Ακολουθήστε μας

Διεθνή

ΟΡΓΟΥΕΛΙΚΕΣ ΕΥΡΩΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

Δημοσιεύτηκε στις

Βασίλης Βιλιάρδος

Ο μεγαλύτερος φόβος των Γερμανών είναι οι κοινωνικές εξεγέρσεις και ο εμφύλιος πόλεμος, σαν αποτέλεσμα της χρεοκοπίας αρκετών κρατιδίων – κυρίως της Ρηνανίας Βεστφαλίας, η οποία έχει κατακλυσθεί από μετανάστες, έχει σχεδόν καταργήσει το κοινωνικό κράτος λόγω αδυναμίας χρηματοδότησης του, κλείνει νοσοκομεία και σχολεία, ενώ οφείλει τεράστια ποσά στην κεντρική κυβέρνηση.

Όπως έχουμε γράψει ένα χρόνο πριν (άρθρο μας), “Εάν η παραμονή μας στην Ευρωζώνη θα είχε ως αναπόφευκτη συνέπεια την υποταγή μας στο ΔΝΤ ή στη Γερμανία, την ολοκληρωτική απώλεια της εθνικής μας κυριαρχίας, την κατάλυση της Δημοκρατίας, τις προσβολές στην υπερηφάνεια και στην αξιοπρέπεια μας, τη λεηλασία των δημοσίων επιχειρήσεων, την καταστροφή των μικρομεσαίων ελληνικών εταιρειών, τη συνέχιση της νόμιμης φοροδιαφυγής των ξένων πολυεθνικών, τη φορολογική «υφαρπαγή» της περιουσίας μας, το συνεχή περιορισμό του κοινωνικού κράτους και τη διαρκή μείωση των αμοιβών, μέχρι τo σημείο που η πιο κουραστική και εξοντωτική εργασία να μην μπορεί, με βεβαιότητα, να μας εξασφαλίσει καν τα απολύτως απαραίτητα – εάν οι εναλλακτικές λύσεις ήταν είτε αυτή η κατάσταση, είτε η εγκατάλειψη της Ευρωζώνης, όλες οι δυσκολίες, μεγάλες ή μικρές, της υιοθέτησης ενός εθνικού νομίσματος, θα έμοιαζαν να είναι σταγόνα στον ωκεανό.
Δανειζόμενοι, με δικές μας συμπληρώσεις και παραλληλισμούς, κάποιες σκέψεις του Βρετανού οικονομολόγου J.S.Mill, καθώς επίσης πιστεύοντας ότι, τίποτα στην Οικονομία δεν είναι άσπρο ή μαύρο, ενώ δεν πρέπει ποτέ να είναι κανείς απόλυτος ή δογματικός, έχουμε την άποψη πως ήλθε η στιγμή να επανεξετάσουμε το «ευρωπαϊκό θέμα» – τονίζοντας ότι θεωρούσαμε ανέκαθεν πως, αφενός μεν δεν ήταν τελικά ωφέλιμη η είσοδος μας στη ζώνη του ευρώ, αφετέρου ότι η ενδεχόμενη έξοδος μας θα ήταν το λιγότερο καταστροφική”.
Ακολουθούν ορισμένα μικρά κείμενα, ανεξάρτητα μεταξύ τους, σε σχέση με όλα όσα συμβαίνουν στην Ευρώπη σήμερα – γεγονότα που δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν σε καμία περίπτωση θετικά για το μέλλον της:
Ισπανία, βίοι παράλληλοι
Για τους περισσότερους Ισπανούς η σημερινή Πέμπτη (19.07.12) είναι μία πολύ σημαντική ημέρα – επειδή το βράδυ, μετά το τέλος της δουλειάς τους, έχουν ανακοινωθεί διαδηλώσεις σε όλη τη χώρα, με τη συμμετοχή αστυνομικών, πυροσβεστών, δασκάλων και κάθε είδους υπαλλήλων δημοσίων υπηρεσιών. Η προσέλευση αναμένεται να είναι γιγαντιαία, λόγω του ότι όλοι σχεδόν οι πολίτες της χώρας είναι αγανακτισμένοι με την πολιτική λιτότητας της κυβέρνησης τους, η οποία οδηγεί πάντοτε σε μία και μόνο κατεύθυνση:
σε μειώσεις μισθών, στον περιορισμό του κοινωνικού κράτους, σε μία ακόμη μεγαλύτερη ύφεση και, τελικά, σε ένα πλήρες πακέτο στήριξης της οικονομίας εκ μέρους της ΕΕ, υπό την αιγίδα της Τρόικας των τοκογλύφων – προφανώς με αποτέλεσμα να μην εμπιστεύονται πλέον οι χρηματαγορές την Ισπανία, οπότε να πάψουν να τη δανείζουν.
Οι Ισπανοί είναι αγανακτισμένοι κυρίως με τους πολιτικούς τους, οι οποίοι επιβαρύνουν με συνεχώς νέα μέτρα τα πλέον αδύναμα εισοδηματικά στρώματα και τη μεσαία τάξη – ενώ οι ίδιοι δεν έχουν μειώσει καθόλου τα προνόμια που απολαμβάνουν, η τοπική ελίτ συνεχίζει να πλουτίζει και οι υπαίτιοι της κρίσης δεν τιμωρούνται.
Για παράδειγμα, οι υπεύθυνοι εκείνων των τραπεζών, οι οποίοι τις οδήγησαν με δική τους ευθύνη στη χρεοκοπία και στην κρατικοποίηση, συνεχίζουν να αμείβονται με τα ίδια υψηλά ποσά – όπως ακριβώς συνέβαινε στο παρελθόν.

