Ακολουθήστε μας

Διεθνή

…δεν είν’ εύκολες οι θύρες, εάν η χρεία τες κουρταλεί…

Δημοσιεύτηκε στις


Οι Άγγλοι επέβαλαν στον Κίσινγκερ τη διζωνική ομοσπονδία
ΤΗΣ ΦΑΝΟΥΛΑΣ ΑΡΓΥΡΟΥ

Ο τότε Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ επεδίωκε επιστροφή στη Ζυρίχη, αλλά τελικά υπέκυψε
Η Χούντα υποστήριζε Σαμψών, η Τουρκία και η Βρετανία επιστροφή του Μακαρίου, και ο Κίσιγκερ προτιμούσε τον Γλαύκο Κληρίδη.

ΗΠΑ-ΑΓΓΛΙΑ
Μπλοκάρουν την Ελλάδα από του να επέμβει
Εδώ και 35 χρόνια, άρθρα και ειδησεογραφικές πληροφορίες προβάλλουν τον δρα Χένρι Κίσινγκερ, Υπ. Εξωτερικών των ΗΠΑ το 1974, ως φέροντα την ευθύνη για την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Ασφαλώς οι ΗΠΑ φέρουν τη δική τους ευθύνη για την ανοχή που υπέδειξαν και άφησαν την Τουρκία ανενόχλητη να εισβάλει δίχως να τη σταματήσουν. Όμως, τη μεγαλύτερη ευθύνη και εγκληματική προμελετημένη ανοχή για το τουρκικό έγκλημα φέρουν οι Βρετανοί. Δυστυχώς, πολλά δημοσιεύματα αναφορικά με αμερικανικά έγγραφα, δίχως αυτά να μελετώνται σε συνδυασμό με τα αντίστοιχα (και πολύ πιο λεπτομερή και άμεσα) βρετανικά τέτοια, δεν αποδίδουν τη σωστή εικόνα των γεγονότων. Με αποτέλεσμα να βοηθούνται οι Βρετανοί, που μένουν στο απυρόβλητο.
Και παρόλον ότι τα βρετανικά έγγραφα που αναφέρονται στο πραξικόπημα λογοκρίθηκαν και θα μείνουν κλειστά μέχρι το 2060, εντούτoις καταφέραμε, με πεισματική έρευνα στο Βρετανικό Κρατικό Αρχείο, να εξασφαλίσουμε ορισμένα, που μας δίνουν, επιτέλους, κάποιες ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τις σχέσεις και το ρόλο Βρετανών και Αμερικανών τις μαύρες εκείνες μέρες.
Τα έγγραφα φανερώνουν ότι οι Βρετανοί ηγούνταν της όλης επιχείρησης, έχοντας βοηθούς τους Αμερικανούς και όχι αντιστρόφως. Το Λονδίνο προσπαθούσε με κάθε τρόπο να εμποδίσει την Ελλάδα να αντιδράσει και παρόλον ότι η Τουρκία είχε ήδη εισβάλει στο νησί, αυτοί συνέχιζαν να την υπερασπίζονται και να απαιτούν παράλογα πράγματα από την Ελλάδα. Πολύ ενδιαφέρουσες οι δηλώσεις Κίσινγκερ 19 Ιουλίου 1974 και 27 Αυγούστου 1974.

Στα χέρια του Λονδίνου
Τα έγγραφα στα οποία αναφερόμαστε στην παρουσίαση αυτή δεν αφήνουν πλέον αμφιβολία ότι ο δρ Χένρι Κίσινγκερ δεν υποστήριζε κατ’ αρχήν τη Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία, αλλά αυτή ήταν λύση που επέβαλαν οι Βρετανοί και έκτοτε συμβάδισε μαζί τους. Κατά καιρούς τα έγγραφα φανερώνουν αμφιταλαντεύσεις του Κίσινγκερ για τη Διζωνική, κάτι που κράτησε μέχρι το τέλος του 1974, αλλά τελικά κέρδισαν οι Βρετανοί. Πρώτον, επειδή το Κυπριακό ήταν και παραμένει στα χέρια του Λονδίνου και όχι της Ουάσινγκτον, και δεύτερον γιατί οι ΗΠΑ χρειαζόντουσαν τους Βρετανούς για την εξυπηρέτηση των αμερικανικών συμφερόντων μέσω των βρετανικών βάσεων στο νησί…

Διαφωνία Κίσινγκερ – Κάλαχαν/Γουίλσον
Στις 18 Ιουλίου 1974, ο Αμερικανός Υπ. Εξωτερικών δρ Χ. Κίσινγκερ τηλεφωνεί ο ίδιος στον Βρετανό ομόλογό του Τζέιμς Κάλαχαν και διαφωνεί μαζί του στο θέμα της απόσυρσης των Ελλήνων αξιωματικών. Ο Κίσινγκερ επανέλαβε τη θέση του ότι το να πιέζει η Βρετανία για την άμεση αποχώρησή τους από την Κύπρο μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα επικίνδυνο ρήγμα στο ισοζύγιο δυνάμεων στην Κύπρο και πίστευε (ο Κίσινγκερ) ότι η απομάκρυνση των Ελλήνων αξιωματικών θα μπορούσε να ενθαρρύνει ενδο-κοινοτική διαμάχη. Ο Κίσινγκερ υποστήριζε ότι δεν ήταν εναντίον της αποχώρησής τους, αλλά όχι προτού επιτευχθεί συνταγματική λύση. Προτιμούσε να μιλήσει ο Μακάριος στις 19 (την επομένη) σε συνεδρία του Συμβουλίου Ασφαλείας, και προτού παρθεί οποιαδήποτε απόφαση από το Συμβούλιο Ασφαλείας, ήθελε τους Βρετανούς να συμφωνήσουν να διευθετήσουν συνάντηση Ελλήνων και Τούρκων στο Λονδίνο, για την Κυριακή 21 Ιουλίου, για να διαπραγματεύονταν κάποια συνταγματική λύση, βασισμένη στις συνθήκες του 1960. Σύμφωνα με τη σχετική αναφορά στο βρετανικό έγγραφο: «…Οι ΗΠΑ, είπε, θα δώσουν πλήρη υποστήριξη και θα λάβουν μέρος στη συνάντηση με πρόταση και μετά να ακολουθήσει ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας. Ο Κάλαχαν ρώτησε τι είδος συνταγματικής λύσης είχε υπόψη του ο Κίσινγκερ. Ο Κίσινγκερ εισηγήθηκε όπως οι Βρετανοί προσπαθήσουν να διαμορφώσουν τα πράγματα, ούτως ώστε να βρεθεί εναλλακτική αποδεκτή λύση γι’ απαλλαγή τόσο από τον Σαμψών όσο και τον Μακάριο…». Ο Κίσινγκερ θεωρούσε τον Γλ. Κληρίδη ως το πρόσωπο αυτό. Με τον Κληρίδη πίστευε ότι οι Έλληνες θα εγκατέλειπαν τον Σαμψών και οι Βρετανοί και Τούρκοι τον Μακάριο. Για τους Τούρκους, πίστευε ο Κίσινγκερ, δεν θα ήταν και μεγάλη θυσία, καθώς ποτέ δεν τον είχαν εμπιστευθεί. Ο Κίσινγκερ ήταν πολύ προβληματισμένος με τους Βρετανούς οι οποίοι, πίστευε, δέσμευαν τους εαυτούς των πολύ μακριά, δίχως να υπολογίζουν τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις.
Ο Τζέιμς Κάλαχαν ενημέρωσε τον Βρετανό πρωθυπουργό σχετικά.

«Πρώτες βοήθειες»
Την επομένη, 19 Ιουλίου, ο Βρετανός πρωθυπουργός Χάρολντ Γουίλσον σημειώνει προς τον Σύμβουλό του κ. Άκλαντ:
«…Υπήρξαν κάποιες μικρές διαφωνίες μεταξύ μας και των Αμερικανών σχετικά με τον Μακάριο και πώς να τον χειριστούμε. Φυσικά αυτό είναι παράπλευρο θέμα, όμως είναι ένα σημαντικό θέμα. Εκείνο που δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται ο δρ Κίσινγκερ σήμερα είναι πως το πραξικόπημα στην Κύπρο έχει αφαιρέσει την όποια σταθερότητα είχε απομείνει από της συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου. Εκείνη η σταθερότητα ήταν πολύ εύθραυστη τα τελευταία δέκα χρόνια. Οι βασικές ερωτήσεις τώρα είναι: Μπορούμε να μπαλώσουμε τις παλαιές συνθήκες; Ή πρέπει τώρα να προχωρήσουμε με νέες διευθετήσεις; Αν ναι, ποιοι θα είναι οι συμμετέχοντες και οι εγγυητές των συνθηκών που θα αντικαταστήσουν τις παλαιές;

Μου φαίνεται, και απ΄ό,τι άκουσα όσον αφορά τις απόψεις του δρος Κίσινγκερ, ο τελευταίος προφανώς βλέπει την κατάσταση επιφανειακά. Αν θέλει να μπαλώσει (χρησιμοποιεί μεταφορικά τη λέξη επιδέσμους) τις σημερινές συνθήκες, θα πρέπει να δράσει πολύ πιο δυναμικά με τους Έλληνες απ΄ ό,τι έκανε μέχρι σήμερα. Το γεγονός είναι ότι σήμερα υπάρχει μια νέα μεγάλη πηγή αστάθειας, και η επέμβαση “πρώτων βοηθειών” σύντομα θα καταντήσει αδύνατη».

Μπλόκο στην Ελλάδα
Σημείωση 1): Ο Βρετανός πρωθυπουργός και ο Υπ. Εξωτερικών της Βρετανίας από τις 17 Ιουλίου, κατά τη συνάντηση που είχαν στο Λονδίνο με τον Τούρκο πρωθυπουργό της εισβολής Μπ. Ετσεβίτ, του είχαν δώσει το πράσινο φως για την εισβολή, υποσχόμενοι να μην επέμβουν και να μπλοκάρουν την Ελλάδα από του να τρέξει εις βοήθεια της Κύπρου.
Σημείωση 2): Η πολιτική αυτή ήταν πλήρως ταυτισμένη με το βρετανικό σχέδιο «Το Μέλλον της Κύπρου», που είχε εκπονήσει το Τμήμα Σχεδιασμού του Φόρεϊν Όφις τον Φεβρουάριο του 1964. Το σχέδιο προέβλεπε και προνοούσε όπως εμποδιστεί η Ελλάδα από το βοηθήσει την Κύπρο σε περίπτωση τουρκικής εισβολής, για να αφεθεί η Τουρκία για 48 τόσες ώρες να κάνει την επιχείρησή της. Προνοούσε τόσο τη χρησιμοποίηση και του 6ου Αμερικανικού Στόλου όσο και την πιθανότητα ανάγκης πραξικοπήματος για να επιτευχθεί ο στόχος… Υπενθυμίζεται ότι τον ίδιο καιρό (Φεβρουάριος του 1964) και οι Τουρκοκύπριοι (με την ανταρσία τους εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας) είχαν εκπονήσει συνταγματικές προτάσεις για Δύο Ομόσπονδα Κράτη.
Σημείωση 3): Άκρως λανθασμένος και ιστορικά ανακριβής ο ισχυρισμός (όπως π.χ. εκείνος του Βρετανού Μάρτιν Πάκαρτ) ότι τότε υπήρχε Αμερικανικό Σχέδιο εις βάρος της Κύπρου. Το σχέδιο ήταν καθαρώς βρετανικό. Τα ίδια τα βρετανικά έγγραφα ανατρέπουν συλλήβδην τέτοιον ισχυρισμό.

Ο ρόλος του Βρετανού πρέσβη
Το πρωί της 20ής Ιουλίου 1974, ο Βρετανός πρέσβης στην Αθήνα Σερ Χούπερ είδε τον αναπληρωτή Υπ. Εξωτερικών της χουντικής κυβέρνησης κ. Κυπραίο και προσπάθησε να του διαλύσει την εντύπωση που είχε ήδη κυκλοφορήσει, ότι η Βρετανία είχε εκ των προτέρων γνώση για το πραξικόπημα. (Εδώ υπενθυμίζεται ότι τα βρετανικά έγγραφα για το πραξικόπημα παραμένουν κλειστά).
Ο κ. Κυπραίος του είπε ότι τα τουρκικά στρατεύματα είχαν επιτεθεί στην ΕΛΔΥΚ. Η Ελλάδα ζητούσε άμεση κατάπαυση του πυρός και τη συγκέντρωση όλων των τουρκικών στρατευμάτων και αλεξιπτωτιστών στους τουρκικούς θυλάκους μέχρι τις 2.μ.μ. Ο Βρετανός πρέσβης βρήκε ότι η στάση του κ. Κυπραίου ήταν διαφορετική από εκείνη που τους είχαν ενημερώσει οι Αμερικανοί στην Ουάσινγκτον.
Ο Χούπερ είπε στον Κυπραίο ότι η απαίτηση της Αθήνας με τελεσίγραφο μέχρι τις 2.μ.μ. θα εξέπληττε το Λονδίνο. Ουσιαστικά η ελληνική κυβέρνηση ζητούσε από την Τουρκία να διαλέξει είτε να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της Αθήνας είτε να πάνε σε πόλεμο.
Κατ’ αρχήν ο Έλληνας αναπληρωτής Υπ.Εξ. κ. Κυπραίος είπε ότι καλά κατάλαβε ο πρέσβης, και ο κ. Σωσσίδης δίπλα του πρόσθεσε «πόλεμος σε όλα τα μέτωπα». Αργότερα, όμως, ο Κυπραίος κατέβασε τους τόνους, επισημαίνει στην αναφορά του προς τον Τζέιμς Κάλαχαν ο Βρετανός πρέσβης, τονίζοντας ότι τελικά ο Κυπραίος, στο μήνυμά του προς την τουρκική κυβέρνηση, είπε ότι οι Έλληνες προσέφεραν στην Τουρκία την ευκαιρία να λύσουν τις διαφορές τους και να σταθεροποιήσουν την κατάσταση για τα επόμενα χρόνια.
Υποστηρίζοντας περαιτέρω την Τουρκία, ο Βρετανός πρέσβης είπε στον Κυπραίο ότι και η Βρετανία επιθυμούσε εκεχειρία, αλλά οι Τούρκοι ήταν αδύνατο να δεχθούν, υπό το φως των απειλών που αντιμετώπιζαν από τους Έλληνες και πως οι Έλληνες έπρεπε να τους βοηθήσουν να διαπραγματευτούν. Ο Χούπερ ζήτησε, μάλιστα, να μάθει το σκεπτικό της απαίτησης της Ελλάδας για τη συγκέντρωση των τουρκικών στρατευμάτων στους θυλάκους. Ο Κυπραίος είπε ότι δεν ήταν σκοπός τους να απειλήσουν την Τουρκία, αλλά έχοντας υπόψη την υπεροχή της Τουρκίας, έπρεπε να βοηθηθούν και οι ίδιοι να διαπραγματευτούν από θέση ισχύος. Οι Τούρκοι είχαν επιτεθεί κατά των ελληνικών στρατευμάτων και ήδη είχε δημιουργηθεί κατάσταση πολέμου, κάτι για το οποίο δεν ευθυνόταν η Ελλάδα. Και σημειώνει ο Χούπερ σε παρένθεση «Εδώ έχει κάποιο δίκαιο».
Όμως ο Χούπερ δεν πίστευε ότι οι Έλληνες θα επέμεναν για τις 2.μ.μ. Γιατί ο Κυπραίος του είχε επίσης πει πως νοουμένου ότι αυτό γινόταν εντός 24 ή 48 ωρών, δεν θα έκαναν τίποτα.
Ο Κυπραίος είπε ότι η Ελλάδα δεν ήθελε την Ένωση, αλλά αν ο κυπριακός λαός την ήθελε, τότε ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Όμως, έγραψε ο Χούπερ, ο Κυπραίος δεν είχε γνώση για πρόταση διχοτόμησης.
Από το ενημερωτικό τηλεγράφημα του Βρετανού πρέσβη προς τον Τζέιμς Κάλαχαν, φαίνεται ότι ο Αμερικανός απεσταλμένος κ. Σίσκο είχε εντολές να πιέσει την Ελλάδα, απειλώντας να διακόψει κάθε στρατιωτική βοήθεια, αν αντιδρούσε (η Ελλάδα). Αλλά μέχρι τότε ο Σίσκο, με τη συγκατάθεση της Ουάσινγκτον, δεν το είχε κάνει.

Έξαλλος ο Ιωαννίδης
Μετά την επιστροφή του Σίσκο από την Άγκυρα, ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα ενημέρωσε τον Βρετανό ομόλογό του κ. Χούπερ για τις επαφές Σίσκο και του ιδίου στην Αθήνα, ζητώντας να διατηρηθεί η αναφορά άκρως εμπιστευτική.
Γράφει η ενημέρωση προς το Λονδίνο:
«Στις 7.30 πρωινή της 20ής Ιουλίου, ο Αμερικανός πρέσβης κ. Τάσκα πήγε στο ελληνικό Υπ. Άμυνας, όπου θα ξεκινούσε συνεδρία του Συμβουλίου Πολέμου στις 8.00 πρωινή, υπό την προεδρία του πρωθυπουργού. Ο Τάσκα έδωσε αυστηρές προειδοποιήσεις εναντίον οποιασδήποτε ενέργειας. Οι ανώτεροι στρατηγοί δεν αντέδρασαν, αλλά ο Ιωαννίδης ήταν ιδιαίτερα έξαλλος. Στις 7.50 ήλθε και ο Σίσκο, ο οποίος μίλησε στις ίδιες γραμμές, με τον Ιωαννίδη να διατηρεί την ίδια στάση και να τονίζει πως αν οι Τούρκοι δεν έφευγαν από την Κύπρο, οι συνέπειες θα ήταν διπλή ένωση και πόλεμος. Αμέσως μετά, ο Ιωαννίδης αποχώρησε από την αίθουσα. Μετά από περαιτέρω συζήτηση με τους Τάσκα, Σίσκο και Συμβούλιο, συμφωνήθηκε όπως συνεχίσει η συνεδρία, αλλά να μη ληφθούν αποφάσεις προτού διαβουλευθούν ξανά με τους Τάσκα και Σίσκο. Όμως αυτό δεν ακολουθήθηκε».

Η Χούντα κάνει πίσω
Αργότερα το ίδιο πρωινό, οι Τάσκα και Σίσκο είδαν τον Κυπραίο στο Υπ. Εξωτερικών, ο οποίος τους μίλησε όπως και στον Χούπερ ενωρίτερα, για τη διορία που έδιδαν μέχρι τις 2 μ.μ. και πως ήδη αποχωρούσαν τα ελληνικά στρατεύματα από το αρχηγείο του ΝΑΤΟ στη Σμύρνη. Ο Σίσκο του είπε ότι η ελληνική πρόταση προσφερόταν ως βάση για διαπραγμάτευση, θα τη μετέφερε στην Άγκυρα, αλλά χρειαζόταν χρόνο, γι΄ αυτό έβρισκε ότι η διορία μέχρι τις 2μ.μ. δεν ήταν ρεαλιστική. Ο Τάσκα επιβεβαίωσε ότι τα όσα έλεγε ο Κυπραίος είχαν την υποστήριξη των Ιωαννίδη και Μπονάνου.
Στη συνάντηση με τον Κυπραίο, τελικά ο Τάσκα προέβη στην απειλή διακοπής αμερικανικής βοήθειας, αν η Ελλάδα προχωρούσε με ένοπλη δράση. Λίγο πριν από τις 2μ.μ., τηλεφώνησε στον Κυπραίο να μάθει αν η Ελλάδα θα αντιδρούσε μετά τις 2.μ.μ. και ο Κυπραίος του επιβεβαίωσε πως δεν θα έκαναν τίποτα. Τηλεφώνησε και στον Μπονάνο, γράφει η αναφορά, ο οποίος επίσης επιβεβαίωσε το ίδιο, όμως αυτός είπε ότι δεν θα περίμεναν επ΄ αόριστον.

Έξω φρενών ο Σίσκο
Ο Σίσκο, γράφει η αναφορά, έγινε έξω φρενών με τη διπλοπροσωπία των Τούρκων σε σχέση με την εισβολή και περιέγραψε, γράφει ο Χούπερ, τη συμπεριφορά των Τούρκων ως άκρως απαράδεκτη.
Σύμφωνα με την περιγραφή, ο Ετσεβίτ κορόιδευε τον Σίσκο και απέφευγε να του δώσει συγκεκριμένη απάντηση, πότε θα τερμάτιζαν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ο Ετσεβίτ του είπε ότι εφόσον άρχισαν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, θα έπρεπε να πάρουν το χρόνο τους, δεν μπορούσαν να σταματήσουν προτού επιτευχθούν κάποιοι στόχοι. Εξάλλου, δεν μπορούσε να του δώσει απάντηση προτού συναντηθεί την επομένη με τους Στρατιωτικούς και το Υπουργικό του. Ο Σίσκο εκνευρίστηκε και του έβαλε τις φωνές λέγοντας: «…Είπα στον Ετσεβιτ ότι είχα ζητήσει από την αμερικανική κυβέρνηση να αφήσει την Τουρκία να κάνει όπως ήθελε εκείνη (αντί να τη σταματούσαν από το να πολεμήσει, όπως έκαναν το 1964), είχα ζητήσει από την αμερικανική κυβέρνηση να πείσει την Ελλάδα να μην αναμιχθεί σε εχθροπραξίες, και είχα πει ότι έτσι και οι τουρκικές δυνάμεις έφερναν εις πέρας ένα ισοζύγιο δυνάμεων στην Κύπρο, σε σχέση με τις ελληνικές δυνάμεις, η τουρκική κυβέρνηση θα ήταν έτοιμη να εμπλακεί σε συνομιλίες με το Ηνωμένο Βασίλειο και τους Έλληνες στο πνεύμα των Συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου. Όλα αυτά είχαν πάει περίπατο πια. Υπολογίζαμε ότι ο Ετσεβίτ μιλούσε εκ μέρους της Τουρκίας και αναμέναμε να δούμε την Τουρκία να συμφωνεί για εκεχειρία, προτού η ελληνική κυβέρνηση αναγκαστεί να εμπλακεί σε εχθροπραξίες. Εμείς είχαμε τηρήσει τα δικά μας και αναμέναμε να τηρούσε και εκείνος το λόγο του. Αν η Τουρκία δεν ανταποκρινόταν, αυτό θα είχε δυσάρεστα αποτελέσματα για τις σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας, περιλαμβανομένης και της στρατιωτικής βοήθειας…».

Λίγα ψίχουλα
Όσον αφορά τη συνάντηση που είχε στο Υπ. Άμυνας με το Πολεμικό Συμβούλιο, o Τάσκα είπε ότι του έκαναν εντύπωση οι διαφορές μεταξύ των ιεράκων υπό την ηγεσία του Ιωαννίδη και των σχετικώς εριφίων υπό την ηγεσία του Μπονάνου και ανώτερων στρατηγών. Και κλείνει η αναφορά προς το Φόρεϊν Όφις με το εξής άκρως αινιγματικό για το βρετανικό ρόλο: «Θα πρέπει να δώσουμε στον τελευταίο (δηλαδή τον Μπονάνο) λίγα ψίχουλα παρηγοριάς προτού είναι αργά», έγραψε χαρακτηριστικά ο Βρετανός πρέσβης Χούπερ.

Η διζωνική ήταν βρετανικής έμπνευσης
Το έγγραφο αυτό είναι ένα πολυσέλιδο ντοκουμέντο, που περιέχει τα πρακτικά της πλέον κρίσιμης συνεδρίας που έλαβε χώρα στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, μετά τις δύο τουρκικές εισβολές. Η συνάντηση έγινε στις 27 Αυγούστου 1974, μεταξύ ανώτερων αξιωματούχων του Φόρεϊν Όφις και του δρος Χένρι Κίσινγκερ, κατ΄ εντολήν του Βρετανού Υπ. Εξωτερικών Τζέιμς Κάλαχαν. Ο Κάλαχαν ήθελε πλέον να προχωρήσει με την προώθηση της διπεριφερειακής ομοσπονδίας, αλλά ήθελε να σιγουρευτεί για την υποστήριξη του δρος Κίσινγκερ στη βρετανική αυτή πρωτοβουλία, γιατί οι Βρετανοί στο Λονδίνο είχαν επισημάνει αμφιβολίες για την αμερικανική υποστήριξη. Τα πρακτικά αυτά, διά μαρτυρίας του ιδίου του δρος Κίσινγκερ, μας ξεκαθαρίζουν πλέον, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι οι Βρετανοί ήσαν οι πρωταγωνιστές των γεγονότων του 1974, όσο και της προώθησης της τουρκικής απαίτησης για γεωγραφική ομοσπονδία (διζωνική) και όχι οι Αμερικανοί.

Οι απεσταλμένοι του Φόρεϊν Όφις είπαν στον Κίσινγκερ ότι ο Τζέιμς Κάλαχαν σκόπιμα διατηρούσε χαμηλούς τόνους στη διπλωματία, όταν και διέκοψε ο δρ Κισινγκερ για να τονίσει ότι ήδη είχε επιτευχθεί η μεγάλη (βρετανική) διπλωματική νίκη, με το να χαρακτηρίζεται πλέον ο ίδιος ως ο κακός της όλης κατάστασης.
Οι Βρετανοί θυμήθηκαν ότι ο Σίσκο (ο Αμερικανός απεσταλμένος) μέσα Ιουλίου είχε ρωτήσει το Φόρεϊν Όφις κατά πόσο μπορούσε να βρεθεί μια λύση πακέτο, αλλά τότε του είχαν πει ότι ήταν ακόμα νωρίς για κάτι τέτοιο.
Και συνέχισαν στη συνάντηση οι Βρετανοί, λέγοντας ότι οποιαδήποτε άποψη και να είχαν για τις τουρκικές ενέργειες, η λύση θα ήταν διπεριφερειακή ομοσπονδία και θα συνεπάγετο ανταλλαγή πληθυσμών. Η λύση αυτή, είπαν στον δρα Κίσινγκερ, θα έχει την ευχέρεια να αυτο-αστυνομεύεται και να μη χρειάζεται την ειρηνευτική δύναμη των Ηνωμένων Εθνών. Ήδη, πρόσθεσαν, πολλοί τους κατηγορούν ότι δεν ανέλαβαν τις εγγυητικές τους υποχρεώσεις, για να διακόψει και πάλιν ο Κίσινγκερ, για να πει ότι αυτό δεν ίσχυε για τους Τούρκους. Οι Τούρκοι, είπε, «δεν πιστεύω να έχουν τέτοιο παράπονο».

Διζωνική στη θεωρία
Οι Βρετανοί σχεδιαστές της λύσης είπαν πως η λύση που η Βρετανία υποστήριζε, δηλαδή η διπεριφερειακή ομοσπονδία (ουσιαστικά η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία), ήταν ακόμα στο στάδιο της θεωρίας, ήταν δύσκολο να επιβληθεί. Ο δρ Κίσινγκερ ρώτησε αν η ελληνική κυβέρνηση την υποστήριζε και οι Βρετανοί παραδέχθηκαν ότι ο Κ. Καραμανλής αδυνατούσε. Αλλά οι Τούρκοι ήταν αδύνατο να αποτραβηχτούν στη γραμμή που κρατούσαν στις 9 Αυγούστου. Ο Κληρίδης όμως, είπαν, είχε προωθήσει πιο λογικές προτάσεις. Οι Βρετανοί αξιωματούχοι είπαν πως για τη λύση αυτή, θα έπρεπε να γίνουν σημαντικές αναπροσαρμογές και πως ο Τούρκος καθηγητής Ουλμάν τους είχε πει στο Λονδίνο ότι θα χρειαζόντουσαν πέραν του 28% του εδάφους για λόγους ασφάλειας, κάτι που θα συζητηθεί στις διαπραγματεύσεις. Και συμπλήρωσαν ότι οι ίδιοι πιστεύουν ότι οι πρόσφυγες ίσως να μη θέλουν πλέον να επιστρέψουν, μιας και τους επιτραπεί να επισκεφθούν τις περιουσίες τους.
Ο δρ Κίσινγκερ είπε ότι ο χρόνος δεν ήταν υπέρ των Ελλήνων. Ο ίδιος ήθελε χρόνο για να καλυτερεύσουν οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις. Οι Βρετανοί, σε μια προσπάθεια να πιέσουν τον δρα Κίσινγκερ, χρησιμοποίησαν την κινδυνολογία ότι αν δεν λυόταν το θέμα σύντομα, φοβόντουσαν για ανταρτοπόλεμο εκ μέρους των Ελλήνων. Όμως ο Κίσινγκερ το απέρριψε και είπε ότι δεν πίστευε σε τέτοια.
Οι Βρετανοί στη συνέχεια είπαν πως θα άρχιζε ο εποικισμός από την Τουρκία. Ο Κίσινγκερ ρώτησε αν μπορούσε ένα κομμάτι να ενωθεί με την Ελλάδα και το άλλο με την Τουρκία, αλλά οι Βρετανοί κηδεμόνες, αν και δεν το απέρριψαν, είπαν ότι τέτοια λύση θα ήταν ό,τι χειρότερο για τη Σοβιετική Ένωση.
Ο Κίσινγκερ υποστήριξε να ξεκινούσε η βρετανική πρωτοβουλία, για διπεριφερειακή ομοσπονδία, αλλά, τους είπε ότι ήταν πολύ διστακτικός να ξανα-μπλέξει τις ΗΠΑ σε μια υπόθεση δίχως να γνωρίζει τις τακτικές. Την τελευταία φορά, είπε, οι ΗΠΑ είχαν αναμιχθεί με κάποια ευθύνη, όμως όχι αρκετή που να τους έδιδε και τον έλεγχο. Δίσταζε να το επαναλάβει. Ο ίδιος ήταν πολύ απασχολημένος με τα δικά τους στις ΗΠΑ και δεν ασχολήθηκε έντονα με όσα συνέβησαν στη Γενεύη τον Αύγουστο.

Θα αποτύγχανε η διζωνική
Η δεύτερη ανησυχία του, είπε ο δρ Κίσινγκερ, ήταν πως αν η βρετανική πρωτοβουλία αποτύγχανε, θα έλεγαν πως φταίει η Αμερική που δεν πίεσε αρκετά την Άγκυρα. Έτσι και πάλιν θα έφταιγαν οι ΗΠΑ και όχι το Ηνωμένο Βασίλειο, που ήταν δική του η πρωτοβουλία.
Οι Βρετανοί παραδέχθηκαν ότι στη Γενεύη έγιναν λάθη και πως εκ των υστέρων έβλεπαν πως θα ήταν καλύτερα αν είχαν προωθήσει και υποστηρίξει στη Γενεύη εξαρχής την περιφερειακή λύση. Ο Κίσινγκερ συμφώνησε πως τότε θα είχαν προοπτικές επιτυχίας. Ο Κίσινγκερ εξήγησε πως η πρότασή του για λύση καντονίων ήταν με στόχο να διευκολύνει τη διζωνική σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο Κίσινγκερ ήταν βέβαιος ότι η βρετανική πρωτοβουλία για διπεριφερειακή/διζωνική λύση θα αποτύγχανε, και δεν ήθελε τις ΗΠΑ να φορτωθούν την ευθύνη της αποτυχίας. Αν η Βρετανία ήθελε να προωθήσει την πρωτοβουλία της από μόνη της, θα έδιδε την ευλογία του.
Εν κατακλείδι, οι Βρετανοί ζήτησαν από τον Κίσινγκερ αν μπορούσαν να βασιστούν στην πλήρη κάλυψη της πρωτοβουλίας τους στην προώθηση της διπεριφερειακής ομοσπονδίας. Ο Κίσινγκερ τους υποσχέθηκε να το συζητήσει με τον Αμερικανό πρόεδρο και θα τους έδιδε την απάντησή του την επομένη.

Σύμφωνα με άλλα έγγραφα, το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο. Ο Κίσινγκερ έκανε όπως τους είπε. Τους έδωσε την ευλογία του, αλλά δεν ήθελε με κανένα τρόπο να εμπλακεί σε κάτι για το οποίο δεν είχε τον έλεγχο, τον οποίο και τον Ιούλιο και Αύγουστο του 1974, όπως και τον Ιανουάριο του 1964, είχαν οι Βρετανοί και όχι οι Αμερικανοί.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός2 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή