Οικονομία
«Χρειαζόμαστε νέους ηγέτες, με όραμα και θάρρος…»
Σε μια εποχή σαν αυτή που ζούμε τώρα, όλοι έχουν τις απορίες και τις αγωνίες για το αύριο. Ολοι προσπαθούν να δώσουν εξηγήσεις για όσα έγιναν και αναζητούν λύσεις. Αμεσες λύσεις. Σε τέτοιες δύσκολες στιγμές, μόνο ένας ειδικός μπορεί να φωτίσει όλες τις πλευρές του προβλήματος.
Κάνοντας αυτές τις σκέψεις, το μυαλό μου πήγε στο sir Βασίλειο Μαρκεζίνη. Τον Ελληνα καθηγητή και ακαδημαϊκό. Αυτός θα μπορούσε να αναλύσει, να επισημάνει και να προτείνει πιθανές διεξόδους από το λαβύρινθο.
Προσπάθησα να επικοινωνήσω μαζί του, γνωρίζοντας ότι δεν θα είναι και τόσο εύκολο, μιας και σίγουρα δεν ήμουν ο μόνος που θα έκανε αυτή τη σκέψη. Πίστευα όμως ότι τελικά θα πετύχω.
Αυτό που δεν περίμενα όμως ήταν δύο αστάθμητοι παράγοντες:
-Ο πρώτος: Είχε σπάσει το γόνατό του και είχε καθηλωθεί στο σπίτι και
-ο δεύτερος: Οι 520 σελίδες του νέου του βιβλίου τον είχαν καθηλώσει στο γραφείο του.
Αυτά τα δύο στοιχεία προκάλεσαν μια κάποια καθυστέρηση, όμως δημιούργησαν και τις βάσεις μιας πιο αναλυτικής συνέντευξης.
Τα ερωτήματα, στο μεταξύ, είχαν πληθύνει, αλλά και το γόνατο είχε τις δικές του απαιτήσεις.
Ακόμη και ο γιατρός του δεν κατάφερε να τον πείσει για γενική αναισθησία και χειρουργική επέμβαση. Υπήρχε φόβος, σε αυτή την περίπτωση, να πάει πίσω η έκδοση του βιβλίου.
Προτίμησε λοιπόν την επέμβαση χωρίς αναισθητικό. Ετσι -μετά τη μεσολάβηση ενός κοινού φίλου- ήρθε η στιγμή της τηλεφωνικής μας επικοινωνίας. Τότε όλα είχαν ωριμάσει και η συνομιλία μας καταγράφηκε από το μικρό μου μαγνητόφωνο.
Το σπίτι του στην Οξφόρδη και το γραφείο με θέα σε έναν καταπράσινο κήπο. Εξω λιακάδα ελληνική και όχι λονδρέζικη συννεφιά.
Εξω οι εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο τρέχουν.
Μέσα στο γραφείο πάντα ηρεμία, αν και ποτέ δεν είναι μόνος… Φίλος και σύντροφος, ο πανέμορφος Οτι. Περιμένει πάντα ένα μπισκοτάκι από τον κύριό του.
Μερικές φορές, κυκλοφορεί ανάμεσα στα χειρόγραφα και η Νταίζη, κουνώντας κι αυτή την ουρά της.
Παρασύρθηκα όμως.
Ας κοιτάξω το σημειωματάριό μου.
Λοιπόν, δεν πρέπει να ξεχάσω: Να τον ρωτήσω για Καραμανλή και Παπανδρέου. Για τις μεγαλύτερες σημερινές προκλήσεις. Για τα «πρέπει» και τα «μη»… Να τον ρωτήσω ακόμη για τη στάση του λαού, αλλά και για τις κυβερνήσεις συνεργασίας. Ενα άλλο θέμα που καίει είναι οι σχέσεις με το «γείτονα». Σίγουρα θα έχει πολλά να μας πει…
Είμαι πανέτοιμος να πατήσω το REC.
Πριν του κάνω όμως την πρώτη ερώτηση, εκείνος πρόλαβε και μου υπενθυμίσε τη φράση του Καζαντζάκη:
«Ουδέν ελπίζω, ουδέν φοβούμαι, είμαι ελεύθερος…» και πρόσθεσε: Με αυτή τη φράση ως οδηγό, μπορώ να προσφέρω περισσότερα στην πατρίδα μου. Μόνο αυτό θέλω.
Με τη φράση αυτή, ξεκαθάρισε και το τοπίο σχετικά με όσα κατά καιρούς λέγονται και γράφονται. Πιστεύει μόνο στην ελευθερία του λόγου, που είναι αδιαπραγμάτευτη γι’ αυτόν. Ολα τα παραπάνω προδιαθέτουν για μια δυναμική και -γιατί όχι;- μια προκλητική συνέντευξη…
Καλό είναι να αρχίσουμε.
Η τεχνολογία μάς βοηθάει να αποτυπώσουμε τις σκέψεις του.
Κύριε Μαρκεζίνη, πιστεύετε ότι πέρασαν τα χειρότερα της οικονομικής κρίσης;
Οχι ακόμη. Στα τέλη της προηγούμενης χρονιάς, οι Ευρωπαίοι μιλούσαν απαξιωτικά για την Ελλάδα και σήμερα παριστάνουν τους υπεραισιόδοξους. Και στις δύο περιπτώσεις, ενήργησαν με εγωκεντρικά πολιτικά κίνητρα, αλλά και στις δύο περιπτώσεις έσφαλαν. Στην Ελλάδα, δεν έχουμε φτάσει στο τελευταίο σκαλοπάτι. Ούτε όμως η Ευρώπη ή οι ΗΠΑ έφτασαν. Το σύστημα δεν εξυγιάνθηκε έπειτα από την τραπεζική κρίση. Δεν αυξήθηκαν οι δανεισμοί προς τις επιχειρήσεις. Δεν επετεύχθη μια ισορροπημένη τοποθέτηση μεταξύ κρατικού παρεμβατισμού και φιλελευθεροποίησης της αγοράς. H αύξηση του ΑΕΠ παραμένει χαμηλή. Στην καλύτερη περίπτωση, θα χαρακτηρίζαμε τη σημερινή κατάσταση του κόσμου μας ως αβέβαιη και επισφαλή.
Ποιος, κατά τη γνώμη σας, ευθύνεται κυρίως για την ελληνική κρίση;
Για να κατανοήσουμε τη σημερινή ελληνική κρίση, πρέπει να εστιάσουμε κυρίως στην τελευταία περίοδο της προηγούμενης διακυβέρνησης. Σε όλα τα πολιτικά, οικονομικά, εξωτερικά αλλά και ηθικά ζητήματα, τα τελευταία χρόνια της κυβέρνησης Καραμανλή χαρακτηρίστηκαν από υπεκφυγές, αναποφασιστικότητα, εσωτερικές τριβές, έλλειψη ηγεσίας και διαρκή φημολογία περί ενδοκομματικών προσπαθειών διαδοχής του πρωθυπουργού. Ισως η ιστορία θα «αναδείξει» την κυβέρνηση Καραμανλή ως μία από τις πλέον «ατυχείς» της μεταπολεμικής περιόδου, αν και είναι αλήθεια ότι οι παραλλαγές γύρω από το θέμα της «κυβερνητικής συνεργασίας», στα τέλη της δεκαετίας του ’80. τη συναγωνίζονται επάξια από πλευράς αναποτελεσματικότητας…
Δηλαδή ο κύριος Παπανδρέου είναι άμοιρος ευθυνών;
Οχι, δεν είναι. Επιτρέψτε μου όμως να διευκρινίσω τι εννοώ. Τα προαναφερθέντα ελαττώματα της κυβέρνησης Καραμανλή δίνουν μόνο μερική άφεση αμαρτιών στην κυβέρνηση Παπανδρέου για την ανεύθυνη προεκλογική εκστρατεία της. Ο νέος πρωθυπουργός, άπαξ και ανήλθε στην εξουσία, άργησε πάρα πολύ να εκτιμήσει την έκταση και το βάθος της οικονομικής κρίσης. Επιπλέον, ήταν και παραμένει εμφανής η αδυναμία του να κάνει τους υπουργούς του να ακολουθήσουν μία ενιαία, συμφωνημένη γραμμή. Οταν, τελικά, ο κ. Παπανδρέου αναγκάστηκε να δράσει λόγω εξωτερικών πιέσεων, οι προσπάθειές του επικεντρώθηκαν στη μείωση του ελλείμματος και όχι στην προώθηση της ανάπτυξης. Το δίλημμα αυτό, θεωρητικά, απασχόλησε όλες τις χώρες που αντιμετώπισαν αυτού του είδους τις δυσχέρειες. Στην Ελλάδα, όμως, η έλλειψη κυβερνητικής συνοχής και η πλήρης αποδιοργάνωση του κράτους -στην οποία συνέβαλαν πολλές προηγούμενες κυβερνήσεις (και των δύο κομμάτων) με τους υπέρμετρους διορισμούς φίλων και συγγενών σε κρατικές θέσεις- επιδείνωσαν την κατάσταση.
Τι έχει κάνει η κυβέρνηση από αυτή την άποψη;
Στα πράγματα που θεωρώ ιδιαίτερα «δυσάρεστα» συγκαταλέγεται και το γεγονός ότι η ευθύνη της κυβέρνησης εκτείνεται και στην «επεμβατική πολιτική» που ασκεί σε σημαντικό αριθμό των επονομαζόμενων «σοβαρών» ΜΜΕ. Τα συγκεκριμένα μέσα ενημέρωσης, ιδίως τα έντυπα, βρίσκονται σήμερα σε τόσο άσχημη οικονομική κατάσταση, ώστε η επιβίωσή τους εξαρτάται άμεσα από τη συνεχή και πολύπλευρη στήριξη της κυβέρνησης. Και λαμβάνουν πράγματι τη στήριξή της, δημοσιεύοντας ως αντάλλαγμα «ρόδινα» ρεπορτάζ περί προόδου, χωρίς να προειδοποιούν το λαό ότι δεν έχει έλθει ακόμη η χειρότερη φάση της κρίσης. Ελάχιστοι δημοσιογράφοι, φέρ’ ειπείν, έχουν τονίσει επαρκώς ότι μεγάλο μέρος της μείωσης των δαπανών πραγματοποιείται υπό τη μορφή της μη πληρωμής των οικονομικών υποχρεώσεων του Δημοσίου (όπως είναι π.χ. η καταβολή του εφάπαξ, το κόστος πληρωμής προμηθειών σε νοσοκομεία ή η πληρωμή διά μέσου ομολόγων κ.λπ.).
Πρέπει να δοθεί μέγιστη προσοχή σε αυτό το γεγονός διότι:
(α) η -πραγματική ή πλασματική- έμφαση στις περικοπές έχει οδηγήσει σε ύφεση και αυτή με τη σειρά της σε μειωμένα φορολογικά έσοδα.
(β) Τα πιο επώδυνα μέτρα (που πρόκειται να επακολουθήσουν -και, σημειωτέον, δεν είναι νέα μέτρα, αλλά αναπόσπαστα τμήματα ήδη συμφωνηθέντων στο μνημόνιο-) έχουν συσκοτιστεί ή ακόμη και συγκαλυφθεί.
(γ) Η επίλυση της κρίσης δεν συνδέεται μόνο με την εξάλειψη του ελλείμματος: συνδέεται άμεσα με τη δομική αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας και την «ενεργοποίηση» των κρατικών οργάνων, που βρίσκονται εδώ και καιρό σε κατάσταση αδράνειας (π.χ. δεν έχουν ακόμη πληρωθεί θέσεις ανώτερων φορολογικών υπαλλήλων, με αποτέλεσμα να μην μπορούν ακόμη να εισπραχθούν φορολογικά χρέη). Τέλος, δεν χρειάζεται να αναφέρω ότι η ανεργία θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο στη χώρα μας, ιδίως όταν η εργασιακή νομοθεσία (αναγκαστεί να) γίνει ακόμη πιο ευέλικτη για να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα.
Ποια είναι, συνεπώς, η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζουμε σήμερα;
Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι η αναδόμηση του ελληνικού κράτους, μεταξύ των βασικών προϋποθέσεων της οποίας θα ανέφερα: Πρώτον, τη μείωση των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα και ειδικά στις ΔΕΚΟ (πράγμα δύσκολο, ασφαλώς, μιας και οι ΔΕΚΟ αποτελούν προπύργιο κομματικών διορισμών). Δεύτερον, την αλλαγή της διαδεδομένης δημοσιοϋπαλληλικής νοοτροπίας που ευνοεί την απάτη, την οκνηρία και την έλλειψη περηφάνιας για το εργασιακό καθήκον. Τρίτον, την αντιμετώπιση της αναπόφευκτης ανόδου της ανεργίας. Ασφαλώς, όλα αυτά συνιστούν στόχους δυσεπίτευκτους, αλλά τα καθήκοντα της κυβέρνησης δεν σταματούν εκεί: η κυβέρνηση οφείλει να πραγματοποιήσει την αναγκαία μεταρρύθμιση κατά έναν τρόπο που θα είναι και θα θεωρείται δίκαιος, ιδίως σε ό,τι αφορά τα πιο αδύναμα τμήματα της κοινωνίας.
Κρίνετε πως έχει ήδη αρχίσει να συμβαίνει κάτι τέτοιο; Και, εάν όχι, πώς θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα;
Σημαντικές αλλαγές, αναμφισβήτητα, έχουν γίνει, αλλά δεν έχουν ολοκληρωθεί. Εξακολουθούν, βλέπετε, να επικρατούν φαινόμενα όπως:
(α) Υπέρογκες δαπάνες στις ΔΕΚΟ.
(β) Προνομιακή μεταχείριση συγκεκριμένων επαγγελματικών κλάδων και θεσμών, όπως λ.χ. συμβαίνει στο Κοινοβούλιο που, στην ουσία, έχει παραμείνει ανέγγιχτο από τα μέτρα.
(γ) Μνημειώδους κρατικής γραφειοκρατίας, αν όχι και αδράνειας.
(δ) Πλήρης ατιμωρησία των πολιτικών που εξώθησαν τη χώρα στην οικονομική και ηθική κατάπτωση.
(ε) Μια αναίσχυντη αλλά και αδιανόητη προσπάθεια ορισμένων ΜΜΕ να επαναφέρουν στο προσκήνιο τους πολιτικούς που ευθύνονται για την κρίση.
Τα τελευταία δύο ζητήματα (δ και ε) συνιστούν προβλήματα «πολιτικής» αλλά και «ηθικής» τάξεως. Εάν όμως θέλεις να πείσεις το λαό να κάνει περισσότερες οικονομικές θυσίες, πρέπει συγχρόνως να τον πείσεις ότι οι κύριοι ένοχοι για την κρίση δεν βρίσκονται πλέον στο «απυρόβλητο»
Τι πρέπει, δηλαδή, να κάνει η κυβέρνηση;
Πρέπει να θέσει σε προτεραιότητα την ανάπτυξη. Και για να επιδιώξει επιτυχώς αυτόν το στόχο:
(α) Πρέπει να απλοποιήσει τη διαδικασία προσέλκυσης ξένων επενδύσεων.
(β) Πρέπει να στραφεί συγκεκριμένα προς την Ινδία και την Απω Ανατολή, ενθαρρύνοντας τους επενδυτές τους να συμμετάσχουν σε προσεκτικά επιλεγμένες ιδιωτικοποιήσεις (αποφεύγοντας, ταυτοχρόνως, πάση θυσία τις διάφορες ύποπτες τράπεζες της Νέας Υόρκης, καθώς και τους διεθνείς κερδοσκόπους που κυκλώνουν σαν γεράκια τις κερδοφόρες επιχειρήσεις ή οργανισμούς της χώρας μας).
(γ) Πρέπει να αλλάξει τη νοοτροπία του δημόσιου τομέα και των εταιρειών, εμπνέοντάς τους γνήσιο ενδιαφέρον και φροντίδα για τους υπαλλήλους. Οπως έχουν επισημάνει μερικοί από τους κορυφαίους παγκοσμίως Ινδούς και Απωανατολίτες διευθύνοντες συμβούλους, το γνωστό μότο «προτεραιότητα στον πελάτη» θα πρέπει σήμερα να γίνει: «προτεραιότητα στους υπαλλήλους». Διότι, εάν δώσεις κίνητρα στους υπαλλήλους σου, εάν τους εμπνεύσεις περηφάνια για τη δουλειά τους και συνεργαστείς μαζί τους στο πλαίσιο της αναπτυξιακής προσπάθειας, τότε όχι μόνο θα έλθουν μεγαλύτερες πωλήσεις και ανάπτυξη, αλλά και οι «πελάτες», με τη σειρά τους, θα μείνουν ικανοποιημένοι.
(δ) Πρέπει να καταμερίσει τα οικονομικά βάρη με πιο δίκαιο τρόπο και να πείσει τους εύπορους ότι είναι αναγκαίο προσωρινά να επωμιστούν μεγαλύτερο μέρος του φορτίου που τους αναλογεί, για να επανέλθουν, μια μέρα, σε ένα αποδεκτό ύψος κερδών.
(ε) Πρέπει να ενθαρρύνει την κερδοφορία (καταδικάζοντας όμως την απληστία) στον εταιρικό τομέα.
(στ) Πρέπει να «καθαρίσει» τις σάπιες πολιτικές ελίτ, δικάζοντας πραγματικά (και όχι μόνο σε επίπεδο ακατάπαυστης παραφιλολογίας…) εκείνους μόνον τους πολιτικούς που πρέπει να δικαστούν και να αποκηρύξει τις κατάφωρα υποκριτικές προσπάθειες που καταβάλλουν συγκεκριμένοι πολιτικοί (και οι δημοσιογράφοι φίλοι τους) για να μας πείσουν ότι έχουν πλέον «διορθωθεί» ή «αλλάξει» και ότι, ως εκ τούτου, δικαιούνται ξανά τις ψήφους μας.
Τι σας ανησυχεί περισσότερο σήμερα;
Το γεγονός ότι, σε περίπτωση που η κυβέρνηση δεν λάβει αυτά τα μέτρα, ο λαός θα αναζητήσει τη λύση στους δρόμους. Μέχρι τώρα η κυβέρνηση έχει χειριστεί επιδέξια τη λαϊκή δυσαρέσκεια, χάρη στη βοήθεια πειθήνιων ΜΜΕ, αλλά και του μεγαλύτερου μέρους του συνδικαλιστικού κινήματος, το οποίο τελεί υπό τον έλεγχό της. Η αποδοκιμασία, λοιπόν, περιορίζεται σε λίγους σχετικά πολιτικούς, όταν κάνουν δημόσιες εμφανίσεις. Η περιορισμένη όμως αυτή αντίδραση δεν μπορεί να διαρκέσει για πάντα. Αναπόφευκτα, η επιδείνωση της κατάστασης θα ανοίξει το δρόμο για όλα εκείνα τα μικρά τμήματα της κοινωνίας που θέλουν να δουν τη «δημόσια κάθαρση» να προσλαμβάνει βίαιη μορφή. Εύχομαι, ειλικρινά, να μη δούμε μια τέτοια εξέλιξη, η οποία, όπως μας διδάσκει η ιστορία, πάντα συνοδεύεται από τεράστιο κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό κόστος.
Από την άλλη πλευρά, όμως, οφείλω να ομολογήσω ότι κατανοώ την απογοήτευση που αισθάνονται πολλοί Ελληνες απέναντι στους άπληστους και υπερόπτες εκείνους πολιτικούς που ευθύνονται για τη σημερινή κρίση.
Είναι λοιπόν αναγκαίο οι μεσαίες τάξεις -οι αστοί, οι «νοικοκυραίοι»- να εγκαταλείψουν πια τον κυνισμό, την αταραξία και τη μοιρολατρία τους, να δουν επιτέλους τη σοβαρότητα της κατάστασης και να αλλάξουν εκ βάθρων τον ελληνικό πολιτικό κόσμο με τρόπο ομαλό και μελετημένο, προτού η ίδια αλλαγή εκδηλωθεί με βιαιότητα.
Και ας σημειωθεί ότι τα πράγματα θα αλλάξουν, μόνον εάν απομακρυνθούν από την πολιτική σκηνή πολλά μέλη της «παλαιάς φρουράς», και όχι εάν αναλάβει την εξουσία της χώρας μια «οικουμενική κυβέρνηση» ή «κυβέρνηση συνεργασίας» όπως θέλουν να μας πείσουν οι περισσότεροι από τους «αποτυχημένους» πολιτικούς μας. Διότι οι εν λόγω πολιτικοί, που εδώ και τρεις γενεές εχθρεύονται ο ένας τον άλλον, δεν μπορούν αίφνης -ως διά μαγείας!- να γίνουν αποτελεσματικοί συνεργάτες και φίλοι. Διόλου, λοιπόν, δεν ευσταθούν τα επιχειρήματα περί του αντιθέτου, διότι, απλούστατα, συγκαλύπτουν το γεγονός ότι αυτό το μοντέλο διακυβέρνησης απέβη τελείως ατελέσφορο στην Ελλάδα.
Γενικότερα, και λαμβανομένης υπόψη της ειδικότητάς σας στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, θα θέλατε να προσθέσετε ένα τελευταίο σχόλιο και για αυτόν τον τομέα;
Σας ευχαριστώ που μου δίνετε τη δυνατότητα να επισημάνω το φόβο μου για ένα γενικότερο θέμα που συνδέεται άμεσα με τα προηγούμενα: την ενδεχόμενη απεμπόληση των εθνικών συμφερόντων μας. Τα οικονομικά άπτονται αυτού του ζητήματος από δύο απόψεις.
Πρώτον, επειδή η οικονομική κρίση του 2008 – 2009 συγκαλύφθηκε και δεν αντιμετωπίστηκε εγκαίρως από την προηγούμενη κυβέρνηση και ο κίνδυνος είναι σήμερα ότι το ίδιο μπορεί να συμβαίνει και με τα εξωτερικά προβλήματα της χώρας: συγκαλύπτονται αντί να συζητιούνται ανοικτά.
Δεύτερον, η σχέση μεταξύ οικονομίας και εξωτερικής πολιτικής είναι σήμερα ακόμη πιο δυσοίωνη, μιας και η κυβέρνηση χρησιμοποιεί συνεχώς την πρώτη για να μας προετοιμάσει -αυτή τουλάχιστον είναι η δική μου εντύπωση- για μια «υποχώρηση» στον εξωτερικό τομέα.
Εάν όντως η πρόθεσή της είναι να βασιστεί στις οικονομικές δυσκολίες για να περάσει αμφιλεγόμενες λύσεις -έστω και εντέχνως συγκαλυμμένες-, τότε διαφωνώ διαρρήδην. Προς επίρρωση της άποψής μου, θα αναφέρω τις διαφορετικές σκέψεις ενός μεγάλου ξένου ηγέτη, ο οποίος βίωσε το ίδιο υπαρξιακό πρόβλημα και το ξεπέρασε. Αναφέρομαι στον Κεμάλ Ατατούρκ, που υποστήριζε ότι μια αποφασιστική εξωτερική πολιτική είναι εφικτή μόνον «όταν έχει κανείς πίσω του μια ενωμένη χώρα, ένα οργανωμένο κράτος και ένα όραμα». Επίσης, για να παραθέσω έναν ακόμη Τούρκο πολιτικό, τον οποίο θαυμάζω ως συγγραφέα αλλά διαφωνώ μαζί του πολιτικά -αναφέρομαι στον κ. Νταβούτογλου-, «ο ανθρώπινος παράγων είναι η σημαντικότερη από όλες τις ”μεταβλητές” της εξωτερικής πολιτικής». Τα στοιχεία που τονίζουν οι γείτονες είναι ακριβώς αυτά που μας λείπουν. Με θλίβει βαθιά να το λέω, αλλά, μιας και το πιστεύω, δεν μπορώ να κρύψω τη γνώμη μου.
Η χώρα μας, λοιπόν, πρέπει να βρει νέους ηγέτες, ηγέτες με όραμα, ηγέτες με θάρρος να ασκήσουν ελληνική εξωτερική πολιτική. Αυτό δεν είναι εύκολο και απαιτεί αρκετό χρόνο, αλλά η συνέχιση του σημερινού status quo είναι, κατά τη γνώμη μου, αδύνατη.
Τα τονίζω όλα αυτά, όχι επειδή έχω έστω και την παραμικρή προσωπική φιλοδοξία για πολιτικούς ρόλους, αλλά γιατί η χώρα μας περπατά σε μια στενωπό χωρίς διαφαινόμενο τέλος. Η σημερινή απαισιοδοξία μου για την υπόλοιπη διαδρομή οφείλεται στο ότι, εάν δεν βρεθούν πολιτικοί αυτού του είδους, ο κίνδυνος η τρέχουσα κρίση να καταλήξει στους δρόμους δεν είναι απλώς πραγματικός, αλλά και ιδιαίτερα τρομακτικός.
Η χώρα μας βρίσκεται στο σταυροδρόμι της ιστορίας της. Και ωστόσο, πολλοί από τους πολιτικούς μας ασχολούνται κυρίως με τα επικοινωνιακά τεχνάσματα ή βασίζονται σε ξένους για να τους οργανώσουν την κυβέρνηση ή να χαράξουν την εξωτερική πολιτική της χώρας μας. Αυτό είναι συνταγή για αποτυχία και ο ελληνικός λαός πρέπει να το καταλάβει. Το μήνυμα μπορεί να πονάει, αλλά η αρρώστια είναι βαριά και δεν θεραπεύεται με το να κρύβουμε την αλήθεια ως προς το είδος της αναγκαίας θεραπείας.
Το νέο βιβλίο του καθηγητή Βασίλη Μαρκεζίνη, με τον τίτλο «Μια Νέα Εξωτερική Πολιτική για την Ελλάδα – Στα πλαίσια της βαθμιαίας ανεξαρτητοποίησης της Ευρώπης από τις ΗΠΑ», θα κυκλοφορήσει από τις «Εκδόσεις Λιβάνη [LIVr.AT] » και θα παρουσιαστεί την Τρίτη 19 Οκτωβρίου στις 7 μ.μ., σε εκδήλωση στο ξενοδοχείο της «Μεγάλης Βρετανίας».
GEOPOLITICO
Freedom of Press: Λιγνίτης, αμερικανικό LNG και η μάχη για την ενεργειακή ασφάλεια
Το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, οι συμφωνίες για αμερικανικό LNG και η προσφυγή πολιτών στο ΣτΕ βρέθηκαν στο μικροσκόπιο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αιχμή τις καταγγελίες Πολάκη και τις παρεμβάσεις για τον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: ποιος εγγυάται την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας όταν αποξηλώνονται εγχώριες παραγωγικές υποδομές;
Το ερώτημα ποιος αποφασίζει για την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας και με ποια κριτήρια βρέθηκε στο επίκεντρο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αφετηρία τις καταγγελίες του Παύλου Πολάκη στη Βουλή, ο δημοσιογράφος συνέδεσε την απολιγνιτοποίηση με τις συμφωνίες εισαγωγής αμερικανικού LNG, αναδεικνύοντας παράλληλα τη δικαστική διεκδίκηση πολιτών που ζητούν να αποτραπεί η αποξήλωση κρίσιμων εγκαταστάσεων της ΔΕΗ. Κεντρικό ζήτημα της εκπομπής ήταν κατά πόσο η χώρα μπορεί να εγκαταλείπει οριστικά εγχώριες ενεργειακές υποδομές μέσα σε συνθήκες διεθνούς αστάθειας.
Η εκπομπή άνοιξε με απόσπασμα κοινοβουλευτικής παρέμβασης του Πολάκη, ο οποίος κατηγόρησε ευθέως τον Νίκο Τσάφο για υπονόμευση της ενεργειακής ασφάλειας. Ο βουλευτής υποστήριξε ότι, σε σύσκεψη με δεκαεπτά ανώτερα τεχνικά στελέχη της ΔΕΗ, ανακοινώθηκε πως οι λιγνιτικές μονάδες θα κλείσουν «με τρόπο που δεν θα μπορούν να ξανανοίξουν ποτέ ξανά». Η αναφορά παρουσιάστηκε ως καταγγελία του Πολάκη, με τον Πολυχρονιάδη να την εντάσσει στην κριτική του για τον κυβερνητικό ενεργειακό σχεδιασμό.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην Πτολεμαΐδα 5. Ο Πολάκης ανέφερε ότι πρόκειται για σύγχρονη μονάδα, για την οποία δαπανήθηκαν περίπου 1,5 δισ. ευρώ, και αμφισβήτησε την επιλογή οριστικής εγκατάλειψης της λιγνιτικής λειτουργίας της. Έθεσε, μάλιστα, το ενδεχόμενο επέκτασης πολεμικών συγκρούσεων ή διακοπής της τροφοδοσίας με πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ζητώντας να διατηρηθεί η δυνατότητα αξιοποίησης του λιγνίτη ως εγχώριου καυσίμου. Παράλληλα, απέδωσε τις κυβερνητικές επιλογές στην προώθηση συμφωνιών με εταιρείες αμερικανικού LNG.
Ο Πολυχρονιάδης παρουσίασε στη συνέχεια τις αμφιβολίες που, σύμφωνα με δημοσίευμα της «Wall Street Journal» το οποίο επικαλέστηκε, εκφράζονται για την οικονομική βιωσιμότητα σχετικών συμφωνιών. Όπως μετέφερε, το υπουργείο Ενέργειας της Αλβανίας δεν εμφανίζεται πλήρως πεπεισμένο για τη βιωσιμότητα της συμφωνίας, η ουκρανική Naftogaz έχει διακόψει τις σχετικές διαπραγματεύσεις, ενώ η ρουμανική Transgaz αναφέρει ότι το μνημόνιο κατανόησης που είχε υπογράψει έχει λήξει. Οι αναφορές αυτές αξιοποιήθηκαν στην εκπομπή για να αμφισβητηθεί η εικόνα μιας εξασφαλισμένης εμπορικής επιτυχίας.
Στο ίδιο πλαίσιο παρουσιάστηκε ο ρόλος της Atlantic SEE LNG Trade, με μετόχους τη ΔΕΠΑ Εμπορίου και την AKTOR Energy, καθώς και του Αλέξανδρου Εξάρχου. Ο δημοσιογράφος αναφέρθηκε στην ανακοίνωση με την οποία ο Εξάρχου εξήρε τη συμβολή της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στην προώθηση του Κάθετου Διαδρόμου, χαρακτηρίζοντας την πρωτοβουλία στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αντιπαρέβαλε αυτήν την επιχειρηματολογία με τις επιφυλάξεις για το κόστος του αμερικανικού φυσικού αερίου και την πορεία των διαπραγματεύσεων.
Το δεύτερο σκέλος της εκπομπής επικεντρώθηκε στις αλλαγές στις εγκαταστάσεις της ΔΕΗ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Πολυχρονιάδης, στις 18 Μαΐου 2026 υπογράφηκε υπουργική απόφαση τροποποίησης περιβαλλοντικών όρων για τη μετατροπή της Πτολεμαΐδας 5 σε μονάδα φυσικού αερίου.
Επικαλούμενος δημοσιεύματα, ανέφερε κόστος περίπου 400 εκατ. ευρώ και ανάληψη του έργου από τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Προβλήθηκε επίσης η καταγγελία Πολάκη ότι η χωροθέτηση νέας μονάδας στον χώρο απόθεσης λιγνίτη θα εμποδίσει τη μελλοντική επαναχρησιμοποίηση της υπάρχουσας υποδομής.
Παράλληλα, ο παρουσιαστής αναφέρθηκε σε μνημόνιο συνεργασίας της ΔΕΗ με την Amazon Web Services για δημιουργία μεγάλου κέντρου δεδομένων στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Υπογράμμισε ότι οι πληροφορίες για την ηλεκτροδότησή του δεν συγκλίνουν: κυβερνητικοί κύκλοι, όπως είπε, παραπέμπουν στη νέα μονάδα φυσικού αερίου, ενώ πηγές της ΔΕΗ μιλούν για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Κατά την εκπομπή, αυτή η διαφορετική ενημέρωση αφήνει αναπάντητα ουσιώδη ερωτήματα για τον σχεδιασμό, τις υποδομές και τον τρόπο κάλυψης των ενεργειακών αναγκών.
Ξεχωριστή θέση είχε η αναφορά στην παράταση λειτουργίας της Πτολεμαΐδας 5 μέχρι τις 31 Μαρτίου 2027. Ο Πολυχρονιάδης απέδωσε την παράταση στην ανάγκη διασφάλισης της επάρκειας του ηλεκτρικού συστήματος εν μέσω ενεργειακής κρίσης και πολεμικών αναταράξεων. Η συγκεκριμένη εξέλιξη παρουσιάστηκε ως στοιχείο που ενισχύει τη συζήτηση για τη διατήρηση διαθέσιμων λιγνιτικών υποδομών, ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο. Το βάρος της επιχειρηματολογίας του ήταν ότι η επάρκεια πρέπει να εξετάζεται πριν ληφθούν αποφάσεις που δυσκολεύουν την επιστροφή σε προηγούμενες δυνατότητες παραγωγής.
Η δικαστική διάσταση αφορά προσφυγή πενήντα πολιτών, η οποία, σύμφωνα με την εκπομπή, αναμένεται να συζητηθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας στις 20 Οκτωβρίου. Αντικείμενό της είναι η αποξήλωση πέντε πύργων ψύξης στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Σε συνέντευξη Τύπου, από την οποία προβλήθηκαν αποσπάσματα, ο πρώην πρόεδρος της ΔΕΗ Μανώλης Παναγιωτάκης υποστήριξε ότι η ασφάλεια εφοδιασμού υπερβαίνει τις επιδιώξεις μιας ανώνυμης εταιρείας, αλλά και τη θητεία μιας κυβέρνησης. Ζήτησε συγκεκριμένες θεσμικές διαδικασίες και αρμόδια όργανα για τη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής.
Η δικηγόρος Μαρία Μαγαλιού προανήγγειλε νέα προσφυγή κατά διοικητικής πράξης της 21ης Σεπτεμβρίου, που αφορά έγκριση πρόδρομων εργασιών καθαίρεσης και απομάκρυνσης εξοπλισμού και κτιριακών εγκαταστάσεων. Εξήγησε ότι η προσβολή της πράξης δημιουργεί στέρεη νομική βάση για αίτημα αναστολής, εφόσον ξεκινήσουν κατεδαφίσεις, αντιμετωπίζοντας το επιχείρημα ότι η προκήρυξη της ΔΕΗ αποτελεί ιδιωτική πράξη. Οι προσφεύγοντες επιδιώκουν, όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις τους, να παραμείνει ανοιχτή η δυνατότητα επαναλειτουργίας εγκαταστάσεων, μέχρι να κριθούν οι αποφάσεις και οι συνέπειές τους εθνικά. Μέσα από αυτές τις παρεμβάσεις, η εκπομπή ανέδειξε ένα συγκεκριμένο διακύβευμα: αν οι αποφάσεις για την ενεργειακή μετάβαση διατηρούν περιθώρια ασφάλειας ή οδηγούν σε μη αναστρέψιμη απώλεια παραγωγικών υποδομών.
GEOPOLITICO
Ακρίβεια στα καύσιμα: Η πρόταση Καλόγηρου για άμεση φορολογική ανάσα
Ο Αντώνης Καλόγηρος, επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, παρεμβαίνει στο Ionian για την ακρίβεια, τις τιμές των καυσίμων και το ενεργειακό κόστος.
Την ανάγκη άμεσης μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης στα καύσιμα υπογράμμισε ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, Αντώνης Καλόγηρος, μιλώντας στο Ionian για το ενεργειακό κόστος και τις πιέσεις που δέχονται νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Ο κ. Καλόγηρος αμφισβήτησε τον ισχυρισμό ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες δεν επιτρέπουν τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του ΦΠΑ. Όπως ανέφερε, περισσότερες από δέκα ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε αντίστοιχες παρεμβάσεις, επικαλούμενος τα παραδείγματα της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Σουηδίας και της Μάλτας.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην αμόλυβδη βενζίνη, σημειώνοντας ότι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης φτάνει περίπου τα 70 λεπτά ανά λίτρο, ενώ επάνω στη συνολική τιμή επιβάλλεται και ΦΠΑ 24%. Κατά τον ίδιο, το βάρος για τους Έλληνες καταναλωτές γίνεται ακόμη μεγαλύτερο εξαιτίας της σημαντικής απόστασης που χωρίζει το μέσο ελληνικό εισόδημα από εκείνο άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
«Η ακρίβεια πρέπει πάντοτε να εξετάζεται σε συνάρτηση με τους μισθούς», τόνισε, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση διαθέτει τα περιθώρια για ουσιαστικές φορολογικές ελαφρύνσεις, αλλά δεν επιδεικνύει την απαιτούμενη πολιτική βούληση.
Ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ επικαλέστηκε επίσης τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού, τα οποία, σύμφωνα με όσα παρουσίασε, καταγράφουν έσοδα υψηλότερα από τον στόχο. Υποστήριξε ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την υπερφορολόγηση και πρέπει να επιστρέψει στην κοινωνία μέσω χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών για πολίτες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Παρουσιάζοντας τις προτάσεις της ΝΙΚΗΣ, ο κ. Καλόγηρος εισηγήθηκε:
- μείωση του ΦΠΑ και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα,
- αύξηση της φορολόγησης των μερισμάτων,
- εντατικότερους ελέγχους για εικονικά τιμολόγια και εταιρείες,
- σταδιακή κατάργηση του αναβαλλόμενου φόρου των τραπεζών,
- έκτακτη εισφορά στα υπερκέρδη των ενεργειακών ομίλων.
Κλείνοντας, έστρεψε το ενδιαφέρον στην κερδοφορία των διυλιστηρίων, υποστηρίζοντας ότι η μεγάλη αύξηση των κερδών τους ενισχύει το αίτημα για έκτακτη φορολόγηση. Το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασής του ήταν ότι η ελάφρυνση της κοινωνίας είναι οικονομικά εφικτή, εφόσον υπάρξει διαφορετική κατανομή των φορολογικών βαρών.
GEOPOLITICO
Η ενεργειακή συμφωνία ΗΠΑ–Ρωσίας και η νέα γεωπολιτική εξίσωση: Οι επιπτώσεις στην Ευρώπη, οι κερδισμένοι και οι χαμένοι και η παράμετρος των ενδιάμεσων εκλογών
Η Ουάσιγκτον ανοίγει ενεργειακό δίαυλο με τη Μόσχα, την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και η Ευρώπη αναζητά στρατηγική αυτονομία. Ποιος κερδίζει από τη χαλάρωση των περιορισμών στο ρωσικό ντίζελ, τι κρύβουν οι διερευνητικές συζητήσεις για τον Nord Stream και γιατί οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν κρίσιμο παράγοντα; Μια ανάλυση για την επιστροφή της ενεργειακής διπλωματίας και τον κίνδυνο η Ευρωπαϊκή Ένωση να βρεθεί ξανά εγκλωβισμένη ανάμεσα στις επιλογές Ουάσιγκτον και Μόσχας.
Η γεωπολιτική δεν γνωρίζει μόνιμες φιλίες και εχθρότητες. Γνωρίζει, πρωτίστως, συμφέροντα. Και όταν η ενεργειακή ασφάλεια μιας υπερδύναμης συναντά τις οικονομικές ανάγκες ενός στρατηγικού αντιπάλου, ακόμη και οι πιο ισχυρές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές μπορούν να γίνουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Η ενεργειακή προσέγγιση Ουάσιγκτον και Μόσχας, με φόντο τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, την πίεση στις διεθνείς αγορές καυσίμων και τις επικείμενες αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, αποκαλύπτει μια σύνθετη πραγματικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν τρόπους περιορισμού του ενεργειακού κόστους, η Ρωσία επιδιώκει οικονομική και διπλωματική ανάσα, ενώ η Ευρώπη αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να επηρεαστεί καθοριστικά από αποφάσεις στις οποίες δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.
Πρόκειται για μια περιορισμένη συναλλαγή υπαγορευμένη από την οικονομική συγκυρία ή για την απαρχή μιας βαθύτερης γεωπολιτικής αναδιάταξης; Η απάντηση δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τους αγωγούς. Αφορά το μέλλον των κυρώσεων, την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και τις ισορροπίες ισχύος ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις.
Του Δημήτρη Παπαδογιάννη
Εισαγωγή: Όταν η ενέργεια μετατρέπεται σε εργαλείο γεωπολιτικής
Η πρόσφατη ενεργειακή προσέγγιση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα κεντρικά ζητήματα της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής: τη σχέση μεταξύ οικονομικών συμφερόντων, ενεργειακής ασφάλειας και στρατηγικού ανταγωνισμού. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία μαίνεται και επιβαρύνει την αλληλεπίδραση Ρωσίας-Δύσης σε όλα τα πεδία, η απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να άρει de facto τον οικονομικό αποκλεισμό στη Ρωσική Ομοσπονδία και να διευκολύνει την προμήθεια ρωσικού ντίζελ προς τις αμερικανικές και διεθνείς αγορές συνιστά αξιοσημείωτη μεταβολή στην εφαρμογή της αμερικανικής πολιτικής των κυρώσεων.
Στις 9 Οκτωβρίου 2026, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι η Ρωσία θα προμηθεύσει τις διεθνείς αγορές με περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ αρχικά, ενώ προανήγγειλε πρόσθετες ποσότητες κατά τους επόμενους μήνες. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε προσωρινή χαλάρωση συγκεκριμένων περιορισμών για τις σχετικές συναλλαγές. Η ανακοίνωση έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ είχαν εκτιναχθεί, εν μέρει εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν και των διαταραχών στην παγκόσμια ενεργειακή προσφορά. Σύμφωνα με το Reuters, η τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ είχε αυξηθεί περίπου κατά 70% από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026. Η αποτελεσματικότητα της συμφωνίας στην αποκλιμάκωση των τιμών, ωστόσο, παραμένει αβέβαιη. (Reuters, 9 Οκτωβρίου 2026).
Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν περιορίζεται στην προμήθεια καυσίμων. Παράλληλα, έχουν πραγματοποιηθεί διερευνητικές επαφές μεταξύ Αμερικανών και Ρώσων αξιωματούχων σχετικά με πιθανή συμμετοχή αμερικανικών επενδυτικών κεφαλαίων στις υποδομές των αγωγών Nord Stream και με την αξιοποίηση ρωσικών ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων. Πρόκειται, όμως, για ξεχωριστές συζητήσεις, οι οποίες δεν έχουν οδηγήσει σε επιβεβαιωμένη συμφωνία επαναλειτουργίας των αγωγών. (Reuters, 8 Οκτωβρίου 2026).
Το κεντρικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν οι δύο χώρες μπορούν να συνεργαστούν στον ενεργειακό τομέα. Ο κεντρικός προβληματισμός έγκειται στο γιατί επιλέγουν τη δεδομένη χρονική φάση, ποιά συμφέροντα εξυπηρετούνται, ποιές συνέπειες προκύπτουν για την Ευρώπη και κατά πόσο η συγκεκριμένη εξέλιξη προαναγγέλλει μια ευρύτερη αναδιάταξη των διεθνών σχέσεων, ενεργειακών και στρατηγικών.
Η σημασία της χρονικότητας. Η ενεργειακή κρίση και η πολιτική πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ
Η χρονική συγκυρία της συμφωνίας δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026. Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη να περιορίσει το κόστος ζωής και να παρουσιάσει αποτελέσματα σε ένα ζήτημα που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.
Το ντίζελ αποτελεί κρίσιμο παράγοντα της αμερικανικής οικονομίας. Χρησιμοποιείται στις εμπορευματικές μεταφορές, στη γεωργία, στις κατασκευές και σε ένα ευρύ μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η αύξηση της τιμής του, επιβαρύνει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, παράγωντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις. Επομένως, η μείωση της τιμής των καυσίμων έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγροτικές περιοχές, τους επαγγελματίες οδηγούς, τις μικρές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Η προεκλογική διάσταση είναι σαφής. Το Reuters και το Associated Press συνδέουν την ενεργειακή πρωτοβουλία με την προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις υψηλές τιμές πριν από τις εκλογές, από τις οποίες θα κριθεί κατά πολύ ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας. (Reuters, Associated Press).
Η συμφωνία εξυπηρετεί, συνεπώς, δύο παράλληλους στόχους. Ο πρώτος είναι οικονομικός: η αύξηση της προσφοράς καυσίμων και η προσπάθεια αποκλιμάκωσης των τιμών. Ο δεύτερος είναι πολιτικός: η δυνατότητα του Αμερικανού προέδρου να παρουσιάσει μια άμεση πρωτοβουλία που ανταποκρίνεται στις επισφάλεια των ψηφοφόρων.
Υπάρχει, ωστόσο, μία ειδοποιός διαφορά μεταξύ της πολιτικής ανακοίνωσης και του πραγματικού αποτελέσματος. Οι διεθνείς τιμές εξαρτώνται από το σύνολο της προσφοράς και της ζήτησης, τη διαθεσιμότητα διυλιστηριακής παραγωγής, τα αποθέματα, το κόστος μεταφοράς και τη γεωπολιτική κατάσταση. Ακόμη και μια σημαντική συμφωνία προμήθειας δε λειτουργεί ως εχέγγυο για την αισθητή μείωση στις τιμές λιανικής.
Επιπλέον, η συμφωνία δεν αποτελεί τη μοναδική παρέμβαση της Ουάσιγκτον. Στις αρχές Οκτωβρίου, η κυβέρνηση είχε ήδη πιέσει τις χώρες της G7 για αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και καυσίμων, με στόχο την αύξηση της προσφοράς. (Reuters, 2 Οκτωβρίου 2026).
Αυτό υποδηλώνει ότι η αμερικανική πολιτική δεν στηρίζεται σε μία μόνο κίνηση, αλλά σε μια προσπάθεια συνδυασμού διαφορετικών εργαλείων για τον περιορισμό της ενεργειακής πίεσης. Η συνεργασία με τη Ρωσία αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί ένα πολιτικό μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να διαπραγματευτεί ακόμη και με έναν στρατηγικό αντίπαλο, όταν το θεωρεί οικονομικά αναγκαίο, στα πλαίσια της άσκησης μίας ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής.
Η σύνδεση με τις εκλογές είναι, επομένως, ισχυρή και τεκμηριωμένη. Δεν αρκεί, όμως, για να εξηγήσει από μόνη της το σύνολο των εξελίξεων, ιδίως τις παράλληλες συζητήσεις για τις ενεργειακές υποδομές και τις πιθανές επενδύσεις σε ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.
Τα στρατηγικά κίνητρα της Ρωσίας: Έσοδα, αγορές και διπλωματική επαναπροσέγγιση
Για τη Μόσχα από την άλλη, η ενεργειακή συνεργασία προσφέρει περισσότερα από τα έσοδα που μπορούν να προκύψουν από την πώληση συγκεκριμένων ποσοτήτων ντίζελ. Δημιουργεί τη δυνατότητα επανασύνδεσης με αγορές από τις οποίες οι συναλλαγές περιορίστηκαν σημαντικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Οι κυρώσεις στοχεύουν στον περιορισμό των εσόδων που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική προσπάθεια και να αυξήσουν το κόστος της παράτασης του πολέμου. Η προσωρινή χαλάρωση ορισμένων περιορισμών για τις εξαγωγές καυσίμων προκαλεί, επομένως, μια διαφορετική οικονομική συνθήκη για τη Ρωσία.
Η Μόσχα αποκτά δυνητικά τρία οφέλη.
Πρώτον, μπορεί να ενισχύσει τα έσοδα από τις ενεργειακές εξαγωγές, εφόσον οι ανακοινωθείσες ποσότητες παραδοθούν και οι συναλλαγές υλοποιηθούν.
Δεύτερον, θα βρίσκεται σε θέση να διευρύνει τις εμπορικές της διεξόδους και να μειώσει την εξάρτησή της από περιορισμένο αριθμό αγοραστών.
Τρίτον, αποκτά διπλωματικό πλεονέκτημα, καθώς η συνεργασία με την Ουάσιγκτον δείχνει ότι η ενεργειακή της ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί υπολογίσιμο παράγοντα που για τις αμερικανικές αποφάσεις.
Το τρίτο στοιχείο είναι ιδιαίτερα μείζον. Η Μόσχα επιδιώκει εδώ και χρόνια να διαχωρίσει την οικονομική συνεργασία από τη συνολική πολιτική αντιπαράθεση με τη Δύση. Μια επιλεκτική ενεργειακή συμφωνία μπορεί να ενισχύσει αυτή την επιδίωξη, χωρίς να σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί οι διαφωνίες για την Ουκρανία ή ότι έχουν αρθεί συνολικά οι κυρώσεις.
Ωστόσο υπάρχουν προϋποθέσεις. Η πραγματική εξαγωγική δυνατότητα της Ρωσίας εξαρτάται από την κατάσταση των διυλιστηρίων της, τις εγχώριες ανάγκες και την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών. Οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν περιορίσει την παραγωγική ικανότητα, ενώ οι ανάγκες της ρωσικής αγοράς επηρεάζουν την ποσότητα των καυσίμων που μπορούν να διατεθούν στο εξωτερικό.
Η ανακοίνωση της συμφωνίας δεν αποδεικνύει, συνεπώς, ότι όλες οι προβλεπόμενες ποσότητες θα παραδοθούν στον προβλεπόμενο χρόνο. Το πραγματικό οικονομικό όφελος της Ρωσίας θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή της συμφωνίας και όχι μόνο από την πολιτική της ανακοίνωση.
Οι ΗΠΑ: Οικονομική αναγκαιότητα ή αλλαγή στρατηγικής;
Η ενεργειακή προσέγγιση με τη Ρωσία αναδεικνύει μια αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής. Από το 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στηρίξει ένα ευρύ πλαίσιο κυρώσεων με στόχο τον περιορισμό της ρωσικής οικονομικής και ενεργειακής ισχύος. Η τρέχουσα όμως κυβέρνηση, εφαρμόζοντας μία περισσότερο πολυδιάστατη πολιτική, εδραζόμενη εν μέρει στην καλή πίστη, επιτρέπει μια επιλεκτική εξαίρεση, επικαλούμενη την ανάγκη αντιμετώπισης των υψηλών τιμών καυσίμων.
Η εξέλιξη μπορεί να ερμηνευθεί ως εφαρμογή μιας περισσότερο συναλλακτικής προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική: η οικονομική συνεργασία δεν αποκλείεται a priori, ακόμη και όταν οι δύο χώρες παραμένουν αντίπαλες σε άλλα πεδία.
Από αμερικανικής πλευράς, η επιδίωξη είναι κατανοητή. Η αύξηση της προσφοράς καυσίμων μπορεί να συμβάλει στη μείωση των πιέσεων στην αγορά, ενώ η απευθείας διαπραγμάτευση με τη Μόσχα προσφέρει έναν πρόσθετο δίαυλο επικοινωνίας.
Πάρα ταύτα η κίνηση δημιουργεί τρία προβλήματα.
Το πρώτο αφορά την αποτελεσματικότητα. Οι ανακοινωθείσες ποσότητες ενδέχεται να μην επαρκούν για να μεταβάλουν ουσιαστικά τις διεθνείς τιμές, ιδίως όταν οι διαταραχές προέρχονται από ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις.
Το δεύτερο αφορά τη συνέπεια των κυρώσεων. Εάν οι περιορισμοί χαλαρώνουν κάθε φορά που προκύπτει οικονομική πίεση, η προβλεψιμότητα της αμερικανικής πολιτικής μειώνεται και οι άλλες χώρες ενδέχεται να αμφισβητήσουν τη σταθερότητά της.
Το τρίτο αφορά την Ουκρανία. Η παροχή πρόσθετων εσόδων στη Ρωσία, χωρίς αντίστοιχες πολιτικές δεσμεύσεις, πιθανότατα θα αποδυναμώσει την πίεση που επιδιώκει να ασκήσει η Δύση στη Μόσχα.
Η αμερικανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, μπορεί να υποστηρίξει ότι η ενεργειακή ασφάλεια και η προστασία των καταναλωτών αποτελούν άμεσες προτεραιότητες. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι εάν η εξαίρεση θα παραμείνει περιορισμένη ή θα εξελιχθεί σε ευρύτερη αναθεώρηση της πολιτικής κυρώσεων.
Προς ώρας, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να θεωρήσουμε ότι η συμφωνία σηματοδοτεί μία θεμελιακή μεταβολή της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία. Δείχνει, ωστόσο, ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής και πως στο τέλος της ημέρας έκαστο κράτος θα προτεραιοποιήσει τα προσωπικά του συμφέροντα.
Η Ευρώπη αντιμέτωπη με ένα νέο ενεργειακό δίλημμα
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εξέλιξη είναι περισσότερο σύνθετη. Μετά το 2022, η ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική στηρίχθηκε στη διαφοροποίηση των προμηθευτών, στην ανάπτυξη υποδομών υγροποιημένου φυσικού αερίου και στη μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία.
Η κατεύθυνση αυτή δεν ήταν αποκλειστικά πολιτική επιλογή. Συνδέθηκε με την εμπειρία της ενεργειακής πίεσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή, με τις διακοπές και τις μειώσεις στις ροές φυσικού αερίου και με την εκτίμηση ότι η υπερβολική εξάρτηση από έναν προμηθευτή μπορεί να δημιουργήσει στρατηγικούς κινδύνους.
Η πρόσφατη αμερικανορωσική προσέγγιση επαναφέρει το δίλημμα ανάμεσα στο κόστος και στην ασφάλεια.
Από τη μία πλευρά, μια αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς καυσίμων θα μπορούσε να ωφελήσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, εφόσον μεταφραστεί σε χαμηλότερες τιμές. Οι μεταφορές, η βιομηχανία, η γεωργία και οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη μείωση του κόστους.
Από την άλλη, η πιθανότητα επανεμφάνισης ρωσικών ποσοτήτων φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά δημιουργεί νέα πολιτικά και στρατηγικά ερωτήματα. Η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε πρόσθετες ποσότητες ενέργειας, αλλά κάτι τέτοιο επισύει τον κίνδυνο να επαναφέρει μορφές εξάρτησης που επιδίωξε να περιορίσει.
Σύμφωνα με το Reuters, οι συζητήσεις για το Nord Stream περιλαμβάνουν το ενδεχόμενο συμμετοχής Αμερικανών επενδυτών στις σχετικές υποδομές. Ωστόσο, οι αγωγοί υπόκεινται σε κυρώσεις, ενώ η γερμανική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την επαναλειτουργία τους υπό τις παρούσες συνθήκες. Συνεπώς, η επανέναρξη των ροών δεν αποτελεί άμεσο ή εξασφαλισμένο αποτέλεσμα.
Το σημαντικότερο ζήτημα για την Ευρώπη είναι ότι οι συζητήσεις φαίνεται να διεξάγονται πρωτίστως μεταξύ αμερικανικών και ρωσικών διπλωματικών διαύλων, ενώ οι συνέπειες αφορούν άμεσα την ευρωπαϊκή αγορά. Εάν οι δύο χώρες καταλήξουν σε ένα επενδυτικό ή εμπορικό πλαίσιο χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η τελευταία θα βρεθεί αντιμέτωπη με αποφάσεις που μπορούν να επηρεάσουν την ενεργειακή της ασφάλεια χωρίς να έχει διαμορφώσει η ίδια τους βασικούς όρους. Συνεπώς σε ενεργειακό εγκλωβισμό
Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι;
Η κατανομή των ωφελειών και των κινδύνων δεν είναι ομοιόμορφη. Διαφέρει ανάλογα με το αν εξετάζουμε το βραχυπρόθεσμο οικονομικό αποτέλεσμα ή τη μακροπρόθεσμη γεωπολιτική ισορροπία.
Η Ρωσία: οικονομικό και διπλωματικό όφελος
Η Ρωσία είναι ένας από τους βασικούς δυνητικούς ωφελημένους. Η δυνατότητα εξαγωγής πρόσθετων ποσοτήτων καυσίμων μπορεί να ενισχύσει τα έσοδά της, ενώ η επιλεκτική χαλάρωση των κυρώσεων προλειαίνει το έδαφος για περαιτέρω διαπραγματεύσεις.
Το σημαντικότερο κέρδος, όμως, μπορεί να είναι πολιτικό: η αποδοχή ότι η ενεργειακή συνεργασία με τη Μόσχα μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία ακόμη και από την Ουάσιγκτον, παρά τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία.
Η αμερικανική κυβέρνηση: πολιτικό όφελος με αβέβαιο οικονομικό αποτέλεσμα
Η κυβέρνηση Τραμπ αποκτά ένα εργαλείο για να αντιμετωπίσει την πίεση γύρω από το κόστος ζωής και να εμφανίσει μια ενεργειακή πρωτοβουλία παράλληλη και με την αποκλιμάκωση ενός πολεμικού μετώπου, ενόψει των midterms.
Το πολιτικό όφελος θα εξαρτηθεί, ωστόσο, από το αν οι πολίτες διαπιστώσουν πραγματική μείωση στις τιμές. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να μην αποδώσει το αποτέλεσμα που επιδιώκεται.
Η Ουκρανία: κίνδυνος ακύρωσης της πολιτικής των κυρώσεων
Για την Ουκρανία, η ενεργειακή συμφωνία δημιουργεί τον κίνδυνο να αυξηθούν τα έσοδα της Ρωσίας χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχη πολιτική ή στρατιωτική αποκλιμάκωση.
Στις 11 Οκτωβρίου, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι διατεθειμένη να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Ρωσία σταματήσει τις επιθέσεις κατά της ουκρανικών ενεργειακών υποδομών. Η θέση αυτή υπογραμμίζει τη διαφορά μεταξύ μιας μονομερούς παραχώρησης και μιας αμοιβαίας, επαληθεύσιμης αποκλιμάκωσης. (Reuters, 11 Οκτωβρίου 2026).
Η Ευρωπαϊκή Ένωση: ενδεχόμενο οικονομικό όφελος αλλά και στρατηγικός κίνδυνος.
Η Ευρώπη μπορεί να ωφεληθεί από χαμηλότερες τιμές ενέργειας, αλλά αντιμετωπίζει τον κίνδυνο νέων διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών σχετικά με την επιστροφή στις ρωσικές προμήθειες.
Οι χώρες που δίνουν προτεραιότητα στο χαμηλότερο ενεργειακό κόστος μπορεί να αντιμετωπίσουν θετικότερα μια πιθανή επανέναρξη ροών. Άλλες, ιδίως στην ανατολική Ευρώπη, ενδέχεται να τη θεωρήσουν απειλή για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια.
Η πιθανότητα αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο να αποδυναμωθεί η ευρωπαϊκή συνοχή, εάν δεν υπάρξει κοινή προσέγγιση.
Οι ενδιάμεσες εκλογές και η επόμενη ημέρα
Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποτελούν κρίσιμο χρονικό ορόσημο, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθούν αυτόματα το τέλος ή η αρχή μιας νέας ενεργειακής στρατηγικής.
Εάν η κυβέρνηση Τραμπ καταφέρει να περιορίσει τις τιμές καυσίμων, θα μπορεί να παρουσιάσει τη συμφωνία ως ένδειξη αποτελεσματικότητας. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η πολιτική αξία της εν λόγω στρατηγικής κίνησης θα μειωθεί.
Μετά τις εκλογές, το αποτέλεσμα θα επηρεάσει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα λειτουργήσει η κυβέρνηση. Εάν μεταβληθεί ο έλεγχος του Κογκρέσου, ενδέχεται να δυσκολέψει η προώθηση ορισμένων επιλογών εξωτερικής πολιτικής ή η αναδιαμόρφωση του πλαισίου των κυρώσεων. Ωστόσο, δεν θα υπάρξει αυτομάτως τροποποίηση της ενεργειακής πολιτικής μόνο και μόνο λόγω του εκλογικού αποτελέσματος.
Εξίσου σημαντική θα είναι η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία. Εάν υπάρξει ουσιαστική πρόοδος προς μια συμφωνία αποκλιμάκωσης, η ενεργειακή συνεργασία θα μπορούσε να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών ανταλλαγμάτων. Εάν δεν υπάρξει τέτοια πρόοδος, οι ενεργειακές συναλλαγές ενδέχεται να παραμείνουν αποσπασματικές, ενώ η σύγκρουση και οι κυρώσεις θα συνεχίσουν να περιορίζουν τις δυνατότητες συνεργασίας.
Η χρονική συγκυρία, κατά συνέπεια, ερμηνεύεται από τη σύγκλιση τριών παραγόντων: της ενεργειακής κρίσης, της προεκλογικής πίεσης στις ΗΠΑ και της προσπάθειας να διερευνηθούν οι οικονομικές συναλλαγές με τη Ρωσία. Δεν υπάρχει, ωστόσο, επαρκής βάση για να θεωρηθεί ότι η συμφωνία αποτελεί ήδη μέρος μιας ολοκληρωμένης ειρηνευτικής διευθέτησης.
Ποια είναι η πιθανότερη κατάληξη;
Η εξέλιξη μπορεί να κινηθεί προς τρεις κατευθύνσεις.
Το πρώτο ενδεχόμενο είναι η διατήρηση μιας περιορισμένης, επιλεκτικής ενεργειακής συνεργασίας. Η προσωρινή χαλάρωση των περιορισμών επιτρέπει ορισμένες συναλλαγές, χωρίς να οδηγεί σε συνολική άρση των κυρώσεων ή σε άμεση επαναλειτουργία του Nord Stream.
Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι η σταδιακή επέκταση της συνεργασίας σε επενδύσεις και ενεργειακές υποδομές. Για να επιτευχθεί μία τέτοια πρόοδος, θα χρειαστούν συγκεκριμένες συμφωνίες, σαφείς όροι για τις κυρώσεις και σημαντικές πολιτικές αποφάσεις. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μεταβάλει τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά, αλλά δεν είναι δεδομένη.
Το τρίτο ενδεχόμενο είναι η περιορισμένη εφαρμογή της συμφωνίας. Εάν οι παραδόσεις αποδειχθούν ποσοτικά χαμηλότερες από τις ανακοινωθείσες ή οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να αποδώσει περιορισμένα οικονομικά αποτελέσματα, ενώ θα διατηρηθούν οι πολιτικές αντιδράσεις.
Κατά τη δική μου εκτίμηση δε θα ήταν ασφαλές να υποθέσουμε πως πρόκειται για πλήρη επαναπροσέγγισητων δύο ενεργειακών παικτών ούτε την άμεση επαναφορά του ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη ως προδιαγεγραμμένες εξελίξεις. Η πιο επισταμένη ανάγνωση είναι ότι η Ουάσιγκτον και η Μόσχα διερευνούν τη δυνατότητα επιλεκτικής οικονομικής συνεργασίας, με την ενέργεια να λειτουργεί ως πιθανό μέσο διαπραγμάτευσης.
Το εάν αυτή η προσέγγιση θα εξελιχθεί σε ευρύτερη συμφωνία θα εξαρτηθεί από την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία, τις αμερικανικές πολιτικές εξελίξεις, την εφαρμογή των κυρώσεων και την αντίδραση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.
Συμπερασματικά, η ενεργειακή προσέγγιση ΗΠΑ–Ρωσίας καταδεικνύει ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να ανοίξουν παράθυαρα συνεργασίας ακόμη και μεταξύ κρατών που βρίσκονται σε στρατηγική αντιπαράθεση.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η συμφωνία συνδέεται με την προσπάθεια περιορισμού των τιμών καυσίμων και με την πολιτική πίεση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Για τη Ρωσία, προσφέρει τη δυνατότητα πρόσθετων εσόδων, εμπορικής πρόσβασης και διπλωματικής αναβάθμισης. Για την Ουκρανία, δημιουργεί τον κίνδυνο αποδυνάμωσης της οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανοίγει ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στο βραχυπρόθεσμο ενεργειακό όφελος και στη μακροπρόθεσμη στρατηγική αυτονομία.
Η πιο αξιοσημείωτη συνέπεια, ωστόσο, δεν θα κριθεί από τα πρώτα φορτία ντίζελ. Αλλά από το εάν η ενεργειακή συναλλαγή θα παραμείνει ένα περιορισμένο μέτρο διαχείρισης της αγοράς ή θα αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης συμφωνίας για τις κυρώσεις, τις επενδύσεις, τις ενεργειακές υποδομές και τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Εάν παραμείνει μεμονωμένη συναλλαγή, οι επιπτώσεις θα είναι κυρίως οικονομικές και βραχυπρόθεσμες. Εάν ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την ευρωπαϊκή ενεργειακή αρχιτεκτονική και τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.
Για την Ευρώπη, η κρίσιμη επιλογή είναι να μην αντιμετωπίσει τις εξελίξεις μόνο ως ευκαιρία για φθηνότερη ενέργεια. Οφείλει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις για την ενεργειακή της τροφοδοσία θα λαμβάνουν υπόψη την οικονομική ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και τη δυνατότητα ανεξάρτητων στρατηγικών επιλογών.
Η παράμετρος της ενέργειας ενίοτε αποτελεί γέφυρα διαπραγμάτευσης μεταξύ αντιπάλων όχι όμως εγγύηση ειρήνης από μόνη της. Επιπρόσθετα η μείωση του ενεργειακού κόστους δεν εξασφαλίζει αυτομάτως μακροπρόθεσμη ασφάλεια.
Η πραγματική δοκιμασία για την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εναπόκειται στο αν θα κατορθώσουν να μετατρέψουν τα βραχυπρόθεσμα οικονομικά συμφέροντα σε μια σταθερότερη πολιτική διευθέτηση, χωρίς να δημιουργήσουν νέες εξαρτήσεις και νέες εστίες έντασης.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας