Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Γιατί Πετάγαμε την Αγροτική μας Παραγωγή στις Χωματερές

Δημοσιεύτηκε στις

| του Κοσμά Μαρινάκη*

Το τελευταίο διάστημα η συζήτηση για την δραματική κατάσταση στην πρωτογενή παραγωγή στην Ελλάδα έχει περάσει στο επίκεντρο του πολιτικού διαλόγου. Δεν είναι λίγοι αυτοί που κατηγορούν την Ευρωπαϊκή Ένωση για τον μαρασμό της ελληνικής γεωργίας. Οι παρακάτω απλές ερωτήσεις-απαντήσεις κάνουν σαφές το πώς ακριβώς έγιναν τα πράγματα.
1. Είναι αλήθεια πως πετάγαμε φρέσκα φρούτα στις χωματερές;
Δυστυχώς ναι. Όχι πολλά χρόνια πριν, η χώρα μας είχε σημαντική αγροτική παραγωγή. Σε κάποια προϊόντα παραγάγαμε πλεονασματικές ποσότητες με αποτέλεσμα τις αποτροπιαστικές εικόνες να θάβονται χιλιάδες τόνοι εξαιρετικής ποιότητας φρούτων στις χωματερές. Αυτό όμως συμβαίνει σε πολλές περιπτώσεις και όχι μόνο στη χώρα μας.

