Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ο διεθνής πόλεμος της προπαγάνδας και το κυνήγι των μαγισσών: Ρώσοι αντιγράφουν Αμερικανούς

Δημοσιεύτηκε στις

File Photo: A picture made available on 21 November 2016 shows a woman passing by a graffiti mural depicting US President-elect Donald Trump (R) smoking with Russian President Vladimir Putin on the wall of the barbecue restaurant Keule Ruke in Vilnius, Lithuania, 20 November 2016. EPA, ROMAN PILIPEY
A picture made available on 21 November 2016 shows a woman passing by a graffiti mural depicting US President-elect Donald Trump (R) smoking with Russian President Vladimir Putin on the wall of the barbecue restaurant Keule Ruke in Vilnius, Lithuania, 20 November 2016. EPA, ROMAN PILIPEY

Γράφει ο Μάριος Ευρυβιάδης 

Οι Δυτικοί και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού δεν το χωνεύουν. Οι Ρώσοι, αντιγράφοντας από αυτούς, όχι μόνο έμαθαν τις μεθόδους αποτελεσματικής πληροφόρησης, παραπληροφόρησης και προπαγάνδας, αλλά κοντεύουν να ξεπεράσουν τους δασκάλους τους.
Και στις τρείς μεθόδους διαχείρισης πληροφοριών οι Δυτικοί φαίνεται πως αδυνατούν να ανταγωνιστούν τη Μόσχα και έτσι εφαρμόζουν όλων των ειδών τις κυρώσεις που διαθέτουν εναντίων τους, αρκετές από τις οποίες είναι κτυπήματα κάτω από τη μέση.

Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι η απογόρευση από το Τουΐτερ των διαφημίσεων των Ρωσικών ΜΜΕ Russia Today (RT) και Sputnik, επικαλούμενο το σκεπτικό πως τα δυο αυτά μέσα αποτελούν προπαγανδιστικό εργαλείο της Μόσχας. Η κύρια κατηγορία εναντίων τους είναι πως έκαναν παρεμβάσεις στις αμερικανικες εκλογές του 2016, ένα ζήτημα που, κατά το Τουΐτερ, επιβεβαιώθηκε και από σχετική αλλά αμφιλεγόμενη έκθεση των σχετικών υπηρεσιών της CIA.

Επιπλέον το Τουΐτερ απογόρευσε σε πάνω από 200 λογαριασμούς να χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες του με την κατηγορία πως λειτουργούν ως φερέφωνα της Μόσχας. Στη τελευταία περίπτωση κατηγορούνται συλλήβδην δημοσιογράφοι, ακαδημαϊκοί, ερευνητές και σχολιαστές που έχουν κατά καιρούς εμφανιστεί στα δυο υπό κατηγορία
Ρωσικά μέσα, ή έγραψαν κείμενα για αυτά, ως “χρήσιμοι ηλίθιοι” για τη Μόσχα (μια φράση που αποδίδεται στον Λένιν για να χαρακτηρίσει εκείνους τους Δυτικούς που υποστήριζαν τη Σοβιετική Ένωση αλλά την οποία ο Σοβιετικός ηγέτης ποτέ δεν διαπιστώθηκε πως χρησιμοποίησε).

Γίνεται αντιληπτόν πως πέραν των αντιδράσεων από τα Ρωσικά μέσα, οι κατηγορίες, ειδικά, και η στοχοποίηση ατόμων έχει δημιουργήσει τις αναμενόμενες αντιδράσεις στη Δύση. Και αναμένεται πως το παράδειγμα του Τουΐτερ θα ακολουθήσουν και άλλα αμερικάνικα μέσα όπως το Google και το Facebook.

Η ειρωνία είναι πως το 2016 το Τουΐτερ προσκάλεσε τα δυο Ρωσικά μέσα να αγοράσουν διαφημιστικό χρόνο για τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές. Με την απόφαση για την απαγόρευση και για να εξιλεωθεί για την “αμαρτία” του, το Τουΐτερ ανακοίνωσε πως θα δωρήσει σε αγαθοεργίες τα περίπου 2 εκ. δολλάρια που κέρδισε από τις διαφημίσεις των Ρωσικών μέσων.

Όπως είναι γνωστό, το ζήτημα της φερόμενης παρέμβασης της Μόσχας- με προσωπική εντολή του Πούτιν- στις τελευταίες προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ, συνεχίζει να ταλανίζει το αμερικανικό πολιτικό σύστημα και δεν φαίνεται να έχει τελειωμό. Κατά την αντίληψη αυτή η Μόσχα έδωσε εντολές στους RT, Sputnik, σε Ρώσους τρόλλς και στους “χρήσιμους ηλίθιους” της Δύσης να υποστηρίξουν τον Τράμπ έναντι της Κλίντον. Τη θέση αυτή έχουν απορρίψει ο Τράμπ και πάρα πολλοί αμερικανοί. Όμως συνεχίζει να “γοητεύει”, όπως φαίνεται και από την απόφαση του Τουΐτερ.

Προσωπικά δεν έχω αμφιβολία πως η Μόσχα λειτούργησε “φυσιολογικά” ως κράτος και πως προσπάθησε να επηρεάσει τις αμερικανικές εκλογές. Τί το πιο φυσιολογικό για ένα κράτος να υποστηρίξει σε εκλογές υποψήφιο που διακυρήττει πως θέλει καλές σχέσεις μαζί του παρά υποψήφιο που είναι εχθρικά διακείμενος; Το πως το πράττει είναι ένα ζήτημα. Όμως τα κράτη, όπως αρέσκεται να λέει ο Κίσσινγκερ, δεν είναι “ιεροαποστολικά ιδρύματα”. Και ναι χρησιμοποιούν αθέμιτα μέσα για να πετύχουν τους στόχους τους. Δεν χρειάζεται να πάμε μακριά. Τους αμερικανούς αντιγράφουν οι Ρώσοι- βλ. Γιουγκοσλαβία, Γεωργία, Ουκρανία και τις λεγόμενες “επαναστάσεις των χρωμάτων”. Και περιορίζομαι στην μεταψυχροπολεμική εποχή.

Κατ´εμέ άλλο είναι το διακύβευμα και το “ζόρι” των αμερικανών. Φοβούνται πως χάνουν το πόλεμο της διεθνούς προπαγάνδας από τους Ρώσους. Φοβούνται πως χάνουν στο ίδιο τους το παιχνίδι. Είναι σαν να χάνουν στο μπάσκετ, στο αμερικανικό φουτμπόλ ή στο μπέιζμπολ- παιγνίδια δικά τους- ταυτόχρονα! Τους είναι αχώνευτο.
Η σύγχρονη προπαγάνδα είναι γέννημα και θρέμμα της Δύσης και εξελίχθηκε σε επιστήμη από τους αμερικανούς. Δεν είναι δημιούργημα των Σοβιετικών και του Χίτλερ. Τύφλα νάχουν και οι δυο στη τέχνη της ποδηγέτησης των λαών- του δικού τους και των ξένων.

Η ίδια η λέξη “προπαγάνδα” έχει χριστιανικές θρησκευτικές καταβολές. Προέρχεται από το λατινικό ρήμα “propagate” και την πρώτο-απαντάμε στον θεσμό της Καθολικής Εκκλησίας “Congregatio de propaganda fide” (the Secretariate for the Spread of the Faith- η Επιτροπή για τη διάδοση της Πίστης). Η Επιτροπή αυτή υπήρξε μέρος της αντίδρασης της Καθολικής Εκκλησίας (μια άλλη υπήρξε η Ιερά Εξέταση) στην πρόκληση (1517) του καθολικού ιερομένου Μάρτιν Λούθηρου (Μεραρυθμίσεις) που πυροδότησε τη τελευταία φάση των θρησκευτικών και πολιτικών πολέμων στην Ευρώπη. Στο πλαίσιο των Αντιμεταρυθμίσεων η Παπική Εκκλησία δημιούργησε το Τάγμα του Ιησού (1534),τους Ιησουίτες, με εντολή να “προπαγανδίζουν” υπέρ της καθολικής πίστης.

Η φάση αυτή ολοκληρώθηκε με τον θρίαμβο του Προτεσταντισμού, την ήττα του Πάπα και του συμμάχου του, Αγίου Ρωμαίου Αυτοκράτορα, και την Ειρήνη της Βεσταφαλίας (1645-1648). Με την Ειρήνη της Βεστφαλίας δημιουργήθηκε το σύγχρονο αναρχοκρατούμενο διακρατικό σύστημα- το Βεστφαλιακό- και άνοιξε η κερκόπορτα από τον παλιό κόσμο στον καινούργιο.

Η σύχγρονη φάση της προπαγάνδας αρχίζει με τη “δημοκρατική εποχή”, δηλαδή με το τέλος του Μεγάλου Πολέμου όταν άρχισαν να υπάρχουν δημοκρατικές κυβερνήσεις με κοινοβούλια και το απαραίτητο στοιχείο που είναι η “κοινή γνώμη”- εσωτερική και παγκόσμια. Διότι οι σύγχρονοι προπαγάνδιστες δεν στοχεύουν να παραπλανήσουν μόνο τον εχθρό αλλά εξίσου και τη δική τους κοινή γνώμη. Μάλιστα ο δεύτερος στόχος αποδεικνύεται να είναι όλο και πιο σημαντικός από τον πρώτο.

Ο αμερικανός Πρόεδρος Ουίλσον ίδρυσε την Επιτροπή Creel (Committee on Public Information) με εντολές να δημιουργήσει το κατάλληλο εσωτερικό κλίμα ώστε η Αμερική να κηρύξει τον πόλεμο κατά της Γερμανίας συμμαχώντας με τη Μεγάλη Βρεττανία. Όπως και έγινε. Στην Επιτροπή (που είχε και 75 χιλ. εθελοντές), συμμετείχαν σημαντικά άτομα της εποχής και περιορίζομαι σε μόνο δυο. Τους Walter Lippmann και Edward Bernays.

Ο πρώτος υπήρξε συγγραφέας του εμβληματικού “Public Opinion” (1922) και ο δεύτερος του εξίσου εμβληματικού αλλά πιο σημαντικού “Propaganda” (1928) και άλλων, όπως του “Engineering of Consent” (1947). Τα βιβλία αυτά είναι προσβάσιμα στο διαδύκτιο με τη μορφή pdf.

Όποιος ενθιαφέρεται να μάθει τις σημερινές μορφές μάρκετινγκ, μάνατζμεντ, διαφήμισης, δημοσίων σχέσεων, χειραγώγησης, ποδηγέτησης και προπαγάνδας, θα πρέπει απαραιτήτως να αρχίσει από τέτοιου είδους βιβλία. Εξαρχής ο Bernays, που υπήρξε ανιψιός του Freud και καθηγητης στο Χάρβαρντ, συμβούλεψε να μη χρησιμοποιείτε η λέξη “προπαγάνδα” διότι απέκτησε κακό όνομα στη διάρκεια του πολέμου.

Τόσο οι ναζί και οι φασίστες, όσο και οι Σοβιετικοί αργότερα, δεν κατόρθωσαν ποτέ να ανταγωνιστούν τους αμερικανούς στο πόλεμο της προπαγάνδας. Αντίθετα με τη Δυτική προπαγάνδα, η δική τους υπήρξε χοντροκομμένη και “άτσαλη”, κοινώς αναποτελεσματική. Η αμερικανική τέθηκε, από το 1947, στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο άσκησης πολιτικής. Ενσωματώθηκε στο ντοκουμέντο National Security Council 68 (1947) με στόχο την ποδηγέτηση της διεθνούς κοινής γνώμης και τη χειραγώγηση του “επιστημονικού τρόπου επικοινωνίας” – στη βάση της αρχής πως “communication is domination”- ώστε να εξυπηρετούνται με το λιγότερο δυνατό κόστος, χωρίς πόλεμο δηλαδή, τα αμερικάνικα αυμφέροντα. Εξαιρετικά διαφωτιστικό στο ζήτημα αυτό είναι το επιστημονικό έργο του αμερικανού καθηγητή Christopher Simpson.

Δεν ισχυρίζομαι πως οι Ρώσοι έχουν ξεπεράσει τους Δυτικούς στο μείζον ζήτημα της προπαγάνδας και της χειραγώγησης. Έχουν ωστόσο κάνει άλματα αντιγράφοντας τους Δυτικούς που, αν μελετήσει κανείς τις αντιδράσεις τους- και η συμπεριφορά του Τουΐτερ είναι ένα από τα πολλά δείγματα γραφής- θα διαπιστώσει πως εδώ και μερικά χρόνια έχουν αρχίσει το κυνήγι των μαγισσών. Τους φταίνε όλοι και δεν κυτάζουν να δούν αν το προϊόν που θέλουν να πουλήσουν συνάδει με τις ιμπεριαλιστικές τους συμπεριφορές σε περιοχές όπως είναι η ευρύτερη Μέση Ανατολή, η Λατινική Αμερική και αλλού.

mignatiou.com

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις4 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις19 λεπτά πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις34 λεπτά πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή