά όχι οποιαδήποτε αντιπολίτευση. Διότι υπάρχουν στη Συρία γνήσιοι φιλελεύθεροι δημοκράτες ανοικτοί στον κόσμο, οι οποίοι δεν αναπροσαρμόζονται εύκολα με το αυταρχισμό του καθεστώτος και που ήλπιζαν ότι ο Μπασάρ Άσαντ θα προέβησε σε πολιτικό άνοιγμα. Από τον τελευταίο κατάφεραν μόνο να πάρουν χώρους ελεύθερης οικονομικής δραστηριότητας σε αντάλλαγμα με τη παραίτηση τους από τις αξιώσεις τους για φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις απόλυτα δικαιολογημένες άλλοτε. Αλλά όλοι αυτοί είναι τόσο διάσπαρτοι, χωρίς μέσα και υποστήριξη. Δεν έχουν φωνή και θεωρούνται ότι δεν ακούγονται από τα δυτικά μέσα ενημέρωσης, διότι, ως επί το πλείστον, δεν είναι από εκείνους που διεκδικούν το λυντσάρισμα του «δικτάτορα» με δημοσιότητα, όπως έγινε στη Λιβύη.
Αν πληροφορούσαστε  σχετικά με τη Συρία από τα έντυπα και ραδιοτηλεοπτικά μέσα, ιδιαίτερα στη Γαλλία, δεν θα παραλείψατε να παρατηρήσατε ότι όλες οι πληροφορίες που αφορούν την κατάσταση προέρχονται από το «συριακό παρατηρητήριο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (OSDH)» ή πιο σύντομα «ΜΚΟ» , που είναι το ίδιο, η εν λόγω ΜΚΟ είναι πάντα το συριακό παρατηρητήριο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Το συριακό παρατηρητήριο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι ένα όνομα που ηχεί καλά στα δυτικά αυτιά των οποίων έγινε η προνομιακή πηγή πληροφοριών, για να μη πω μοναδική. Δεν έχει όμως τίποτε να κάνει με το σεβαστό Διεθνή Σύνδεσμο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Πρόκειται στη πραγματικότητα για παρακλάδι της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και καθοδηγείται από ισλαμιστές μαχητές, από τους οποίους ορισμένοι είχαν καταδικαστεί στο παρελθόν για βίαιο ακτιβισμό, ιδιαίτερα ο ιδρυτής και πρώτος πρόεδρος, κ. Ριάντ Αλ-Μαλέχ.  Η OSDH εγκαταστάθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’80 στο Λονδίνο, υπό την καλοπροαίρετη ηγεσία των αγγλοσαξονικών υπηρεσιών πληροφοριών και λειτουργεί σχεδόν ολόκληρα από κεφάλαια της Σαουδικής Αραβίας και τώρα του Κατάρ.
Δεν ισχυρίζομαι καθόλου ότι οι πληροφορίες από το OSDH είναι αναληθείς, αλλά, δεδομένης της γένεσης και του προσανατολισμού αυτής της οργάνωσης, εξακολουθώ να είμαι έκπληκτος ότι τα δυτικά μέσα ενημέρωσης, ιδίως τα γαλλικά, που το χρησιμοποιούν ως μοναδική πηγή, χωρίς ποτέ να προσπαθήσουν να διασταυρώσουν ό, τι προέρχεται από αυτή τη οργάνωση.
Δεύτερη αγαπημένη πηγή των μέσων ενημέρωσης και δυτικών πολιτικών, το Συριακή Εθνικό Συμβούλιο, που ιδρύθηκε το 2011 στην Κωνσταντινούπολη με το μοντέλο του Λιβυκού Μεταβατικού Συμβουλίου με πρωτοβουλία, όχι του τουρκικού κράτους, αλλά του τουρκικού ισλαμιστικού κόμματος ΑΚΡ. Υποτιθέμενο να ενώσει όλες τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης στο καθεστώς, το ΣΕΣ ανάγγειλε το χρώμα του γρήγορα. Κατά την έννοια της λέξης …. Η εθνική σημαία της Συρίας έχει τρεις οριζόντιες ρίγες. Μια μαύρου χρώματος ήταν το χρώμα της δυναστείας των Αββασιδών, η οποία κυβέρνησε τον αραβικό κόσμο από τον 9ο έως τον 13ο αιώνα. Η άλλη, λευκού χρώματος, για να υπενθυμίσει την δυναστεία των Ομεγιάδων που κυβέρνησε το 7ο και 8ο αιώνα. Η τρίτη, κόκκινη, υποτίθεται ότι εκπροσωπεί τις σοσιαλιστικές φιλοδοξίες του καθεστώτος. Από την ίδρυσή του, το ΣΕΣ αντικαταστήσε το κόκκινο με το πράσινο χρώμα του ισλαμισμού, όπως μπορείτε να δείτε στις αντι-καθεστωτικές διαδηλώσεις στις οποίες ακούει κανείς να ουρλιάζουν «Allahu Akbar!» παρά δημοκρατικά συνθήματα.
Ωστόσο, η πρωταρχική θέση που δίδεται στους Αδελφούς Μουσουλμάνους στο ΣΕΣ από το τουρκικό ΑΚΡ και το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ έχει εξοργιστεί τελικά σχεδόν όλο τον κόσμο. Η Συρία δεν είναι η Λιβύη και οι μειονότητες που αντιπροσωπεύουν το ένα τέταρτο του πληθυσμού προτίθενται να εκφράσουν τη γνώμη τους, ακόμη και εντός της αντιπολίτευσης.  Κατά τη διάρκεια επίσκεψης μιας αντιπροσωπείας αντιπολιτευομένων Κούρδων της Συρίας στην Ουάσιγκτον τον περασμένο Απρίλιο, τα πράγματα πήγαν πολύ άσχημα. Οι Κούρδοι είναι σουνίτες μουσουλμάνοι, αλλά δεν είναι Άραβες. Και ως μη Άραβες, είναι καταδικασμένοι σε κατώτερη θέση από τους Αδελφούς. Ενώ είχαν έρθει για να παραπονεθούν στο State Department για την περιθωριοποίηση τους μέσα στο ΣΕΣ, τους απαντήθηκε ότι θα πρέπει να υποκύψουν στην εξουσία της Αδελφότητας ή να φροντίσουν μόνοι τους για τον εαυτό τους. Επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη πολύ θυμωμένοι, ενώθηκαν με άλλους αντιπάλους από την μειοψηφία για να διώξουν τον πρόεδρο του ΣΕΣ Bourhan Ghalioun, που ήταν τελείως υποταγμένος στους Αδελφούς, και να τον αντικαταστήσουν με έναν Κούρδο, τον Abdel Basset Saida ο οποίος θα κάνει ό, τι μπορεί   -δηλαδή όχι πολλά πράγματα-  για να μην χάσουν την φιλοξενία των Τούρκων ισλαμιστών, ούτε την πολιτική στήριξη των Αμερικανών νεο-συντηρητικών, και προπαντός, την οικονομική ενίσχυση από τους Σαουδάραβες και Καταριανούς.
Όλα αυτά δημιουργούν ασφαλώς αταξία, αλλά είναι ιδιαίτερα ενδεικτικό της κατεύθυνσης που οι ισλαμιστικές χώρες που υποστηρίζονται από τους Αμερικανούς νεο-συντηρητικούς προτίθενται να χαράξουν για τα κινήματα διαμαρτυριών στον αραβικό κόσμο.
Προφανώς, δεν είναι αυτές οι παρατηρήσεις που θα καθησυχάσουν τις μειονότητες στη Συρία και θα τις ενθαρρύνουν να συμβιβαστούν ή να συγκρατηθούν. Οι μειονότητες στη Συρία  -ειδικότερα, οι Αλαουίτες κατέχουν τους κρατικούς μηχανισμούς-   είναι μειονότητες που ανησυχούν για την επιβίωσή τους και θα την υπερασπιστούν με τη βία. Να βγει ο Πρόεδρος της Συρίας από το παιχνίδι μπορεί ίσως να έχει συμβολική σημασία, αλλά δεν θα αλλάξει το πρόβλημα. Δεν είναι ο ίδιος που είναι ο στόχος, δεν είναι αυτός ο οποίος είναι η αιτία, είναι ολόκληρη η κοινωνία, που θα αποδειχθεί ακόμα πιο βίαια και επιθετική, αν χάνει τα σημεία αναφοράς της και τους ηγέτες της. Όσο περνάει ο καιρός, όσο η διεθνής κοινότητα θα θέλει να ασκήσει πιέσεις στις μειονότητες που απειλούνται, τόσο θα χειροτερέψουν τα πράγματα με το μοντέλο του λιβανικού εμφυλίου πολέμου που μάτωσε τη χώρα από το 1975 έως το 1990.
Θα μπορούσε ίσως να ήταν δυνατό για τη διεθνή κοινότητα να αλλάξει το παιχνίδι πριν από ένα χρόνο απαιτώντας από το συριακό καθεστώς φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις σε αντάλλαγμα μιας διεθνούς προστασίας που θα εξασφάλιζε τις απειλούμενες μειονότητες. Και δεδομένου ότι η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ  -δύο θεοκρατικές μοναρχίες του ουαχαμπισμού-  είναι θεωρητικά φίλοι και σύμμαχοί μας, θα μπορούσαμε να τους είχαμε ζητήσει να κηρύξουν άκυρη και παρωχημένη την φετβά του Ibn Taymiyyah για να ηρεμήσει το παιχνίδι. Αυτό δεν έγινε. Σε αυτές τις μειονότητες της Συρίας που απειλούνται, η Δύση, με επικεφαλής τη Γαλλία, αντιτέθηκε μόνο με καταδίκη χωρίς δυνατότητα ύφεσης και κατάρα ενίοτε υστερικές προκαλώντας παντού   – πολιτικά και μερικές φορές στρατιωτικά-   την ανάληψη της εξουσίας από ισλαμιστές φονταμενταλιστές και την υπεροχή των θεοκρατικών κρατών που υποστηρίζουν το πολιτικό σαλαφισμό.
Απαλλαγμένες από τους τενόρους, σίγουρα ελάχιστα ενάρετους, του αραβικού εθνικισμού, των Σαντάμ Χουσεΐν, Μπεν Αλί, Μουμπάρακ, Καντάφι, προστατευόμενες από την κριτική του Ιράκ, της Αλγερίας και της Συρίας βυθισμένες σε εσωτερικές συγκρούσεις, οι πετρελαϊκές θεοκρατίες δεν είχαν κανένα πρόβλημα να αναλάβουν, μέσω των πετροδολάριων τους, τον Αραβικό Σύνδεσμο και να τον καθιστούν ένα μέσο πίεσης προς τη διεθνή κοινότητα και τον ΟΗΕ υπέρ των πολιτικών φονταμενταλιστικών κινημάτων που ενισχύουν τη νομιμότητά τους και να τους προστατέψουν από κάθε μορφή δημοκρατικής διαμαρτυρίας.
Ότι οι αντιδραστικές μοναρχίες υπερασπίζονται τα συμφέροντά τους και ότι οι φονταμενταλιστικές πολιτικές δυνάμεις επιδιώκουν να καταλάβουν την εξουσία που στοχεύουν για σχεδόν έναν αιώνα δεν είναι ιδιαίτερη έκπληξη. Πιο περίεργο φαίνεται όμως, η προθυμία των Δυτικών να ενθαρρύνουν παντού  όλες τις φονταμενταλιστικές επιχειρήσεις, ακόμη και λιγότερο δημοκρατικές από τις δικτατορίες τις οποίες αντικαθιστούν και να καταδικάσουν εκείνους που τους αντιστέκονται.
Γρήγορη να καταδικάσει τον ισλαμισμό στο σπίτι της, η Δύση ενθαρρύνει τους ελιγμούς του στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο. Η Γαλλία, η οποία δεν δίστασε να δεσμεύσει ολόκληρη τη στρατιωτική δύναμη της για να εξαλείψει τον Καντάφι υπέρ των οπαδών της τζιχάντ και να καλέσει τη διεθνή κοινότητα να κάνει το ίδιο με το Μπασάρ Άσαντ, παρακολουθεί, με έτοιμα τα όπλα, το σφαγιασμό του Μαλί από εγκληματικές ορδές που αυτοαποκαλούνται ισλαμιστές επειδή οι πολιτικοί αντίπαλοι τους δεν είναι.
Ομοίως τα δυτικά μέσα ενημέρωσης και οι πολιτικοί παρακολούθησαν χωρίς να δειλιάζουν την αιματηρή καταστολή, από τα άρματα μάχης της Σαουδικής Αραβίας και των Εμιράτων, των διαδηλωτών στο Μπαχρέιν, χώρα με σιιτική πλειοψηφία που κυβερνάται από μια αυταρχική αντιδραστική σουνιτική μοναρχία. Ομοίως, οι επανειλημμένες σφαγές των Χριστιανών από τις νιγηριανές πολιτοφυλακές Boko Haram δεν προκάλεσαν την προσοχή των μέσων ενημέρωσης και, ακόμη λιγότερο την καταδίκη από τους πολιτικούς μας. Όσον αφορά την απαγωγή των τεσσάρων μελών του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου από «επαναστάτες» στη Λιβύη, αντιμετωπίζεται σε τέμπο μινόρε και περνά σχεδόν απαρατήρητη στα μίντια μας, και θα μπορούσαμε να φανταστούμε την οργή ​​εάν αυτή η απαγωγή είχε γίνει από συριακές η αλγερινές αρχές η αρχές κάθε άλλης χώρας που δεν «μπήκε ακόμα στη γραμμή» των «δημοκρατορίων», αυτές οι ισλαμιστικές δικτατορίες που βγήκαν από τις κάλπες.
Έλλειψη κάθε λογικής, η ηθική και ο λόγος μας καλούν όμως να αναρωτηθούμε για την περίεργη αυτή σχιζοφρένεια των πολιτικών και των μέσων ενημέρωσης μας. 
Ο χρόνος θα δείξει αν η παιδική γοητεία μας για τον νεο-λαϊκισμό που προωθείται μέσω του Διαδικτύου και, αν οι μαζικές επενδύσεις από το Κατάρ και τη Σαουδική στις οικονομίες μας σε κρίση, άξιζαν την φιλοφροσύνη μας ενώπιον της ανάδυσης μιας βαρβαρότητας που θα ήταν λάθος να πιστεύουμε ότι δεν θα μας αγγίξει.
Alain Chouet
Τέλος.

Μέρος Α’

var _wau = _wau || []; _wau.push([“small”, “wvg1ie6mi5ta”, “m3y”]);
(function() {var s=document.createElement(“script”); s.async=true;
s.src=”http://widgets.amung.us/small.js”;
document.getElementsByTagName(“head”)[0].appendChild(s);
})();

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ιστορία - Πολιτισμός3 λεπτά πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις15 λεπτά πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO15 λεπτά πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO45 λεπτά πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

Δημοφιλή