2. Μα τα φρούτα αυτά δεν έφτασαν ποτέ στις αγορές, πως γίνεται να αποτελούν πλεονάσματα;
Οι ποσότητες αυτές δεν ήταν πλεονασματικές υπό την έννοια ότι περίσσεψαν από κάποια αγορά. Ο όρος «πλεονασματικός» χρησιμοποιείται πολλές φορές στην οικονομική ανάλυση για να εκφράσει ποσότητες που αν διοχετευτούν στις αγορές θα προκαλέσουν δυσάρεστες συνέπειες.
3. Γιατί όμως έπρεπε να τα πετάμε;
Όντως ακούγεται φρικτό. Από οικονομικής σκοπιάς όμως οι αγορές γεωργικών προϊόντων έχουν ιδιαίτερα γνωρίσματα σε σχέση με τις αγορές των υπόλοιπων αγαθών. Για να κατανοήσουμε το «γιατί» πρέπει πρώτα να καταλάβουμε τις ιδιάζουσες συνθήκες ζήτησης και προσφοράς των αγροτικών προϊόντων.
4. Τι κάνει τα αγροτικά προϊόντα να έχουν διαφορετική ζήτηση από τα υπόλοιπα;
Η ζήτηση των αγροτικών προϊόντων παρουσιάζει μια σημαντική ιδιαιτερότητα: η ζητούμενη ποσότητα αγροτικών προϊόντων δεν ανταποκρίνεται ιδιαίτερα στις αλλαγές των τιμών. Αυτό σημαίνει πως, αν για παράδειγμα, μια οικογένεια αγοράζει συνήθως 5 κιλά πορτοκάλια την εβδομάδα με τιμή 1 ευρώ το κιλό, η οικογένεια αυτή δεν θα αυξήσει σημαντικά την ποσότητα που καταναλώνει αν η τιμή πέσει στα 0.2 ευρώ. Μπορεί στη νέα τιμή να αγοράζει λίγο παραπάνω, ας πούμε 6 κιλά, αλλά κανείς δεν περιμένει πως επειδή υποπενταπλασιάστηκε η τιμή, θα πενταπλασιαστεί η ζητούμενη ποσότητα. Το φαινόμενο αυτό εντοπίζεται και σε άλλα προϊόντα αλλά στις αγροτικές αγορές το συναντάμε πολύ εντονότερο.
Έχει ιδιαίτερη σημασία να καταλάβουμε το αποτέλεσμα αυτής της ιδιόμορφης ζήτησης στην πρόσοδο του παραγωγού. Στην τιμή του 1 ευρώ, η συνολική δαπάνη μας για πορτοκάλια ήταν 5 ευρώ, ενώ με την τιμή στο 0.20 η συνολική δαπάνη είναι 1.2 ευρώ. Από την πτώση της τιμής, λοιπόν, ο παραγωγός θα απολέσει μεγάλο μέρος της προσόδου του.
Από αυτό καταλαβαίνουμε πως στην αγροτική πολιτική είναι ζωτικό για τον παραγωγό να συγκρατούνται οι τιμές πάνω από κάποιο βιώσιμο επίπεδο, ειδικά αφού τα κόστη της παραγωγής είναι σταθερά και ανεξάρτητα από την τιμή που θα διαμορφωθεί στην αγορά όταν τα προϊόντα θα έχουν ήδη παραχθεί.
5. Και η προσφορά αυτών των προϊόντων είναι ιδιόμορφη;
Για τα περισσότερα βιομηχανικά προϊόντα, η παραγωγή κάθε περιόδου μπορεί να ρυθμιστεί ανάλογα με τις προσδοκίες του παραγωγού για τις μελλοντικές συνθήκες της αγοράς. Στον αγροτικό τομέα όμως, και ιδιαίτερα στην παραγωγή φρούτων που προέρχονται από μακρόβια δέντρα, αυτό δεν μπορεί να συμβεί. Μια πορτοκαλιά, λόγου χάρη, χρειάζεται 4 με 6 χρόνια προτού φτάσει σε ηλικία καρποφορίας, ενώ πολλά από τα πορτοκάλια που φτάνουν στο πιάτο μας προέρχονται από δέντρα που έχουν καλλιεργηθεί πριν από δεκαετίες.
Αν ο παραγωγός χρειαστεί να αυξήσει την ποσότητα παραγωγής ίσως να απαιτηθούν χρόνια. Αν πάλι πρέπει να την μειώσει προσωρινά, δεν μπορεί απλά να… «κατεβάσει τον διακόπτη λειτουργίας» του δέντρου.
6. Πως επηρεάζονται οι τιμές από την αλληλεπίδραση της προσφοράς και της ζήτησης;
Όπως είπαμε και παραπάνω το σημαντικότερο στοιχείο στις αγροτικές αγορές είναι η διατήρηση των τιμών.
Στα μη αγροτικά προϊόντα αυτό επιτυγχάνεται σχετικά εύκολα και με αυτόματο τρόπο από την ίδια την αγορά.
Στην γεωργική παραγωγή όμως δεν γίνεται. Για παράδειγμα, ένας παραγωγός μπορεί να περιμένει μια κακή χρονιά για τις πωλήσεις –ας πούμε λόγω ενός εμπάργκο ή κάποιας κρίσης. Ταυτόχρονα, είναι δυνατόν η φετινή σοδιά του να είναι εξαιρετικά πλούσια λόγω ευνοϊκού καιρού. Σε αυτή την περίπτωση, η περιορισμένη ζήτηση σε συνδυασμό με την μεγάλη προσφορά θα οδηγήσει την τιμή σε πτώση και συνεπώς, όπως είδαμε και παραπάνω, ο παραγωγός μπορεί να καταλήξει με μεγάλη ζημία.
7. Και πως λύνεται αυτό το πρόβλημα;
Είναι αναγκαία η ρυθμιστική παρέμβαση του κράτους μέσω της αγροτικής πολιτικής. Ακόμη και οι πιο «φιλελεύθερες» κυβερνήσεις ανά τον κόσμο αναγνωρίζουν την ανάγκη ρύθμισης των πρωτογενών αγορών. Κύριος σκοπός της αγροτικής πολιτικής είναι να διασφαλίζεται η βιωσιμότητα του κλάδου συγκρατώντας τις τιμές σε προκαθορισμένα όρια. Η Ευρωπαϊκή αγροτική πολιτική έχει πάει ένα βήμα παρακάτω.
8. Άρα (και) η αγροτική μας πολιτική υπαγορεύεται από την Ευρώπη;
Η αγροτική πολιτική ήταν η πρώτη πολιτική που υπαγορεύτηκε από την Ένωση. Για την ακρίβεια, η ύπαρξη αγροτικής πολιτικής, κοινής για όλη την Ευρώπη, ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που ιδρύθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Από το 1962 οι Ευρωπαίοι ηγέτες αντελήφθησαν ότι το να έχουν μια ενιαία πολιτική θα ήταν σαφώς προτιμότερο από το να έχει κάθε κράτος-μέλος τη δική του. Εφάρμοσαν λοιπόν την ΚΑΠ, την Κοινή Αγροτική Πολιτική (CAP), η οποία ισχύει ακόμη και σήμερα.
9. Γιατί αυτή η πολιτική έπρεπε να είναι «κοινή»;
Βασικός στόχος της ΚΑΠ ήταν ο συντονισμός της παραγωγής, ώστε να κρατούνται οι τιμές σταθερές, όχι μόνο σε εθνικό αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Μην ξεχνάτε πως η στήριξη των τιμών είναι το ζητούμενο σε κάθε αγροτική πολιτική και με το ελεύθερο εμπόριο, ενδοευρωπαϊκές διαφορές πολιτικής θα δημιουργούσαν αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών-μελών.
10. Και πως καταλήξαμε να πετάμε τα φρούτα μας στις χωματερές;
Για να σταθεροποιηθούν οι αγροτικές αγορές απαιτούνταν ο δραστικός έλεγχος τυχόν πλεονασμάτωνπου θα δημιουργούσαν πτωτικές πιέσεις στις τιμές. Για να γίνει αυτό τα πλεονάσματα δεν θα έπρεπε να φτάσουν ποτέ στις αγορές.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι περιορισμού των πλεονασμάτων. Οι ευκολότεροι και συνηθέστεροι είναι οι εξής δύο:
– καταστροφή των πλεονασματικών ποσοτήτων,
– επιδοτήσεις για αποχή από την παραγωγή.
Και οι δύο μέθοδοι είναι δυστυχώς θλιβερές και, πράγματι, δεν είναι δυνατόν να ακούγεται σωστό να πετάμε φαγητό την ώρα που υπάρχουν συμπολίτες που πεινούν.
11. Ωραία, αφού αυτό υποτίθεται ήταν καλό για τον παραγωγό, πως φτάσαμε στο μαρασμό της ελληνικής γεωργίας;
Για να είμαστε ξεκάθαροι, ο αγροτικός τομέας δεν μπορεί να επιβιώσει πουθενά στον πλανήτη χωρίς αγροτική πολιτική. Αγροτική πολιτική έπρεπε να υπάρξει.
Η ΚΑΠ ήρθε να λύσει προβλήματα αλλά, ως επεμβατική μέθοδος, ήταν επόμενο να δημιουργήσει παράπλευρες απώλειες. Στην περίπτωση της Ελλάδας, οι παρενέργειες ήταν χειρότερες από την ασθένεια.
12. Μα, θέλει πολύ μυαλό να καταλάβει κανείς πως αν σε πληρώνουν να μην παράγεις, κάποτε θα καταστραφεί η παραγωγική σου δυνατότητα;
Η ΚΑΠ δεν έλεγε στους αγρότες να μην παράγουν τίποτε. Τους έλεγε να μην παράγουν συγκεκριμένα προϊόντα που ήταν πλεονασματικά.
Το λάθος έγινε στο ότι Η ΚΑΠ εφαρμόστηκε στην Ελλάδα, από τους δικούς μας πολιτικούς, με τρόπο που δημιουργούσε παραπλανητικά κίνητρα στους Έλληνες αγρότες. Ως εκ τούτου, ήταν αναμενόμενο τα αποτελέσματά της να είναι καταστροφικά για τη γεωργία μας.
13. Ποια ήταν τα παραπλανητικά κίνητρα;
Πολλές από τις πολιτικές της ΚΑΠ οδήγησαν στα αντίθετα αποτελέσματα λόγω του αρχέγονου διαρθρωτικού προβλήματος της ελληνικής οικονομίας: της αδράνειας του ελεγκτικού μηχανισμού.
Όταν, για παράδειγμα, οι παραγωγοί έπαιρναν επιδοτήσεις «ανά τόνο» για να μειώσουν την παραγωγή ροδάκινων, αυτοί ξερίζωναν άλλες σοδιές που δεν ήταν πλεονασματικές, με σκοπό να καλλιεργήσουν ακόμη περισσότερα ροδάκινα (!), το πέταγμα των οποίων στις χωματερές επιδοτούνταν. Ως εκ τούτου, σήμερα, εισάγουμε ακόμη και… κουνουπίδια.
14. Πως θα μπορούσε το πέταγμα των φρούτων να φέρει ανάπτυξη στη γεωργία;
Η καταστροφή πλεονασματικών παραγωγών δεν προβλεπόταν, και δεν έπρεπε, να συνεχιστεί μακροχρόνια.
Το σκεπτικό της ΚΑΠ ήταν πως οι επιδοτήσεις για μείωση της παραγωγής θα εφαρμοζόταν προσωρινά για να κρατήσει το αγροτικό εισόδημα σε βιώσιμο επίπεδο μέχρι ο κλάδος να κάνει ένα εκ των δύο:
– Να ανοίξει άλλες αγορές ώστε να μεγαλώσει η ζήτηση και οι επιπλέον ποσότητες να απορροφηθούν.
– Να μπορέσει να προσανατολιστεί σε άλλες, ελλειμματικές παραγωγές.
15. Τι άλλες αγορές θα μπορούσαν να ανοίξουν; Εξαγωγές;
Δεν είναι μόνο οι εξαγωγές των πρωτογενών προϊόντων καθεαυτών. Τα αγροτικά προϊόντα μπορούν και να μεταποιηθούν. Αντί για φρούτα μπορούν να εξαχθούν κομπόστες, χυμοί, εκχύλισμα, έλαια, αρώματα, φυτικά πρόσθετα, φυσικά καλλυντικά, αποξηραμένοι καρποί κι ένα σωρό άλλα αγροτικά παραπροϊόντα. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να δημιουργήσει μεγαλύτερα κέρδη από ότι τα νωπά φρούτα για τον ιδιωτικό τομέα, θέσεις εργασίας για την οικονομία και να βελτιώσει το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας.
Ο έλεγχος των πλεονασμάτων πετώντας τα στις χωματερές έδινε τον απαραίτητο χρόνο για να δημιουργηθούν οι κατάλληλες υποδομές εκμετάλλευσης της αγροτικής μας παραγωγής.
16. Γιατί, λοιπόν, δεν το κάναμε αυτό;
Οι ελληνικές αναπτυξιακές πολιτικές στη μεταποίηση δεν ήταν ποτέ αποτελεσματικές. Η Ελλάδα διέθετεποιοτική πρώτη ύλη καθώς επίσης και τον σπανιότερο παραγωγικό συντελεστή για να παράγει ανώτερης ποιότητας προϊόντα: το εργατικό δυναμικό υψηλού επιπέδου. Για να σχηματιστεί όμως βιομηχανία αιχμής που θα απορροφήσει την πρωτογενή παραγωγή, απαιτείται στήριξη από την πολιτεία. Όλοι ξέρουμε τον τρόπο με τον οποίο αυτή η στήριξη δόθηκε και που πήγε.
