Διεθνή
Η ΜΕΓΑΛΗ ΜΑΧΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΙΣΛΑΜ
Στην αποφασιστικότερη φάση της μπαίνει η μάχη για την εξουσία στο Κάιρο, την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, μάχη που θα κρίνει όχι μόνο την εξέλιξη του Αιγύπτου, αλλά θα επηρεάσει βαθειά το μέλλον όλου του ισλαμικού κόσμου, δεδομένης της κεντρικής σημασίας της Αιγύπτου για τον αραβικό κόσμο.
Το ζήτημα βέβαια δεν είναι μόνο «ποιος κυβερνά την Αίγυπτο», αλλά και «ποιος κυβερνά τον κόσμο». Τα τελευταία εικοσιτετράωρα, οι ενδείξεις αποκαλύπτουν ότι γίνεται μια θυελλώδης σύγκρουση στο παρασκήνιο της «αυτοκρατορικής εξουσίας» ανάμεσα στον Ομπάμα, που έχει, κατά τα φαινόμενα, αποφασίσει να εγκαταλείψει τα παραδοσιακά, διεφθαρμένα και χρεωκοπημένα καθεστώτα-πελάτες, προς όφελος ενός ανοίγματος στους λαούς, αναλαμβάνοντας και το σχετικό ρίσκο και πιο παραδοσιακές δυνάμεις στο Ισραήλ και στο «βαθύ αμερικανικό κράτος», που επιχειρούν να τα διατηρήσουν πάση θυσία στη θέση τους.
Αυτό μόνο μπορεί να εξηγήσει αμερικανούς Πρέσβεις που «ξεμπροστιάζουν» τον Πρόεδρό τους, όπως ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ στο Κάιρο (γιός ενός από τους ιδρυτές της CIA και της οργάνωσης Γκέλεν και πρωτεργάτη του πραξικοπήματος του Ιράν, με πλούσια δράση ο ίδιος στο Κόσοβο, στη φιλελευθεροποίηση της αιγυπτιακής οικονομίας κλπ.). Μόνο αυτό μπορεί επίσης να εξηγήσει πως ο αρχηγός της CIA ανήγγειλε την αποχώρηση Μουμπάρακ για να διαψευσθεί λίγο αργότερα… ‘Η γιατί ένας ισραηλινός αξιωματούχος συμμετείχε στη συνεδρίαση του αμερικανικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας! Οι εξελίξεις στο Κάιρο θυμίζουν κάπως τη σύσκεψη του 1974 που είχε αποφασίσει να αναθέσει στον Κανελλόπουλο την κυβέρνηση, προτού την αναθέσει στον Καραμανλή…Με τη σημαντική διαφορά όμως ότι ο αιγυπτιακός λαός είναι ήδη στους δρόμους όλων των πόλεων.
Το κλειδί των εξελίξεων, όχι μόνο στην Αίγυπτο, αλλά στο σύνολο της Μέσης Ανατολής το κρατάει τώρα στα χέρια του ο στρατός του Νάσσερ. Θα υπακούσει στον Μουμπάρακ ή θα περάσει στην άλλη πλευρά;
Απευθυνθήκαμε σε δύο πρόσωπα που παρακολουθούν στενά την Αίγυπτο, από τις δύο αντίπαλες όχθες της μεγάλης διαμάχης που διατρέχει την Μέση Ανατολή, για να μας φωτίσουν για το τι συμβαίνει και πως το βλέπουν. Ο ένας είναι ένας από τους σημαντικότερους διαμορφωτές της ισραηλινής στρατηγικής σκέψης, ο Καθηγητής Εφραίμ ‘Ινμπαρ. Η δεύτερη είναι η αρχισυντάκτρια μιας από τις σημαντικότερες επιθεωρήσεις του αραβικού κόσμου, της λιβανικής Bada’el, Leila Ghanem.
Leila Ghanem: H επανάσταση δεν σταματάει, η Αίγυπτος δεν γυρνάει στους Φαραώ και τους Σουλτάνους, μεγάλη ήττα για το Ισραήλ
Η αρχισυντάκτρια της Bada’el ήταν θυμωμένη προχτές το βράδυ με τον Μουμπάρακ. «Θέλουν να πάρουν από αυτό το λαό τη χαρά της νίκης. Θέλουν να τον ξαναγυρίσουν στην κατάσταση του σκλάβου. Αλλά δεν θα τους περάσει. Η Αίγυπτος δεν θα γυρίσει στην εποχή των Φαραώ και των Σουλτάνων», μας λέει, πεπεισμένη ούτε η αστυνομία, ούτε ο Στρατός έχουν πλέον τη δυνατότητα να καταστείλουν αυτό που εξελίσσεται στη μεγαλύτερη ίσως επανάσταση του αραβικού έθνους, αγκαλιάζοντας όλο και περισσότερες κοινωνικές τάξεις και επεκτεινόμενη σε όλη την Αίγυπτο.
Η Λέιλα παρακολουθεί στενά, με κομμένη την ανάσα, όπως και όλος ο αραβικός κόσμος, την αιγυπτιακή επανάσταση, μετακινούμενη αδιάκοπα μεταξύ Λιβάνου, Γαλλίας και Βόρειας Αφρικής. Στη συζήτηση που είχαμε μαζί της μας περιέγραψε αναλυτικά τις ταχύτατες εξελίξεις της επανάστασης. Μεταφέρουμε στη συνέχεια τις βασικότερες πληροφορίες και εκτιμήσεις της.
Ο Μουμπάρακ έχασε τα τελευταία ίχνη αξιοπιστίας, όταν ο δυτικός τύπος δημοσίευσε προ ημερών ότι έχει περιουσία 40-70 δις. Στην Αίγυπτο, το 40 είναι συμβολικό, είναι το ποσοστό του πληθυσμού κάτω από το όριο φτώχειας, χωρίς πρόσβαση σε ηλεκτρικό και πόσιμο νερό. ‘Ηταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Στη διάρκεια της τελευταίας εβδομάδας, οι εξεγερμένοι υποστηρίζουν ότι 18 εκατομμύρια Αιγύπτιοι βγήκαν στους δρόμους και σημαντικά τμήματα της εργατικής τάξης ξεκίνησαν απεργίες. Γενικεύθηκαν επίσης οι καταλήψεις εργοστασίων και δημοσίων κτιρίων.
Το πιο χαρακτηριστικό δείγμα του βάθους της «δημοκρατικής επανάστασης», αυτού του «αιγυπτιακού 1789», ήταν η δημιουργία «λαϊκών επιτροπών». Οι πρώτες που δημιουργήθηκαν ήταν επιτροπές στις γειτονιές, που αντικατέστησαν την αστυνομία. Ακολούθησαν επιτροπές εργατών, μεσαίων στρωμάτων (δικαστών, γιατρών, τεχνικών της διώρυγας κλπ.), επιτροπών των κατοίκων στην απέραντη ζώνη της εξαθλίωσης στην περίμετρο του Καίρου. Ταυτόχρονα, η επανάσταση επεκτάθηκε γεωγραφικά, ακόμα και σε περιοχές της ‘Ανω Αιγύπτου (Λούξορ, Ασουάν, Φαγιούμ κλπ.) που δεν είχαν δει πολιτική δράση από την αυγή των χρόνων. Περιέλαβε επαρχιακά κέντρα, οργανωμένα οικογενειακά (σε clans) που παραδοσιακά τροφοδοτούν με στελέχη τον στρατό. Οι Χριστιανοί Κόπτες αγνόησαν τις οδηγίες των θρησκευτικών ηγετών τους και συμμετείχαν στις διαδηλώσεις. Αντιπροσωπείες από όλες τις περιοχές συνέρρευσαν στην Πλατεία Απελευθέρωσης (Ταχρίρ) του Καίρου, που λειτουργεί τώρα ως «επαναστατικό εργαστήριο», κατά την Κυρία Γκάνεμ, θυμίζοντας την «Κομμούνα του Παρισιού» του 1871. Εκεί το κίνημα επεξεργάζεται τις θέσεις και τα αιτήματά του και εκεί δημιουργήθηκε μια «επιτροπή δικαστών» με αντικείμενο την επεξεργασία νέου συντάγματος. Η αντιπολίτευση δεν ωθεί τις εξελίξεις, ανταποκρίνεται με καθυστέρηση στην πίεση που δέχεται από τη βάση.
Ενώ το κίνημα διευρυνόταν σε όλη τη διάρκεια της περασμένης εβδομάδας το καθεστώς κατέρρεε. Πρώτη κατέρρευσε η αστυνομία, ακολούθησε το κυβερνητικό κόμμα και το σύστημα ελεγχόμενων ΜΜΕ. με μια σειρά λιποταξιών επιφανών στελεχών και τη δημιουργία «επιτροπών ακέραιων δημοσιογράφων» και του δικτύου « Maspero 2011 ». Σταδιακά, «περάσαμε από την εξέγερση σε μια λαϊκή επανάσταση, όπως οι ίδιοι οι εξεγερμένοι την χαρακτηρίζουν», μας λέει η Λέιλα Γκάνεμ.
Ο στρατός επηρεάστηκε κι αυτός από την ατμόσφαιρα στη χώρα, ενώ η στάση του παραμένει αινιγματική. ‘Ηδη πάντως αρκετοί αξιωματικοί βγήκαν στις τηλεοράσεις και τάχθηκαν ανοιχτά υπέρ της εξέγερσης, ενώ το Στρατιωτικό Συμβούλιο που συνεδρίασε χωρίς τον Μουμπάρακ εξέδωσε ένα «Στρατιωτικό Ανακοινωθέν αρ. 1», που υπέγραψε ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου. Η φρασεολογία αυτή είναι η ίδια που χρησιμοποίησαν οι αξιωματικοί του Νάσσερ όταν πήραν την εξουσία, ανατρέποντας τον Βασιληά της Αιγύπτου. Στο ανακοινωθέν, η ηγεσία του στρατού δηλώνει ότι «εγγυάται» τις διεκδικήσεις του λαού. Την απάντηση όμως για το τι θα κάνει ο Στρατός θα την δώσει ίσως το «ανακοινωθέν αρ. 2» που αναμένεται τώρα, μετά το διάγγελμα Μουμπάρακ. (σ.σ. Πάντως, το Προεδρικό Μέγαρο και άλλα κρίσιμα σημεία του καθεστώτος δεν τα φυλάει ο Στρατός, αλλά η Προεδρική Φρουρά).
Στις απαρχές του κινήματος ήταν ένα κίνημα 60.000 νέων, κυρίως της μεσοαστικής τάξης, που έδωσαν σκληρούς αγώνες και μερικοί έχασαν τη ζωή τους για τα ανθρώπινα δικαιώματα, δικτυωμένοι μέσω του ‘Ιντερνετ. ‘Ένα άλλο κίνημα είναι το «κίνημα της 6ης Απριλίου», με 60.000 νέους 20-30 ετών, οργωμένων μέσω διαδικτύου, που δημιουργήθηκε από αφορμή μια κίνηση αλληλεγγύης σε μια εργατική απεργία το 2008 και είναι το πιο ενεργό την τελευταία τριετία. Σε αυτά πρέπει να προστεθούν διάφορα άλλα κινήματα της αριστεράς, για τα ανθρώπινα δικαιώματα, νέων, φοιτητών και φιλελεύθερων)Προτίμησαν να δρουν αποκεντρωμένα για να αποφύγουν τις αστυνομικές διώξεις, προχθές όμως συγκρότησαν δύο μεγάλες «συμμαχίες», την αριστερίζουσα «Συμμαχία της Επανάστασης του θυμού» και τη «Συσπείρωση νέων της 25ης Ιανουαρίου». Διεκδικούν αποχώρηση Μουμπάρακ, άρση κατλαστασης πολιορκίας, δημιουργία συνταγματικού συμβουλίου για επεξεργασία συντάγματος, διάλυση και εκλογή νέου κοινοβουλίου, δίκη διφθαρμένων πολιτικών και υπευθύνων για «εγκλήματα κατά του αιγυπτιακού λαού» και ειδικά δολοφονίες διαδηλωτών.
Σε αυτές τις δυνάμεις προστέθηκαν σταδιακά τα διάφορα πολιτικά κόμματα της αντιπολίτευσης (νασσερικοί, αριστεροί, Μπαραντέι, Αδελφοί Μουσουλμάνοι κλπ). Μια από τις μεγάλες αποκαλύψεις της επανάστασης, λέει η Ghanem, ήταν αυτή του βαθμού υπερτίμησης των ΑΜ από το καθεστώς προκειμένου να τρομοκρατήσει τους Κόπτες, να εξουδετερώσει την αντιπολίτευση και να πάρει με το μέρος του τμήμα της αριστεράς. Οι νέοι της κίνησης συμμετείχαν, δεν πρωταγωνίστησαν όμως στην επανάσταση. Οι ΑΜ αντιμετωπίζουν μείζον πρόβλημα πολιτικής στρατηγικής, μη μπορώντας να μετασχηματίσουν την αναμφισβήτητη συμπάθεια που διαθέτουν σε πολιτική επιτυχία. Εδώ και μερικά χρόνια, τους διαπερνά ένας «αέρας εκσυγχρονισμού» στο επίπεδο της υιοθέτησης δυτικών ρούχων και μοντέρνας επικοινωνίας. Επίσημα εγκατέλειψαν κάθε θεοκρατικό σχέδιο και δηλώνουν οπαδοί των τουρκικών και μαροκινών ισλαμιστών. Αλλά συνεχίζουν να διατηρούν διπλή γλώσσα στις λαϊκές γειτονιές, μια προς τα έξω και μια πολύ παραδοσιακή.
Σε κάθε περίπτωση, ακόμα κι αν είναι ο προτιμώμενος από τον Νετανιάχου Σουλεϊμάν, ο διάδοχος του Μουμπάρακ, «σε κάθε περίπτωση ο μεγάλος χαμένος της λαϊκής δημοκρατικής επανάστασης θα είναι το Ισραήλ», εκτιμά η Κυρία Γκάνεμ, που θυμίζει ότι ο Σουλεϊμάν ήταν ο πρωτεργάτης της συμφωνίας αερίου με το Ισραήλ, που θεωρείται εξαιρετικά δυσμενής για τα αιγυπτιακά συμφέροντα.
Ο αιγυπτιακός γίγαντας ξύπνησε. Το τζίνι δεν θα ξαναμπεί στο μπουκάλι. Μπορεί να επηρεάσει κι άλλες αραβικές χώρες.
EFRAIM INBAR, κορυφαίος Ισραηλινός στρατηγικός: ΜΟΝΗ ΛΥΣΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΡΑΒΕΣ Ο ΑΥΤΑΡΧΙΣΜΟΣ, Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΕΝ ΘΑ ΔΟΥΛΕΨΕΙ
Aπό τους κορυφαίους διαμορφωτές της ισραηλινής στρατηγικής σκέψης, ο Καθηγητής Efraim Inbar διευθύνει το σπουδαιότερο ίσως Κέντρο Στρατηγικών Σπουδών της χώρας του, το BESA στο Πανεπιστήμιο Μπαρ-Ιλάν. Υπηρέτησε σε διάφορες κρατικές θέσεις και είναι μέλος του Ιστορικού Τμήματος των ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων και Πρόεδρος του Συνδέσμου Διεθνών Μελετών του Ισραήλ. Δηλώνει ενθουσιώδης οπαδός του Ηράκλειτου, που τον ερμηνεύει ως απόστολο του Πολέμου, ενώ ομολογεί αυτοβούλως, με αφορμή μια ερώτηση για την Τουρκία, το ηθικο-πολιτικό του credo: «Δεν εμπιστεύομαι κανέναν. Η λέξη εμπιστοσύνη δεν υπάρχει στο λεξιλόγιό μου». Μιλήσαμε μαζί του σε μια προσπάθεια να έχουμε μια ιδέα των αντιλήψεων που επικρατούν στο Ισραήλ για την αιγυπτιακή κρίση.
Η κυβέρνηση της Αιγύπτου, λέει, εφαρμόζει επιτυχώς μια τακτική «ανάσχεσης» του εναντίον της κινήματος, διεξάγοντας έναν πόλεμο φθοράς, στον οποίο μάλλον θα επικρατήσει. Του παρατηρούμε ότι το κίνημα δεν δείχνει προς το παρόν να «κουράζεται», νέες κοινωνικές δυνάμεις προστίθενται στην εξέγερση, πολλαπλασιάζονται οι απεργίες των εργατών. Σε μια τέτοια περίπτωση, υποστηρίζει, μπορεί τελικά το καθεστώς να χρειαστεί να χρησιμοποιήσει περισσότερη ισχύ. «Η καταπίεση δουλεύει» προσθέτει γελώντας (“repression works”).
Δουλεύει όμως άραγε τόσο καλά η καταπίεση, όσο φαίνεται ίσως εκ πρώτης όψεως; Κι αν δουλεύει, ποιες είναι οι μακροχρόνιες συνέπειες της χρήσης της; ρωτάμε τον Καθηγητή. Στο κάτω-κάτω αν υπήρξε κάποιος που ήξερε τη βία καλύτερα από όλους δεν ήταν άλλος από τον Ναπολέοντα. Κι ήταν αυτός ακριβώς που είπε ότι με τις λόγχες μπορείς να κάνεις τα πάντα, εκτός από το να καθήσεις πάνω τους. Ο Εφραίμ ‘Ινμπαρ τα ακούει όλα αυτά ευγενώς μεν, κάπως «βερεσέ» δε. Η καταπίεση, μας λέει, δούλεψε για πολλές δεκαετίες και μπορεί να δουλέψει και στο μέλλον. Δεν πιστεύω πολύ, μας λέει, στη δυνατότητα αλλαγής προς τη δημοκρατία. Οι μόνες συγκροτημένες πολιτικές δυνάμεις στην Αίγυπτο είναι ισλαμικές δυνάμεις, περιλαμβανομένων των «Αδελφών Μουσουλμάνων». Αυτό καθιστά μόνη αξιόπιστη εναλλακτική, μόνο δρόμο, τα αυταρχικά καθεστώτα.
Δηλαδή υπάρχει κάτι στο Ισλάμ που δεν επιτρέπει τη δημοκρατία; Ρωτάμε τον Καθηγητή, που περιορίζει το ασυμβίβαστο στους ‘Αραβες, αναφέροντας παραδείγματα επιτυχούς έναρξης εκδημοκρατισμού ισλαμικές χώρες όπως την Μαλαισία, την Ινδονησία και την Τουρκία. Το αποδίδει στην «αποτυχία» των «αραβικών ελίτ», στη μη ύπαρξη «εκσυγχρονιστικών ελίτ» όπως αυτές που υπάρχουν στην Κορέα ή την Μαλαισία. ‘Όταν τον ρωτάμε γιατί συμβαίνει αυτό, το αποδίδει σε μερικά στοιχεία της αραβικής πολιτικής κουλτούρας.
O Καθηγητής ‘Ινμπαρ δεν μασάει τα λόγια του για τον Ομπάμα και την πολιτική του. Θεωρεί ότι η στροφή του Προέδρου των ΗΠΑ, που ζητούσε πριν μια βδομάδα την άμεση αποχώρηση του Μουμπάρακ, είναι στη σωστή κατεύθυνση, παραμένει όμως ανεπαρκής. Ακόμα και τώρα, που η Ουάσιγκτων ζητά «μετάβαση εν τάξει», η πολιτική της παραμένει «αρκετά αφελής», όπως π.χ. όταν επιμένει στην κατάργηση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Η κυβέρνηση Ομπάμα, υπογραμμίζει, διακρίνεται για την αφέλειά της και για το «σύνδρομο του Κάρτερ».
‘Όταν του παρατηρούμε ότι και οι νεοσυντηρητικοί, στις αρχές της δεκαετίας, έθεσαν τη «δημοκρατία» ως κεντρικό σύνθημα στη Μέση Ανατολή, συμφωνεί ότι ήταν κι αυτοί «πολύ ιδεαλιστές» και απέτυχαν στην «πολιτική μηχανική», όπως σε Ιράκ και Αφγανιστάν. Εγώ, συμπληρώνει, είμαι οπαδός ενός διαφορετικού, πιο πραγματιστικού συντηρητισμού. Δεν πρέπει να επιτρέπεται η συμμετοχή στις εκλογές μη δημοκρατικών κομμάτων, όπως της Χαμάς, που οι Αμερικανοί επέτρεψαν να πάρει μέρος στις παλαιστινιακές εκλογές, με αποτέλεσμα να ελέγχει σήμερα τη Γάζα. Υπάρχουν φανατικοί στον ισλαμικό χώρο, πολύ περισσότερο φανατικοί από τον Αχμαντινετζάντ, τονίζει.
Με την ευκαιρία της συνομιλίας μας δεν παραλείπουμε να τον ρωτήσουμε για τις σχέσεις με την Τουρκία. Μιλάει για σοβαρό ρήγμα με την ‘Αγκυρα, λόγω της μεταβολής της τουρκικής στάσης απέναντι στο Ισραήλ. Αποδίδει τη νέα τουρκική πολιτική στην ισλαμική απόχρωση στην εξωτερική πολιτική, στην επιθυμία μεγαλύτερου ρόλου στη Μέση Ανατολή και στις αυτοκρατορικές φιλοδοξίες της ‘Αγκυρας.
Μένει πάντως κανείς με την απορία για το αν η αποτυχία του αραβικού «εκσυγχρονισμού» και όσα ο Καθηγητής προσάπτει στην «αραβική πολιτική κουλτούρα», δεν οφείλονται τελικά παρά ακριβώς στην απαίτηση να παραμείνει ο αραβικός κόσμος σε αποικιακή σχέση προς τη Δύση και το Ισραήλ. Διερωτάται επίσης κανείς, τι θα σήμαινε για τα μακροχρόνια στρατηγικά συμφέροντα και την εικόνα της Δύσης, αν ταυτιζόταν με μια μεγάλης έκτασης αιματηρή καταστολή. Μια τέτοια καταστολή πιθανώς θα απαιτούνταν, χωρίς να είναι καθόλου βέβαιο ότι θα τα κατάφερνε τελικά να σώσει τους από πολλού χρεωκοπημένους πολιτικά αραβικούς αυταρχισμούς. Η προσπάθεια να κρατηθεί ο Σάχης με το ζόρι, πριν από 30 χρόνια, όχι μόνο απέτυχε, εξακολουθεί να έχει τεράστιες πολιτικές συνέπειες σήμερα. ‘Οσο για τη λογική του Διαρκούς Πολέμου, εμφανίζεται μεν από τους οπαδούς της ως η μόνη ρεαλιστική, ιστορικά όμως, σε αυτήν ακριβώς περιέχεται το σπέρμα της αυτοκαταστοφής.
konstantakopoulos.blogspot.com
Κόσμος του Επενδυτή, 13.2.2011
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
