Διεθνή
Βοσνία: Μεταξύ εθνικισμού και διεθνούς κηδεμονίας
Η Βοσνία υπό την σκιά του Ντέιτον!
Ανοιχτές μένουν οι πληγές του Σεράγεβου
Του ειδικού απεσταλμένου μας JEAN-ARNAULT DERENS*
Το Σεράγεβο γιόρτασε τη σύλληψη και τη μεταφορά στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο του πρώην ηγέτη των Σέρβων της Βοσνίας, Ράντοβαν Κάρατζιτς. Ωστόσο, αυτό τον καιρό η Βοσνία μαραζώνει, ανίκανη να μεταρρυθμίσει θεσμούς αναχρονιστικούς πλέον. Η ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσόβου, στις 17 Φεβρουαρίου, αναζωπύρωσε τους φόβους της απόσχισης της «σερβικής οντότητας», και η χώρα αποτελεί τον μεγάλο ξεχασμένο στη νέα διάταξη των Βαλκανίων.
Στα τέλη Σεπτεμβρίου του 2006, μερικές ημέρες πριν από τις τελευταίες γενικές εκλογές, λίγοι οπαδοί μιας άγνωστης ένωσης της μικρής πόλης Κακάνι, στην κεντρική Βοσνία, συγκεντρώθηκαν στο Σεράγεβο. Κάτω από τα βλέμματα έκπληκτων διαβατών πέταξαν δοχεία με μπογιές στην πρόσοψη της προεδρίας του κράτους, πριν η αστυνομία τούς αντιμετωπίσει με ιδιαίτερη βία. Η απελπισμένη ενέργεια, η οποία…απέβλεπε, όπως φαίνεται, να καταγγείλει την ακινησία και το πάγωμα των βοσνιακών θεσμών (1), προκάλεσε ένα μικρό ρεύμα συμπάθειας στους δημοκρατικούς κύκλους του Σεράγεβου. Τις επόμενες ημέρες, διαδηλωτές κατήγγειλαν την αστυνομική βία, ωστόσο δεν συγκεντρώθηκαν παρά μόνο μερικές εκατοντάδες άτομα.
Συνεχώς στον δρόμο
Οι δημοκράτες του Σεράγεβου δεν χάνουν, εξάλλου, ευκαιρία να κατέβουν στους δρόμους. Τον χειμώνα και την άνοιξη του 2008 ο άγριος φόνος ενός έφηβου στο τραμ προκάλεσε μακρά σειρά από διαδηλώσεις. Το τραγικό συμβάν πρόσφερε άλλη μια ευκαιρία για να καταγγελθεί η ανικανότητα και η ανευθυνότητα των δημοτικών αρχόντων. Οι πρωτοβουλίες αυτές συγκεντρώνουν συνήθως πολύ νεαρά άτομα και συνταξιούχους, ορισμένοι από τους οποίους κρατούν πορτρέτα του στρατάρχη Τίτο…
Μια συνεσταλμένη αφύπνιση της κοινής γνώμης, που έρχεται σε αντίθεση με το λήθαργο που κυριαρχεί στην πολιτική τάξη.
Πάντως, οι γενικές εκλογές της 1ης Οκτωβρίου 2006 σηματοδότησαν μια καμπή στη σύγχρονη ιστορία της χώρας. Οι «παλαιοί» εθνικιστικοί σχηματισμοί, που γεννήθηκαν το 1990, τη στιγμή της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας -το Κόμμα Δημοκρατικής Δράσης (SDA), το Σερβικό Δημοκρατικό Κόμμα (SDS) και η Κροατική Δημοκρατική Κοινότητα (HDZ)- εγκαταλείπουν, για πρώτη φορά, το προσκήνιο, αλλά χωρίς αυτό να προκαλεί τη βελτίωση της ποιότητας του διαλόγου.
Το Κόμμα Δημοκρατικής Δράσης (SDA), το κυριότερο «βοσνιακό μουσουλμανικό» κόμμα, είδε τον υποψήφιό του για τη συλλογική προεδρία του κράτους, τον Σουλεϊμάν Τίχιτς, να ηττάται από τον χαρισματικό Χάρις Σιλάιτζιτς.
Ο τελευταίος του πολέμου
Πρώην πρωθυπουργός την εποχή του πολέμου, ο τελευταίος, είναι ένας διαφωνών του Κόμματος Δημοκρατικής Δράσης. Το κόμμα του, «το Κόμμα για τη Βοσνία – Ερζεγοβίνη» (SBiH), διεκδικεί «μια Βοσνία – Ερζεγοβίνη χωρίς οντότητες», δηλαδή αναδιοργανωμένη ως ενιαίο κράτος. Ο λόγος του απέφερε εδώ και καιρό στον Σιλάιτζιτς μια ορισμένη συμπάθεια στους δημοκρατικούς και αντιεθνικιστικούς κύκλους. Η νίκη του εξηγείται επίσης από την ανοιχτή υποστήριξη που του πρόσφερε ο «ρεΐς ουλ ουλεμά» Μουστάφα Εφέντι Τσέριτς, δηλαδή η ανώτατη αρχή του Ισλάμ στη Βοσνία – Ερζεγοβίνη.
Στο σερβικό στρατόπεδο, το Σερβικό Δημοκρατικό Κόμμα (SDS), σαρώθηκε από τον Μίλοραντ Ντόντικ και το κόμμα του, το Κόμμα των Ανεξάρτητων Σοσιαλδημοκρατών (SNSD). Βουλευτής στο σερβικό Κοινοβούλιο της Βοσνίας κατά τη διάρκεια του πολέμου, δεν συμμετείχε ποτέ άμεσα στο σύστημα εξουσίας που είχε εγκαθιδρυθεί από το Σερβικό Δημοκρατικό Κόμμα του Κάρατζιτς, ο οποίος συνελήφθη τον Ιούλιο, ύστερα από καταδίωξη δεκατριών ετών, και μεταφέρθηκε στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την Πρώην Γιουγκοσλαβία.
Οι δύο ισχυροί άντρες της Βοσνίας, ο μουσουλμάνος ηγέτης Χάρις Σιλάιτζιτς και ο επικεφαλής των Σέρβων Μιλοράντ Ντόντικ (κάτω).
Η σχετική πολιτική «παρθενία» του κατέστησε τον Ντόντικ, ύστερα από την επιστροφή στην ειρήνη, έναν πολύ ευπαρουσίαστο «δημοκράτη», ο οποίος γρήγορα «επιλέχθηκε» και υποστηρίχθηκε από τους Δυτικούς, ιδιαίτερα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, που βλέπουν σε αυτόν μια σερβική εναλλακτική λύση.
Στα χρόνια αμέσως μετά τον πόλεμο ο Ντόντικ προσέγγισε ουσιαστικά τη δημοκρατική αντιπολίτευση. Μετά από ένα πρώτο πέρασμα από τον επιχειρηματικό κόσμο, ανάμεσα στο 1998 και το 2001, ξεκίνησε ένα μικρό «πέρασμα της ερήμου». Κατόπιν, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας για τις εκλογές του 2006, δεν δίστασε να υιοθετήσει όλες τις κλασικές διεκδικήσεις του σερβικού εθνικισμού της Βοσνίας, ζητώντας κυρίως το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση για την Ρεπούμπλικα Σέρπσκα και υποσχόμενος δημοψήφισμα για το θέμα.
Η στρατηγική του απέδωσε. Το Κόμμα των Ανεξάρτητων Σοσιαλδημοκρατών πέτυχε μία χωρίς προηγούμενο συγκέντρωση εξουσιών. Το κόμμα διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή της Ρεπούμπλικα Σέρπσκα, της οποίας ο Ντόντικ διευθύνει την κυβέρνηση. Αλλά εκπροσωπεί επίσης την πρώτη δύναμη μέσα στη Βουλή της Βοσνίας, και διευθύνει, με αυτή την ιδιότητα, τη βοσνιακή κυβέρνηση.
Αλλά ο Ντόντικ, νέος ισχυρός άνδρας της Βοσνίας, δεν πηγαίνει συχνά στο Σεράγεβο, προτιμώντας να μένει στο φέουδό του, στην Μπάνια Λούκα, την πρωτεύουσα της Ρεπούμπλικα Σέρπσκα. Και η βοσνιακή πολιτική ζωή μετατράπηκε σε μια αναμέτρηση ανάμεσα στον Σιλάιτζιτς και τον Ντόντικ, των οποίων οι θέσεις μοιάζουν διαμετρικά αντίθετες. Ενώ ο πρώτος διεκδικεί την εξαφάνιση των οντοτήτων, ο δεύτερος διεκδικεί γι’ αυτές περισσότερα ακόμη και την απόσχιση της Ρεπούμπλικα Σέρπσκα.
Η επικίνδυνη αυτή αντιπαράθεση έχει ως συνέπεια να περιθωριοποιεί τους άλλους πολιτικούς σχηματισμούς, ιδιαίτερα τους σοσιαλδημοκράτες, που δεν διαθέτουν πολιτικό όραμα, όπως επίσης την κροατική κοινότητα, η οποία δεν έχει πια μεγάλο δημογραφικό έρεισμα, ούτε πολιτική επιρροή.
Στην πραγματικότητα εκτιμάται ότι οι Κροάτες δεν εκπροσωπούν πλέον παρά το 10% έως 11% του πληθυσμού, έναντι του 17,5% στις παραμονές του πολέμου.
Η έλξη της Κροατίας, η οποία είναι πολύ πιο ακμάζουσα, κινδυνεύει να γίνει ακόμη πιο ζωντανή όταν αυτή η χώρα θα ενταχθεί, σε μερικά χρόνια, στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Ταυτόχρονα, η κροατική πολιτική ηγεσία της Βοσνίας έχει υπονομευτεί από σκάνδαλα διαφθοράς, που έχουν προκαλέσει την περιθωριοποίηση πολλών στελεχών της Κροατικής Δημοκρατικής Κοινότητας (HDZ), η οποία κατέληξε να διασπαστεί σε δύο τμήματα.
Κροατική υποχώρηση
Σε αυτές τις συνθήκες, τα κροατικά κόμματα της Βοσνίας δεν εκπροσωπούν πια, σε εθνικό επίπεδο, παρά περιθωριακούς πολιτικούς παράγοντες, έστω και αν συνεχίζουν να ελέγχουν μόνα τους πολλά καντόνια της Ομοσπονδίας.
«Οι Σιλάιτζιτς και Ντόντικ χρησιμοποιούν το γνωστό όπλο του φόβου για να κινητοποιήσουν τις δύο κοινότητές τους. Λειτουργούν όπως και το ζευγάρι Φράνιο Τούντζμαν και Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς άλλοτε», εξηγεί ο Σερντιάν Ντιζντάρεβιτς, πρόεδρος της Επιτροπής του Ελσίνκι για τη Βοσνία – Ερζεγοβίνη.
Η ενότητα της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης απειλείται, άραγε, πραγματικά; Επί μήνες, οι ηγέτες του Βελιγραδίου, ιδιαίτερα ο Βόισλαβ Κοστούνιτσα, που ήταν τότε πρωθυπουργός, έσειαν την απειλή: εάν το Κόσοβο γίνει ανεξάρτητο, η Ρεπούμπλικα Σέρπσκα θα ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο.
Ο Ντόντικ επαναλάμβανε το επιχείρημα για λογαριασμό του, αναρωτώμενος στο όνομα τίνος πράγματος απαγορευόταν στους Σέρβους της Βοσνίας αυτό που επιτρεπόταν στους Αλβανούς του Κοσόβου. Ωστόσο, μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσόβου, στις 17 Φεβρουαρίου 2008, δεν έγινε τίποτε, εκτός από ορισμένες διαδηλώσεις, αρκετά περιορισμένου εύρους, στην Μπάνια Λούκα και σε ορισμένες άλλες σερβικές πόλεις της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης.
Η απειλή είχε κυρίως ρητορική λειτουργία. Στην πραγματικότητα ο Ντόντικ δεν έχει καμία πρόθεση να ανακηρύξει την ανεξαρτησία της σερβικής οντότητας. Γνωρίζει καλά ότι θα οδηγούσε σε αδιέξοδο, αφού δεν θα αναγνωριζόταν.
Επιπλέον, μία προσάρτηση στη Σερβία δεν θα τον ικανοποιούσε επ’ ουδενί: σε αυτή την περίπτωση, ο ίδιος, που έχει πολύπλοκες σχέσεις με τους ηγέτες του Βελιγραδίου, δεν θα ήταν πια παρά ένας μικρός επαρχιακός βαρόνος (2)…
Η ανεξαρτησία του Κοσόβου αποτέλεσε, όμως, ένα εξαιρετικό νέο για τον Ντόντικ: έδωσε περισσότερο βάρος στην απειλή του για απόσχιση. Εκφέροντας σκληρό λόγο, ο πρωθυπουργός μπορεί ταυτόχρονα να διαβεβαιώνει τους Δυτικούς, υποσχόμενος ότι με αυτόν «τίποτε δεν θα κινηθεί», ενώ άλλοι σέρβοι ηγέτες θα μπορούσαν να μπουν πραγματικά σε μία περιπέτεια χωρίς διέξοδο.
Διπλό όφελος: ο Ντόντικ ενίσχυσε τη θέση του στις διαπραγματεύσεις, πείθοντας τους Ευρωπαίους ότι παραμένει ένας αναντικατάστατος παράγοντας «σταθερότητας» και ότι δεν θα πρέπει να ψάχνουν αφορμή για καβγά για τις υποθέσεις διαφθοράς στις οποίες εμπλέκεται το όνομά του – ο Ντόντικ αξιοποιεί πλήρως την πολιτική ηγεμονία του και την απουσία αξιόπιστης αντιπολίτευσης.
Αποδοτικό σύστημα
Το «σύστημα» που εγκαθιδρύθηκε από τον Ντόντικ αποδεικνύεται, έτσι, εξαιρετικά αποδοτικό. Μέσα σε δύο χρόνια κατάφερε να υποβάλει σε αφαίμαξη τη Ρεπούμπλικα Σέρπσκα. Οι ιδιωτικοποιήσεις που πραγματοποιήθηκαν, ιδιαίτερα των τηλεπικοινωνιών (3) και του διυλιστηρίου του Μπροντ, έγιναν κατά τρόπο αρκετά αμφισβητήσιμο, επιτρέποντας τον άμεσο πλουτισμό του Ντόντικ, του κόμματός του και των φίλων του.
Ταυτόχρονα ο πρωθυπουργός άπλωσε τη λαβή του πάνω στα μέσα ενημέρωσης: εκτός από τις δημόσιες τηλεοράσεις, ελέγχει ήδη τις δύο κυριότερες εφημερίδες της κοινότητας, τις καθημερινές «Glas Srpske» και «Nezavisne», που ήταν άλλοτε ανεξάρτητη.
Στην Μπάνια Λούκα ακούγονται όλο και πιο σπάνια επικριτικές φωνές, όπως εκείνη του δημοσιογράφου Σλόμπονταν Βάσκοβιτς. Γι’ αυτόν, «το σύστημα Ντόντικ είναι χειρότερο από το σύστημα του Ράντοβαν Κάρατζιτς. Εχει αναγορεύσει την κλοπή και τον εκφοβισμό σε μέθοδο διακυβέρνησης».
Το σύστημα βασίζεται σε μια μικρή ομάδα περίπου δέκα προσώπων άμεσα συνδεδεμένων με τον Ντόντικ και καταγόμενων, όπως και αυτός, από την κωμόπολη Λακτάσι, καμιά δεκαριά χιλιόμετρα από την Μπάνια Λούκα.
Τα ονόματα των έμπιστων εμφανίζονται παντού στο περίπλοκο οργανόγραμμα των επιχειρήσεων που ελέγχονται από την εταιρεία Integral Inzenjering, που δημιουργήθηκε από τον Ντόντικ στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και η οποία σαρώνει από τότε όλες τις συμβάσεις με το Δημόσιο. «Η διεθνής κοινότητα δημιούργησε τον Ντόντικ και συνειδητοποιεί -αλλά πολύ αργά- ότι δημιούργησε έναν νέο Μιλόσεβιτς. Η μόνη διαφορά είναι ότι δεν υπάρχει πια ζήτημα ιδεολογίας, ούτε εθνικισμού: τα μόνα που μετρούν είναι η εξουσία και το χρήμα», συνεχίζει ο Βάσκοβιτς.
Στον επιχειρηματικό τομέα, ο Ντόντικ γνωρίζει επίσης να συνεννοείται με τους πολιτικούς αντιπάλους του των άλλων κοινοτήτων, ιδιαίτερα με τον Σιλάιτζιτς. Βρίσκει έτσι κανείς τα ονόματα των δύο ανδρών μερικές φορές μαζί, μερικές φορές σε αντιπαλότητα, στο νευραλγικό φάκελο της ενέργειας.
Η Βοσνία αποτελεί ένα πραγματικό φυσικό υδραγωγείο, προσφέροντας μεγάλες δυνατότητες για την κατασκευή κεντρικών υδροηλεκτρικών σταθμών.
Σε μια περιοχή που υποφέρει από χρόνιο ενεργειακό έλλειμμα, το να πολλαπλασιαστούν τα φράγματα είναι δελεαστικό. Για την ώρα, μια πρωτοφανής κινητοποίηση πολιτών οδήγησε σε αποτυχία τα σχέδια για την κατασκευή φράγματος στον Βρμπάς, απέναντι από τη Μπάνια Λαύκα, και στην Τάρα, στο Μαυροβούνιο, λίγα μέτρα από τα σύνορα με τη Βοσνία. Αλλά εξετάζονται και άλλες περιοχές.
Ευαίσθητο ζήτημα
Το να καταγγελθούν αυτά τα σχέδια, τα οποία θα είχαν σοβαρές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, μοιάζει ακόμη περισσότερο ευαίσθητο ζήτημα, καθώς η οικονομία της χώρας βρίσκεται σε νεκρό σημείο.
Η μόνη σημαντική επένδυση των τελευταίων χρόνων ήταν η εξαγορά των χαλυβουργείων της Ζένιτσα, στην Κροατο-μουσουλμανική Ομοσπονδία, από την ArcelorMittal.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, το ποσοστό της ανεργίας αγγίζει πάνω από το 40% του πληθυσμού. Τα συνδικάτα, εξίσου διαιρεμένα με βάση τις εθνικές γραμμές, είναι ανίκανα να διατυπώσουν προτάσεις ή να υπερασπιστούν τους εργαζόμενους. Τα τελευταία χρόνια οι αγρότες ή οι συνταξιούχοι έχουν κατέβει μόνο σε διαδηλώσεις απόγνωσης: και οι μεν και οι δε είχαν κατασκηνώσει για εβδομάδες μπροστά από το Κοινοβούλιο του Κράτους στο Σεράγεβο.
Το παρασιτικό σύστημα ευνοείται έντονα από το πολιτικό «πάγωμα» της χώρας. Το είδαμε κατά τη διάρκεια της πρόσφατης «μεταρρύθμισης» της αστυνομίας. Από το 1995 οι δυνάμεις της αστυνομίας εξαρτώνται ουσιαστικά από τις οντότητες, κάτι που ενισχύει τη διαίρεση της χώρας και καθιστά συχνά αβέβαιη τη συνέχιση κάθε έρευνας για εγκλήματα. Η μεταρρύθμιση -και η ενοποίηση- της αστυνομίας είναι μια ιστορία που επαναλαμβάνεται και διχάζει τη βοσνιακή πολιτική επί σειρά ετών.
Τελικά, τον περασμένο Απρίλιο, ο Ντόντικ δέχθηκε μια μεταρρύθμιση ουσιαστικά κενή από κάθε περιεχόμενο: οι δυνάμεις της αστυνομίας παραμένουν χωρισμένες, αλλά θα πρέπει να δημιουργηθούν δομές «συντονισμού».
Το Κόμμα Δημοκρατικής Δράσης και οι Σοσιαλδημοκράτες, που αρνήθηκαν να ψηφίσουν την ψευδομεταρρύθμιση, κατηγορήθηκαν για «ριζοσπαστισμό», ενώ ο ανώτατος διεθνής εκπρόσωπος και οι ευρωπαίοι ηγέτες εξέφραζαν την ικανοποίησή τους για τη μεγάλη «πρόοδο» που πέτυχε η Βοσνία, η οποία «ανταμείφθηκε» με την υπογραφή της συμφωνίας σταθεροποίησης και σύνδεσης.
Εννοείται ότι κανείς στις Βρυξέλλες δεν πίστεψε τον απατηλό χαρακτήρα του συμβιβασμού της τελευταίας στιγμής. Αλλά, ελλείψει στρατηγικής, η διεθνής πολιτική στη Βοσνία συνοψίζεται σε μία μόνο λέξη: σταθερότητα. Οι εύθραυστες κατασκευές που προσπαθούν να στήσουν οι διπλωμάτες στα Βαλκάνια μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσόβου, προϋποθέτουν, στην πραγματικότητα, ότι η Βοσνία δεν θα κινηθεί.
Από αυτή τη σκοπιά ο Ντόντικ είναι ιδανικός, γιατί κατάφερε να «εξουδετερώσει» τον σερβικό εθνικισμό.
Κατά τη διάρκεια της σύναψης των συμφωνιών του Ντέιτον, το Δεκέμβριο του 1995, οι πιο αισιόδοξοι πίστευαν ότι ο χρόνος θα επέτρεπε, προοδευτικά, να επουλωθούν οι ανοιχτές ακόμη πληγές και να ξεπεραστούν τα πολιτικά εμπόδια. Δεν συνέβη τίποτε τέτοιο. Αφού δεν υπάρχει ένα νεοτεριστικό σχέδιο, η Βοσνία βυθίζεται στο μαρασμό.
Η ευρωπαϊκή στρατηγική, όπως φαίνεται να διαγράφεται, ευνοεί άλλωστε την ένταξη (την οποία έχουν υποσχεθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα) της Κροατίας, και την ένταξη -η οποία θα μπορούσε να επιταχυνθεί- της Σερβίας, η οποία θεωρείται πυλώνας των περιφερειακών ισορροπιών, περιφρονώντας «τα περιθώρια που θυσιάστηκαν», που είναι η Βοσνία, το Κόσοβο και η Μακεδονία (4). Η τελευταία έχει, ωστόσο, το επίσημο καθεστώς της υποψήφιας από το 2005.
Παρά τη θλιβερή αυτή εικόνα, ο επισκέπτης που περπατάει στους δρόμους του Σεράγεβου δεν βρίσκει σχεδόν καθόλου ορατά ίχνη από τον πόλεμο (5) και από τη φοβερή πολιορκία την οποία υπέστη η βοσνιακή πρωτεύουσα. Θα πρέπει ωστόσο να ξεπεράσουμε την απατηλή εικόνα «ομαλότητας».
Δημογραφική αλλαγή
Η πρωτεύουσα έχει περίπου πεντακόσιες χιλιάδες κατοίκους, όσους και πριν από τον πόλεμο, αλλά η δημογραφική δομή της έχει ανατραπεί βαθύτατα: σε αυτήν ζουν μόνο κάτι περισσότερο από είκοσι χιλιάδες Σέρβοι (έναντι των εκατόν πενήντα χιλιάδων πριν από τον πόλεμο), ενώ ένας μεγάλος αριθμός βόσνιων μουσουλμάνων κατοίκων επίσης εγκατέλειψαν την πόλη τους κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, ή μετά από αυτήν.
Αντικαταστάθηκαν από άλλους κατοίκους που ήρθαν από την επαρχία ή από μικρές πόλεις, ή διώχθηκαν από τη Ρεπούμπλικα Σέρπσκα ή ακόμη ωθήθηκαν από την αγροτική έξοδο.
Ορισμένοι ήρθαν επίσης από το Σαντζάκ, μία περιοχή που κατοικείται κατά πλειοψηφία από βόσνιους μουσουλμάνους και την οποία μοιράζονται η Σερβία και το Μαυροβούνιο. Ενώ υπήρχε πολύ έντονη αστική ταυτότητα, μία λανθάνουσα σύγκρουση αντιπαραθέτει λοιπόν τους «παλιούς κατοίκους της πόλης» με τους νεοφερμένους.
Πριν από τρία χρόνια, η Υπατη Αρμοστία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες είχε ανακοινώσει θριαμβευτικά ότι οι πρόσφυγες και οι διωγμένοι από τα σπίτια τους που επέστρεψαν είχαν ξεπεράσει το εκατομμύριο. Δυστυχώς, αυτές οι επιστροφές φαίνεται ότι είναι σε μεγάλο βαθμό πλασματικές. Στην πραγματικότητα, συνήθως οι πρόσφυγες δεν επιστρέφουν στις ιδιοκτησίες τους που βρίσκονται σε μια πόλη ή σε μια περιοχή όπου η κοινότητά τους είναι τώρα μειοψηφική, παρά μόνο για να τις πουλήσουν αμέσως.
Ανταλλαγές περιουσιών έχουν επίσης επισημανθεί συχνά από την Επιτροπή του Ελσίνκι για τη Βοσνία – Ερζεγοβίνη, η οποία μιλά για την «τελική φάση της εθνοκάθαρσης». Για παράδειγμα, στη μικρή πόλη Ντόνι Βακούφ, στην κεντρική Βοσνία, οι ανταλλαγές κατέληξαν να σταθεροποιήσουν την εδαφική κατάτμηση της κοινότητας ανάμεσα σε Κροάτες και βόσνιους μουσουλμάνους (6).
Εθνικιστική ηγεμονία
Τα εθνικιστικά κόμματα συνεχίζουν να κυριαρχούν αδιαφιλονίκητα σε καθένα από τα μονοεθνικά μικροεδάφη τα οποία συγκροτούν πια τη Βοσνία – Ερζεγοβίνη.
Οι μικρές εθνικιστικές ολιγαρχίες, που ευημερούσαν κατά τη διάρκεια της σκυθρωπής μεταπολεμικής περιόδου, συμμερίζονται επισήμως το στόχο της ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης, αλλά με την ουσιαστική και σιωπηρή προϋπόθεση ότι αυτή η προοπτική δεν θα αμφισβητήσει την περιουσία, την εξουσία και τα προνόμιά τους.
Σε αυτές τις συνθήκες, η Βοσνία – Ερζεγοβίνη μοιάζει καταδικασμένη στη στασιμότητα, ενώ αυτοί που ήθελαν να προχωρήσει η χώρα βυθίζονται στην απόγνωση.
Από την πλευρά τους, οι δυτικοί διπλωμάτες βρίσκονται μπροστά σε έλλειψη στρατηγικής: η Βοσνία παίρνει όλο και περισσότερο την όψη μιας «μαύρης τρύπας» που δεν μπορεί να διορθωθεί. Επίσης, οι στρεβλωτικές συνέπειες της διεθνούς κηδεμονίας -η οποία στερεί από τους βόσνιους υπεύθυνους την ουσιαστική τους υπευθυνότητα και τους επιτρέπει να αρκούνται στις αμφίβολες χαρές της δημαγωγίας- είναι γνωστές (7), αλλά κάθε καινούρια κρίση μοιάζει να αποκαλύπτει τον αναπόφευκτο χαρακτήρα της κηδεμονίας.
Οσο για τους νέους της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης, αδιαφορούν σε μεγάλο βαθμό για την πολιτική ζωή: μόλις πάνω από το 10% όσων η ηλικία τους είναι κάτω των 25 χρόνων ψηφίζουν. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει μια αύξηση της κινητοποίησης με την ευκαιρία των προσεχών δημοτικών εκλογών.**
Η πλειονότητα των νέων πτυχιούχων ονειρεύεται πάνω απ’ όλα να εγκαταλείψουν τη χώρα. Ενας από αυτούς μας εμπιστεύεται την άποψή του για τη Βοσνία: μία χώρα συντετριμμένη από τα τραύματα του πολέμου, ώστε να μην μπορεί να μπει σε νέες βίαιες περιπέτειες, αλλά αρκετά εξαντλημένη ώστε οι πολίτες της να μην έχουν τη δύναμη να επιβάλλουν πραγματικές αλλαγές.
(1) Σύμφωνα με την ορολογία που ισχύει σήμερα, ο όρος «Bosnjak» (Μποσνιάκ) προσδιορίζει τους μουσουλμάνους της Βοσνίας και ο όρος «Bosanac» (Μποσάνατς) αναφέρεται σε όλους τους κατοίκους της Βοσνίας. Στα γαλλικά συνηθίζεται να μεταφράζονται αντίστοιχα αυτοί οι δύο όροι ως βοσνιακός και βόσνιος. Ως επίθετο το βόσνιος εφαρμόζεται συνεπώς και σε οτιδήποτε σχετίζεται με τους κοινούς θεσμούς του κράτους της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης (Σημείωση της ελληνικής μετάφρασης: Στα ελληνικά οι όροι «βοσνιακός» και «βόσνιος» προκαλούν σύγχυση. Συνεπώς προτιμούμε τους όρους «βόσνιος μουσουλμάνος» και «βόσνιος»).
(2) Σήμερα διατηρεί ωστόσο αρκετά καλές σχέσεις με τον σέρβο πρόεδρο Μπόρις Τάντιτς.
(3) Στη Βοσνία – Εζεγοβίνη η διαχείριση όλων των δημόσίιν υπηρεσιών γίνεται στο επίπεδο των οντοτήτων. Οσον αφορά τις τηλεπικοινωνίες, σταθερές και κινητές, υπάρχουν τρία δίκτυα: βοσνιακό-μουσουλμανικό, σερβικό και κροατικό.
(4) ΣτΕ: Πιστή μετάφραση του πρωτότυπου.
(5) Σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα που δημοσιεύτηκαν από το Κέντρο Ερευνας και Τεκμηρίωσης του Σεράγεβου (IDC), ο αριθμός των θυμάτων που έχουν ταυτοποιηθεί από τον πόλεμο του 1992-1995 φτάνει περίπου στις εκατό χιλιάδες, σε έναν πληθυσμό ο οποίος έφτανε στα τέσσερα εκατομμύρια εκατό χιλιάδες κατοίκους.
(5) Βλέπε Nidzara Ahmetasevic, «Βοσνία: η τελική φάση της εθνοκάθαρσης», «Le Courrier des Balkans» (http://balkans.courriers.info), 6 Σεπτεμβρίου 2006.
(6) Ορισμένες «δεξαμενές σκέψης», όπως το Center for European Integration Strategies, καταγγέλλουν τις συνέπειες αυτής της κηδεμονίας εδώ και αρκετά χρόνια, και υποστηρίζουν μια «ιδιοποίηση» της δημοκρατίας, η οποία θα υποχρέωνε τους τοπικούς υπεύθυνους να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να δεσμευτούν για το δρόμο των πραγματικών μεταρρυθμίσεων. Βλέπε www.ceis-eu.org/index.htm
** Το κείμενο γράφτηκε πριν από τις δημοτικές εκλογές οι οποίες διενεργήθηκαν στις 5 Οκτωβρίου.
*Ο JEAN-ARNAULT DERENS είναι αρχισυντάκτης του δικτυακού τόπου «Le Courrier des Balkans». Μόλις κυκλοφόρησε το έργο του «Balkans. La mosaique brisee. Frontieres, territoires et identites», Editions du Cygne, Παρίσι, 2008.
ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, LE-MONDE – 26/10/2008
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
