Διεθνή
«Τσάμηδες»: Η δράση και τα εγκλήματά τους στη διάρκεια της Κατοχής
Μιχάλης Στούκας
Οι ωμότητές τους στην περιοχή της Θεσπρωτίας (1940-1944) – Αποκαλυπτικά στοιχεία για τις αποτρόπαιες πράξεις τους – Η εκούσια φυγή τους στην Αλβανία μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας
Τον τελευταίο καιρό ο αλβανικός αλυτρωτισμός βρίσκεται ξανά σε έξαρση. Μονίμως βέβαια, βρίσκεται σε λανθάνουσα κατάσταση και επανέρχεται, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, στο προσκήνιο. Πριν τις πρόσφατες εκλογές στην Αλβανία, είχαμε μία άκρως προκλητική ενέργεια από πλευράς της γειτονικής χώρας. Πέτρες από τους Φιλιάτες (και άλλες περιοχές γειτονικών χωρών), τοποθετήθηκαν στην ανακαινισμένη κεντρική πλατεία των Τιράνων, σε μια ενέργεια καθαρά αλυτρωτικού χαρακτήρα. Συμβολίζουν οι πέτρες αυτές, «σκλαβωμένες» αλβανικές περιοχές. Το ότι η ανακαίνιση της πλατείας κόστισε 15 εκατομμύρια ευρώ, δεν μας αφορά ιδιαίτερα. Βέβαια κάποιοι θα μιλήσουν για «ναρκοευρώ» ή για εμβάσματα που «φεύγουν» από Αλβανούς που ζουν στη χώρα μας και δίνουν τεράστια οικονομική ανάσα στη χώρα τους. Η οποία, απροκάλυπτα και επίσημα πλέον, κινούμενη συχνά και κάτω από την τουρκική προστασία και καθοδήγηση (;), θέτει θέμα «Μεγάλης Αλβανίας». Άμεσο ενδιαφέρον για την Ελλάδα, έχει βέβαια το θέμα της λεγόμενης «Τσαμουριάς».
Το είχαμε αναλύσει, από ιστορικής κυρίως πλευράς, σε δύο παλαιότερα άρθρα. Επανερχόμαστε σήμερα εστιάζοντας στην ανθελληνική δράση των «Τσάμηδων» στη διάρκεια της Κατοχής, με νέα στοιχεία, πολλά από τα οποία προέρχονται από τα γερμανικά αρχεία, που ,για όσα διαδραματίστηκαν στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο βρίσκονται στο Freiburg (Φράιμπουργκ).
Η ανάδειξη αυτών των στοιχείων, οφείλεται στον καθηγητή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Αθανάσιο Γκότοβο, ο οποίος τα παραθέτει, μαζί βέβαια και με πολλά ακόμα, στο έξοχο βιβλίο του «Τσαμουριά» (Εναλλακτικές εκδόσεις, 2014). Κι από την πλευρά μας, να δώσουμε θερμά συγχαρητήρια στον κύριο Γκότοβο, γιατί η ανάδειξη και η προβολή της ιστορικής αλήθειας, σε τόσο ευαίσθητα εθνικά ζητήματα, είναι υψίστης σημασίας…

Οι «Τσάμηδες» από το 1912-13 ως το 1940
Στα προηγούμενα άρθρα μας, αναφερθήκαμε διεξοδικά στην ετυμολογία της λέξης Τσαμουριά και στους εξισλαμισμένους Έλληνες που μετατράπηκαν σταδιακά σε γενίτσαρους. Θα κάνουμε μια σύντομη ιστορική αναδρομή στο θέμα, προσθέτοντας και νέα στοιχεία.
Η ελληνικότητα της Ηπείρου, ως τον ποταμό Γενούσο (Σκούμπι) προς βορρά, έχει αποδειχτεί από όλες τις αρχαιολογικές πηγές και κορυφαίους επιστήμονες, ξένους, όπως οι: V. Georgier, P. Levedue, E. Leppore, N. G. L. Hammond, F. Papazoglou κ.α. αλλά και Έλληνες: Δ. Ευαγγελίδης, Φ. Πέτσας, Σ. Δάκαρης κ.α.
Ο αφελληνισμός τμημάτων της Ηπείρου, ξεκινά σιγά σιγά από την οθωμανική κατάκτηση και παίρνει μεγάλες διαστάσεις μετά την αποτυχημένη Επανάσταση του Διονύσιου του φιλόσοφου (1611), η οποία όπως είναι γνωστό πνίγηκε στο αίμα από τους Τούρκους. Μετά την αποτυχία της, ακολούθησε άγρια τρομοκρατία στην Ήπειρο.
Μέρος του πληθυσμού της Ηπείρου, εξισλαμίστηκε (εκούσια ή ακούσια). Οι εξισλαμισμοί αυτοί έγιναν κυρίως στη νοτιοδυτική Ήπειρο και συνεχίστηκαν ως τα τέλη του 19ου αιώνα.
Η μεταβολή αυτή δεν ήταν απότομη. Γράφει χαρακτηριστικά ο σπουδαίος ιστορικός και πολιτικός Σπυρίδων Λάμπρος (1851-1916): «Πολλοί αυτών συνδιαλλάσουσι τας δύο θρησκείας, δίδοντες εις τα τέκνα δύο ονόματα, ένα μεν τουρκικό, που επιβάλλει ο ιμάμης κατά τα θρησκευτικά έθιμα του ισλαμισμού, ένα δε χριστιανικό, διδόμενο από ιερέα Χριστιανό».
Ωστόσο με την πάροδο του χρόνου οι εξισλαμισμένοι Έλληνες, αποκόπηκαν από τον κοινό εθνοφυλετικό κορμό και έγιναν φανατικότεροι μισέλληνες κι από τους ίδιους τους Τούρκους.
Μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου, το 1913, οι «Τσάμηδες» της Θεσπρωτίας, παρέμειναν στην περιοχή χωρίς να υπάρξει καμία διάκριση σε βάρος τους.
Ο Α. Γκότοβος, γράφει στο βιβλίο του «Τσαμουριά» τα εξής: «Για την ονομασία της μειονότητας και την προέλευση τόσο της ονομασίας, όσο και της μειονότητας,, οι απόψεις συνεχίζουν να διίστανται. Σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη (Παπαδόπουλος 1992, Παρόλας 2011), αρχικά η λέξη Τσάμηδες έχει γεωγραφικό περιεχόμενο και περιλαμβάνει τους κατοίκους μιας συγκεκριμένης διοικητικής περιοχής ανεξαρτήτως θρησκείας και καταγωγής. Αργότερα η λέξη συνδέθηκε με τους δίγλωσσους (αλβανόφωνους / ελληνόφωνους) ή αλβανόφωνους της ίδιας περιοχής, ανεξαρτήτως θρησκείας. Το εθνοτικό περιεχόμενο του όρου Τσάμης (=αλβανικής εθνότητας μουσουλμάνος κάτοικος της Θεσπρωτίας) είναι μεταγενέστερη εξέλιξη. Σε ό,τι αφορά τη λαϊκή γλώσσα για τον προσδιορισμό της θρησκευτικής ταυτότητας στην περιοχή της Θεσπρωτίας (όπως και αλλού), επικρατούσε, τουλάχιστον μέχρι την Κατοχή, ο όρος Τούρκοι για την αναφορά σε Μουσουλμάνους, ανεξαρτήτως καταγωγής, γλώσσας και εθνότητας. Ο ίδιος προσδιορισμός είναι σε χρήση ακόμα και σήμερα από άτομα της τρίτης ηλικίας που ζουν στην περιοχή».

Μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου, έγινε απαλλοτρίωση των μεγάλων κτημάτων των μπέηδων γαιοκτημόνων της Θεσπρωτίας (1917-1920). Ευτυχώς η τότε κυβέρνηση Βενιζέλου αντέδρασε σωστά, αποδεικνύοντας ότι οι απαλλοτριώσεις δεν έθιξαν μόνο κτήματα μουσουλμάνων αλλά και Χριστιανών. Οι Ιταλοί, γνωστοί για την ανθελληνική στάση τους εκείνη την εποχή, από το 1914 ως το 1920 εξέδωσαν χιλιάδες χάρτες στο Μιλάνο, όπου παρουσίαζαν ως «Αλβανία» ολόκληρη την Ήπειρο και τη ΒΔ Ελλάδα.
Όπως είχαμε δει, από τον Δεκέμβριο του 1924 είχε ξεκινήσει (στο πλαίσιο της ανταλλαγής πληθυσμών), η μετακίνηση των Τσάμηδων στην Τουρκία, με παράλληλη εγκατάσταση Ελλήνων του Πόντου στη Θεσπρωτία. Ο Θ. Πάγκαλος όμως, που ανέτρεψε στα μέσα του 1925 την κυβέρνηση Μιχαλακόπουλου, δέχτηκε την εξαίρεση από την ανταλλαγή, των μουσουλμάνων Τσάμηδων της Θεσπρωτίας, με αποτέλεσμα τη συνέχιση των προβλημάτων.
Υπήρξε πολλές φορές, οργανωμένη απόκρουση της προσπάθειας της πολιτείας για γλωσσική, κοινωνική και πολιτισμική ένταξη των Τσάμηδων, που δεν ήταν απλώς άμυνα των παραδοσιακών πολιτισμικών δομών απέναντι στις απαιτήσεις του ελληνικού κράτους για εισαγωγή νέων γλωσσικών και πολιτισμικών κανόνων. Υπήρξε έντονη προπαγάνδα από αλβανικής πλευράς τα χρόνια του Μεσοπολέμου για τους «αλύτρωτους αδελφούς» στη Θεσπρωτία.

Παρουσιάζονταν οι Τσάμηδες ως πλειοψηφία, όμως τα επίσημα στατιστικά στοιχεία ήταν αντίθετα. Τον Μάρτιο του 1940, υπήρχαν 19.905 Τσάμηδες στη Θεσπρωτία, σε σύνολο 80.000 κατοίκων, το ¼ περίπου του πληθυσμού. Την ίδια περίοδο η Ήπειρος είχε συνολικά 380.000 κατοίκους. Οι Τσάμηδες αποτελούσαν το 5% του συνολικού πληθυσμού της. Αυτό δεν τους εμπόδισε από τα τέλη του 1940 ως τα μέσα περίπου του 1944, σε συνεργασία με τους κατακτητές, να προβούν σε μια σειρά από εγκλήματα σε βάρος του χριστιανικού πληθυσμού της Θεσπρωτίας, με σκοπό την προσάρτησή της στην Αλβανία. Πρόκειται ουσιαστικά για μια εθνοκάθαρση, που, ευτυχώς, δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί.

Η εγκληματική δράση των Τσάμηδων στην Κατοχή – Η συνεργασία τους με τους Ιταλούς και τους Γερμανούς.
Οι ελληνικές υπηρεσίες ασφαλείας είχαν επισημάνει από τα μέσα του 1940 μεγάλα δίκτυα κατασκοπείας οργανωμένα από Ιταλούς αξιωματικούς και στελεχωμένα με μουσουλμάνους των Φιλιατών, της Ηγουμενίτσας και της Παραμυθιάς, οι οποίοι λειτουργούσαν ως πληροφοριοδότες των Ιταλών για τη διάταξη των ελληνικών δυνάμεων που είχαν σταθμεύσει στην Ήπειρο. Με την απόβαση των Ιταλών στην Αλβανία (Απρίλιος 1939) και την προσφορά του αλβανικού στέμματος στον βασιλιά της Ιταλίας Βίκτωρα –Εμμανουήλ άρχισαν να δραπετεύουν στην Αλβανία νέοι στρατεύσιμοι μουσουλμάνοι από τη Θεσπρωτία.
Από τον Μάιο του 1940, η φυγή πήρε ομαδικό χαρακτήρα. Οι φυγάδες, αποτέλεσαν, όπως αποδείχτηκε αργότερα, τους οδηγούς των ιταλικών τμημάτων κατά τη διάβασή τους από την Πίνδο και τον Καλαμά. Μάλιστα οι Θεσπρωτοί αυτοί φυγάδες, αποτελούσαν ξεχωριστή στρατιωτική ομάδα (υπό τους επίσης φυγάδες Αζίζ Τσάμην και Μωχαρέφ Ντέμη) η οποία ενισχυόταν από 1.000 άτακτους Τουρκαλβανούς.
Με την ιταλική επίθεση, τον Οκτώβριο του 1940, οι Τσάμηδες τάχθηκαν απροκάλυπτα με το μέρος των φασιστικών στρατευμάτων. Εκμεταλλευόμενοι την προσωρινή κατάληψη της Ηγουμενίτσας από ιταλικά στρατεύματα, συνέλαβαν και εκτέλεσαν τον μεγαλέμπορο Χρήστο Πιτούλη, τον Χρήστο Τσώνη και περισσότερους από 10 ακόμα χριστιανούς. Στη συνέχεια, έκαψαν την πόλη. Κατά την προσωρινή υποχώρησή τους, οι Έλληνες χτυπήθηκαν πισώπλατα από οπλισμένους Τσάμηδες. Το ίδιο έγινε και σε χωριά με πολλούς Τσάμηδες (Κούτσι, Κίντσικα, Πελουμποντσάρι κ.α.).

Είναι χαρακτηριστική, η δράση των μουφτήδων Φιλιατών και Παραμυθιάς, αλλά και του ιμάμη Φιλιατών Μεχμέτ Ζαχαργιάς, που δυο μέρες πριν μπουν στην κωμόπολη οι Ιταλοαλβανοί, γύριζε τα σπίτια των μουσουλμάνων και τους ενημέρωνε για την προσεχή «απελευθέρωση». Μετά την αντεπίθεση του Στρατού μας, πολλοί Τσάμηδες που είχαν δράσει εναντίον των Χριστιανών, πιάστηκαν και οδηγήθηκαν αρχικά στην Κόρινθο και μετά στη Χίο.
Η κατάρρευση του μετώπου και η ιταλική κατοχή από την άνοιξη του 1941, έδωσε στους Τσάμηδες τη χρυσή ευκαιρία να αρχίσουν να υλοποιούν το σχέδιό τους για εξόντωση των Χριστιανών.
Ο πολιτικός και στρατιωτικός νους της μειονότητας αυτή την περίοδο, είναι ο Dr. Nuri Dino (Νουρί Ντίνο), κτηνίατρος στο επάγγελμα, που κινείται ανάμεσα στα Τίρανα, τα Γιάννενα και την Παραμυθιά. Αρχικά συνεργάστηκε με τις ιταλικές αρχές κατοχής, σύντομα όμως άρχισε επαφές με το Ic, το Γραφείο Πληροφοριών της γερμανικής μεραρχίας.

Μαζί με ορισμένους άλλους ομοεθνείς του, όπως ο Dr Ali Kuci, γίνονται σύντομα οι καλύτεροι πληροφοριοδότες των Γερμανών. Αρωγοί του Nuri Dino, ήταν ο αδελφός του Mazar και ο ξάδελφός τους Redzep Dino. Ο Mazar Dino, επικεφαλής του Εθνικού Αλβανικού Συμβουλίου, γνωστού ως «KSILA» («Ξίλια»), καταγόταν από την Παραμυθιά. Το 1932, εγκατέλειψε οικειοθελώς την Ελλάδα με την οικογένειά του και εγκαταστάθηκε στην Τουρκία. Με την επικράτηση των Ιταλών και Γερμανών στη Θεσπρωτία, ο Mazar Dino επέστρεψε εκεί και επιδόθηκε με μανία στην εξόντωση του ελληνικού στοιχείου.
Ήδη από τον Ιούλιο του 1941, οι Τσάμηδες ζητούσαν από τους Χριστιανούς της Θεσπρωτίας να τους δίνουν το 1/3 της παραγωγής τους. Στην Ηγουμενίτσα, την Παραμυθιά και τους Φιλιάτες, υπήρξε έντονη αντίδραση και αυτή η προσπάθεια απέτυχε, ενώ στην περιοχή του Μαργαριτίου καρποφόρησε. Από επίσημες εκθέσεις, προκύπτει ότι το 1941 δολοφονήθηκαν από τους Τσάμηδες στη Θεσπρωτία 283 Έλληνες Χριστιανοί. Το 1942, δολοφονήθηκαν 438 Χριστιανοί, ανάμεσά τους και ο αναπληρωτής νομάρχης Γεώργιος Βασιλάκος, 7 χωριά λεηλατήθηκαν και στη συνέχεια πυρπολήθηκαν. Το 1943, σημαδεύτηκε από την εθνοκάθαρση στην περιοχή του Φαναρίου και τη δολοφονία 49 προκρίτων της Παραμυθιάς.

Επιχείρηση «AUGUSTUS» στο Φανάρι – Η δολοφονία των προκρίτων στην Παραμυθιά – Το ιταμό αίτημα των Τσάμηδων για απομάκρυνση των ελληνικών αρχών από τη Θεσπρωτία
Η περιοχή του Φαναρίου στη Θεσπρωτία, ήταν η ευφορότερη και πλέον παραγωγική στην Ήπειρο και τη Δυτική Μακεδονία. Οι Τσάμηδες, εποφθαλμιούσαν τα χωριά της περιοχής και ζητούσαν ευκαιρία για την λαφυραγώγησή τους.
Έτσι, με το πρόσχημα της ύπαρξης θυλάκων αντίστασης στην περιοχή, ξεκινά η ναζιστική επιχείρηση «Augustus» στις 9/8/1943. Σ’ αυτήν μετείχαν το 99ο Σύνταγμα ορεινών καταδρομών της 1ης Μεραρχίας, τμήματα του ιταλικού Συντάγματος Valle, τμήματα του 98ου Συντάγματος Ορεινών Καταδρομών και τμήματα Τσάμηδων με επικεφαλής τους αδελφούς Dinoκαι τον Abdul Kasim. Σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο της επιχείρησης, έπρεπε όλος ο ανδρικός πληθυσμός μεταξύ 16 και 60 ετών να συλληφθεί και να εκτοπιστεί ή να σταλεί για καταναγκαστική εργασία. Στους καταλόγους των ανδρών από τα χωριά του Φαναρίου που συλλαμβάνονται και μεταφέρονται στα Γιάννενα και από εκεί στη Θεσσαλονίκη και στη Γερμανία, δεν υπάρχει ΟΥΤΕ ΕΝΑΣ μουσουλμάνος (Τσάμης). Όλοι ήταν Χριστιανοί (Γερμανικά αρχεία BA – MA Freiburg, RH 28-1-189, από το βιβλίο του Αθανάσιου Γκότοβου «Τσαμουριά», όπως και όλες οι σχετικές αναφορές που θα ακολουθήσουν).

Ο Γερμανός συνταγματάρχης Remold, από τους αξιωματικούς που προώθησε ενεργά το «αλβανικό ζήτημα» γράφει τα εξής για την επιχείρηση «Augustus»: «Οι Αλβανοί στις παράκτιες περιοχές είναι εξαιρετικά γερμανόφιλοι, Είναι οργανωμένοι για την αυτοάμυνα. Έχουν συμβάλει στην εκκαθαριστική επιχείρηση [Augustus] ως οδοδείκτες κλπ» (BA – MA Freiburg, RH 28-1-99/98).
Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Α. Γκότοβος: «Πίσω από την αθώα λέξη «κλπ.» κρύβονται ορισμένες από τις πιο άγριες, πρωτοφανούς βιαιότητας πράξεις, πέρα από τη συνηθισμένη αρπαγή και λεηλασία περιουσιών που είχε γνωρίσει ο χριστιανικός πληθυσμός της περιοχής στην ιστορία του».
Ο Συνταγματάρχης Remold, μεταπολεμικά, έγινε διοικητής της Άμεσης Δράσης του Μονάχου (!) και ποτέ δεν κλήθηκε από κάποιον συμπατριώτη του ή Έλληνα δικαστικό λειτουργό να λογοδοτήσει για τα εγκλήματα της μονάδας του στη Θεσπρωτία…
Η επιχείρηση «Augustus», ολοκληρώθηκε στις 16/8/1943. Τριάντα χωριά της περιοχής του Φαναρίου (νότια της Παραμυθιάς, ως την Πάργα και την Αμμουδιά) καταστράφηκαν ολοκληρωτικά. 250 άτομα δολοφονήθηκαν, 562 σύρθηκαν στην ομηρία, από τα οποία μόνο 16 γλίτωσαν την εκτέλεση, βιάστηκαν και κακοποιήθηκαν 456 γυναίκες, ενώ αρπάχτηκαν για τα χαρέμια των Τούρκων 231 κοπέλες, από τις οποίες μόλις 32 διασώθηκαν. Κάηκαν 870 σπίτια και αρπάχτηκαν 7.000 βοοειδή, 25.000 γιδοπρόβατα και 3.500 άλλα ζώα. Καραβάνια από Τσάμηδες μετέφεραν αμύθητες περιουσίες σε κάθε είδους αντικείμενα στα δικά τους σπίτια. Σκοπός τους ήταν η εξόντωση των Ελλήνων – Χριστιανών από την κοιλάδα του Φαναρίου και η εγκατάσταση σ’ αυτήν Αλβανών καλλιεργητών. Όσοι γλίτωσαν από τη μανία των ναζί και των Τσάμηδων, κατέφυγαν στα βουνά γυμνοί…
Μετά την εθνοκάθαρση στην περιοχή του Φαναρίου, οι Τσάμηδες στοχοποίησαν την Παραμυθιά. Ήδη όμως, στις 21/5/1943 επιχείρησαν να καταστρέψουν το Πόποβο, ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της Εθνικής Αντίστασης στην Ήπειρο, αλλά απέτυχαν. Είχαν μάλιστα και απώλειες: 10 Αλβανοτσάμηδες και 8 Ιταλοί νεκροί. Κατά την αποχώρησή τους, έκαψαν το Ελευθεροχώρι και συνέλαβαν ως ομήρους 40 Έλληνες.
Στις 7/6/1943, εκτελέστηκε στην Παραμυθιά ο προδότης και συνεργάτης των Τσάμηδων Σωτήριος Κουτούπης από τον οπλαρχηγό Κων/νο Γεωργίου και στις 28/7/1943, πάλι στην Παραμυθιά, οι Τσάμηδες βασανιστές Τέφικ Κεμάλ και Γιαγιά Κασίν από τον Ηλία Νίκου. Στις 24/9/1943, σε συγκρούσεις με αντάρτες του ΕΔΕΣ έξω από την Παραμυθιά, σκοτώθηκαν 6 Γερμανοί στρατιώτες. Αυτό έδωσε την ευκαιρία στους Τσάμηδες να εξωθήσουν τους Γερμανούς σε σκληρά αντίποινα. Από Τουρκαλβανούς Τσάμηδες , αιχμαλωτίστηκαν στις 25/9/1943, 51 Χριστιανοί πρόκριτοι της Παραμυθιάς. Οι 49 από αυτούς, εκτελέστηκαν στις 29/9/1943, καθώς οι άλλοι δύο ήταν απαραίτητοι στους Γερμανούς για την κατασκευή αεροδρομίου στην περιοχή. Όλοι οι άνδρες της Παραμυθιάς μετά από αυτό, εγκατέλειψαν την κωμόπολη.

Η απαίτηση των Τσάμηδων για αυτονόμηση της Θεσπρωτίας
Την Τετάρτη 10/11/1943, στο σπίτι του Redzep Dino στην Ηγουμενίτσα διεξάγεται σύσκεψη κλιμακίου της «KSILA» στην οποία συμμετέχουν Τσάμηδες πρόεδροι από διάφορες κοινότητες. Στη συνάντηση παρίσταται και ο ειδικός διαφωτιστής της Βέρμαχτ Bratina, στον οποίο οφείλουμε τις πληροφορίες που υπάρχουν στα γερμανικά αρχεία. «Ο σκοπός της συνάντησης είναι να αφυπνιστούν στα χωριά οι συνειδήσεις και να διακηρύξουμε ότι υπό την προστασία των γερμανικών όπλων, με τα οποία κάθε Αλβανός συνδέεται με δεσμούς ζωής και θανάτου, επιτέλους έρχεται η νέα τάξη που οραματιζόμαστε από παλιά. Οι Αλβανοί πρέπει να βοηθήσουν εμπράκτως και να εργαστούν γι’ αυτό» (BA – MA Freiburg, RH 28-1-87).
Στις 18/12/1943, γίνεται στην Παραμυθιά με πρωτοβουλία του στρατιωτικού διοικητή της κωμόπολης και του Εθνικού Αλβανικού Συμβουλίου, σύσκεψη 19 προέδρων κοινοτήτων της περιοχής, στην οποία, σύμφωνα με τον κατοχικό νομάρχη Θεσπρωτίας Τσιμπρή, ο Redzep Dino ζήτησε την απομάκρυνση των ελληνικών αρχών, διακηρύσσοντας ότι η περιοχή πλέον θα διοικείται από τους Αλβανούς. Ο Τσιμπρής στην επιστολή του προς τη γερμανική στρατιωτική διοίκηση 1032 (ο αριθμός δηλώνει την έδρα της διοίκησης, εδώ είναι τα Γιάννενα), εκφράζει τις ανησυχίες του για την κατάσταση στη Θεσπρωτία (BA – MA Freiburg, RH 24-22-22). Στην επιστολή αναφέρει ότι επίκειται σφαγή του χριστιανικού πληθυσμού στην περιοχή των Φιλιατών, για την οποία θεωρεί υπεύθυνους τους Mazar, Redzep και Nuri Dino. Παράλληλα, ζητά την απαγόρευση της παραμονής των παραπάνω στη Θεσπρωτία, καθώς έχουν ξένη υπηκοότητα.

Οι Τσάμηδες, μετά τις 18/12/1943, προχώρησαν στη δημιουργία ξεχωριστής διοίκησης στη Θεσπρωτία με αρχηγό τον Mazar Dino, οργάνωσαν τη νεολαία των Τσάμηδων, τη «Μιλίτσια» και συγκρότησαν ένοπλες εθνικιστικές ομάδες, τις περιβόητες «Μπαλ Κομπετάρ», οι οποίες συνεργάστηκαν στενά με τις γερμανικές δυνάμεις εναντίον των Συμμάχων. Δυνάμεις νεαρών Τσάμηδων, αποτέλεσαν σώμα ντυμένο με γερμανικές στολές και στάλθηκαν στα Γιάννενα.
Όσο για τη στολή της «χωροφυλακής» των Τσάμηδων, ο Redzep Dino είναι σαφής: «…η στολή της χωροφυλακής θα είναι ιταλική στρατιωτική στολή με μελανέρυθρο περιβραχιόνιο, πάνω στο οποίο θα υπάρχει αγκυλωτός σταυρός. Ως πηλήκιο, θα έχει το λευκό αλβανικό φέσι, το οποίο μπροστά θα φέρει το αλβανικό εθνόσημο: μαύρο αετό σε κόκκινο πλαίσιο» (BA – MA Freiburg, RH 28-1-187).
Επανερχόμαστε στο θέμα της «αυτονόμησης» της Θεσπρωτίας και την επιστολή Τσιμπρή προς τους Γερμανούς. Ο στρατιωτικός διοικητής της 1032, συνταγματάρχης von Bothmer, επιφυλάσσεται για το αν είναι η κατάλληλη στιγμή να αναλάβουν οι Αλβανοτσάμηδες τη θέση του νομάρχη Θεσπρωτίας. Στον Τσιμπρή, απαντά ως εξής: «Οι ισχυρισμοί που διατυπώσατε στα έγγραφά σας διερευνώνται προς το παρόν ενδελεχώς. Οι αναγκαίες ενέργειες για την προστασία από τις αυθαιρεσίες για τις οποίες εκφράζετε φόβους, έχουν δρομολογηθεί. Πέραν τούτων, παρακαλείσθε όπως μας ενημερώσετε επακριβώς σχετικά με την υπηκοότητα του Μαζάρ και του Ρετζέπ Ντίνο» (BA –MA Freiburg, RH 28-1-189).
Εν τω μεταξύ, το πρόβλημα με τους Τσάμηδες και την εγκαθίδρυση αλβανικής διοίκησης στη Θεσπρωτία, έφτασε μέχρι τα ανώτατα κλιμάκια του Γ’ Ράιχ. Ο πληρεξούσιος του γερμανικού Υπουργείου Εξωτερικών για την περιοχή της ΝΑ Ευρώπης, πρέσβης Νοΐμπάχερ, τηρεί, σχετικά, ήπια στάση, επιθυμώντας να έχει ένα διοικητικό σχήμα όπου η διοίκηση «στα χαρτιά» να είναι ελληνική, αλλά στην ουσία «αλβανική».
Σε σχετικό έγγραφο (BA – MA Freiburg, RH 28-1-189), αναφέρεται ότι ο πρωθυπουργός Ι. Ράλλης θα δώσει εντολή για άμεση αντικατάσταση του νομάρχη Θεσπρωτίας και ότι η επιτυχημένη θητεία του νέου νομάρχη θα εξαρτηθεί από το αν θα «μπορέσει να στηριχτεί είτε στη γερμανική Wehrmacht, είτε σε υπό δημιουργία ομάδες ενόπλων Ελλήνων και ότι η πολιτική δραστηριότητα της ιταλόφιλης ομάδας Ντίνο πρέπει να απαγορευτεί».
Στις αρχές του 1944, οι επιχειρήσεις των Τσάμηδων σε συνεργασία με τους Γερμανούς, συνεχίστηκαν. Μάλιστα, η φιλογερμανική κυβέρνηση των Τιράνων, πανηγύριζε γιατί κατά τις επιχειρήσεις του Φεβρουαρίου 1944, 25.000 σπίτια πυρπολήθηκαν και 100.000 πολίτες έμειναν άστεγοι (εφημερίδα «Bashkimi Kombit» 14/3/1944).

Η αντίστροφη μέτρηση για τους Τσάμηδες – Δυνάμεις του Ε.Δ.Ε.Σ. προελαύνουν στη ΘεσπρωτίαΑπό το καλοκαίρι του 1944 όμως, τα πράγματα άρχισαν να γίνονται δύσκολα για τους Τσάμηδες και τους Γερμανούς. Δυνάμεις του Ε.Δ.Ε.Σ., με επικεφαλής τον Συνταγματάρχη Βασίλειο Καμάρα, τους είχαν περιορίσει στα μεγάλα αστικά κέντρα και σε μερικές οχυρωμένες περιοχές, όπως η Μενίνα(σήμερα Νεράιδα).
Το στρατηγείο Μέσης Ανατολής, με αφορμή σχεδιαζόμενη απόβαση των συμμάχων στην Ελλάδα (με την Ήπειρο ένα από τα πιθανά σημεία της απόβασης), ζητήθηκε η απελευθέρωση των περιοχών από την Ηγουμενίτσα ως την Πάργα. Η Χ μεραρχία του Β. Καμάρα, ενός από τους στενότερους συνεργάτες του Ναπολέοντα Ζέρβα ανέλαβε το δύσκολο αυτό εγχείρημα. Στις 26 και 27 Ιουνίου 1944, ανακαταλαμβάνεται η Παραμυθιά. Οι Τσάμηδες, με μεσολάβηση του Δεσπότη Δωρόθεου, αφοπλίστηκαν και παραδόθηκαν. Στις 29/6/1941, ελληνικές δυνάμεις απελευθερώνουν την Πάργα. Μεγάλη ήταν η συμβολή σ’ αυτό, του ΙΙ Ανεξάρτητου Τάγματος, του Ταγματάρχη Κωνσταντίνου Δουφεξή. Στις 30/6/1944, οι Τσάμηδες (350 άνδρες), με τη συνδρομή 450 Γερμανών και βαρύ οπλισμό, επιχείρησαν να καταλάβουν πάλι την Παραμυθιά, αλλά απέτυχαν. Σύμφωνα με Γερμανούς αιχμαλώτους, οι αδελφοί Ντίνο, έδωσαν στον Γερμανό διοικητή της Μενίνας 1.500 χρυσές λίρες για να τους βοηθήσει! Γιατί το έκαναν αυτό; Όπως αποδείχτηκε, τα σπίτια των αδελφών Ντίνο στην Παραμυθιά ήταν γεμάτα από αμύθητης αξίας αντικείμενα, που προερχόταν από πλιάτσικο στις περιουσίες Ελλήνων Χριστιανών της Θεσπρωτίας.
Στις 2/8/1944, έφτασε στο αρχηγείο του Ε.Δ.Ε.Σ. η πληροφορία, ότι σε μία εβδομάδα, θα έφτανε, για να ενισχύσει τους Τσάμηδες, η Ταξιαρχία του Μεχμέτ Σέχου, υπαρχηγού του Χότζα από την Αλβανία. Κινούμενες αστραπιαία, οι δυνάμεις του Ε.Δ.Ε.Σ., ολοκλήρωσαν την απελευθέρωση της Θεσπρωτίας, εκτός από την Ηγουμενίτσα και τους Φιλιάτες.
Στις 17/8/1944, τα Συντάγματα 16 και 3/16 του Ε.Δ.Ε.Σ. με επικεφαλής τον Συνταγματάρχη Αριστείδη Κρανιά, επιτίθενται στο οδικό οχυρό κέντρο της Μενίνας, την οποία και απελευθέρωσαν στις 19/8/1944. Στις 22/9/1944, απελευθερώθηκαν οι Φιλιάτες και την ίδια μέρα η Ηγουμενίτσα. Ολόκληρη η Θεσπρωτία, ήταν πλέον ελεύθερη.
Η τελευταία προσπάθεια των Τσάμηδων να ανακαταλάβουν τη Θεσπρωτία – Οι δίκες και οι ποινές που τους επιβλήθηκαν.Ωστόσο, οι Τσάμηδες από το αλβανικό έδαφος που είχαν καταφύγει, εξακολουθούσαν να προκαλούν, λέγοντας ότι θα επιστρέψουν στη Θεσπρωτία. Αυτή τη φορά, με παρτιζάνικες δυνάμεις του Χότζα. Η εσπευσμένη αποχώρηση των δυνάμεων του Ε.Λ.Α.Σ από την περιοχή, το πρώτο 15θήμερο του Δεκεμβρίου 1944 για την Αθήνα, ήταν η χρυσή ευκαιρία γι’ αυτούς. Ωστόσο, η μισοδιαλυμένη Μεραρχία του Συνταγματάρχη Καμάρα ανασυγκροτήθηκε, και στις 16/12/1944, επιτέθηκε εναντίον των Αλβανοτσάμηδων που είχαν περάσει τον Καλαμά και τους έτρεψαν σε φυγή. Μάλιστα, μπήκαν στο αλβανικό έδαφος, φτάνοντας ως την περιοχή της Δρόπολης. Αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στο ελληνικό έδαφος μετά από πιέσεις των Άγγλων συνδέσμων του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής και της πρώτης μεταπελευθερωτικής κυβέρνησης της Αθήνας που βρισκόταν υπό «τον κλοιό» του Ε.Λ.Α.Σ…
Από τον Μάρτιο του 1945, κινήθηκε η διαδικασία ποινικής δίωξης εναντίον των Τσάμηδων. Από το 1945 ως και το 1947, καταδικάστηκαν ΕΡΗΜΗΝ 1701 Τσάμηδες. Οι 911 (ποσοστό 53,6%) σε θάνατο, 489 (ποσοστό 28,7%) σε ισόβια και 301 (ποσοστό 17,7%) σε φυλάκιση. Η ακίνητη περιουσία των (Αλβανο)Τσάμηδων, απαλλοτριώθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο. Σύμφωνα με το ΒΔ 2185/52 και το Νόμο 2781/54, η αγροτική τους περιουσία παραχωρήθηκε σε ακτήμονες, ενώ η αστική τους εκποιήθηκε απευθείας ή με δημοπρασίες σε άστεγους.
Περίπου 18.000 Τσάμηδες κατέφυγαν στην Αλβανία. Σύμφωνα με την απογραφή του 1951, 127 αλβανόφωνοι μουσουλμάνοι ζούσαν στη χώρα μας (Κ. Α. Βακαλόπουλου, «ΗΠΕΙΡΟΣ»). Για το «τσάμικο» ζήτημα μετά το τέλος του πολέμου, θα επανέλθουμε σε επόμενο άρθρο μας.
ΠΗΓΕΣ:
– Αθανάσιος Γκότοβος, «Τσαμουριά – Ταυτότητες στην κατοχική Θεσπρωτία και ο ρόλος της μουσουλμανικής μειονότητας», Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2014
– ΒΑΣ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ (Χρήστος Ρήγας), «ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ, η συνεχιζόμενη ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ», Εκδόσεις Ε. ΡΗΓΑ, Αθήνα 2001
Πρώτο Θέμα
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