Εν τούτοις, κάποιοι Ισπανοί δεν θα συμμετέχουν στις σημερινές, μεγάλες διαδηλώσεις διαμαρτυρίας – επειδή δεν συμπαθούν ούτε τα συνδικάτα, ούτε την αριστερή πολιτική.

Για τους συγκεκριμένους, τα συνδικάτα είναι μέρος του προβλήματος – αφού σιωπούσαν στο παρελθόν, δεν προσέφεραν τίποτα για τη λύση των προβλημάτων της οικονομίας της χώρας, ενώ διαπλέκονταν με τους πολιτικούς, εισπράττοντας τεράστιες επιδοτήσεις.
Επίσης μέρος του προβλήματος είναι για τους ίδιους κάποια αριστερά πολιτικά κόμματα, λόγω του ότι ανέχονταν πρακτικά, αντιδρώντας θεωρητικά, όλα όσα συνέβαιναν στη χώρα – αφού εισέπρατταν αδιαμαρτύρητα τις βουλευτικές αμοιβές, δεν αποποιούταν τα εξωφρενικά προνόμια τους και επιδοτούταν απροκάλυπτα από εκείνους, τους οποίους (δήθεν) κατηγορούσαν.
“Ποιόν στο διάβολο να ψηφίσουμε στις επόμενες εκλογές;“, αναρωτιούνται θυμωμένοι αυτοί οι Ισπανοί “αφού ούτε η προηγούμενη σοσιαλιστική, ούτε η σημερινή συντηρητική κυβέρνηση δεν ήταν και δεν είναι σε θέση να αλλάξουν κάτι στην πατρίδα μας και να αντιμετωπίσουν την κρίση;“
Το κείμενο, μέρος ενός άρθρου γερμανικής εφημερίδας (ΗΒ), σε ελεύθερη μετάφραση με κάποιες παρεμβολές, υποδηλώνει καθαρά τους μονοδρόμους, στους οποίους οδηγείται σκόπιμα η κοινή γνώμη – μία μεγάλη απειλή για το μέλλον της Δημοκρατίας.  
Η ανίερη συμμαχία
Η κυβέρνηση της Ισπανίας ψήφισε χθες (19.07.12) ένα ευρύτατο πρόγραμμα λιτότητας το οποίο, μεταξύ άλλων, ενέχει μεγάλες περικοπές στο δημόσιο – ενώ ο υπουργός προϋπολογισμού ανακοίνωσε ότι, η κατάσταση της χώρας είναι πάρα πολύ σοβαρή, με τα δημόσια ταμεία εντελώς άδεια.
Η Ισπανία λοιπόν, παίρνοντας τη σκυτάλη από την Ελλάδα, ανακηρύχθηκε επίσημα ως το μεγαλύτερο ρίσκο για την Ευρώπη και τον πλανήτη σήμερα – πόσο μάλλον αφού το πρόγραμμα που ανακοίνωσε, δεν έπεισε τις αγορές (όχι μόνο γιατί επισκιάσθηκε από την αναφορά του υπουργού οικονομικών, αλλά και λόγω του ότι στηρίζεται κυρίως σε νέους φόρους που θα επιβληθούν στα μεσαία και χαμηλά εισοδηματικά στρώματα, οι οποίοι θα είναι δύσκολο να εισπραχθούν).
Την ίδια ημέρα χιλιάδες Ισπανοί σε 80 μεγάλες πόλεις διαδήλωναν στους δρόμους εναντίον των μέτρων της κυβέρνησης –κατηγορώντας τον πρωθυπουργό για εσχάτη προδοσία απέναντι στο λαό του.
Η οργή των Ισπανών αφορούσε κυρίως μία νομοθετική διάταξη, σύμφωνα με την οποία η λήψη χρημάτων από το ταμείο ανεργίας θα μπορεί στο μέλλον να καταργείται, εάν υπάρχει η απλή υποψία ότι ο άνεργος δεν τηρεί τους κανόνες – κάτι που μέχρι σήμερα θα έπρεπε να τεκμηριωθεί και όχι να είναι το αποτέλεσμα μίας απλής υποψίας.
Τα νέα μέτρα λιτότητας και ειδικά ο παραπάνω «επαχθής» νόμος για την ανεργία, χαρακτηρίσθηκαν από μεγάλη εφημερίδα της Ισπανίας ως «κοινωνικές αλλαγές «οργουελικών διαστάσεων» – γεγονός που σημαίνει ότι, η σχεδιαζόμενη από τηνανίερη συμμαχία της ελίτ, των τραπεζών και των πολιτικών νέα τάξη πραγμάτων, «ενέτεινε το βηματισμό» της, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι, η παραμικρή καθυστέρηση ίσως της κοστίσει τον πόλεμο.
Το πρόβλημα της Ισπανίας είναι η συνεχής αύξηση των επιτοκίων δανεισμού – ενώ, όπως είναι αυτονόητο, όταν τα επιτόκια ξεπερνούν το ρυθμό ανάπτυξης, τότε δεν υπάρχει καμία δυνατότητα μείωσης του χρέους. Εάν δε σε μία χώρα ο ρυθμός ανάπτυξης είναι αρνητικός (ύφεση), τότε οφείλουν να είναι και τα επιτόκια αρνητικά, εάν θέλει να αποφύγει το μοιραίο – πράγμα φυσικά πολύ δύσκολο.
Κατά την υποκειμενική μας άποψη πάντως, όταν ένα κράτος υποχρεώνεται, ειδικά εν μέσω παγκόσμιας ύφεσης, σε μία «μονοσήμαντη» πολιτική λιτότητας, τότε καταδικάζεται στη χρεοκοπία τόσο ο δημόσιος, όσο και ο ιδιωτικός του τομέας(στην περίπτωση της Ελλάδας, κρίνοντας από τις πρώτες ημέρες της κυβέρνησης, η ανεξέλεγκτη χρεοκοπία, η «αποβολή» από την Ευρωζώνη και η δραχμή, φαίνονται πια ολοκάθαρα στον ορίζοντα).
Κατ’ επέκταση, ο μοναδικός σκοπός μιας ανάλογης πολιτικής λιτότητας δεν μπορεί να είναι άλλος από τη λεηλασία της ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας του συγκεκριμένου κράτους, καθώς επίσης από τη μετατροπή του σε προτεκτοράτο των δανειστών του – όπου ο ορισμός του προτεκτοράτου είναι η απώλεια της πολιτικής και δημοσιονομικής του ανεξαρτησίας.
Διανοούμενοι

Σε εποχές μεγάλων κρίσεων, όπως η σημερινή, είναι πολλοί αυτοί που αναζητούν βοήθεια από τον πνευματικό κόσμο των χωρών τους – ο οποίος οφείλει να συμμετέχει ενεργά στις οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και λοιπές «διεργασίες».
Ο γνωστός οικονομολόγος J.Schumpeter ήταν αυτός ο οποίος διαπίστωσε, τη δεκαετία του ’40, πως οι ειδικοί ενός νέου τότε τύπου, οι διανοούμενοι, επηρέαζαν καθοριστικά τις δημόσιες συζητήσεις. Κατά τον ίδιο, όφειλαν την τεράστια επιρροή τους «στη δύναμη του προφορικού και γραπτού λόγου», την οποία γνώριζαν πολύ καλά να χρησιμοποιούν.
Όπως είχε πει βέβαια την ίδια εποχή ο Keynes, πίσω από κάθε πολιτικό, ευρίσκεται ένας οικονομολόγος, ο οποίος ουσιαστικά κινεί τα νήματα και καθορίζει τις τελικές αποφάσεις.
Κατά τον J.Schumpeter όμως, οι «κλασικοί» διανοούμενοι χαρακτηρίζονται από ένα ακόμη στοιχείο, ενδεχομένως όχι ακίνδυνο: από την έλλειψη άμεσης υπευθυνότητας για πρακτικές αποφάσεις και λύσεις.
Περαιτέρω, όταν ένας τέτοιος διανοούμενος παραμένει σταθερός στις θέσεις του, παρά το ότι οι υπόλοιποι εκφράζουν αμφιβολίες όσον αφορά τις δικές τους θέσεις, κατορθώνοντας παράλληλα να τις προωθεί με τέτοιον τρόπο, ώστε να μην αδιαφορεί κανείς, τότε η επιρροή του αυξάνεται καθοριστικά.
Βέβαια, σε τελική ανάλυση το όποιο κόστος δεν πληρώνεται ούτε από τους διανοούμενους, ούτε από τους οικονομολόγους – πόσο μάλλον από τους πολιτικούς. Αυτοί που το πληρώνουν είναι προφανώς οι λαοί – ειδικά τα αδύναμα εισοδηματικά στρώματα τους, τα οποία συνήθως αδυνατούν να αντιδράσουν.
Οι εντυπώσεις των Γερμανών για τους βουλευτές και οι φόβοι τους
Ένας βουλευτής της Γερμανίας αμείβεται με 8.000 € μηνιαία. Όλες οι υποχρεώσεις του έναντι του μισθού του, είναι η κομματική πειθαρχία – το να κάνει δηλαδή όλα όσα απαιτεί από αυτόν το κόμμα του, καθώς επίσης να ψηφίζει πάντοτε αυτά που επιβάλλει η ηγεσία του.
Εάν ο πολιτικός συμπεριφέρεται απέναντι στους εκλογείς του, τηρώντας πιστά την αρχή “άφησε με στην ησυχία μου Πολίτη“, τότε θα ανεβεί σίγουρα όλα τα σκαλοπάτια της κομματικής του καριέρας.
Αυτή είναι η μία όψη του νομίσματος. Η άλλη όψη είναι η εξής: Εάν οι ψηφοφόροι ανταμείβουν ξανά και ξανά αυτήν την τεμπελιά και την ασχετοσύνη των πολιτικών, τότε θα την υφίστανται πάντοτε.

Προφανώς, το καλό πολιτικό προσωπικό θα έπρεπε να επιλέγεται από τους υπεύθυνους Πολίτες με μεγάλη προσοχή – εάν θα ήθελαν να αποφύγουν τους “πολιτικούς της καρέκλας“. Πόσο μάλλον όταν το γερμανικό κοινοβούλιο καθρεφτίζει τη γερμανική κοινωνία.
Στατιστικά τώρα, το 75% των Γερμανών θυμώνει όταν βλέπει άδειες τις καρέκλες των βουλευτών του, κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων στη Βουλή. Το 66% θεωρεί τους βουλευτές αδιάφορους για τη δουλειά τους, ενώ μόλις το 24% τους εμπιστεύεται. Το 75% πιστεύει ότι οι αποφάσεις τους υπαγορεύονται από επιχειρηματικά συμφέροντα και μόλις το 16% θεωρεί ότι δεν επηρεάζονται από κανέναν (Πηγή: Kopp).
Θα αναρωτιόταν φυσικά κανείς ποιός είναι ο μεγαλύτερος φόβος των Γερμανών πολιτών, όταν τα έντυπά τους επισημαίνουν νέες διώξεις των Εβραίων σε όλη την Ευρώπη – με πρώτη χώρα όλων τη Νορβηγία, η οποία “υπερηφανεύεται” ότι “καθάρισε” εντελώς από τους Εβραίους.
Ο μεγαλύτερος φόβος τους είναι οι αιματηρές κοινωνικές εξεγέρσεις και ο εμφύλιος πόλεμος, σαν αποτέλεσμα της χρεοκοπίας αρκετών ομοσπονδιακών κρατιδίων τους – κυρίως της Ρηνανίας Βεστφαλίας, η οποία έχει κατακλυσθεί από μετανάστες, έχει σχεδόν καταργήσει το κοινωνικό κράτος λόγω αδυναμίας χρηματοδότησης του, κλείνει νοσοκομεία και σχολεία, ενώ οφείλει τεράστια ποσά στην κεντρική κυβέρνηση.   

Πηγή  

var _wau = _wau || []; _wau.push([“small”, “wvg1ie6mi5ta”, “m3y”]);
(function() {var s=document.createElement(“script”); s.async=true;
s.src=”http://widgets.amung.us/small.js”;
document.getElementsByTagName(“head”)[0].appendChild(s);
})();

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις24 λεπτά πριν

Από τη Σαρία στην Ατομική Ελευθερία; Η Αλλαγή που Συντελείται στη Μέση Ανατολή

Μεταξύ 2000 και 2020, επέβλεψα μια σειρά ερευνών στη Μέση Ανατολή, πραγματοποιώντας προσωπικές συνεντεύξεις με αντιπροσωπευτικά δείγματα πληθυσμού σε πέντε...

Αναλύσεις54 λεπτά πριν

FT: Πώς υπνοβατούμε προς τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο!

Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για...

Newsroom1 ώρα πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Δημοφιλή