17. Γιατί δεν εξάγουμε τα προϊόντα μας τουλάχιστον νωπά, δεν είναι καλύτερο από να τα πετάμε;
Η βασικότερη προϋπόθεση για εξαγωγές είναι η ανάπτυξη ενός δικτύου -ενός πολύπλοκου σχεδιασμού, δηλαδή, για το πώς το εξαγόμενο προϊόν θα διοχετεύεται στα σημεία πώλησης στο εξωτερικό. Η εξαγωγή δεν συνίσταται μόνο στην αποστολή του εμπορεύματος. Μιλάμε για διαπραγματεύσεις, logistics, εφοδιαστικές αλυσίδες, αποθήκευση, lobbying, διαφήμιση, προστασία προέλευσης και πολλές άλλες παραμέτρους.
Ένα εξαγωγικό δίκτυο δεν μπορεί να δημιουργηθεί από μόνο μια εταιρεία ή για ένα μόνο προϊόν. Απαιτείκεντρικό σχεδιασμό και συνεπώς πάλι η πολιτεία θα πρέπει να το βοηθήσει. Όπως αντιλαμβάνεστε, στην περίπτωση της χώρας μας ο Έλληνας εξαγωγέας «παλεύει» μόνος του.
18. Ναι αλλά εξάγουμε κάποια προϊόντα…
Εξάγουμε όντως κάποια προϊόντα. Όμως μη έχοντας δικό μας δίκτυο, τα ελληνικά προϊόντα κορυφαίας ποιότητας αφήνουν περισσότερα κέρδη στους διεθνείς μεσάζοντες, τα δίκτυα των οποίων χρησιμοποιούμε, παρά στους ντόπιους παραγωγούς.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ελαιόλαδο. Τα ράφια των σούπερ μάρκετ της Αμερικής και της Ευρώπης είναι γεμάτα από μικρά πολυτελή μπουκαλάκια ιταλικού ελαιόλαδου, που όμως παρασκευάζεται από ελληνικές ελιές. Από τα 6-8 δολάρια που πωλούνται τα 250 ml «ιταλικού» επώνυμου ελαιόλαδου είναι ζήτημα να φτάνουν μερικά σεντς στον Έλληνα εξαγωγέα ελιάς. Τα υπόλοιπα κέρδη μένουν στο ιταλικό δίκτυο προώθησης των εξαγωγών.
19. Τελικά, ποιος κατέστρεψε την ελληνική γεωργία;
Όχι η ΚΑΠ. Την κατέστρεψε το ότι η ελληνική πολιτεία δεν στάθηκε ποτέ δίπλα στον αγρότη. Ότι ποτέ δεν έκανε έλεγχο που πάνε οι επιδοτήσεις και τα δάνεια. Ότι ποτέ δεν εφάρμοσε ένα οργανωμένο σχέδιο αναδιοργάνωσης κι εκσυγχρονισμού του πρωτογενούς τομέα.
Η εικοσαετία 1980-2000 ήταν η εποχή που «έπεσαν» τα περισσότερα χρήματα από ποτέ στην ελληνική γεωργία. Δυστυχώς δεν έπιασαν τόπο γιατί οι εκάστοτε κυβερνήσεις τα έδωσαν στα λάθος χέρια, για τους λάθος σκοπούς.
20. Κι αυτά που λέγονται πως η ΕΕ κατέστρεψε την ελληνική αγροτική παραγωγή σκοπίμως;
Δεν μπορώ να δω πως κάτι τέτοιο είναι δυνατόν να ευσταθεί. Τα προϊόντα που πετάχτηκαν είχαν κατ’ ουσία πρώτα αγοραστεί από την ΕΕ στις κανονικές τους τιμές. Οι επιδοτήσεις για να μην γίνουν συγκεκριμένες παραγωγές δεν απαγόρευαν άλλες πιο ανταγωνιστικές. Επιπρόσθετες επιδοτήσεις για την ανάπτυξη υποδομών όντως δόθηκαν από την ΕΕ. Αν τα κεφάλαια αυτά είχαν αξιοποιηθεί σωστά, η Ελλάδα θα ήταν σήμερα ανάμεσα στις πιο ανεπτυγμένες αγροτικά χώρες του κόσμου. Πάνω απ’ όλα, θα είχε «πραγματική οικονομία» και δεν θα πουλούσε μόνο «ήλιο και θάλασσα». Δεν αξιοποιήθηκαν όμως.
21. Η Ευρώπη δηλαδή δεν είχε κανένα μερίδιο στην καταστροφή;
Η ΚΑΠ ως επεμβατική πολιτική είχε σοβαρά ελαττώματα. Αυτό αποδεικνύεται και από το ότι τα τελευταία 50 χρόνια μεταρρυθμιζόταν σοβαρά ανά πενταετία κατά μέσο όρο.
Στην πραγματικότητα, όμως, αυτή η πολιτική ποτέ δεν εφαρμόστηκε πλήρως από την ελληνική πολιτεία. Σε άλλες χώρες η πολιτική αυτή πέτυχε με το παραπάνω.
22. Γιατί εκεί πέτυχε;
Γιατί σε αυτές τις χώρες η αγροτική παραγωγή είχε οργανωθεί -με τη βοήθεια της πολιτείας πρωτίστως- σε μεγάλες παραγωγικές μονάδες, όπου οι επικεφαλής είχαν οικονομική κατάρτιση και μπορούσαν να στρέψουν τα χρήματα σε επενδύσεις.
Στις ΗΠΑ για παράδειγμα, οι συνεταιρισμοί (που στην Ελλάδα ακόμη αναπτύσσονται) θεωρούνται απαρχαιωμένη μορφή οργάνωσης της παραγωγής. Στις ανεπτυγμένες γεωργικά οικονομίες οι αγρότες έχουν συστήσει ανώνυμες εταιρίες στις οποίες έχουν εκχωρήσει τη γη τους με αντάλλαγμα μετοχές. Αυτό τους έχει δώσει τη δυνατότητα να απασχολούν επαγγελματίες υψηλού επιστημονικού επιπέδου σε όλα τα πόστα (γεωπόνους, τεχνολόγους, οικονομολόγους, μάνατζερ), να καταμερίζουν την εργασία, να έχουν πρόσβαση σε μοντέρνες μεθόδους χρηματοδότησης, να κάνουν διαφήμιση και να έχουν επιρροή. Τους επιτρέπει επίσης να ασφαλίζουν τις παραγωγές τους, να εισπράττουν μέρισμα από τα κέρδη αλλά και μισθό και ασφάλιση από την προσωπική τους εργασία.
23. Και στην Ελλάδα γιατί δεν βρέθηκαν κάποιοι να κάνουν το ίδιο;
Κατ’ αρχήν να ξεκαθαρίσουμε πως δεν μιλάμε για μεγάλες εταιρίες που θα έρθουν να εξαγοράσουν τα πάντα στον αγροτικό τομέα. Λέμε να οργανωθούν οι ίδιοι οι αγρότες σε εταιρίες. Δυστυχώς, όσες φορές επιχειρήθηκε αυτό, έγιναν πασιφανείς προσπάθειες να υπάρξει κομματικός προσανατολισμός.
24. Οι Έλληνες αγρότες δεν έχουν ευθύνη για τη σημερινή κατάσταση;
Οι περισσότεροι από τους Έλληνες αγρότες δεν έμαθαν ποτέ το πραγματικό σκεπτικό της ΚΑΠ.
Ως εκ τούτου, πολλοί παραγωγοί έπαιρναν χρήματα που δεν ήξεραν από πού προέρχονταν και για ποιά χρήση προορίζονταν. Άλλοι πάλι που κι αυτοί έπαιρναν, ήξεραν καλά το πώς και το γιατί, αλλά… δεν ήταν παραγωγοί.
*Ο Κοσμάς Μαρινάκης είναι επίκουρος καθηγητής οικονομικής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Μόσχας (Higher School of Economics).

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Διεθνή13 λεπτά πριν

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να...

Αναλύσεις44 λεπτά πριν

Le Figaro: Στο χείλος του γκρεμού η Γαλλία ετοιμάζεται για τον ερχομό της τρόικας

Η Γαλλία δεν ανήκει πλέον στον πυρήνα της ευρωζώνης, αλλά έχει μετατραπεί σε περιφερειακή χώρα που απειλεί τη σταθερότητά της....

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Οι κινητές ομάδες πυρός αεράμυνας και η απειλή των drones

Μία από τις απαντήσεις σε αυτή την απειλή ήταν η δημιουργία Κινητών Ομάδων Πυρός Αεράμυνας (Mobile Air Defense Fire Groups)....

Ιστορία - Πολιτισμός2 ώρες πριν

17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν...

GEOPOLITICO19 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Δημοφιλή