Διεθνή
Η Γερμανία δημιουργεί αθόρυβα ευρωπαϊκό στρατό υπό τη διοίκησή της
τη δραματική αλλαγή που χαρακτηρίζει την προσέγγισή του στο ζήτημα της άμυνας:
ενσωμάτωση ταξιαρχιών από μικρότερες χώρες στη Bundeswehr.
Γεώργιος Αναγνώστου
ενός ευρωπαϊκού στρατού αναφέρεται στις ειδήσεις προκαλώντας διαφωνίες. Το
περιεχόμενό της αποτελεί τόσο φαντασία όσο και φόβητρο: Οι φεντεραλιστές των
Βρυξελλών θεωρούν ότι μια κοινή αμυντική δύναμη είναι αυτό που χρειάζεται η
Ευρώπη για να ενισχύσει τη θέση της στον κόσμο. Όμως, στο Λονδίνο και αλλού
υπάρχουν αυτοί που αποστρέφονται την ιδέα ενός δυνητικού αντιπάλου του NATO.
Ωστόσο φέτος, μακριά από τα πρωτοσέλιδα, η
Γερμανία και δύο από τους Ευρωπαίους συμμάχους της, η Τσεχική Δημοκρατία και η
Ρουμανία, πραγματοποίησαν αθόρυβα ένα ριζικό βήμα προς τη δημιουργία κάτι που
μοιάζει με ευρωπαϊκό στρατό, αποφεύγοντας παράλληλα τις πολύπλοκες πολιτικές
ενέργειες που σχετίζονται με αυτό: Ανακοίνωσαν την ενσωμάτωση των ενόπλων δυνάμεών τους.
ενσωματωθεί στη Bundeswehr, ούτε οι τσεχικές ένοπλες δυνάμεις θα αποτελέσουν
ένα απλό γερμανικό τμήμα. Τους επόμενους μήνες, όμως, κάθε χώρα θα εντάξει μία
ταξιαρχία στις γερμανικές ένοπλες δυνάμεις: η ρουμανική 81η Μηχανοποιημένη
Ταξιαρχία θα ενταχθεί στη Μεραρχία Ταχείας Αντίδρασης της Bundeswehr, ενώ η
τσεχική 4η Ταξιαρχία Ταχείας Ανάπτυξης, η οποία έχει χρησιμοποιηθεί στο Αφγανιστάν
και στο Κοσσυφοπέδιο και θεωρείται η αιχμή του δόρατος του τσέχικου στρατού, θα
αποτελέσει τμήμα της γερμανικής 10ης Τεθωρακισμένης Μεραρχίας. Κατ’ αυτόν τον
τρόπο, θα ακολουθήσουν τα βήματα δύο ολλανδικών ταξιαρχιών, η μία εκ των οποίων
έχει ήδη ενταχθεί στη Μεραρχία Ταχείας Αντίδρασης της Bundeswehr, ενώ η άλλη
έχει ενσωματωθεί στην 1η Τεθωρακισμένη Μεραρχία της Bundeswehr. Σύμφωνα με τον
Carlo Masala, καθηγητή διεθνούς πολιτικής στο Στρατιωτικό Πανεπιστήμιο του
Μονάχου, «η γερμανική κυβέρνηση φαίνεται ότι είναι πρόθυμη να προχωρήσει τη
διαδικασία της ευρωπαϊκής στρατιωτικής ολοκλήρωσης», ακόμη και αν άλλοι στην
ήπειρο είναι απρόθυμοι μέχρι στιγμής.
πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Jean-Claude Juncker, έχει προβάλλει επανειλημμένα την ιδέα ενός ευρωπαϊκού στρατού,
εισπράττοντας χλεύη ή αμήχανη σιωπή. Αυτό εξακολουθεί
να ισχύει ακόμα και τώρα που το Ηνωμένο Βασίλειο, ο μόνιμος πολέμιος αυτής της
ιδέας, είναι καθ’ οδόν για την έξοδο από την ένωση. Υπάρχει ελάχιστη συμφωνία
μεταξύ των υπολοίπων κρατών μελών σχετικά με το ποια ακριβώς θα είναι η μορφή
μιας τέτοιας δύναμης και ποιες δυνατότητες θα απολέσουν οι εθνικές ένοπλες
δυνάμεις. Συνεπώς, η πρόοδος είναι αργή. Τον προηγούμενο Μάρτιο η
Ευρωπαϊκή Ένωση δημιούργησε ένα κοινό στρατιωτικό αρχηγείο, το οποίο όμως είναι
υπεύθυνο μόνο για τις στρατιωτικές εκπαιδευτικές αποστολές στη Σομαλία, στο
Μάλι και στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, ενώ
στελεχώνεται από μόλις
30 άτομα. Έχουν
δημιουργηθεί και άλλα πολυεθνικά σχήματα, όπως το Nordic
Battle Group, μια μικρή δύναμη
ταχείας αντίδρασης με προσωπικό 2.400 στρατιωτών από τα κράτη της Βαλτικής,
αρκετές Σκανδιναβικές χώρες και τις Κάτω Χώρες, καθώς και το Britain’s
Joint Expeditionary Force, ένα «μίνι
NATO» του οποίου μέλη είναι οι Βαλτικές χώρες, η Σουηδία και η Φινλανδία. Όμως, ελλείψει κατάλληλων ευκαιριών για ανάπτυξη, τέτοιες
ομάδες που προορίζονται να διεξάγουν επιχειρήσεις ενδέχεται να μην υφίστανται.
υπό την ουδέτερη έννοια
του Κράτους Πλαισίου, η Γερμανία
εργάζεται πάνω σε κάτι πολύ πιο φιλόδοξο, τη δημιουργία ουσιαστικά ενός δικτύου
από μικρούς ευρωπαϊκούς στρατούς υπό τη διοίκηση της Bundeswehr. «Η πρωτοβουλία προέκυψε από την αδυναμία της Bundeswehr»
δήλωσε η Justyna Gotkowska, η οποία είναι αναλύτρια ασφάλειας για τη Βόρεια
Ευρώπη στη δεξαμενή σκέψης Centre for Eastern Studies στην Πολωνία. «Οι
Γερμανοί αντιλήφθηκαν ότι η Bundeswehr έπρεπε να καλύψει τα κενά των χερσαίων
δυνάμεών της … προκειμένου να αποκτήσει πολιτική και στρατιωτική επιρροή
εντός του NATO». Η συνδρομή των εταίρων ενδέχεται να αποτελεί την καλύτερη
ευκαιρία προκειμένου η Γερμανία να ενισχύσει γρήγορα τον στρατό της, ενώ οι
μικροί στρατοί υπό γερμανική διοίκηση ενδέχεται να αποτελούν την πιο ρεαλιστική
επιλογή, εάν πρόκειται να αντιμετωπιστεί σοβαρά το θέμα της κοινής ασφάλειας.
«Είναι μια προσπάθεια για να αποτραπεί η πλήρης αποτυχία της κοινής ευρωπαϊκής
ασφάλειας» δήλωσε ο Masala.
του ΑΕΠ για την
άμυνα, όμως μέχρι το 2000 η δαπάνη είχε μειωθεί στο 1,4%, όπου και παρέμεινε
για χρόνια. Πράγματι, μεταξύ των ετών 2013 και 2016
οι αμυντικές δαπάνες περιορίστηκαν στο 1,2%, ποσοστό που απέχει από το όριο του
2% που έχει θέσει το NATO. Το 2014 σε μια έκθεση προς την Bundestag, το
Γερμανικό Κοινοβούλιο, οι γενικοί επιθεωρητές της Bundeswehr παρουσίασαν μια
ζοφερή εικόνα: Τα περισσότερα ελικόπτερα του Πολεμικού Ναυτικού δεν
λειτουργούσαν και από τα
64 ελικόπτερα του Στρατού μόνο 18 μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν. Και ενώ κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου η
Bundeswehr αριθμούσε 370.000 στρατιώτες, το προηγούμενο καλοκαίρι απαρτιζόταν
από 176.015 άνδρες και γυναίκες.
ο αριθμός του ενεργού προσωπικού της Bundeswehr αυξήθηκε σε περισσότερα
από 178.000 άτομα. Το προηγούμενο έτος η κυβέρνηση αύξησε τη χρηματοδότηση
κατά 4,2% και φέτος οι δαπάνες για την άμυνα θα
αυξηθούν κατά 8%. Ωστόσο, η Γερμανία εξακολουθεί να
υστερεί αρκετά σε σχέση με τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο ως στρατιωτική
δύναμη. Η αύξηση των αμυντικών δαπανών αποτελεί ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα στη
Γερμανία, η οποία είναι επιφυλακτική από την ιστορία της ως στρατιωτική δύναμη.
Ο Υπουργός Εξωτερικών Sigmar Gabriel δήλωσε πρόσφατα ότι είναι «εντελώς μη ρεαλιστική» η σκέψη της
αύξησης των αμυντικών δαπανών της Γερμανίας στο όριο του 2% του ΑΕΠ που έχει
τεθεί από το NATO· παρόλο που σχεδόν όλοι οι σύμμαχοι της Γερμανίας, από τις
μικρότερες ευρωπαϊκές χώρες έως τις ΗΠΑ, την προτρέπουν να διαδραματίσει
μεγαλύτερο στρατιωτικό ρόλο παγκοσμίως.
βούληση να επεκτείνει τις στρατιωτικές της δυνάμεις στον βαθμό που πολλοί
ελπίζουν, αλλά αυτό που έχει από το 2013 είναι η έννοια του Κράτους Πλαισίου.
Για τη Γερμανία, η ιδέα είναι να μοιραστεί τους πόρους της με μικρότερες χώρες
ως αντάλλαγμα για τη χρήση των στρατευμάτων τους. Για αυτές τις μικρότερες χώρες, η πρωτοβουλία είναι ένας
τρόπος να εμπλακεί η Γερμανία περισσότερο στην ευρωπαϊκή ασφάλεια,
παρακάμπτοντας παράλληλα την περίπλοκη πολιτική της στρατιωτικής επέκτασης της
Γερμανίας. «Είναι μια κίνηση για περισσότερη
ευρωπαϊκή στρατιωτική συνεργασία» δήλωσε ο Masala. «Το Ηνωμένο Βασίλειο και η
Γαλλία δεν είναι διατεθειμένες να αναλάβουν ηγετικό ρόλο όσον αφορά την
ευρωπαϊκή ασφάλεια». Το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκεται σε πορεία σύγκρουσης με τους
συμμάχους του στην ΕΕ, ενώ η Γαλλία, μια χώρα με μεγάλο στρατιωτικό ειδικό
βάρος, είναι συχνά απρόθυμη να συμμετάσχει σε πολυεθνικές προσπάθειες στο
πλαίσιο του ΝΑΤΟ. «Απομένει η Γερμανία» είπε. Επιχειρησιακά, οι μονάδες που
προκύπτουν από τη συνεργασία δύο χωρών έχουν περισσότερες δυνατότητες
ανάπτυξης, επειδή είναι μόνιμες (οι περισσότερες πολυεθνικές μονάδες έχουν
υπάρξει μέχρι στιγμής για αυτό το λόγο). Επίσης, αυξάνεται η στρατιωτική ισχύς
των εταίρων, κάτι πολύ σημαντικό για αυτούς. Και αν η Γερμανία αποφασίσει να
αναπτύξει μια ενοποιημένη μονάδα, θα μπορούσε να το κάνει μόνο με τη συναίνεση
των εταίρων της.
από το 1945 μέχρι το 1990 η Γερμανία ήταν εξαιρετικά απρόθυμη να αναπτύσσει τον
στρατό της στο εξωτερικό και αποκλειόταν η συμμετοχή της Bundeswehr σε αποστολές
εκτός των γερμανικών συνόρων. Πράγματι, οι εταίροι – και οι δυνητικοί εταίροι –
ελπίζουν ότι η συμφωνία για τα Κράτη Πλαίσια θα καταστήσει τη Γερμανία
περισσότερο υπεύθυνη για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Μέχρι στιγμής, η Γερμανία και
οι μικροί πολυεθνικοί στρατοί της παραμένουν μόνο πρωτοβουλίες μικρής κλίμακας,
οι οποίες απέχουν πολύ από έναν ολοκληρωμένο ευρωπαϊκό στρατό. Αλλά η
πρωτοβουλία είναι πιθανό να διευρυνθεί. Οι εταίροι της Γερμανίας προβάλλουν τα
πρακτικά οφέλη της ενσωμάτωσης: Για τη Ρουμανία και την Τσεχική Δημοκρατία,
σημαίνει να αποκτήσουν τα στρατεύματά τους το ίδιο επίπεδο εκπαίδευσης με τον
γερμανικό στρατό. Για τις Κάτω Χώρες, σημαίνει να αποκτήσουν ξανά δυνατότητες
όσον αφορά τα άρματα μάχης (οι Ολλανδοί είχαν πουλήσει το τελευταίο άρμα μάχης
το 2011, αλλά οι στρατιώτες της 43ης Μηχανοποιημένης Ταξιαρχίας, η οποία
μερικώς έχει την έδρα της στην 1η Τεθωρακισμένη Μεραρχία στο Oldenburg της
δυτικής Γερμανίας, οδηγούν τώρα τα γερμανικά άρματα μάχης και θα μπορούσαν να
τα χρησιμοποιήσουν σε περίπτωση ανάπτυξής τους με τον υπόλοιπο ολλανδικό
στρατό). Ο συνταγματάρχης Anthony Leuvering, διοικητής της 43ης Μηχανοποιημένης
Ταξιαρχίας με έδρα το Oldenburg, μου είπε ότι η ενσωμάτωση είχε αξιοσημείωτα
λίγες δυσκολίες. «Το προσωπικό της Bundeswehr αποτελείται από περίπου 180.000
άτομα, αλλά δεν μας αντιμετωπίζουν υποτιμητικά» είπε. Πιστεύει ότι θα
συμμετάσχουν περισσότερες χώρες στο εγχείρημα: «Πάρα πολλές χώρες θέλουν να
συνεργαστούν με τη Bundeswehr». Η Bundeswehr, με τη σειρά της, έχει έναν
κατάλογο πιθανών εταίρων, δήλωσε ο Robin Allers, Γερμανός αναπληρωτής καθηγητής
στο Νορβηγικό Ινστιτούτο Αμυντικών Σπουδών, ο οποίος έχει δει τον κατάλογο του
γερμανικού στρατού. Σύμφωνα με τον Masala, οι Σκανδιναβικές χώρες, οι οποίες
ήδη χρησιμοποιούν γερμανικό εξοπλισμό σε μεγάλο βαθμό, θα είναι οι καλύτεροι
υποψήφιοι για τον επόμενο γύρο ενσωμάτωσης στη Bundeswehr.
σκοπός της έννοιας του Κράτους Πλαισίου έχει λειτουργήσει προς όφελός της.
Λίγοι άνθρωποι στην Ευρώπη έχουν αντιταχθεί στην ενσωμάτωση ολλανδικών ή
ρουμανικών μονάδων σε γερμανικές μεραρχίες, εν μέρει επειδή μπορεί να μην έχουν
αντιληφθεί το γεγονός. Το αν θα υπάρξουν πολιτικές επιπτώσεις, στην περίπτωση
που περισσότερα έθνη συμμετάσχουν στην πρωτοβουλία, είναι λιγότερο σαφές.
πραγματική δοκιμασία για την αξία του Κράτους Πλαισίου θα είναι η επιτυχία των
ενοποιημένων μονάδων στη μάχη. Αλλά το πιο δύσκολο κομμάτι της ενσωμάτωσης,
εντός και εκτός του πεδίου της μάχης, μπορεί να αποδειχθεί η χρήση μιας κοινής
γλώσσας. Οι στρατιώτες θα πρέπει να μάθουν τις γλώσσες των άλλων ή θα πρέπει ο εταίρος να μιλήσει Γερμανικά; Ο
Ολλανδός συνταγματάρχης Leuvering, ο οποίος μιλάει Γερμανικά, αναφέρει ότι η
κοινή γερμανοολλανδική μεραρχία του Oldenburg προσανατολίζεται στη χρήση των
Αγγλικών.
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας


