Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Το δίλημμα της Δύσης: Ερντογάν ή …Χομεϊνί;

Δημοσιεύτηκε στις

Αν και το πολιτικό Ισλάμ δεν ήταν ο υποκινητής των εξεγέρσεων, οι εκπρόσωποί του βρίσκονται πλέον σε θέση ισχύος
Το δίλημμα της Δύσης: Ερντογάν ή ...Χομεϊνί;

var addthis_config = { “data_track_clickback”: true };

Γιώργος Τσιάρας
ΟΣΟ κι αν ο Καντάφι και οι άλλοι δικτάτορες του  αραβικού κόσμου, απελθόντες ή απερχόμενοι, επιμένουν να αποδίδουν το «αραβικό τσουνάμι» λαϊκών  επαναστάσεων σε «δάκτυλο» των ισλαμιστών,  κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από τα γεγονότα. Αντίθετα, όλα δείχνουν ότι όχι μόνον η Αλ Κάιντα, αλλά ακόμη και τα πιο οργανωμένα στοιχεία του μετριοπαθούς πολιτικού Ισλάμ, όπως για παράδειγμα  η Μουσουλμανική Αδελφότητα στην Αίγυπτο,  «πιάστηκαν στον ύπνο» από την αυθόρμητη εξέγερση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού, τα οποία  ως εκείνη τη στιγμή δεν είχαν καταφέρει να «στρατολογήσουν» στους πολιτικούς σκοπούς τους.

Mετά το πρώτο ξάφνιασμα, οι ισλαμιστές – μετριοπαθείς και μη – ξύπνησαν: σε έναν αραβικό κόσμο γεμάτο από ξενοκίνητα ολοκληρωτικά καθεστώτα, όπου η φτώχεια, η ανεργία, η ανισότητα, η διαφθορά και η συνεχής καταστολή είναι μόνιμα χαρακτηριστικά της καθημερινότητας, κόμματα και οργανώσεις σαν την Αδελφότητα, τη Χαμάς και τη Χεζμπολάχ, αλλά και τα διάφορα παρακλάδια τους στις άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής και του Μαγκρέμπ, βρίσκονται ξαφνικά σε θέση ισχύος, όντας οι μόνες δυνάμεις με ισχυρή εσωτερική δομή και σαφές πολιτικο-κοινωνικό πρόγραμμα δράσης.
Ο λόγος που το πολιτικό Ισλάμ είναι σε θέση να εκμεταλλευθεί καλύτερα από κάθε άλλον τη «μεταβατική φάση» μετά τις εξεγέρσεις είναι προφανής: η αδιαφορία των διεφθαρμένων καθεστώτων των περισσότερων αραβικών κρατών για τα προβλήματα της καθημερινότητας επέτρεψε στους «Αδελφούς» και στα παρακλάδια τους να υποκαταστήσουν το συχνά ανύπαρκτο κοινωνικό κράτος, δημιουργώντας δίκτυα αλληλοβοήθειας που βελτίωσαν εμπράκτως τη ζωή εκατομμυρίων απλών ανθρώπων.
Αυτή η κοινωνική προσφορά των ισλαμιστών- που έφθασαν να διαχειρίζονται σχολεία, νοσοκομεία και πάσης φύσεως φιλανθρωπικά ιδρύματα εκεί όπου πριν δεν υπήρχε τίποτε- είναι και το «διαβατήριό» τους για την εξουσία, σε περίπτωση φυσικά που οι εξεγέρσεις οδηγήσουν σε κάποια μορφή αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγουν τουλάχιστον οι ως τώρα εμπειρίες από τη Λωρίδα της Γάζας (όπου στις πρώτες δημοκρατικές εκλογές, το 2006, υπερίσχυσε άνετα η Χαμάς) και τον Λίβανο (όπου η Χεζμπολάχ, ενισχυμένη από την αντίσταση που επέδειξε κατά την ισραηλινή εισβολή, παραμένει η κραταιά πολιτική δύναμη), και βέβαια από το κατ΄ εξοχήν μοντέλο του πολιτικού Ισλάμ, την Τουρκία, όπου εδώ και μία δεκαετία κυριαρχεί απόλυτα το ΑΚΡ του νεοοθωμανού ισλαμιστή «σουλτάνου» Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Αν μη τι άλλο, οι ισλαμιστές ξέρουν- ύστερα από τόσες δεκαετίες διώξεωννα περιμένουν και να αφήνουν τον χρόνο και τις εγγενείς αδυναμίες των αντιπάλων τους να λειτουργούν υπέρ τους. Η περίπτωση της Τουρκίας, όπου οι ισλαμιστές περίμεναν υπομονετικά για δεκαετίες την αποσύνθεση των κεμαλικών δομών πο λιτικής, στρατιωτικής και δικαστικής εξουσίας για να κυριαρχήσουν, δείχνει τον δρόμο και για τους υπόλοιπους. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι ο πρώτος ηγέτης που επισκέφθηκε το Κάιρο μετά την πτώση Μουμπάρακ ήταν ο Αμπντουλάχ Γκιουλ – ούτε, φυσικά, ότι στις δηλώσεις του, που μεταδόθηκαν ζωντανά από την αιγυπτιακή τηλεόραση, ο τούρκος πρόεδρος χαρακτήρισε τη χώρα του το κατ΄ εξοχήν μοντέλο σύγχρονης ισλαμικής δημοκρατίας και κάλεσε τους Αιγυπτίους να ακολουθήσουν το παράδειγμά της…
Το κακό είναι ότι, ενώ οι περισσότερες αραβικές χώρες μοιάζουν έτοιμες για μια τέτοια λιγότερο ή περισσότερο ομαλή δημοκρατική «μετάβαση», ο υπόλοιπος κόσμος- και ιδιαίτερα οι ισχυρές «προστάτιδες» δυνάμεις της Δύσηςδεν είναι. Αυτό δείχνει η επιμονή τους να αντιμετωπίζουν αποκαλούν «τρομοκρατικές» λαοπρόβλητες ισλαμικές οργανώσεις σαν τη Χαμάς και τη Χεζμπολάχ, εξισώνοντάς τες με τα πιο ακραία ισλαμιστικά στοιχεία, την ίδια στιγμή που επιμένουν στη στήριξη του Ισραήλ και των σκληρών δικτατορικών καθεστώτων του Κόλπου… Στον νέο αραβικό κόσμο που διαμορφώνεται, με τις λαϊκές εξεγέρσεις να διαδέχονται η μία την άλλη και το πολιτικό Ισλάμ να θεριεύει μέρα με τη μέρα, η «οριενταλιστική» αυτή πολιτική δεν μπορεί πλέον να σταθεί και απλά μεγαλώνει την ήδη τεράστια απόσταση που χωρίζει Ανατολή και Δύση. Καιρός ΗΠΑ και Ευρώπη να διαλέξουν: Ερντογάν ή… Χομεϊνί;

Ζωντανεύει το φάντασμα της Λιβύης κομμένης στα δύο
Προς μια de facto διχοτόμηση οδεύει η Λιβύη, καθώς η απροθυμία των μεγάλων δυνάμεων- πρώτα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και στη συνέχεια στο ΝΑΤΟ- να αναλάβουν δράση για την έμπρακτη στήριξη των ανταρτών και την ανατροπή του καθεστώτος, επιβάλλοντας ζώνη απαγόρευσης πτήσεων και εξοπλίζοντας τους επαναστάτες με σύγχρονο οπλισμό, επέτρεψε στον Μοαμάρ Καντάφι και στους γιους του Σαΐφ αλ Ισλάμ και Χαμίς να ανακτήσουν την πρωτοβουλία και να προχωρήσουν σε γενικευμένη αντεπίθεση, ανακαταλαμβάνοντας την πόλη-κλειδί Ζαουίγια, στα δυτικά της Τρίπολης, και το στρατηγικής σημασίας λιμάνι Ρας Λανούφ στα ανατολικά.
Από στρατιωτική άποψη, η εξέλιξη αυτή ήταν θα λέγαμε αναμενόμενη: ναι μεν οι αντάρτες διαθέτουν μεγάλο αριθμό από ενθουσιώδεις νεοσύλλεκτους, που σχημάτισαν μέσα σε λίγες ημέρες έναν ογκώδη αλλά άτακτο στρατό, πλην όμως ο Καντάφι έχει αεροσκάφη Μινγκ, Σουχόι και Μιράζ, άρματα μάχης Τ-55 και Τ-62, πάνω από 2.000 βαρέα πυροβόλα και ρουκετοβόλα, και βέβαια αρκετές χιλιάδες εμπειροπόλεμους στρατιώτες, τόσο έμπιστους Λιβύους όσο και ξένους μισθοφόρους.
Βλέποντας ότι, παρά τους λεονταρισμούς των Σαρκοζί και Κάμερον (ο πρώτος αναγνώρισε, πρώτος και μόνος, τους αντάρτες της Βεγγάζης ως νόμιμη κυβέρνηση της Λιβύης και πρότεινε σοβαρά την πραγματοποίηση αεροπορικών επιδρομών στην Τρίπολη!), η Δύση και ιδίως οι ΗΠΑ δεν είναι έτοιμες να αναλάβουν δράση, ο «Αδελφικός Ηγέτης» της ραγισμένης «Δημοκρατίας της Τζαμαχιρίας» πήρε το μήνυμα και εξαπέλυσε την ολομέτωπη επίθεσή του. Με την κατάληψη του Ρας Λανούφ το βράδυ της Πέμπτης, ύστερα από άγριο βομβαρδισμό από αέρα, στεριά και θάλασσα, οι κανταφικές δυνάμεις ανέκοψαν οριστικά τη βραδεία και ασύντακτη προέλαση των επαναστατών προς Δυσμάς, και σκόρπισαν τα σενάρια περί μιας επικείμενης «μητέρας όλων των μαχών» στη Σύρτη- πολλώ δε μάλλον στην πρωτεύουσα Τρίπολη, που τελεί υπό τον πλήρη έλεγχο του καθεστώτος.
Αξιωματούχοι των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών που ερωτήθηκαν από την επιτροπή Αμυνας της αμερικανικής Γερουσίας στην Ουάσιγκτον δήλωσαν ότι διαπίστωσαν μια «εξισορρόπηση» έπειτα από την αρχική προέλαση των δυνάμεων της εξέγερσης. Ο Τζέιμς Κλέιπερ, ο «τσάρος των κατασκόπων» (spy czar) που συντονίζει τη δράση 16 αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, δήλωσε ότι κατά την εκτίμησή του το καθεστώς Καντάφι μακροπρόθεσμα «θα επικρατήσει».
Πόσο πιθανό είναι ένα τέτοιο ενδεχόμενο; Οχι και τόσο: παρά την υπεροπλία του, ο Καντάφι δεν δείχνει να διαθέτει αρκετές δυνάμεις για να προελάσει προς- και πολύ περισσότερο για να καταλάβει- τη Βεγγάζη. Πολύ πιθανότερο είναι να δούμε ένα «πάγωμα» των εχθροπραξιών και μια, προσωρινή έστω, «συμβίωση» δύο κρατικών οντοτήτων. Εδώ που τα λέμε άλλωστε (και) η Λιβύη είναι ένα τεχνητό κράτος, κατασκευασμένο με βάση τα αποικιοκρατικά συμφέροντα των ευρωπαίων ισχυρών: από την αρχαιότητα, η γεωγραφία χωρίζει σαφώς τη Λιβύη σε δύο διακριτά κράτη, την Τριπολίτιδα και την – ελληνική κάποτε – Κυρηναϊκή…
ΒΗΜΑ

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO4 λεπτά πριν

Από την Τουρκία τα 60 νέα λεωφορεία των ΜΑΤ!

Ερωτήματα για την προμήθεια 60 λεωφορείων Mercedes-Benz που, σύμφωνα με δημοσίευμα, κατασκευάζονται στην Τουρκία και προορίζονται για τις ειδικές μονάδες...

Αναλύσεις19 λεπτά πριν

Καμπουρίδης: Τι συμβαίνει με Τουρκία και Αλίεφ

Η προσπάθεια της Άγκυρας να επιβάλει την επιρροή της στο Μπακού, ο παράγοντας Ισραήλ και οι επιπτώσεις στις τουρκικές επιδιώξεις...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Καλεντερίδης: «Παγίδα» η τουρκική άδεια για το καλώδιο – «Η Ελλάδα πού είναι στη Λιβύη;»

Προειδοποίηση για τους χειρισμούς στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, πρόταση για ευρωπαϊκές κυρώσεις και αιχμές για την ελληνική παρουσία στη Λιβύη...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

«Αθηναϊκή δημοκρατία»: Κακομεταχειρισμένο ένδυμα ή πρόταγμα εθνικής κυριαρχίας;

Η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα, η επίκληση της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας από το βήμα της...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Από Αυτοκρατορία… επαίτης των Ταλιμπάν: Το οικονομικό ναυάγιο του Ιράν

Πώς έφτασε το Ιράν στο σημείο όπου η προοπτική επενδύσεων από το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν θεωρείται επιτυχία;

Δημοφιλή