Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Μετανάστες ή έποικοι;

Δημοσιεύτηκε στις

του Νίκου Ιγγλέση
Τις τελευταίες δύο δεκαετίες η Ελλάδα έγινε χώρα υποδοχής μεταναστών. Το πρώτο κύμα μετανάστευσης, αρχές της δεκαετίας του ΄90, δημιουργήθηκε με την κατάρρευση, σε συνθήκες διάλυσης και πλάτσικου των οικοδομικών δομών, των καθεστώτων σχεδιασμένης οικονομίας των χωρών της Α. Ευρώπης και της πρώην ΕΣΣΔ. Το δεύτερο κύμα μετανάστευσης δημιουργήθηκε λόγω της σημερινής φάσης της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης και των πολέμων που τη συνοδεύουν (ΙΡΑΚ-Αφγανιστάν-Πακιστάν-Σομαλία κλπ.).
Σήμερα στην Ελλάδα βρίσκονται περίπου 540.000 μετανάστες με άδεια εργασίας-παραμονής και ένας απροσδιόριστος αριθμός παράνομων μεταναστών, που καθημερινά αυξάνεται, και που υπολογίζονται μεταξύ 500.000 και 700.000. Σύνολο δηλαδή περίπου 1.200.000 άτομα που αντιστοιχεί στο 12% τουλάχιστον του ελληνικού πληθυσμού.
Τη χρονική στιγμή που η χώρα μας αντιμετωπίζει τις συνέπειες της διεθνούς οικονομικής κρίσης, τεράστιο δημόσιο χρέος, μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα, ασφαλιστικό, ανεργία κλπ. η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και ο Γ. Παπανδρέου προωθούν ως θέμα άμεσης προτεραιότητας τη χορήγηση ελληνικής ιθαγένειας και ψήφου σε μεγάλες κατηγορίες οικονομικών μεταναστών.
Για την απόφασή τους αυτή επικαλούνται την ανάγκη ένταξης και ενσωμάτωσης των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία καθώς και την αποκατάσταση των δικαιωμάτων τους. Παράλληλα δίνεται μια ανθρωπιστική διάσταση, και γι’ αυτό «χρησιμοποιήθηκε» για λόγους επικοινωνιακούς ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος.
Οι μετανάστες πράγματι είναι φτωχοί και δυστυχισμένοι άνθρωποι που συχνά γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης και αδικίας από τους Έλληνες εργοδότες, μικρούς ή μεγάλους. Η ελληνική πολιτεία όφειλε να εξασφαλίσει για τους μετανάστες ότι θα αμείβονται για την εργασία τους σύμφωνα με τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και θα τους καταβάλλονται οι ανάλογες εισφορές στα Ασφαλιστικά Ταμεία είτε δουλεύουν στα εργοστάσια, είτε στην οικοδομή, είτε στα χωράφια, είτε ως οικιακοί βοηθοί. Ούτε βεβαίως πρέπει να είναι ανεκτά φαινόμενα βίας και κακομεταχείρισης των μεταναστών από πολίτες ή πολύ περισσότερο από όργανα του κράτους. Αλλά από το σημείο αυτό μέχρι τη χορήγηση ιθαγένειας και ψήφου η απόσταση είναι μεγάλη. Ο Γ. Παπανδρέου και η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ μετατρέπουν ένα ανθρωπιστικό πρόβλημα σε εθνικό.
Οι μετανάστες στην Ελλάδα είναι στη συντριπτική πλειοψηφία τους οικονομικοί μετανάστες. Μόνο μια μικρή κατηγορία είναι οι πολιτικοί πρόσφυγες. Οι οικονομικοί μετανάστες ήρθαν στην Ελλάδα για να δουλέψουν, να κάνουν ένα μικρό ή μεγάλο κομπόδεμα και να επιστρέψουν στη χώρα τους παίρνοντας και τη σύνταξη που τους αναλογεί. Οι οικονομικοί μετανάστες δεν ήρθαν να εποικίσουν τη χώρα. Η Ελλάδα δεν ήταν μια άδεια ή μια αραιοκατοικημένη χώρα ούτε έχει τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους για τη συντήρηση ενός αυξανόμενου πληθυσμού. Η Ελλάδα δεν είναι ΗΠΑ ή Αυστραλία, χώρες άδειες, μετά και την εξόντωση των ιθαγενών, που δημιουργήθηκαν από αλλεπάλληλα κύματα μεταναστών. Ο πληθυσμός των ΗΠΑ και της Αυστραλίας είναι ένας λαός αλλά όχι ένα έθνος. Αντίθετα η Ελλάδα, με εξαίρεση τη μουσουλμανική μειονότητα της Δ. Θράκης, είναι ένα Κράτος-Έθνος. Μία εθνότητα, μία γλώσσα, μία θρησκεία, ένας πολιτισμός. Γι αυτό δεν μπορεί να γίνεται σύγκριση της μεταναστευτικής πολιτικής χωρών όπως οι ΗΠΑ και η Αυστραλία μ’ αυτή της Ελλάδας. Η πρόθεση της Κυβέρνησης να χορηγήσει ιθαγένεια στα παιδιά των μεταναστών, είτε γεννήθηκαν στην Ελλάδα είτε όχι, δημιουργεί μέσα στην ελληνική κοινωνία πολλές μειονότητες που θα μεγαλώνουν συνεχώς, οι περισσότερες από τις οποίες είναι μουσουλμανικές. Έτσι η Ελλάδα θα μετατραπεί σε μια πολυφυλετική, πολυγλωσσική, πολυθρησκευτική και πολυπολιτισμική χώρα, θα χάσει με άλλα λόγια την εθνική της ταυτότητα.
Πρέπει να επισημάνουμε ότι το 50-60% των μεταναστών είναι Αλβανοί, προέρχονται δηλαδή από μια όμορη μουσουλμανική χώρα που δεν έχει επιτύχει ακόμη την εθνική της ολοκλήρωση και διεκδικεί, εκτός των άλλων, και την Τσαμουριά, δηλαδή την ελληνική Ήπειρο.
Το επιχείρημα της Κυβέρνησης αλλά και άλλων πολιτικών κομμάτων (ΣΥΡΙΖΑ-ΚΚΕ) καθώς και οργανώσεων στήριξης των μεταναστών που αναπαράγεται από πολλούς δημοσιογράφους, ότι οι μετανάστες δηλαδή θα αφομοιωθούν μέσα στην ελληνική κοινωνία, είναι τουλάχιστο έωλο αν όχι παραπλανητικό. Οι Τούρκοι επί 400 χρόνια δεν κατάφεραν να αφομοιώσουν ούτε τους Έλληνες ούτε τους άλλους λαούς των Βαλκανίων (Βούλγαρους – Σέρβους – Ρουμάνους). Μόνο τους Αλβανούς κατά πλειοψηφία κατάφεραν να εξισλαμίσουν και γι αυτό αυτοί δεν πολέμησαν ποτέ εναντίον των Τούρκων αλλά στο πλευρό τους. Αλλά και πρόσφατα έχουμε άπειρα παραδείγματα για την αποτυχία αφομοίωσης των μεταναστών. Το τρομοκρατικό χτύπημα στο μετρό του Λονδίνου το 2004 έγινε από Βρετανούς πολίτες, μετανάστες δεύτερης γενιάς, μουσουλμάνους το θρήσκευμα. Πρόσφατα, βρετανικές εφημερίδες έγραψαν ότι στο Αφγανιστάν οι Βρετανοί στρατιώτες αντιμετωπίζουν μαχητές ταλιμπάν βρετανικής υπηκοότητας και πακιστανικής καταγωγής. Χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση του Έλληνα Στηβ Λάλα, ο οποίος όντας Αμερικανός υπήκοος, υπηρετούσε στον αμερικανικό στρατό, στο στρατηγείο της Σμύρνης. Ο Στηβ Λάλας μέχρι τη στιγμή που προδόθηκε και συνελήφθη από τους Αμερικανούς έδινε απόρρητες στρατιωτικές πληροφορίες στην ελληνική Κυβέρνηση. Μία ακόμη περίπτωση είναι αυτή μουσουλμάνου της Θράκης, Έλληνα πολίτη, που το καλοκαίρι του 2009 συνελήφθη να φωτογραφίζει περιοχές στρατιωτικού ενδιαφέροντος στη Σαμοθράκη. Στους πράκτορες της ΕΥΠ που τον συνέλαβαν, όταν ρωτήθηκε γιατί το έκανε απάντησε: «Για τη Μητέρα Πατρίδα», δηλαδή για την Τουρκία. Από το 1922, δηλαδή επί 90 χρόνια, η Ελλάδα δεν έχει αφομοιώσει τη μουσουλμανική μειονότητα της Δ. Θράκης, γιατί θα αφομοιώσει σήμερα τις μειονότητες που η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ θέλει να νομιμοποιήσει;
Η αλήθεια είναι ότι όταν υπάρχει μια εθνική, θρησκευτική και πολιτιστική ταυτότητα η αφομοίωση είναι ανέφικτη. Ακόμη πιο ανέφικτη γίνεται όταν υπάρχει στα σύνορα μια μητέρα-πατρίδα όπως π.χ. συμβαίνει με τους Αλβανούς. Χαρακτηριστικός είναι ο ρόλος των απόδημων Ελλήνων. Σε όποια χώρα κι αν βρίσκονται και κυρίως στις ΗΠΑ και την Αυστραλία δημιουργούν λόμπυ που αγωνίζονται για την υπεράσπιση των ελληνικών εθνικών συμφερόντων.
Πολλοί Έλληνες έχουν μία διαπροσωπική σχέση με έναν ή περισσότερους οικονομικούς μετανάστες. Οι αγρότες χρησιμοποιούν τους μετανάστες για τη συλλογή της παραγωγής τους, οι εργολάβοι και οι κατασκευαστές στις οικοδομές, η μικρή και μεσαία αστική τάξη ως οικιακές βοηθούς ή για τη φύλαξη και περίθαλψη παιδιών και ηλικιωμένων γονέων. Γι’ αυτό το δημοψήφισμα που προτείνει ο ΛΑΟΣ, αν γίνει, (μάλλον απίθανο) δεν θα είναι ένας εύκολος περίπατος λόγω ακριβώς αυτών των διαπροσωπικών σχέσεων και της προπαγάνδας που θα ακολουθήσει από την Κυβέρνηση, η οποία θα συγχέει την ιθαγένεια και το δικαίωμα ψήφου, με την εργασία που προσφέρουν οι οικονομικοί μετανάστες.
Στην περίπτωση της Ελλάδας το μεταναστευτικό ζήτημα έχει μια σημαντικότατη εθνική διάσταση, κάτι που δεν συμβαίνει με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η Ελλάδα είναι μια χώρα με σημαντικά εθνικά προβλήματα που πηγάζουν από το μέγεθος και την ισχύ του ανατολικού της γείτονα. Η Τουρκία κατέχει το 40% της Κύπρου και επιδιώκει να εντάξει το σύνολο του νησιού στη γεωπολιτική σφαίρα επιρροής της, απειλεί την Ελλάδα με το casus belli, δηλαδή με πόλεμο, αν τολμήσει και επεκτείνει, όπως έχει δικαίωμα, τα χωρικά της ύδατα από τα 6 στα 12 μίλια, δεν αναγνωρίζει την ελληνική κυριαρχία σε κατοικημένα νησιά του Αιγαίου, διεκδικεί συγκυριαρχία στη Δ. Θράκη με όχημα τη μουσουλμανική μειονότητα, που αποκαλεί τουρκική. Η νεοθωμανική Τουρκία λειτουργεί ως περιφερειακή δύναμη με ευρύτερες γεωστρατηγικές επιδιώξεις. Πρόσφατα ο υπουργός εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου κατά την επίσκεψή του στη Βοσνία δήλωσε ότι η Τουρκία θα συμπαρίσταται και θα προστατεύει όλους τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς των Βαλκανίων, όπως επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (μουσουλμάνοι της Βοσνίας, Αλβανοί Κοσσυφοπεδίου, τουρκική μειονότητα της Βουλγαρίας, μουσουλμανική μειονότητα Δ. Θράκης κλπ.). Θα ήθελαν οι Έλληνες να δουν σε μερικά χρόνια την Τουρκία να υπερασπίζεται τις μουσουλμανικές μειονότητες των Αλβανών, των Πακιστανών, των Αφγανών, των Σομαλών κ.ά που εμείς θα έχουμε νομιμοποιήσει;
Η ελληνική πολιτεία πρέπει να καθορίσει πόσους μετανάστες χρειάζεται η ελληνική οικονομία και αντέχει η αγορά εργασίας. Αυτοί πρέπει να έχουν άδεια παραμονής-εργασίας αλλά σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να τους δίνεται η ελληνική ιθαγένεια, να γίνονται δηλαδή Έλληνες πολίτες.
Η προσπάθεια διάλυσης των εθνικών κρατών, κυρίως στην Ευρώπη, και η μετατροπή τους σε πολυφυλετικές – πολυπολιτισμικές κοινωνίες έχει αρχίσει εδώ και δύο δεκαετίες με πρωταγωνιστή το Ίδρυμα Σόρος για μια Ανοιχτή Κοινωνία, και άλλα κέντρα σε Αμερική και Ευρώπη. Στόχος η μετατροπή των εθνών σε ένα κοινωνικό χυλό φυλών, θρησκειών, πολιτισμών χωρίς εθνική μνήμη και στόχους. Επιδιώκεται η δημιουργία κακέκτυπων της αμερικανικής κοινωνίας, όπου το μόνο συνδετικό στοιχείο των ανθρώπων είναι το δολάριο και στην Ευρώπη θα είναι το ευρώ. Γι’ αυτό η Αριστερά κάνει τεράστιο σφάλμα στρατηγικής υποστηρίζοντας πολιτικές ενσωμάτωσης των μεταναστών που εκπορεύονται από τις διεθνείς ελίτ της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Η ενσωμάτωση των μεταναστών δεν αποσκοπεί στην προστασία μιας αδύναμης κατηγορίας εργαζομένων αλλά στη χειραγώγηση και διάλυση της κοινωνίας υποδοχής.
Τέλος είναι χρήσιμο να επισημάνουμε ότι οι ίδιοι πολιτικοί, οι ίδιοι πανεπιστημιακοί, οι ίδιοι δημοσιογράφοι που σήμερα υποστηρίζουν τη χορήγηση ιθαγένειας και ψήφου στους οικονομικούς μετανάστες, το 2004 στήριξαν το σχέδιο Ανάν που διέλυε την Κυπριακή Δημοκρατία, στηρίζουν την καταστροφική για τα εθνικά συμφέροντα ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας και υποστήριξαν το βιβλίο ιστορίας της κ. Ρεπούση που ήταν προσπάθεια αποδόμησης της ελληνικής ιστορίας. Είναι όλα αυτά τυχαία;

***
Αθήνα, 17 Ιανουαρίου 2010

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ιστορία - Πολιτισμός1 λεπτό πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις13 λεπτά πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO13 λεπτά πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO43 λεπτά πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

Δημοφιλή