Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Σ. ΑΡΑΒΙΑ ΚΑΙ ΚΙΝΑ ΧΤΙΖΟΥΝ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΙΑ ΙΣΧΥΡΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ Ρεαλιστικές σχέσεις Ριάντ και Πεκίνου

Δημοσιεύτηκε στις

Του ειδικού απεσταλμένου μας ALAIN GRESH *
Μολονότι και οι δύο χώρες συμμετέχουν στο G20, η Σαουδική Αραβία, φύλακας των ιερών τόπων του Ισλάμ, και η Κίνα, που δηλώνει ακόμη άθεο κράτος, βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση, τόσο γεωγραφικά όσο και ιδεολογικά. Εντούτοις, εδώ και μία δεκαετία έχουν αναπτύξει στέρεες σχέσεις σε οικονομικό, πολιτιστικό, θρησκευτικό, ακόμη και σε στρατιωτικό επίπεδο.

Ριάντ. Κατά μήκος του αυτοκινητόδρομου, δίπλα στα Carrefour, ξεχωρίζει η φωτεινή επιγραφή του China Mart, ενός αχανούς εμπορικού κέντρου που μόλις άνοιξε, με τα καταστήματά του να είναι γεμάτα με τα χίλια και ένα προϊόντα που έχουν εισαχθεί κατ’ ευθείαν από την Κίνα. Από το Πεκίνο, το κινεζικό πρακτορείο ειδήσεων Ξινχουά αναγγέλλει την άφιξη στη Σαουδική Αραβία τριακοσίων είκοσι δύο μουσουλμάνων, της εμπροσθοφυλακής χιλιάδων άλλων που αναμένονται για το προσκύνημα στη Μέκκα. Τον Ιούνιο του 2010 επιστήμονες από τις δύο χώρες ολοκλήρωσαν την αποκωδικοποίηση του DNA της δρομάδας (καμήλα με μία καμπούρα), ενώ το Πεκίνο προσέφερε στο αραβικό βασίλειο τριάντα επτά καμήλες (με δύο καμπούρες), είδος άγνωστο εδώ. Σύμβολο αυτής της εξωτικής συμβίωσης, το κινεζικό εστιατόριο «Le Mirage» προτείνει ένα πιάτο Πεκίνου με κρέας καμήλας.

Οι εικόνες αυτές αποτυπώνουν μια θεαματική προσέγγιση, η οποία είναι ιδιαίτερα αισθητή στο οικονομικό πεδίο. Το 2009 πρώτη φορά η Κίνα κατέκτησε την κορυφή στις εισαγωγές σαουδαραβικού πετρελαίου, ξεπερνώντας τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ετσι, η Σαουδική Αραβία αντιπροσωπεύει πλέον το 11,4% των εισαγωγών της Κίνας, από μόλις 4% το 2000. Πέρυσι η Κίνα εξήγαγε στο αραβικό βασίλειο, που δείχνει ιδιαίτερη προτίμηση στα 4×4 μεγάλου κυβισμού -αφού η βενζίνη ρέει άφθονη- περισσότερα αυτοκίνητα απ’ ό,τι οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Από το σημείο αυτό, όμως, μέχρι να φανταστεί κανείς την ανατροπή των σημερινών συμμαχιών, δηλαδή μια σχέση μεταξύ Πεκίνου και Ριάντ που θα παραγκώνιζε την Ουάσιγκτον, υπάρχει μια απόσταση την οποία ορισμένοι σχολιαστές διασχίζουν ανέμελα, για να εκδηλώσουν είτε τη χαρά είτε την ανησυχία τους (1). Μάλλον βιάζονται, σύμφωνα με τον Ραέντ Κριμλί, σύμβουλο του σαουδάραβα υπουργού Εξωτερικών Σαούντ Αλ-Φαϊσάλ: «Οι σχέσεις μας με την Κίνα δεν συγκρίνονται με τις σημαντικές στρατηγικές σχέσεις μας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, μολονότι γνωρίζουμε ότι προκαλούν κάποιες ανησυχίες στην Ουάσιγκτον». Πριν σημειώσει, κάπως πονηρά, ότι το Ριάντ συχνά μεσολαβεί προς το Πεκίνο κατόπιν αιτήματος του «αμερικανού φίλου», όπως για το ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν.

ΒΗΜΑ ΒΗΜΑ
Την ίδια συνετή προσέγγιση υιοθετεί και ο Τζον Σφακιανάκης, της Saudi Fransi Bank, ένας από τους καλύτερους γνώστες του βασιλείου, ο οποίος επιμένει στον καθαρά οικονομικό χαρακτήρα των σχέσεων μεταξύ Πεκίνου και Ριάντ: «Είναι αλήθεια ότι η Κίνα εξάγει περισσότερο εδώ, αλλά αυτό συμβαίνει στις πιο πολλές χώρες. Οι Σαουδάραβες θέλουν να βάλουν και αυτοί το πόδι τους στην Κίνα. Η σχέση αυτή θα γίνει πολιτική όταν η Κίνα αποφασίσει να παίξει ρόλο στην περιοχή [της Μέσης Ανατολής], κάτι που, προς το παρόν, δεν συμβαίνει».

Χωρίς αμφιβολία, το πετρέλαιο αποτελεί τη συγκολλητική ουσία αυτής της συμπόρευσης, η οποία αναπτύχθηκε μετά το 2000, όταν η ζήτηση μαύρου χρυσού είχε καθηλωθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη, τη στιγμή που στην Κίνα παρουσίαζε εκρηκτική άνοδο. Το Ριάντ επιθυμούσε να κερδίσει μια σταθερή αγορά και το Πεκίνο να εξασφαλίσει τον ανεφοδιασμό του σε βάθος χρόνου. Οι κινέζοι αξιωματούχοι, που ξέρουν να χειρίζονται την ξύλινη γλώσσα της διπλωματίας, κάνουν αναφορές στο κοινό πεπρωμένο των λαών, την ανάγκη συνύπαρξης, τον αμοιβαία επωφελή χαρακτήρα της συνεργασίας.

Μακριά από τα ανακοινωθέντα, ωστόσο, διαφαίνονται οι ανησυχίες μιας ανερχόμενης δύναμης. Το 2003 ένα επιτυχημένο μυθιστόρημα με τίτλο «Η μάχη για την προστασία των δρόμων του πετρελαίου», περιέγραφε τον τρόπο με τον οποίο «οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που φοβούνται την Κίνα» εφάρμοζαν έναν αποκλεισμό που θα οδηγούσε σε πόλεμο (2). Στον κινεζικό τύπο εκφράζεται ανοιχτά, διά στόματος διαφόρων ειδικών, ο φόβος αποκλεισμού του στενού της Μαλάκας, μέσω του οποίου μεταφέρεται ο μαύρος χρυσός. Και όταν οι τιμές του πετρελαίου άγγιζαν τα 150 δολάρια το βαρέλι, διάφορα κινεζικά έντυπα τις ερμήνευαν ως δάκτυλο της Ουάσιγκτον για να βλάψει τη χώρα τους.

Για να μειώσει την εξάρτησή του, το Πεκίνο δεν περιορίστηκε στη σύναψη εμπορικών συμφωνιών με τη Σαουδική Αραβία, αλλά ανέπτυξε και σταυροειδείς επενδύσεις στον τομέα των ορυκτών καυσίμων. Στο πλαίσιο αυτό η σαουδαραβική κρατική εταιρεία Aramco, από κοινού με την ExxonMobil και την κινεζική εταιρεία Sinopec, εγκατέστησε στην κινεζική επαρχία Φουτζιάν διυλιστήριο με δυναμικότητα παραγωγής 240.000 βαρέλια την ημέρα. Μια άλλη σαουδαραβική εταιρεία, η Saudi Basic Industries Corporation (Sabic), κατασκεύασε, μαζί με τη Sinopec, ένα τεράστιο πετροχημικό βιομηχανικό σύμπλεγμα στο Τιανζίν, το οποίο μόλις άρχισε να λειτουργεί. Επιπλέον, κινεζικές εταιρείες έχουν επενδύσει στην κατασκευή πετροχημικών εργοστασίων στη Σαουδική Αραβία, ενώ, για πρώτη φορά, πήραν άδεια για να συμμετάσχουν σε εξερευνήσεις κοιτασμάτων φυσικού αερίου.

ΟΙ ΕΞΑΓΩΓΕΣ
Το πετρέλαιο (και τα πετροχημικά προϊόντα) αποτελούν τον βασικό κορμό των εξαγωγών της Σαουδικής Αραβίας προς την Κίνα, η οποία, από την πλευρά της, εδραιώνεται σε ολοένα περισσότερα τμήματα της σαουδαραβικής αγοράς, από την κατασκευή σιδηροδρομικών γραμμών υψηλής ταχύτητας μέχρι τις βιομηχανίες αφαλάτωσης, αλουμινίου ή τσιμέντου. Τα φθηνά κινέζικα προϊόντα (υφάσματα, παιχνίδια) βρίσκουν αγοραστές μεταξύ των μεταναστών που εργάζονται στη χώρα ή στα φτωχότερα στρώματα του σαουδαραβικού πληθυσμού -χωρίς να προκαλούν εχθρικές αντιδράσεις, όπως στην Αφρική, αφού δεν ανταγωνίζονται κανένα τοπικό προϊόν. Η Κίνα έχει, επίσης, διεισδύσει στην αγορά τελικών προϊόντων με υψηλότερη προστιθέμενη αξία, από τους υπολογιστές και τα κινητά τηλέφωνα μέχρι τα αυτοκίνητα και τα μηχανήματα εκσκαφής.

Οι εταιρείες της κινούνται με ιδιαίτερη επιθετικότητα στις αγορές κατασκευών και δημόσιων έργων. Μάλιστα, παραλίγο να εκτοπίσουν τη Γαλλία στη σύμβαση για την κατασκευή του σιδηροδρόμου υψηλής ταχύτητας Μέκκας-Μεδίνας, γεγονός που επιβεβαιώνει όχι μόνο την ανταγωνιστικότητά τους αλλά και την ικανότητά τους να υφαίνουν στενούς δεσμούς με τους πολιτικούς αξιωματούχους και τη βασιλική οικογένεια. Οι κινεζικές εταιρείες διαθέτουν το πλεονέκτημα του φθηνού εργατικού δυναμικού που, επιπλέον, μπορεί να μετεγκατασταθεί άμεσα -σαράντα χιλιάδες Κινέζοι εργάζονται στη Σαουδική Αραβία, σύμφωνα με την κινεζική πρεσβεία- ενώ είναι πάντοτε έτοιμες, σύμφωνα με τη διατύπωση ενός σαουδάραβα επιχειρηματία, να υποσχεθούν ότι «θα στήσουν το εργοτάξιο… χθες».

Το νόμισμα έχει, όμως, και την άλλη όψη του. Τον περασμένο Οκτώβριο, για δεύτερη φορά μέσα σε μερικούς μήνες, κινέζοι εργάτες στο εργοτάξιο του μετρό της Μέκκας (που εγκαινιάστηκε, τελικά, το Νοέμβριο) διαδήλωσαν, έσπασαν αυτοκίνητα και μερικές βιτρίνες -ένα αρκετά ασυνήθιστο θέαμα για την ιερή πόλη. Διαμαρτύρονταν για τους χαμηλούς μισθούς και τις δύσκολες συνθήκες εργασίας στους 45° C (3). Οι σαουδαραβικές αρχές είναι μάλλον απίθανο να εκτίμησαν το γεγονός… Σε άλλα εργοτάξια οι προθεσμίες δεν τηρήθηκαν, τα κτίρια που παραδόθηκαν δεν πληρούσαν τις προδιαγραφές. Σε μερικές περιπτώσεις οι αστοχίες προκαλούν γέλιο: στο ολοκαίνουριο αίθριο του China Mart ένα κατάστημα που πουλά χρηματοκιβώτια διαθέτει καταλόγους και οδηγίες χρήσης μόνο στα… κινέζικα. Από την άλλη πλευρά, όταν κανείς «σπάει» τις τιμές, έχει και κόστος: Τα κινεζικά μέσα ενημέρωσης αποκάλυψαν ότι η σύμβαση για το μετρό της Μέκκας ήταν ζημιογόνα κατά 4 δισεκατομμύρια γιουάν (πάνω από 600 εκατομμύρια δολάρια) και ότι υπάρχει εμπορική αντιδικία μεταξύ της κινεζικής εργοληπτικής εταιρείας και των σαουδαραβικών αρχών (4).

Παρ’ όλα αυτά, η Κίνα κατάφερε, σε χρόνο-ρεκόρ, να διεισδύσει σε όλη τη Μέση Ανατολή. Ο όγκος των εμπορικών συναλλαγών ανάμεσα στις δύο περιοχές έκανε άλμα από τα 37 στα 110 δισεκατομμύρια δολάρια μεταξύ 2004 και 2009. Από το 2004 και μετά πραγματοποιούνται τακτικά σινο-αραβικά φόρουμ με τη συμμετοχή πολιτικών αξιωματούχων, επιχειρηματιών και εκπροσώπων της κοινωνίας των πολιτών. Οι πολιτιστικές ανταλλαγές πυκνώνουν: Το Πεκίνο εγκαινίασε την αραβική υπηρεσία του τηλεοπτικού του δικτύου συνεχούς ενημέρωσης CCTV (5), το πρακτορείο Ξινχουά έχει παρουσία στο Ριάντ και στις περισσότερες αραβικές πρωτεύουσες, την ίδια στιγμή που το τηλεοπτικό δίκτυο Αλ Τζαζίρα διαθέτει γραφεία στο Πεκίνο. Ο τύπος περιγράφει με λυρισμό την αναβίωση του δρόμου του μεταξιού, ο οποίος, μέχρι τον 15ο αιώνα, αποτελούσε τη σημαντικότερη οδό του διεθνούς εμπορίου, φθάνοντας από τα σύνορα της Κίνας μέχρι τη Μεσόγειο. Ωστόσο, ο ενθουσιασμός πρέπει να είναι συγκρατημένος, καθώς οι ιστορικές αναλογίες δεν αποδεικνύουν πολλά πράγματα. Ο δρόμος του μεταξιού έφθασε στο απόγειό του με την άνοδο των ασιατικών αυτοκρατοριών, οι οποίες διασφάλιζαν, και στρατιωτικά, τις οδούς επικοινωνίας. Δεν βρισκόμαστε εκεί.

Μέχρι στιγμής οι χαμηλοί τόνοι αποτελούν πλεονέκτημα για το Πεκίνο. Ο πρίγκιπας Τουρκί Αλ-Φαϊσάλ είναι αδελφός του υπουργού Εξωτερικών και πρώην επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών, την περίοδο μάλιστα του αγώνα κατά της σοβιετικής εισβολής στο Αφγανιστάν. Εχοντας γίνει πια, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, «ένας απλός πολίτης», είναι ένα από τα ελάχιστα μέλη της βασιλικής οικογένειας που δίνει διαλέξεις στις Ηνωμένες Πολιτείες και δέχεται δημοσιογράφους: «Οι σχέσεις μας με την Κίνα είναι λιγότερο περίπλοκες απ’ ό,τι με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στην Κίνα δεν υπάρχουν λόμπι που να επηρεάζουν την πολιτική τους, δεν είμαστε όμηροι των εσωτερικών διαιρέσεών τους». Ο Αλ-Φαϊσάλ, πρώην πρέσβης στην Ουάσιγκτον, όπου αναμετρήθηκε με τις αντι-σαουδαραβικές εκστρατείες που ακολούθησαν την 11η Σεπτεμβρίου, γνωρίζει για τι πράγμα μιλάει. Σε αρκετά διεθνή ζητήματα, όπως το ζήτημα του Νταρφούρ, το Ριάντ και το Πεκίνο έχουν παρόμοιες προσεγγίσεις, τον ίδιο σεβασμό για την εθνική κυριαρχία και τη μη ανάμειξη στα εσωτερικά άλλων χωρών, την ίδια ειρωνική περιφρόνηση για τη δυτική διπλωματία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την οποία θεωρούν τελείως οπορτουνιστική και επιλεκτική.

Η ΠΡΩΤΗ ΚΙΝΗΣΗ
Η εμπιστοσύνη δεν επιβάλλεται με διατάγματα και, στην περίπτωση του Πεκίνου και του Ριάντ, αναδύθηκε μέσα από ένα εμβληματικό γεγονός, ένα απίθανο επεισόδιο, αντάξιο μυθιστορημάτων κατασκοπείας. Φεβρουάριος 1985: Ο πόλεμος μεταξύ Ιράν και Ιράκ βρίσκεται στο απόγειό του. Η Βαγδάτη βομβαρδίζει με πυραύλους τις πόλεις και τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις του Ιράν. Ο «πόλεμος των τάνκερ» πλήττει τα σαουδαραβικά πετρελαιοφόρα. Το Ριάντ, που δεν κρύβει τον ανταγωνισμό του με το καθεστώς του Σαντάμ Χουσέιν, ανησυχεί. Ο βασιλιάς Φαχντ προσεγγίζει τον αμερικανό πρόεδρο Ρόναλντ Ρέιγκαν για να αγοράσει αμερικανικούς πυραύλους και να ενισχύσει, έτσι, την αποτρεπτική δυνατότητα του βασιλείου.

Ο Ρέιγκαν φοβάται τις αντιδράσεις του Ισραήλ, έχοντας μόλις περάσει, με δυσκολία, από το Κογκρέσο, την πώληση ιπτάμενων ραντάρ AWACS στους Σαουδάραβες (6). Αρνείται. Σε ποιον να στραφεί η Σαουδική Αραβία; «Μπορούσαμε να απευθυνθούμε είτε στη Μόσχα είτε στο Πεκίνο», εξηγεί ο Ριχάμπ Μασούντ, ο οποίος υπηρετούσε τότε στην πρεσβεία της Σαουδικής Αραβίας στην Ουάσιγκτον και είναι σήμερα αναπληρωτής γενικός γραμματέας του ισχυρού Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, με επικεφαλής τον πρίγκιπα Μπαντάρ Μπεν Σουλτάν. «Ο πρόεδρος Ρέιγκαν, όμως, είχε χαρακτηρίσει τη Σοβιετική Ενωση “αυτοκρατορία του κακού”. Ετσι, προτιμήσαμε να στραφούμε προς την Κίνα, με την οποία, μάλιστα, δεν διατηρούσαμε καν διπλωματικές σχέσεις».

Η ευαίσθητη και μυστική αποστολή ανατέθηκε στον πρίγκιπα Μπαντάρ, γιο του υπουργού Αμυνας και… πρέσβη του βασιλείου στην Ουάσιγκτον, όπου κατάφερε διακριτικά να βολιδοσκοπήσει κινέζους διπλωμάτες. Δήθεν οικονομικές αντιπροσωπείες -στην πραγματικότητα στρατιωτικές αποστολές- μυστικές συναντήσεις σε ξενοδοχεία του Χονγκ Κονγκ και μακρές μυστικές διαπραγματεύσεις για τους όρους της σύμβασης, καταλήγουν, το Δεκέμβριο του 1986, στην αγορά πενήντα πυραύλων Dongfeng 3, γνωστών στη Δύση με την ονομασία CSS-2, με βεληνεκές πάνω από 3.000 χιλιόμετρα οι οποίοι, θεωρητικά, θα μπορούσαν να φέρουν και πυρηνικές κεφαλές. Κινεζικά πλοία μεταφέρουν το φορτίο -για να ξεγελάσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες, το φορτίο υποτίθεται ότι έχει προορισμό τη Βαγδάτη- και οι σαουδάραβες στρατιωτικοί αρχίζουν να εκπαιδεύονται στο χειρισμό των οπλικών συστημάτων.

Στις αρχές του 1988 οι αμερικανικοί δορυφόροι ανακαλύπτουν τους πυραύλους. Μόλις ο αμερικανικός τύπος το πληροφορείται, αρχίζει να καλλιεργεί την άποψη ότι οι πύραυλοι αυτοί, «που φέρουν πυρηνικές κεφαλές», μπορούν να πλήξουν οποιοδήποτε σημείο στη Μέση Ανατολή. Η ισραηλινή κυβέρνηση απειλεί να βομβαρδίσει τις σαουδαραβικές βάσεις όπου έχουν εγκατασταθεί οι πύραυλοι (7). Εξοργισμένες για τον παραγκωνισμό τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες προσφέρουν στη Σαουδική Αραβία τρεις επιλογές: την απόσυρση των πυραύλων, την επιστροφή τους στην Κίνα, την επιθεώρησή τους από αμερικανούς στρατιωτικούς. Η κρίση φθάνει στο αποκορύφωμά της όταν ο αμερικανός πρέσβης επιδίδει στο βασιλιά την επίσημη διαμαρτυρία της χώρας του, προκαλώντας την οργή του Φαχντ και την απέλαση του διπλωμάτη, κίνηση που δεν είχε προηγούμενο στις σχέσεις των δύο χωρών.

Τελικά, η θύελλα θα καταλαγιάσει. Το Μάρτιο του 1988 η Σαουδική Αραβία υπογράφει τη Συνθήκη Μη Διάδοσης των Πυρηνικών Οπλων, για να επιβεβαιώσει ότι δεν έχει τέτοιου είδους φιλοδοξίες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ηρεμούν το Ισραήλ. Αλλά, οι Σαουδάραβες δεν θα ξεχάσουν ότι, σε μια κρίσιμη στιγμή, η Κίνα τους στήριξε. Και το Πεκίνο θα εκτιμήσει το γεγονός ότι το Ριάντ αρνήθηκε στην Ουάσιγκτον την επιθεώρηση των κινεζικών πυραύλων, ενός «ευαίσθητου» στρατιωτικού υλικού.

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ
Οι στρατιωτικές σχέσεις μεταξύ Κίνας και Σαουδικής Αραβίας θα διατηρηθούν, πάντοτε με διακριτικό τρόπο. Μολονότι η μόνη γνωστή προμήθεια κινεζικού στρατιωτικού υλικού αφορά εξοπλισμό πυροβολικού το 2008, γίνεται συχνά λόγος για την απόκτηση πυραύλων CSS-5 και CSS-6: κάτι που τρέφει τις φαντασιώσεις των αμερικανικών νεοσυντηρητικών κύκλων για την ύπαρξη σαουδαραβικού στρατιωτικού πυρηνικού προγράμματος (8), που έχει σχεδιαστεί με τη συνενοχή του Πεκίνου και ενός άλλου ιστορικού και στρατηγικού συμμάχου του βασιλείου, του Πακιστάν.

Η συμφωνία για τους πυραύλους έστρωσε το δρόμο για τη σύναψη επίσημων διπλωματικών σχέσεων ανάμεσα στη Σαουδική Αραβία και την Κίνα, το 1990. Φυσικό επακόλουθο η ρήξη του Ριάντ με την Ταϊβάν (9) και η, αρκετά καθυστερημένη, προσχώρησή του στο δόγμα της μίας και ενιαίας Κίνας. Ο Αμπντούλ Καρίμ Γιακουόμπ, εκτελεστικός διευθυντής του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου, σημειώνει ότι, εκείνη την εποχή, «οι Σαουδάραβες είχαν συνειδητοποιήσει πλήρως ότι ήταν προς το συμφέρον τους να μη θεωρούνται πάντοτε σύμμαχοι των Δυτικών, ότι μια πιο ισορροπημένη προσέγγιση ήταν απαραίτητη, και η Κίνα, από την άποψη αυτή, ήταν μια καλή επιλογή».

Το επεισόδιο του πολέμου του Κόλπου (1990-1991), κατά τη διάρκεια του οποίου το Πεκίνο δεν θα ψηφίσει τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ που σηματοδότησαν την έναρξή του, θα προκαλέσει μια κάποια ψυχρότητα, καθώς μετά την εισβολή στο Κουβέιτ η Σαουδική Αραβία είχε πολύ σημαντική συμμετοχή στο μέτωπο κατά του Σαντάμ Χουσέιν. Θα χρειαστούν μερικά χρόνια ακόμη μέχρι οι σχέσεις των δύο χωρών να κάνουν το μεγάλο βήμα προς τα εμπρός. Το 2006, μόλις ενθρονίζεται, ο σαουδάραβας βασιλιάς Αμπντάλα επισκέπτεται την Ασία, πραγματοποιώντας την πρώτη επίσημη περιοδεία του στο εξωτερικό. Μεταβαίνει διαδοχικά στην Κίνα, την Ινδία, τη Μαλαισία και το Πακιστάν. Είναι η πρώτη φορά που αρχηγός του σαουδαραβικού κράτους επισκέπτεται το Πεκίνο. Η επίσκεψη είχε προετοιμαστεί σε κάθε της λεπτομέρεια, ακόμη και με την αποστολή εκπροσώπων της κοινωνίας των πολιτών -είκοσι πέντε άτομα, από τα οποία οι πέντε είχαν… κινεζικές ρίζες. Τον περασμένο Απρίλιο ο κινέζος πρόεδρος Χου Ζιντάο επισκέπτεται το Ριάντ για μία εβδομάδα, μιλά στο Συμβουλευτικό Σώμα (Majliss al-Choura) -σπάνιο προνόμιο για ξένο ηγέτη- και υπογράφει μεγάλο αριθμό συμφωνιών, μία από τις οποίες προβλέπει την εισαγωγή της κινεζικής ιατρικής στο αραβικό βασίλειο.

Οπως εκμυστηρεύεται ο Γιακουόμπ, στο Ριάντ επικρατεί «μεγάλος θαυμασμός για την Κίνα, για τον πολιτισμό της, για το Σινικό Τείχος, για τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων. Πολλοί Σαουδάραβες θέλουν να μάθουν την κινεζική γλώσσα. Από τη στιγμή που οι περισσότεροι μισούν τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι επιτυχίες της Κίνας αποτελούν ένα είδος παρηγοριάς». Εντούτοις, αναγνωρίζει ότι τα αισθήματα δεν είναι αμοιβαία: «Οι Κινέζοι δεν θαυμάζουν τον αραβικό κόσμο, επειδή είμαστε αδύναμοι και επειδή η αντίληψη που έχουν προέρχεται κυρίως από τη Δύση». Ομως, εκατοντάδες νέοι Σαουδάραβες σπουδάζουν πλέον στην Κίνα, ακολουθώντας κατά γράμμα τις διδαχές του προφήτη Μωάμεθ: «Πήγαινε και ψάξε τη γνώση μέχρι την Κίνα».

ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ
Το Ριάντ κάνει σοβαρές προσπάθειες για να αλλάξει την εικόνα του. Μετά το σεισμό στο Σιτσουάν της Κίνας, το καλοκαίρι του 2006, το αραβικό βασίλειο προσέφερε τη σημαντικότερη χρηματική βοήθεια -περισσότερα από 40 εκατομμύρια ευρώ- κίνηση που έλαβε μεγάλη δημοσιότητα στην Κίνα. Επιπλέον, στη Διεθνή Εκθεση της Σαγκάης, η Σαουδική Αραβία παρουσίασε ένα εντυπωσιακό περίπτερο, που δέχθηκε πάρα πολλές επισκέψεις: ένα τεράστιο καράβι, σε σχήμα φεγγαριού, με φοίνικες πάνω στο κατάστρωμα, ένα είδος κρεμαστού κήπου που συμβόλιζε τις οάσεις της ερήμου -μία ακόμη αναφορά στο δρόμο του μεταξιού.

Στο δρόμο αυτόν, πάντως, υπάρχουν ακόμη χίλιες και μία παγίδες, τις οποίες οι δύο πλευρές προσπαθούν να αποφύγουν. Το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα είναι από τις πλέον επίφοβες. Εδώ και χρόνια η Κίνα έχει συσφίξει τις σχέσεις της με το Ιράν (τον τρίτο προμηθευτή πετρελαίου του Πεκίνου, μετά τη Σαουδική Αραβία και την Αγκόλα), πουλάει όπλα στην Τεχεράνη και το διμερές εμπόριο επεκτείνεται δυναμικά σε όλους τους κλάδους -ο όγκος του ανερχόταν σε 30 δισεκατομμύρια δολάρια το 2009 και αναμένεται να φθάσει τα 50 δισεκατομμύρια δολάρια μέχρι το 2015. Ετσι, το Πεκίνο παρουσιάζεται επιφυλακτικό απέναντι σε οποιαδήποτε επέκταση των κυρώσεων κατά της Τεχεράνης. Μήνες διαπραγματεύσεων, μία δημόσια επίσκεψη του σαουδάραβα υπουργού Εξωτερικών τον περασμένο Μάιο και πολλές μυστικές συναντήσεις διαφόρων αντιπροσωπειών, συνέτειναν, μαζί με τη μεγάλη προσπάθεια που κατέβαλε η Ουάσιγκτον, ώστε η Κίνα να υπερψηφίσει την απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας για επέκταση των κυρώσεων κατά του Ιράν, στις 9 Ιουνίου 2010. Σαουδαραβικές διπλωματικές πηγές το επιβεβαιώνουν: Η χώρα τους εγγυήθηκε στην Κίνα ότι θα κάλυπτε το κενό σε περίπτωση διακοπής των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου προς το Πεκίνο. Ωστόσο, η Κίνα παραμένει προσεκτική και δεν απομακρύνεται από το γράμμα της απόφασης των Ηνωμένων Εθνών, απορρίπτοντας την περαιτέρω επέκταση των κυρώσεων που επιδιώκουν Ηνωμένες Πολιτείες και Ευρωπαϊκή Ενωση και, μάλιστα, παίρνοντας τη θέση των δυτικών εταιρειών που εγκαταλείπουν το Ιράν.

Οι φόβοι των Σαουδαράβων σχετικά με την απόκτηση στρατιωτικής πυρηνικής τεχνολογίας από το Ιράν -και στο αραβικό βασίλειο είναι πεπεισμένοι ότι η Τεχεράνη προσπαθεί να αποκτήσει πυρηνικά όπλα- οφείλονται, κυρίως, σε μία αιτία που αναφέρεται σπάνια: τις επιπτώσεις μιας τέτοιας εξέλιξης στις σχέσεις… Σαουδικής Αραβίας – Ηνωμένων Πολιτειών. Εάν συμβεί κάτι τέτοιο, οι Αμερικανοί δεν θα μπουν, άραγε, στον πειρασμό να έλθουν σε συνεννόηση με ένα πυρηνικό Ιράν, σε βάρος των Αράβων; «Το ενδεχόμενο τα συμφέροντά μας να παραμεριστούν και από το Ιράν και από τις ΗΠΑ, μας απασχολεί», εκμυστηρεύεται ο πρίγκιπας Τουρκί Αλ-Φαϊσάλ. «Σε μια τέτοια περίπτωση, θα βρισκόμασταν στριμωγμένοι ανάμεσα σε ένα πυρηνικό Ιράν και σε ένα πυρηνικό Ισραήλ». Για να συμπληρώσει, χαμογελώντας: «Ευχαριστούμε το Θεό που υπάρχει ο Αχμαντινετζάντ» -η παρουσία του οποίου κάνει μια τέτοια μεταστροφή πιο δύσκολη.

ΜΕ ΣΥΝΕΣΗ
Οι περιπέτειες αυτές δεν έχουν επηρεάσει υπερβολικά τις σχέσεις μεταξύ Πεκίνου και Ριάντ, υπογραμμίζουν, όμως, με πόση σύνεση η Κίνα κινείται στην περιοχή. Πάει πολύς καιρός από τότε που υποστήριζε τα επαναστατικά κινήματα σε όλο τον Τρίτο Κόσμο, και ιδιαίτερα στη Μέση Ανατολή. Ποιος θυμάται ότι υπήρξε η πρώτη χώρα, μαζί με την Αλγερία, που βοήθησε τη Φάταχ του Γιάσερ Αραφάτ, στη δεκαετία του 1960; Τώρα πια περιορίζεται σε κατευναστικές δηλώσεις και αποφεύγει να αναμειχθεί ενεργά στην αραβοϊσραηλινή διένεξη. Πόσω μάλλον όταν, κατά τη δεκαετία του 1990, ανέπτυξε στενή στρατιωτική συνεργασία με το Ισραήλ -μέχρι τον Ιούλιο του 2000, όταν οι Αμερικανοί έθεσαν βέτο στην πώληση συστημάτων ραντάρ Φάλκον από το Ισραήλ στην Κίνα (10). «Η κάλυψή μας των εξελίξεων στην περιοχή είναι αντιφατική», εξηγεί ένας κινέζος δημοσιογράφος. «Συνυπάρχουν δύο γραμμές, μια αρκετά φιλο-ισραηλινή και μια φιλο-αραβική».

Η Κίνα, που δεν προσκλήθηκε το 2002 να συμμετάσχει στο Κουαρτέτο (Ευρωπαϊκή Ενωση, Ηνωμένα Εθνη, Ηνωμένες Πολιτείες και Ρωσία) για τις αραβο-ισραηλινές ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις, όρισε ειδικό απεσταλμένο για τη Μέση Ανατολή, όμως, ο ρόλος του είναι ακόμη περιορισμένος. Για πρώτη φορά κινέζοι στρατιώτες συμμετέχουν στη διεθνή αποστολή στο Νταρφούρ και, κυρίως, στην προσωρινή δύναμη των Ηνωμένων Εθνών στο Λίβανο, με περίπου τριακόσιους πενήντα άνδρες -το 2006 το Πεκίνο είχε προσφερθεί να αποστείλει χίλιους στρατιώτες στο Λίβανο, κάτι που θα είχε προσδώσει στην Κίνα πολύ πιο ενεργό ρόλο στη λιβανική διένεξη, ενδεχόμενο που είχε ανησυχήσει Παρίσι και Ουάσιγκτον (11).

Η σαουδαραβική ηγεσία το γνωρίζει: η Κίνα δεν μπορεί να της υποσχεθεί τις ίδιες «εγγυήσεις ασφαλείας» που προσφέρουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες, μάλιστα, εφαρμόστηκαν κατά την ιρακινή εισβολή στο Κουβέιτ, το 1990. Και αύριο; Το Δεκέμβριο του 2008 η Κίνα ανακοίνωνε την αποστολή των πρώτων πολεμικών πλοίων της στα ανοιχτά της Σομαλίας, για να προστατεύσει τον εμπορικό στόλο της, τον ανεφοδιασμό της σε πετρέλαιο και τις εξαγωγές της προς τη Μεσόγειο μέσω του καναλιού του Σουέζ. Το Μάρτιο του 2010 δύο πλοία του κινεζικού ναυτικού ήταν δεμένα στο λιμάνι Ζαγιέντ στο Αμπου Ντάμπι. Το Νοέμβριο, άλλα τρία είχαν αγκυροβολήσει στην Τζέντα.

Ο τοπικός τύπος επισήμανε ότι ήταν η πρώτη φορά από τις αρχές του 15ου αιώνα που κινεζικά πολεμικά πλοία κατέβαιναν στον Ινδικό Ωκεανό. Μεταξύ 1405 και 1433 ένας κινέζος μουσουλμάνος, ο στρατάρχης Τσενγκ Χε, είχε οδηγήσει τον κινεζικό αυτοκρατορικό στόλο και είχε οργώσει τις θάλασσες, φθάνοντας στα στενά του Ορμούζ, την Ερυθρά Θάλασσα και την ανατολική ακτή της Αφρικής. Σύμφωνα με ορισμένες εικασίες είχε πραγματοποιήσει ακόμη και τον περίπλου της Αφρικής, φθάνοντας μέχρι τις Αντίλες (12). Φέρνοντας στο μυαλό του τις υποθέσεις αυτές, ένας σαουδάραβας ακαδημαϊκός δεν έκρυβε την επιθυμία του να ξαναδεί τη χρυσή εποχή της Κίνας, που θα επέτρεπε στη χώρα του να ξεφύγει από την υποχρεωτική συμπόρευση με την Ουάσιγκτον.

(1) Πόσω μάλλον αφού η Σαουδική Αραβία ζήτησε να προσχωρήσει στο BRIC, την κοινή ομάδα που έχουν συγκροτήσει Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία και Κίνα.

(2) Βλ. Ben Simpfendorfer, «The New Silk Road», Palgrave Macmillan, Νέα Υόρκη, 2009. Βλ. επίσης John Garver, Flynt Leverett και Hillary Mann Leverett, «Moving (Slightly) Closer to Iran. China’s Shifting Calculus for Managing its “Persian Gulf Dilemma”», The Edwin Ο. Reischauer Center for East Asian Studies, Ουάσιγκτον, 2009.

(3) «Arab News», Τζέντα, 13 Οκτωβρίου 2010.

(4) «Times Weekly», Πεκίνο, 4 Νοεμβρίου 2010.

(5) http://arabic.cntv.cn

(6) Βλ. Olivier Da Lage, «Un vade-mecum pour responsables de la cooperation militaire», «Le Monde diplomatique», Ιανουάριος 1985.

(7) Για την ισραηλινή διάσταση της κρίσης, βλ. David Β. Ottaway, «The King’s Messenger. Prince Bandar Bin Sultan and America’s Tangled Relationships with Saudi Arabia». Walker & Company, Νέα Υόρκη, 2008.

(8) Σχετικά με αυτές τις θεωρίες συνωμοσίας, βλ. στην ιστοσελίδα της «Washington Post», «Former CIA analyst alleges China-Saudi nuclear deal», στο blog του Jeff Stein, http://voices.washingtonpost.com/

spy-talk/2010/06/former_cia_officer_alle

ges_chi.html.

(9) Οπως και σε άλλες χώρες, στο Ριάντ παραμένει μία πολύ ενεργή εμπορική αντιπροσωπεία της Ταϊβάν.

(10) Βλ. Isabelle Saint-Mezard, «Ινδία-Ισραήλ, δύο εταίροι διακριτικοί», «Le Monde diplomatique»-«Κ.Ε.», 5-12-10. Βλ. http://monde-diplomatique.gr/

spip.php?article293

(11) «China’s growing role in UN peacekeeping», International Crisis Group, Βρυξέλλες, 17 Απριλίου 2009.

(12) Gavin Menzies, «1421, l’annee ou la Chine a decouvert l’Amerique», Intervalles, Παρίσι, 2007. http://www.enet.gr/

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός4 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις4 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή