Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Κύριε Κοντονή, να άλλος ένας αντικομμουνιστής – Κατηγορεί τον κομμουνισμό για τη “Μακεδονία” – Να τον επαναφέρεις στην τάξη

Δημοσιεύτηκε στις

O Τίτο και η Κομμουνιστική Διεθνής, είναι οι ανάδοχοι του όρου «Μακεδονία»: Το Σκοπιανό δεν ξεχάστηκε…

File Photo: Ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς (Δ) χαιρετάει τον ομόλογό του από την ΠΓΔΜ Nikola Dimitrov (Α) μετά τις κοινές δηλώσεις στο Υπουργείο Εξωτερικών, Αθήνα, την Τετάρτη 14 Ιουνίου 2017. ΑΠΕ-ΜΠΕ, ΣΥΜΕΛΑ ΠΑΝΤΖΑΡΤΖΗ
Του Πέτρου Μηλιαράκη* Το «Σκοπιανό» δυστυχώς «δεν ξεχάστηκε μετά από …δέκα χρόνια»! Εξακολουθεί να βρίσκεται στην επικαιρότητα είκοσι έξι (26) συναπτά έτη, και να επικαιροποιείται διαρκώς (όπως και στον παρόντα χρόνο). Το «Σκοπιανό» εξακολουθεί να είναι το «αγκάθι» για τη σχέση Αθηνών και Σκοπίων με ευρύτερες διαστάσεις για τη Βαλκανική, και όχι μόνο!..

Έτσι κατ’ ουσίαν έχει …«στοιχειώσει» η «κληρονομιά του Στρατάρχη Τίτο», ο οποίος για τους δικούς του ιδεολογικούς, πολιτικούς και ευρύτερα γεωπολιτικούς λόγους, αποφάσισε μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου να μετονομασθεί η Βαρντάσκα Μπανόβινα (Vardar Banovina) αρχικώς σε «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας» και στη συνέχεια σε «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας». Και τούτο γιατί ο Στρατάρχης Τίτο διαρκώς καλλιεργούσε την ιδέα ενός χωριστού και διακριτού κράτους στο οποίο θα υπαγόταν ως λαός το …«Μακεδονικό Έθνος»!
Οι βλέψεις δε αυτές του Στρατάρχη Τίτο για την ευρύτερη γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας επιβεβαιώθηκαν κυρίως το Δεκέμβριο του 1944, όταν ανήγγειλε δημοσίως πως στόχος του ήταν να επανενώσει «όλα τα τμήματα της Μακεδονίας που διασπάστηκαν το 1912 και 1913 από τους Βαλκάνιους Ιμπεριαλιστές» (sic).
Για την ακρίβεια των ιστορικών γεγονότων, επί των οποίων θα πρέπει να τοποθετηθούν εταίροι και σύμμαχοι της Ελλάδας, θα πρέπει να τεθούν υπ’ όψιν τα παρακάτω:
1) Η προαναφερόμενη δημόσια διακήρυξη του Στρατάρχη Τίτο του Δεκεμβρίου 1944, και ήδη λόγω των ψυχροπολεμικών καταστάσεων, υποχρέωσε την κυρίαρχη δύναμη του λεγόμενου Δυτικού Κόσμου τις ΗΠΑ, με τηλεγράφημα του State Department να εναντιωθούν στην πολιτική αυτή. Η Διοίκηση των ΗΠΑ έλαβε δημοσίως θέση με τα εξής: «Η –αμερικανική- Κυβέρνηση θεωρεί ότι αναφορές του τύπου μακεδονικό «έθνος», μακεδονική «Μητέρα Πατρίδα» ή μακεδονική «εθνική συνείδηση» αποτελούν αδικαιολόγητη δημαγωγία που δεν αντικατοπτρίζει καμία πολιτική πραγματικότητα και βλέπει σε αυτές την αναγέννηση ενός πιθανού μανδύα που θα υποκρύπτει επιθετικές βλέψεις εναντίον της Ελλάδας». Ως εκ τούτου (δυστυχώς) η σπουδή της αμερικανικής διπλωματίας στις 4 Νοεμβρίου 2004 να αναγνωρίσει τη γείτονα χώρα με την ονομασία «Δημοκρατία της Μακεδονίας», στηρίζεται σε προδήλως εσφαλμένη και ασφαλώς σε ανιστόρητη προϋπόθεση, ενώ αφορά ενέργεια που δεν δικαιολογείται για το κύρος της Αμερικανικής Συμπολιτείας.
2) Μετά το πέρας των Βαλκανικών Πολέμων, το 1912 και 1913, τα περισσότερα Ευρωπαϊκά εδάφη της ήδη διαλυμένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, περιήλθαν μερικώς στην Ελλάδα, στην Βουλγαρία και στη Σερβία. Η περιοχή δε που σήμερα ευρίσκεται στο κράτος των Σκοπίων ονομάστηκε (τότε) Νότια Σερβία.
3) Με τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το 1918, η Σερβία αποτέλεσε μέρος του Βασιλείου των Σέρβων, των Κροατών και των Σλοβένων και το 1929 μετονομάσθηκε σε Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας. Η επικράτεια δε του Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας διαιρέθηκε σε «Περιφέρειες» τις επικαλούμενες «Μπανόβινα». Ως εκ τούτου το σημερινό κράτος των Σκοπίων αφορούσε πλέον την «Βαρντάσκα Μπανόβινα» του Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας.
4) Η «Διακήρυξη του Στρατάρχη Τίτο» το 1944, που οφειλόταν όχι μόνο σε ιδεολογικοπολιτικούς αλλά ασφαλώς και σε γεωστρατηγικούς σκοπούς, με επίκληση για την «ενότητα των τμημάτων της Μακεδονίας που διασπάσθηκαν από τους Ιμπεριαλιστές» (sic), είχε την «προϊστορία» της. Και είχε την «προϊστορία» της, γιατί κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου και κυρίως από το έτος 1934 και μετά, αναπτύχθηκε η «νέα ιδεολογία» της «γέννησης του Μακεδονισμού», μέσω της «Κομμουνιστικής Διεθνούς» (Komintern), οπότε στη σχετική «Συνεδρίαση της Γραμματείας των Βαλκανικών Κρατών», αποφασίστηκε η ανάδειξη «Μακεδονικού Έθνους» (!) που θα προοριζόταν για την αυτοδιάθεσή του και για τη συγκρότηση της λεγόμενης «Μακεδονικής Δημοκρατίας των Εργαζόμενων Μαζών»! Η απόφαση αυτή δημοσιοποιήθηκε, προκειμένου να δεσμεύσει ως «Κουμμουνιστική Διεθνής» τα Κομμουνιστικά Κόμματα, ιδιαιτέρως των αμέσως εμπλεκομένων κρατών.
5) Στη συνέχεια ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος δημιούργησε νέες καταστάσεις, οπότε η Γιουγκοσλαβία πέρασε στην κατοχή των δυνάμεων του Άξονα την περίοδο 1941-1945. Η περιοχή δε του Βαρδάρη διαιρέθηκε ανάμεσα στην Βουλγαρία και την Ιταλοκρατούμενη Αλβανία. Οι καταστάσεις όμως που δημιούργησαν οι κατοχικές δυνάμεις, ώθησαν κυρίως από το 1943 και μετά, σημαντική μερίδα Σλαβομακεδόνων να στηρίξουν εμπράκτως «την Κομμουνιστική Αντίσταση των Παρτιζάνων», να στηρίξουν δηλαδή το Κίνημα που είχε δημιουργηθεί υπό τον Κροάτη Στρατάρχη Τίτο. Έτσι, «ο Εθνικός Απελευθερωτικός Πόλεμος» κατέληξε στο να υποχωρήσουν τα γερμανικά στρατεύματα και να ηττηθούν.
 • τα τέσσερα ονόματα με πέμπτο εκείνο της ΠΓΔΜ -FYROM 
6) Σταθμός όμως εξακολουθεί και πάλι να είναι το έτος 1944, οπότε το «Αντιφασιστικό Συμβούλιο» για την «εθνική απελευθέρωση της Μακεδονίας», διακήρυξε τη δημιουργία της «Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» (όπως προαναφέρεται), που υπαγόταν στη δημιουργηθείσα τότε «Λαϊκή Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας». Ωστόσο, το 1963 με τη μετονομασία της Ομοσπονδίας αυτής σε «Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας», η τότε «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας» μετονομάσθηκε και πάλι (για τέταρτη φορά!) σε «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας» και αποτέλεσε ομόσπονδο κρατίδιο αυτής. Έτσι η περιοχή των Σκοπίων γνώρισε τις ονομασίες: της Νότια Σερβίας, της Βαρντάσκα Μπανόβινα, της «Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» της «Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» και ως προσωρινό όνομα με βάση την απόφαση 817/1993 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών εκείνο της «Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» (ΠΓΔΜ-FYROM). Υπ’ όψιν δε ότι η ΠΓΔΜ αποδέχθηκε επισήμως ότι η προσωρινή αυτή ονομασία αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Περαιτέρω:
7) Η επελθούσα με τον τερματισμό της μεταψυχροπολεμικής περιόδου διάλυση της «Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας», το κράτος των Σκοπίων κήρυξε το 1991 την ανεξαρτησία του με απόσχιση ειρηνική και αναίμακτη, επενδύοντας υπό τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις στο όνομα της «Μακεδονίας» που αφορούσε κληρονομιά του Στρατάρχη Τίτο κατά τα προεκτεθέντα. Ταυτοχρόνως δε σηματοδότησε και αλυτρωτικές τάσεις, ενώ στην πορεία εκμεταλλεύθηκε και εθνικά σύμβολα που ανήκουν αποκλειστικώς και μόνο στο Ελληνικό Έθνος. Τούτα όλα ασφαλώς προκάλεσαν την έντονη και δίκαιη αντίδραση της Ελλάδας. Πέραν των προηγουμένων επισημειώνονται και τα εξής:
•πρόκειται για «Κεντρική Βαλκανική Δημοκρατία» 
8) Για να είμαστε ακριβείς και δίκαιοι ως προς το «Σκοπιανό», αλλά και για να μην δημιουργούνται λαθεμένες εντυπώσεις, θα πρέπει στην όλη αυτή διαδικασία να λαμβάνονται σοβαρώς υπ’ όψιν και να καταγράφονται τα παρακάτω:
α) Από άποψη γεωγραφίας ο όρος «Μακεδονία» περιλαμβάνει εδάφη τα οποία ανήκουν στη σημερινή επικράτεια συγκεκριμένων βαλκανικών χωρών. Ειδικότερα «το κύριο μέρος της γεωγραφικής Μακεδονίας» καταλαμβάνει τα όρια της Αρχαίας Ελληνικής Μακεδονίας, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων εμπίπτει εντός της ελληνικής επικράτειας. Συγκεκριμένα η γεωγραφική αναφορά της Μακεδονίας αφορά 55% στην Ελλάδα, 35 % στην ΠΓΔΜ, 9 % στη Βουλγαρία και μόλις 1 % στην Αλβανία. Ειδικότερα με αναφορά στην γεωγραφία το κράτος των Σκοπίων αφορά κεντρικό βαλκανικό κράτος το οποίο συνορεύει με το Κόσοβο στα βορειοδυτικά, τη Σερβία στα βόρεια, τη Βουλγαρία στα ανατολικά, την Ελλάδα στα νότια και την Αλβανία στα δυτικά.
β) Από άποψη ιστορίας, τα δεδομένα δεν επιδέχονται αντίθετου λόγου, καθόσον με αμιγώς σοβαρούς επιστημονικούς ιστορικούς όρους (για να μην περιπαίζονται γνωστικά αντικείμενα και αδιαμφισβήτητες παραδοχές, των οποίων επιχειρείται η αναίρεση με ευτελείς προπαγάνδες), το ελληνικό όνομα Μακεδονία, αναφέρεται αποκλειστικώς στο κράτος και στον πολιτισμό των αρχαίων Μακεδόνων οι οποίοι, αδιαμφισβητήτως, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της πολιτιστικής, εθνικής και ιστορικής κληρονομιάς της Ελλάδας. Ουδεμία δε σχέση έχουν οι Έλληνες Μακεδόνες με τους κατοίκους της ΠΓΔΜ, οι οποίοι είναι απόγονοι των Σλάβων. •η πρόκληση για τους εταίρους και συμμάχους της Ελλάδας
9) Η εμμονή της Διοίκησης των Σκοπίων στο όνομα «Μακεδονία» είναι προδήλως αλυσιτελής. Η επιμονή στο όνομα αυτό ή σε παράγωγό του επιβεβαιώνει τα όσα επεδίωκε ο Στρατάρχης Τίτο, ενώ αγνοεί τα όσα το State Department ήδη από το 1944 αντιθέτως διακήρυξε. Ιδιαιτέρως η εμμονή αυτή των Σκοπίων δεν αντέχει και ενώπιον των κανόνων του ευρωπαϊκού νομικού και πολιτικού πολιτισμού που εγκαθιδρύει το πρωτογενές ευρωπαϊκό ενωσιακό δίκαιο, το οποίο επιτάσσει το σεβασμό στην εθνική ταυτότητα των κρατών-μελών. Προκειμένου περί των Σκοπίων ο όρος «Μακεδονικό Έθνος» ή «Μακεδονία» δεν αντικρίζει εθνική ταυτότητα συμφυή με τη συνταγματική δομή του κράτους αυτού, και για το λόγο αυτό προσκρούει ευθέως στη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 4 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Επίσης:
10) ΑΞΙΟ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΟΤΙ: Ενώ η «Κομμουνιστική Διεθνής» αυτοτελώς διαλύθηκε στις 15 Μαΐου 1943, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (επι Στάλιν!), λίγους μήνες μετά, στις 29 Νοεμβρίου 1943 το «Αντιφασιστικό Συμβούλιο Εθνικής Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας» (βλ. Τίτο–Παρτιζάνοι), αποφάσισε, παρά την αυτοδιάλυση της «Κομμουνιστικής Διεθνούς» και της αυτοακύρωσης των αποφάσεών της, να επικυρώσει τη γεωπολιτική στρατηγική του Τίτο, μετονομάζοντας την Βαρντάσκα Μπανόβινα σε «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας» κατά τα προεκτεθέντα. Ιδού γιατί το όνομα «Μακεδονία» που επικαλούνται σήμερα τα Σκόπια, αφορά παρακαταθήκη του Στρατάρχη Τίτο. Τίθεται συνεπώς μείζον ζήτημα εάν οι εταίροι και σύμμαχοι της Ελλάδας θα προσχωρήσουν στο ανιστόρητο «δόγμα του Τίτο». Ειδικότερα:
11) Η Διοίκηση των Σκοπίων με την ανιστόρητη εκμετάλλευση των ελληνικών συμβόλων και του ιστορικού ονόματος της Μακεδονίας που ανήκει και μόνο στο Ελληνικό Έθνος, εκ προοιμίου αντιβαίνει και παραβιάζει τις βασικές αξιώσεις του νομικού και ευρωπαϊκού πολιτισμού, ενώ οι ευρύτερες επιδιώξεις του όρου «Μακεδονία» που αντανακλούν αυτομάτως σε αλυτρωτισμό, εντάσσονται αποκλειστικώς και μόνο στους ανιστόρητους σχεδιασμούς που η τότε «Κομμουνιστική Διεθνής» ήθελε να επιβάλει. Τέλος θα πρέπει να αναφερθούν και τα εξής:
12) Ανεξαρτήτως της λεγόμενης «ενδιάμεσης συμφωνίας» της 13ης Σεπτεμβρίου 1995, και της τύχης που είχε και των εξελίξεων επ’ αυτής, σημαίνουσα για την ελληνική στάση αξία έχει η υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Καραμανλή, το έτος 1992, απόφαση του «Συμβουλίου των Πολιτικών Αρχηγών», το οποίο αποτελούσαν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο Ανδρέας Παπανδρέου, η Μαρία Δαμανάκη, και η Αλέκα Παπαρήγα. Το «Συμβούλιο» αυτό απεφάνθη (με μειοψηφία της Αλέκας Παπαρήγα), ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να αναγνωρίσει τα Σκόπια με ονομασία που θα περιέχει τον όρο «Μακεδονία» ή παράγωγό του. Επίσης στις «Συναντήσεις Κορυφής» του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι τον Απρίλιο του 2008, το Μάιο του 2012 στο Σικάγο και το Σεπτέμβριο του 2014 στο Κάρντιφ της Ουαλίας, η ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ συνδέθηκε αρρήκτως με την προϋπόθεση επίλυσης του ζητήματος του ονόματος σε σχέση με την Ελλάδα. Έκτοτε και επί των ημερών μας η στάση αυτή είναι και πρέπει να είναι σταθερή, έναντι της «Κεντρικής Βαλκανικής Δημοκρατίας» των Σκοπίων.
Το ιστορικό όνομα της Μακεδονίας ανήκει στην Ελλάδα. Ψευδεπίγραφες εκδοχές και υιοθέτηση των σκοπιμοτήτων του Στρατάρχη Τίτο, δεν είναι αποδεκτές, όπως δεν είναι και ανεκτές.

Ο Πέτρος Μηλιαράκης δικηγορεί στα Ανώτατα Ακυρωτικά Δικαστήρια της Ελλάδας και στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια του Στρασβούργου και του Λουξεμβούργου (ECHR και GC – EU).

Πηγή: O Τίτο και η Κομμουνιστική Διεθνής, είναι οι ανάδοχοι του όρου «Μακεδονία»: Το Σκοπιανό δεν ξεχάστηκε… http://mignatiou.com/2017/08/o-tito-ke-i-kommounistiki-diethnis-ine-i-anadochi-tou-orou-makedonia-to-skopiano-den-xechastike/

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός5 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις6 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή