Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Σενάρια μετά την έκθεση της ΙΑΕΑ για το Ιράν

Δημοσιεύτηκε στις

του Βασίλη Γιαννακόπουλου από το Geostrategy

Με αφορμή την τελευταία έκθεση της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας (International Atomic Energy Agency – IAEA), σχετικά με την πρόοδο που σημείωσαν οι Ιρανοί στην ανάπτυξη του πυρηνικού τους προγράμματος, τα ΜΜΕ άρχισαν να δημοσιεύουν πιθανά σενάρια στρατιωτικής ενέργειας των Ισραηλινών ή και των Αμερικανών για την καταστροφή των πυρηνικών εγκαταστάσεων.

Στις 6 Νοεμβρίου, ο Ισραηλινός πρόεδρος Shimon Peres προειδοποίησε ότι «είναι όλο και πιο πιθανή μια επίθεση κατά του Ιράν», ενώ δύο ημέρες αργότερα ο υπουργός Αμυνας του Ισραήλ, Ehud Barak, διέψευσε τις φήμες ότι «το υπουργικό συμβούλιο έχει λάβει απόφαση για τη διεξαγωγή μιας στρατιωτικής ενέργειας». Οπως ήταν φυσικό, η έκθεση της ΙΑΕΑ προκάλεσε την αντίδραση της Τεχεράνης, η οποία τη χαρακτήρισε «πολιτικά υποκινούμενη», ενώ για τα σενάρια περί πιθανής στρατιωτικής ενέργειας, ο ανώτατος θρησκευτικός ηγέτης Ayatollah Ali Khamenei δήλωσε ότι «η χώρα του θα προχωρήσει σε αντίποινα, αν δεχθεί επίθεση».

Οντως, τα πρώτα δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου ήταν άκρως ανησυχητικά, γεγονός που προκάλεσε ακόμη και αύξηση της τιμής του πετρελαίου. Στη συνέχεια όμως οι τόνοι έπεσαν και άρχισε να γίνεται λόγος για το εάν θα πρέπει να επιβληθούν επιπρόσθετες κυρώσεις.

Στην πρόσφατη έκθεση της ΙΑΕΑ μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι:

« Το Ιράν έχει πραγματοποιήσει σημαντικά βήματα για την κατασκευή πυρηνικού όπλου.

« H Τεχεράνη φέρεται να έχει λάβει σημαντική τεχνική βοήθεια από ξένους ειδικούς. Συγκεκριμένα, ένας πρώην Σοβιετικός επιστήμονας φέρεται ότι παρείχε τεχνογνωσία στους Ιρανούς.

« Το Ιράν συνέχισε να πραγματοποιεί έρευνα για πυρηνικά όπλα και μετά το 2003, τότε δηλαδή που οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών θεωρούσαν ότι η Τεχεράνη είχε «παγώσει» τη διαδικασία εξαιτίας της διεθνούς πίεσης.

« Το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα είναι περισσότερο φιλόδοξο, οργανωμένο και επιτυχημένο απ’ ό,τι θεωρείτο μέχρι σήμερα.

Για άλλη μια φορά, το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν δίχασε την ομάδα Ρ5+1 (μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και η Γερμανία). Συγκεκριμένα:

« Οι ΗΠΑ τάχθηκαν υπέρ της επιβολής επιπρόσθετων μέτρων, χωρίς να αποκλείουν τη στρατιωτική επιλογή.

« Η Ρωσία κατέστησε σαφές ότι θα θέσει βέτο σε οποιαδήποτε πρόταση προς το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για επιβολή επιπρόσθετων κυρώσεων.

« Η Κίνα υποστηρίζει τη διεξαγωγή μιας νέας σειράς συνομιλιών μεταξύ της Τεχεράνης και της P5+1, καθότι θεωρεί ότι οι οικονομικές κυρώσεις δεν θα λύσουν ριζικά το πρόβλημα.

« Η Γαλλία τάχθηκε κατά της στρατιωτικής επιλογής και υπέρ της επιβολής αυστηρότερων κυρώσεων.

« Η Βρετανία, ως συνήθως, ευθυγραμμίσθηκε με τις θέσεις της Ουάσιγκτον.

« Η Γερμανία τάχθηκε υπέρ των κυρώσεων και κατά της στρατιωτικής επιλογής.

Το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα

Η ανάπτυξη του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν είναι σε μεγάλο βαθμό άγνωστη, λόγω της μη επικύρωσης του «Επιπρόσθετου Πρωτόκολλου για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών» (Additional Protocol to Non Proliferation Treaty) από την Τεχεράνη. Το Επιπρόσθετο Πρωτόκολλο, όταν επικυρώνεται και τίθεται σε ισχύ από μια χώρα, δίνει τη δυνατότητα στους επιθεωρητές της ΙΑΕΑ να διεξάγουν απροειδοποίητες επιθεωρήσεις στις πυρηνικές εγκαταστάσεις της.

Το Δεκέμβριο του 2003, το Ιράν υπέγραψε το Επιπρόσθετο Πρωτόκολλο, αλλά δεν το επικύρωσε και ως εκ τούτου δεν έχει τεθεί σε εφαρμογή (προσωρινά το έθεσε σε εφαρμογή τη χρονική περίοδο Δεκεμβρίου 2003 – Φεβρουαρίου 2006). Επομένως, οι επιθεωρητές της ΙΑΕΑ δεν έχουν πρόσβαση στις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις. Οι πληροφορίες για την πρόοδο που σημειώνουν οι Ιρανοί σχετικά με το πυρηνικό τους πρόγραμμα συλλέγονται κυρίως από διάφορες υπηρεσίες πληροφοριών και φυσικά δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν.

Παρ’ όλα αυτά, η άρνηση της Τεχεράνης να επικυρώσει το Επιπρόσθετο Πρωτόκολλο, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη και του βαλλιστικού της προγράμματος (κατασκευή βαλλιστικών βλημάτων εδάφους-εδάφους μέσου βεληνεκούς, που μελλοντικά θα μπορούν να φέρουν πυρηνική κεφαλή) καθιστά ύποπτες τις προθέσεις της. Οι πληροφορίες της πρόσφατης έκθεσης της ΙΑΕΑ ήταν ήδη γνωστές και δεν προσθέτουν σημαντικά στοιχεία, που να αποδεικνύουν ότι το Ιράν βρίσκεται κοντά στην κατασκευή πυρηνικού όπλου. Μεσομακροπρόθεσμα όμως δεν είναι απίθανο η Τεχεράνη να προβεί σε πυρηνική δοκιμή και να προχωρήσει στην τοποθέτηση πυρηνικών κεφαλών στα βαλλιστικά της βλήματα.

Στην παρούσα φάση, το μείζον ερώτημα είναι «αν πράγματι η ΙΑΕΑ συνέταξε την πρόσφατη έκθεση επειδή εκτιμά ότι το Ιράν είναι στα πρόθυρα κατασκευής πυρηνικού όπλου ή αν η ΙΑΕΑ εξυπηρετεί συγκεκριμένους σκοπούς, που συνδέονται με τη συμπεριφορά της Τεχεράνης σε περιφερειακό επίπεδο».

Αμερικανοϊρανικές σχέσεις

Η Ουάσιγκτον θεωρεί την Τεχεράνη ως μείζονα απειλή. Συγκεκριμένα, εκτιμά ότι οι προθέσεις των Ιρανών, σχετικά με την ανάπτυξη του πυρηνικού και βαλλιστικού τους προγράμματος (έχει αναπτύξει τα βαλλιστικά βλήματα εδάφους-εδάφους Shahab-3 με βεληνεκές 1.000 km), η ιρανική εμπλοκή στο Ιράκ (υποστήριξη των σιιτών στο νοτιοανατολικό Ιράκ) και το Αφγανιστάν (επαρχία Herat), η υποστήριξη της Hamas στη Λωρίδα της Γάζας, η υποστήριξη της Hezbollah του Λιβάνου, η συνεργασία με το καθεστώς Assad που θεωρείται στρατηγικός εταίρος για την Τεχεράνη, και η υποστήριξη των σιιτικών κοινοτήτων στο Μπαχρέιν, τη Σαουδική Αραβία και την Υεμένη, συνιστούν απειλή τόσο κατά της αμερικανικής εθνικής ασφάλειας όσο και κατά των αμερικανικών συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Η ήδη συγκρουσιακή σχέση των δύο χωρών επιδεινώθηκε περαιτέρω μετά τη βίαια καταστολή των Ιρανών διαδηλωτών στις προεδρικές εκλογές του 2009. Τον Ιούνιο του 2010, η Ουάσιγκτον κατάφερε να πείσει το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ να επιβληθούν νέες κυρώσεις (UNSCR 1929), ενώ ανάλογα μέτρα λήφθηκαν από την Ε.Ε., την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα, κ.τ.λ. Η Τεχεράνη, προκειμένου να αποφύγει την επιβολή και άλλων κυρώσεων, στις 6 και 7 Δεκεμβρίου του 2010 δέχθηκε να συμμετάσχει στις συνομιλίες της P5+1, που πραγματοποιήθηκαν στη Γενεύη. Πλην όμως, η Ουάσιγκτον θεωρεί ότι τόσο από τις συνομιλίες της Γενεύης όσο και από τις επόμενες συνομιλίες που πραγματοποιήθηκαν στην Τουρκία (21 και 22 Ιανουαρίου 2011), δεν προέκυψε κάποια ουσιαστική αλλαγή στις θέσεις της Τεχεράνης σχετικά με τις προθέσεις της για το πυρηνικό της πρόγραμμα. Ως εκ τούτου, οι ΗΠΑ και οι εταίροι τους προτίθενται να αναλάβουν πρωτοβουλίες προκειμένου να επιβληθούν και περαιτέρω κυρώσεις, ευελπιστώντας ότι το Ιράν θα μπορούσε να αλλάξει στάση. Μάλιστα, η Ουάσιγκτον έχει αυξήσει τις πωλήσεις όπλων [3] προς τις έξι χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (Μπαχρέιν, Ομάν, Κουβέιτ, Κατάρ, Σαουδική Αραβία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα), οι οποίες τάσσονται υπέρ του τερματισμού των ιρανικών πυρηνικών επιδιώξεων. Επίσης, έχει δημόσια υποστηρίξει το «Πράσινο Κίνημα», που συστάθηκε στο Ιράν κατά τη διάρκεια των προεδρικών εκλογών του 2009 με σκοπό την απομάκρυνση του Ιρανού προέδρου Mahmoud Ahmadinejad, ενώ βραχυπρόθεσμα δεν αποκλείεται η υλική υποστήριξη των Ιρανών ακτιβιστών.

Στοχοποίηση των πυρηνικών εγκαταστάσεων ή επιπρόσθετες κυρώσεις;

Στο ερώτημα αν προετοιμάζεται η διεξαγωγή στρατιωτικής ενέργειας κατά των ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων ή επιδιώκεται η επιβολή επιπρόσθετων κυρώσεων, η απάντηση είναι προφανής. Σαφώς, στην παρούσα φάση, πρόθεση της Ουάσιγκτον είναι η αλλαγή συμπεριφοράς της Τεχεράνης ή ακόμη και η πτώση του θεοκρατικού καθεστώτος, μέσω της επιβολής επιπρόσθετων κυρώσεων ή μέσω της απειλής για νέες κυρώσεις. Η αλλαγή συμπεριφοράς δεν αναφέρεται μόνο στις πυρηνικές και βαλλιστικές επιδιώξεις των Ιρανών, αλλά γενικότερα στην περιφερειακή στρατηγική της Τεχεράνης μετά την απόσυρση των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων από το Ιράκ (31 Δεκεμβρίου 2011). Ηδη, η Ουάσιγκτον έχει χαράξει τη δική της στρατηγική, που αναφέρεται σε συγκεκριμένη ανάπτυξη δυνάμεων και βελτίωση της στρατιωτικής της συνεργασίας με τις χώρες της αραβικής χερσονήσου. [1]

Η διεξαγωγή στρατιωτικής ενέργειας από τις ισραηλινές ή και τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις κατά των πυρηνικών εγκαταστάσεων θεωρείται ως ένα σενάριο που στην παρούσα φάση συγκεντρώνει ελάχιστες πιθανότητες, καθότι μια σειρά σημαντικών οικονομικο-αμυντικών παραγόντων λειτουργεί αποτρεπτικά στη λήψη μιας τέτοιας απόφασης. Συγκεκριμένα:

« Τουλάχιστον σήμερα το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν δεν συνιστά άμεση απειλή. Επομένως, υπάρχει το χρονικό περιθώριο για τη διπλωματική αντιμετώπιση του προβλήματος.

« Οι Ισραηλινοί και οι Αμερικανοί διαθέτουν αρκετές πληροφορίες για τη θέση, την κατασκευή και τη λειτουργία αυτών των εγκαταστάσεων, αλλά δεν γνωρίζουν αν διαθέτουν όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες. Επομένως, ακόμη κι αν καταφέρουν να καταστρέψουν όσες εγκαταστάσεις στοχοποιήσουν, δεν θα είναι βέβαιοι ότι το Ιράν θα συνεχίσει το πυρηνικό του πρόγραμμα σε άλλες εγκαταστάσεις, για τις οποίες δεν διέθεταν πληροφορίες.

« Για την περίπτωση που το Ισραήλ αποφασίσει να ενεργήσει μονομερώς, είναι αμφίβολο αν οι ένοπλες δυνάμεις του διαθέτουν την επιχειρησιακή δυνατότητα (απαιτούμενα όπλα υψηλής διατρητικής ικανότητας, πτήση >1.500Χ2 χιλιομέτρων των ισραηλινών αεροσκαφών, επαρκείς πληροφορίες στόχων, κ.τ.λ.) να προσβάλουν μονομερώς τις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν, οι περισσότερες από τις οποίες είναι υπόγειες και ιδιαίτερα ενισχυμένες κατασκευαστικά. Επομένως, είναι εξίσου αμφίβολο αν καταστρέψουν όσες εγκαταστάσεις στοχοποιήσουν.

« Η άρνηση των δύο μόνιμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (Ρωσία και Κίνα) να συναινέσουν υπέρ μιας τέτοιας απόφασης, θέτει τη στρατιωτική επιλογή ως μη συμβατή με τη διεθνή νομιμότητα.

« Στο νότιο άκρο του Περσικού Κόλπου, τα στενά του Hormuz (εύρους 33 χιλιομέτρων) θεωρούνται ως ένα από τα πλέον στρατηγικά σημεία, καθότι είναι το μοναδικό θαλάσσιο πέρασμα [2] που συνδέει τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες του Περσικού Κόλπου (28% της παγκόσμιας παραγωγής) με τον υπόλοιπο κόσμο. Από τα στενά του Hormuz διέρχονται συνολικά 15,5 εκατ. βαρέλια πετρελαίου ανά ημέρα (το 30% των παγκόσμιων θαλάσσιων μεταφορών πετρελαίου και το 20% των θαλάσσιων μεταφορών φυσικού αερίου). Η Τεχεράνη έχει απειλήσει ότι θα κλείσει τα στενά, αν σημειωθεί κάποιου είδους επιθετική ενέργεια κατά των πυρηνικών της εγκαταστάσεων. Οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις διαθέτουν την επιχειρησιακή δυνατότητα ναρκοθέτησης των στενών. Επίσης, έχουν δημιουργήσει ένα σημαντικό στόλο μικρών επιθετικών ταχύπλοων, ένα μικρό στόλο μίνι υποβρυχίων και έχουν αναπτύξει ένα παράκτιο σύστημα πολυάριθμων κατευθυνόμενων anti-ship βλημάτων, που συνολικά τους δίνουν την επιχειρησιακή δυνατότητα να πλήξουν τουλάχιστον τα εμπορικά πλοία που πλέουν εντός του Περσικού Κόλπου, αλλά και να καταστρέψουν ευαίσθητες πετρελαϊκές εγκαταστάσεις που λειτουργούν στην ακτογραμμή των υπόλοιπων χωρών της αραβικής χερσονήσου. Το γεγονός αυτό συνιστά τον κυριότερο λόγο, που η Ουάσιγκτον δεν έχει αποφασίσει τη στρατιωτική επιλογή. Μάλιστα, «πιέζει» το Ισραήλ να μη διεξαγάγει μονομερή αεροπορικό βομβαρδισμό, καθότι η αντίδραση της Τεχεράνης θα μπορούσε να επιφέρει σοβαρή επιδείνωση της περιφερειακής ενεργειακής ασφάλειας, έλλειψη υδρογονανθράκων στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά και συνεπώς να απειλήσει άμεσα την παγκόσμια οικονομία.

« Σε περίπτωση που οι Ιρανοί δεχθούν επίθεση, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα στοχοποιήσουν με το βαλλιστικό και συμβατικό τους οπλοστάσιο τις αμερικανικές δυνάμεις στο Ιράκ, τη NATO-ISAF στο Αφγανιστάν, το Ισραήλ και τους Αραβες σουνίτες της αραβικής χερσονήσου. Επιπρόσθετα, έχουν τη δυνατότητα να προκαλέσουν εξεγέρσεις ορισμένων σιιτικών μειονοτήτων στη Μέση Ανατολή και να υποστηρίξουν τους Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν.

Τα συμπεράσματα που προκύπτουν από όλα τα παραπάνω είναι:

« Το Ιράν πραγματοποιεί πρόοδο στην ανάπτυξη του πυρηνικού του προγράμματος, αλλά είναι αδύνατον να εκτιμηθεί αν και πότε θα κατασκευάσει πυρηνικό όπλο. Οι επιβληθείσες κυρώσεις δεν αναμένεται να επιλύσουν το πρόβλημα, αλλά ούτε και θα αναγκάσουν τους Ιρανούς να εγκαταλείψουν τις πυρηνικές τους φιλοδοξίες.

« Στην παρούσα φάση, η πιθανότητα διεξαγωγής στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά των ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων είναι σχεδόν μηδενική, κυρίως λόγω των αρνητικών επιπτώσεων για την παγκόσμια οικονομία. Παρά τις συγκρουσιακές τους σχέσεις, Ουάσιγκτον και Τεχεράνη έχουν κοινό συμφέρον να διατηρήσουν τη σταθερότητα στην περιοχή του Περσικού Κόλπου.

« Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, προς το παρόν, δεν θα υιοθετήσει επιπρόσθετες κυρώσεις κατά της Τεχεράνης, παρά τις προσπάθειες της Ουάσιγκτον και των εταίρων της. Παρ’ όλα αυτά, οι ΗΠΑ, η Ε.Ε. και άλλες χώρες της Δύσης αλλά και του αραβικού κόσμου είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα λάβουν μονομερώς επιπρόσθετα κυρίως οικονομικά μέτρα κατά της Τεχεράνης. Οι αμερικανικές πιέσεις αναμένεται να ασκηθούν και προς την Ελλάδα, αναφορικά με τις εισαγωγές πετρελαίου [4] από το Ιράν.

« Οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να πιέζουν την Τεχεράνη, προκειμένου να τερματίσει ή να καθυστερήσει την ανάπτυξη του πυρηνικού της προγράμματος ή έστω να επικυρώσει και να θέσει σε ισχύ το «Επιπρόσθετο Πρωτόκολλο για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών», ώστε οι επιθεωρητές της ΙΑΕΑ να ελέγξουν και να αποφανθούν για την πρόοδο που έχει σημειωθεί. Επιπρόσθετα, θα επιδιώξουν να ελέγξουν την ιρανική εμπλοκή στο Ιράκ (μετά την απόσυρση των αμερικανικών δυνάμεων), στο δυτικό Αφγανιστάν και στις σιιτικές περιοχές της αραβικής χερσονήσου, καθώς και να δημιουργήσουν προβλήματα στο εσωτερικό του Ιράν, υποστηρίζοντας τους Ιρανούς ακτιβιστές και γενικότερα κάθε αποσχιστική τάση.

« Η νέα αμερικανική στρατηγική στον Περσικό Κόλπο αποσκοπεί μεταξύ άλλων στην ανάπτυξη μιας αραβικής στρατιωτικής δύναμης υψηλής επιχειρησιακής δυνατότητας στην αραβική χερσόνησο, ικανής να αντιμετωπίσει την ιρανική απειλή, αλλά και να καταστρέψει τις πυρηνικές εγκαταστάσεις όταν απαιτηθεί. Παράλληλα, μέσω των πωλήσεων οπλικών συστημάτων, επιχειρείται αφενός η προώθηση των προϊόντων της αμερικανικής πολεμικής βιομηχανίας και αφετέρου το πρόγραμμα περικοπής των αμερικανικών αμυντικών δαπανών, κατά τουλάχιστον 450 δισ. δολαρίων για την επόμενη δεκαετία.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Ο κ. Βασίλης Γιαννακόπουλος είναι ταξίαρχος Πολεμικής Αεροπορίας ε.α. και πρώην γεωστρατηγικός αναλυτής ΓΕΕΘΑ ( www.geostrategy.gr ).

[1] Βασίλης Γιαννακόπουλος, «Η Ναυτεμπορική», «Νέα αμερικανική στρατηγική στον Περσικό Κόλπο», 31 Οκτωβρίου 2011

[2] Για τη μερική αντιμετώπιση μιας πιθανής διακοπής της λειτουργίας των στενών του Hormuz, έχει κατασκευασθεί από την China Petroleum Engineering & Construction Company ο 360 χιλιομέτρων αγωγός πετρελαίου Habshan-Fujairah (παρακάμπτει τα στενά), με μέγιστη παροχή 1,8 Mb/d. Επίσης, μια επιπλέον εναλλακτική λύση είναι η μεταφορά περιορισμένων ποσοτήτων πετρελαίου και φυσικού αερίου μέσω του σαουδαραβικού αγωγού East-West, από τον Περσικό Κόλπο στην Ερυθρά Θάλασσα.

[3] Στις 11 Νοεμβρίου, η εφημερίδα «The Wall Street Journal» δημοσίευσε άρθρο, το οποίο αναφέρει ότι τις επόμενες ημέρες οι ΗΠΑ αναμένεται να πουλήσουν στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα 4.900 βόμβες υψηλής διατρητικής ικανότητας (JDAMs) και άλλα οπλικά συστήματα, τα οποία είναι ικανά να πλήξουν τις υπόγειες ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις. Επίσης, πρόσφατες συμφωνίες πώλησης οπλικών συστημάτων προς τις χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου περιλαμβάνουν αεροσκάφη F-15 και οπλικά συστήματα συνολικής αξίας 60 δισ. δολαρίων προς τη Σαουδική Αραβία, βλήματα εδάφους-αέρος τύπου Stinger και βλήματα αέρος-αέρος μέσου βεληνεκούς προς το Ομάν, ενώ τον προηγούμενο μήνα προτάθηκε η πώληση όπλων προς το Μπαχρέιν συνολικής αξίας 53 εκατ. δολαρίων.

Adam Entous, Jay Solomon και Julian E. Barnes, «The Wall Street Journal», «U.S. Plans Bomb Sales in Gulf to Counter Iran», November 11, 2011

[4] Εισαγωγές ιρανικού αργού πετρελαίου 2010: 1,16 δισ. ευρώ.

Υπουργείο Εξωτερικών, Β3 Δνση, «Συνοπτικό σημείωμα οικονομικών & εμπορικών σχέσεων Ελλάδας – Ιράν», Μάρτιος 2011

Ναυτεμπορική

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός4 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις4 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή