Ακολουθήστε μας

Διεθνή

«Ο Καραμανλής δέχτηκε διάλογο για τη μειονότητα»

Δημοσιεύτηκε στις


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στον ΤΑΣΟ ΤΣΑΚΙΡΟΓΛΟΥ

Τέσσερις μέρες πριν από τις συνομιλίες στη Νέα Υόρκη για το όνομα της ΠΓΔΜ, ο υπουργός Εξωτερικών Α. Μιλόσοσκι, με συνέντευξη στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», την πρώτη σε ελληνικό μέσο, ρίχνει λάδι στη φωτιά:

– Υποστηρίζει ότι η κυβέρνησή του, με την επιστολή Γκρούεφσκι στον έλληνα πρωθυπουργό, έσυρε τον Κ. Καραμανλή σε ένα διάλογο για το θέμα της «μακεδονικής μειονότητας».

– Κατηγορεί τη χώρα μας για χρήση δύο μέτρων και δύο σταθμών στην αντιμετώπιση των μειονοτήτων και εξισώνει τους σλαβόφωνους που ζουν στη βόρεια Ελλάδα με την ελληνική μειονότητα της Κωνσταντινούπολης, παραβλέποντας την ύπαρξη της Συνθήκης της Λοζάνης.

– Υποβαθμίζει τη διαδικασία των διαπραγματεύσεων για το όνομα, χαρακτηρίζοντας παράλογη τη διαφορά, την οποία, όπως λέει, δημιούργησε τεχνητά η κυβέρνηση Μητσοτάκη το 1992.

– Χαρακτηρίζοντας την ονομασία «ακρογωνιαίο λίθο» της ταυτότητας των γειτόνων, αγνοεί τον πολυεθνικό χαρακτήρα της FYROM και την ύπαρξη των Αλβανών.

– Συγκρίνοντας το δημοψήφισμα που προτείνει ο Ν. Γκρούεφσκι για την ονομασία με το δημοψήφισμα του ’74 στην Ελλάδα, προκαλεί εντέχνως σύγχυση ανάμεσα σε ένα πολιτειακό και ένα εθνικό θέμα.

– Λέει ότι το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού είναι κατοχυρωμένο στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

– Τονίζει ότι δεν πρόκειται ποτέ να υπάρξει πόλεμος μεταξύ των δύο χωρών. Η συνέντευξη έχει ως εξής:

* Ενώ οι διαπραγματεύσεις για το όνομα βρίσκονται σε εξέλιξη, προσθέτετε την αναγνώριση «μακεδονικής μειονότητας», την αναγνώριση «μακεδονικής ταυτότητας και γλώσσας» κ.λπ. Αυτό δεν «εκτροχιάζει» τις διαπραγματεύσεις;
– Ακολουθώντας την αρχή της διαφάνειας στην επικοινωνία μεταξύ των χωρών μας, θεωρώ ότι δεν θα ήταν σωστό βασικά δικαιώματα των ατόμων μακεδονικής εθνότητας που ζουν στη βόρεια Ελλάδα να μείνουν ένα ταμπού στις διμερείς μας σχέσεις. Είναι προτιμότερο να συζητήσουμε ανοιχτά το θέμα της μειονότητας, ακόμη και εάν δεν συμφωνούμε σε όλα ή ακόμη και εάν δεν καταλήξουμε σε μια συμφωνία αμέσως. Θα έλεγα ότι ο όποιος διάλογος σε ανοιχτά ζητήματα είναι προτιμότερος από το να υποκρινόμαστε ότι δεν υπάρχει περίπτωση να τα συζητήσουμε. Είμαστε πεισμένοι ότι η Ελλάδα δεν θα απειληθεί με κανένα τρόπο εάν αναγνωρίσει σε μια μικρή εθνική κοινότητα πιστών πολιτών της το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης και προστασίας της γλωσσικής, εθνικής και πολιτιστικής τους ταυτότητας. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ο πρωθυπουργός Γκρούεφσκι απηύθυνε μιαν επιστολή πρώτα στον ομόλογό του, Κ. Καραμανλή, για τα θέματα αυτά, τα οποία θεωρούμε διμερούς φύσης. Παρά το γεγονός ότι η απάντησή του ήταν μάλλον μονόπλευρη, είμαστε ικανοποιημένοι από το γεγονός ότι απάντησε και πως πρώτη φορά ένας έλληνας πρωθυπουργός αποδέχτηκε το διάλογο πάνω σ’ αυτό το θέμα. Σε κάθε περίπτωση, δεν περιμένουμε ότι αυτό το διμερές θέμα θα διαταράξει τις συνομιλίες που γίνονται υπό τον ΟΗΕ. Το πλαίσιο των συνομιλιών για την ονομασία παραμένει το ίδιο, όπως και η δέσμευση του μεσολαβητή Μ. Νίμιτς, αποστολή του οποίου είναι να βοηθήσει να ξεπεραστούν οι διαφορές που έχει η Ελλάδα αναφορικά με το συνταγματικό όνομα της Μακεδονίας.

* Μιλάτε για αναγνώριση «μακεδονικής μειονότητας» στην Ελλάδα, παρότι υπάρχουν μόνο μερικές χιλιάδες ανθρώπων που εκτός της ελληνικής μιλάνε και μια άλλη διάλεκτο (όχι ίδια με αυτήν της ΠΓΔΜ), αλλά δεν συνιστούν «μειονότητα» με την έννοια των διεθνών συνθηκών. Ποια είναι η γνώμη σας;
– Γνωρίζω πως η όποια εκτίμηση από την πλευρά μου για τον αριθμό των ανθρώπων που ανήκουν στη μακεδονική μειονότητα στην Ελλάδα θα παρεξηγηθεί. Γι’ αυτό θα ήταν καλύτερο να συμβουλευτούμε ανεξάρτητες πηγές, όπως το έγγραφο της Human Rights Watch του 1994, με τίτλο «Αρνηση της Εθνικής Ταυτότητας-Οι Μακεδόνες της Ελλάδας». Οταν αναφερόμαστε σε μειονότητες, ο αριθμός των προσώπων που ανήκουν σε μια συγκεκριμένη μειονότητα είναι μικρότερης σημασίας, καθώς μεγαλύτερη σημασία αποδίδεται στη βούληση ενός συγκεκριμένου κράτους να εξασφαλίσει στα άτομα αυτά προστασία των θεμελιωδών τους δικαιωμάτων. Θα ήταν καλό εάν η Ελλάδα ήταν δίκαιη απέναντι στις μειονότητες στο εσωτερικό της, με τον ίδιο τρόπο που είναι δίκαιη σε ό,τι αφορά ελληνικές μειονότητες στην περιοχή μας. Ακολουθώντας αυτές τις αρχές της δικαιοσύνης, εάν οι 3.000 Ελληνες της Κωνσταντινούπολης αντιπροσωπεύουν μειονότητα στην Τουρκία, τότε γιατί ο αριθμός τών, όπως λέτε, «μερικών χιλιάδων» εθνικά Μακεδόνων δεν θα μπορούσε να είναι η παράμετρος για μακεδονική μειονότητα στην Ελλάδα;

* Είχατε θέσει ποτέ στο παρελθόν στην ελληνική πλευρά;
– Συζητήσαμε αυτά τα διλήμματα με την κυρία Μπακογιάννη πέρυσι, στο περιθώριο ενός συνεδρίου στη Μαδρίτη. Σε κάθε περίπτωση, αυτά τα άτομα δεν είναι πρόσφυγες. Αντιθέτως, πρόκειται για εγχώριο πληθυσμό, που ονομάζεται «ντόπιος» στα ελληνικά. Πρόκειται για ρεαλιστές ανθρώπους, οι οποίοι είναι πρώτα απ’ όλα ειρηνικοί, μετριοπαθείς και πιστοί πολίτες της Ελλάδας. Πολλά χρόνια πριν, σε μιαν επίσκεψη σε ένα χωριό κοντά στην Εδεσσα, είχα την ευκαιρία να παραστώ σε μια οικογενειακή γιορτή, στην οποία υπήρχαν τοπικοί φολκλορικοί χοροί και τραγούδια στη μακεδονική γλώσσα. Ηταν υπέροχο. Οσον αφορά την τύχη της μακεδονικής γλώσσας στην Ελλάδα, μπορείτε να αποκτήσετε μια καλή αντίληψη του θέματος διαβάζοντας το βιβλίο «Η απαγορευμένη γλώσσα», του έλληνα συγγραφέα Τ. Κωστόπουλου, το οποίο εκδόθηκε στην Αθήνα το 2000.

* Ο Κίρο Γκλιγκόροφ είχε δηλώσει ότι το έθνος σας προέρχεται από τους Σλάβους. Σήμερα ισχυρίζεστε ότι είστε απόγονοι του Μ. Αλεξάνδρου και δίνετε το όνομά του στο αεροδρόμιο των Σκοπίων. Αποτελεί αυτό κίνηση καλής θέλησης;
– Τα ατομικά αισθήματα, όπως τι νιώθει ο καθένας ότι είναι, και οι ατομικές απόψεις για την καταγωγή του καθενός είναι ιδιωτικό θέμα. Ωστόσο θα ήταν ψευδαίσθηση να πιστέψουμε στην αντίληψη περί καθαρότητας των εθνών. Σε κάθε περίπτωση ο Μέγας Αλέξανδρος δεν είχε διαβατήριο, οπότε εγώ δεν θα στοιχημάτιζα εάν ένιωθε Μακεδόνας ή Ελληνας. Πάντως είμαι βέβαιος ότι δεν θα ήταν ευτυχής εάν μάθαινε ότι το όνομά του σπέρνει διχόνοια ανάμεσα στο μακεδονικό και το ελληνικό έθνος. Η μεγάλη προσωπικότητα και οι πράξεις του είναι τόσο υψηλού χαρακτήρα, που προσφέρουν επαρκή χώρο και για τα δύο έθνη να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους σ’ εκείνον, όπως και σε άλλα έθνη, όπου άφησε το πολιτιστικό χνάρι της αυτοκρατορίας του. Εάν οι Γάλλοι και οι Γερμανοί μπόρεσαν να γιορτάσουν από κοινού τον Καρλομάγνο, τότε γιατί Ελληνες και Μακεδόνες δεν θα μπορούσαν να συμφωνήσουν ότι ο καθένας έχει το ίδιο δικαίωμα να αποτίσει φόρο τιμής στον Μέγα Αλέξανδρο; Η ονομασία του αεροδρομίου των Σκοπίων ως «Μέγας Αλέξανδρος» είναι ακριβώς μια τέτοια χειρονομία απόδοσης τιμής σ’ αυτή την ιστορική προσωπικότητα και τίποτα παραπάνω. Εξάλλου, το 1992 η ελληνική κυβέρνηση επίσης αποφάσισε να μετονομάσει το αεροδρόμιο Μίκρα της Θεσσαλονίκης «Μακεδονία», κίνηση που η Δημοκρατία της Μακεδονίας αποδέχτηκε ως ένα νόμιμο δικαίωμα των ελληνικών αρχών.

* Η ελληνική πλευρά λέει ότι έχει κάνει ήδη ένα συμβιβασμό, αφού δέχτηκε σύνθετο όνομα, με γεωγραφικό προσδιορισμό και το «Μακεδονία» ως δεύτερο συνθετικό. Ποια είναι η θέση σας στις προτάσεις Νίμιτς (Βόρεια ή Ανω Μακεδονία);
– Είναι εύκολο για την Αθήνα να ισχυρίζεται ότι έχει κάνει ένα συμβιβασμό για κάτι που επηρεάζει μόνο την άλλη πλευρά. Επιπρόσθετα, το ότι η Ελλάδα δεν αντιτίθεται στη λέξη Μακεδονία στο όνομα της χώρας μου δεν είναι κάτι καινούριο ή ένας νέος συμβιβασμός, εάν λάβουμε υπόψη ότι η χώρα σας μας έχει αναγνωρίσει ως «πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας», ονομασία που περιέχει τη λέξη Μακεδονία. Οσον αφορά τις προτάσεις του κ. Νίμιτς, οι μακεδόνες πολιτικοί έβλεπαν θετικά την τελευταία του πρόταση για «Δημοκρατία της Μακεδονίας (Σκόπια)» ως βάση για μια λύση που θα επικυρωνόταν από δημοψήφισμα. Δυστυχώς, εν μέρει λόγω εσωτερικών πολιτικών σκανδάλων, για την κυβέρνηση της Αθήνας ήταν σημαντικότερο να εφαρμόσει τη στρατηγική του βέτο, παρά να αναζητήσει κάποιο συμβιβασμό. Αλλες επίσημες προτάσεις δεν έχουν συζητηθεί, έτσι δεν μπορώ να δώσω υποθετικές απαντήσεις. Για μας το όνομα είναι κυρίαρχο δικαίωμα του έθνους μας. Το όνομα της χώρας για τους Μακεδόνες είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της εθνικής μας ταυτότητας. Ετσι, θεωρούμε ότι δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει χώρα στον κόσμο που είχε ή έχει το δικαίωμα να καθορίσει ή να επιβάλλει με πίεση ένα όνομα σε μια άλλη χώρα. Ή θα απαντούσα με μια ερώτηση: Θα δεχόταν η Ελλάδα και το ελληνικό έθνος, με εξωτερική πίεση, να αλλάξουν την ταυτότητά τους ή να δεχτούν να τους επιβληθεί ένα απαράδεκτο όνομα για τη χώρα τους;

* Θεωρείτε ότι η επιστολογραφία διευκολύνει την εξεύρεση λύσης; Εχετε λάβει υπόψη σας την απάντηση Μπαρόζο προς τον Γκρούεφσκι, καθώς και την απόφαση του συμβουλίου των ευρωπαίων ηγετών, η οποία υπογραμμίζει ότι η εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτής λύσης αποτελεί προϋπόθεση για τη μελλοντική σας ένταξη στην Ε.Ε.;
– Η αναζήτηση μιας λύσης στη διαφορά που έχει η Ελλάδα με το συνταγματικό όνομα της Δημοκρατίας της Μακεδονίας δεν θα περιπλακεί εάν η διεθνής κοινότητα πληροφορηθεί καλύτερα σχετικά με τις δύο χώρες. Ετσι, πιστεύω ότι οι επιστολές από τον πρωθυπουργό Γκρούεφσκι σε διεθνείς οργανισμούς θα συμβάλλουν να διαμορφωθεί μια πιο συνολική εικόνα των ελληνο-μακεδονικών σχέσεων. Τα θέματα που εγείρονται είναι διμερούς, αλλά την ίδια ώρα και οικουμενικού χαρακτήρα, όπως τα δικαιώματα της μειονότητας και το δικαίωμα στην ιδιωτική ιδιοκτησία των ανθρώπων που εκδιώχθηκαν από την Ελλάδα για πολιτικούς λόγους. Κατανοούμε τη θέση του κ. Μπαρόζο, ο οποίος ως πρόεδρος της Κομισιόν υπόκειται σε ορισμένους περιορισμούς όσον αφορά τα κράτη-μέλη. Ωστόσο, είμαστε ικανοποιημένοι που έλαβε υπόψη την επιστολή και μας απάντησε εγκαίρως. Πολλά πράγματα έχουν αλλάξει στην Ε.Ε. και πολλά άλλα θα αλλάξουν στο μέλλον, αλλά οι αρχές της ισότητας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού εξακολουθούν να ισχύουν. Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που η Μακεδονία θέλει να ενταχθεί στην Ε.Ε και σ’ αυτή την προοπτική η πλέον δεσμευτική αρχή είναι η ανταπόκριση στα κριτήρια της Κοπεγχάγης. Το να τίθενται οποιοιδήποτε άλλοι όροι ή το να εφαρμόζεται μια πολιτική εμποδίων μέσω των διμερών διαφορών υποσκάπτει την αξιοπιστία της Ε.Ε., απειλεί τις αρχές της και δεν είναι βιώσιμη μακροπρόθεσμα.

* Οι ΗΠΑ όσο και η Ρωσία έχουν δηλώσει ότι θα αποδεχτούν οποιοδήποτε όνομα στο οποίο θα καταλήξουν οι διαπραγματεύσεις. Θεωρείτε ότι έχει αρχίσει να αλλάζει το κλίμα διεθνώς για τη χώρα σας;
– Πριν από μερικές μέρες είχα τηλεφωνική επικοινωνία με τον παναμέζο ομόλογό μου, κ. Ναβάρο, και είμαι ικανοποιημένος γιατί η θέση του φιλικού Παναμά δεν διαφέρει από τη θέση της Κίνας, των ΗΠΑ, του Καναδά, της Ρωσίας, της Τουρκίας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας, της Βουλγαρίας και της πλειοψηφίας των κρατών-μελών των Ηνωμένων Εθνών, τα οποία σέβονται το συνταγματικό όνομα της χώρας μου ως ένα αναπόσπαστο κομμάτι των κυριαρχικών δικαιωμάτων κάθε χώρας του κόσμου. Η ονομασία «Δημοκρατία της Μακεδονίας» είναι μια πραγματικότητα στις διεθνείς σχέσεις.

* Ο πρόεδρος Τσερβένκοφσκι, αναφερόμενος στο θέμα του δημοψηφίσματος, έχει κατηγορήσει τον κ. Γκρούεφσκι ότι επιδιώκει να μετατοπίσει την ευθύνη στους πολίτες. Επίσης ότι αποφεύγει να δηλώσει ποια ακριβώς είναι η θέση του.
– Στόχος όλων των μακεδόνων πολιτικών είναι ο ίδιος: η υπεράσπιση του δικαιώματος του αυτοπροσδιορισμού του μακεδονικού έθνους και η προστασία της χώρας από λύσεις που θα έχουν επιβληθεί στο θέμα της ονομασίας. Νομίζω πως δεν υπάρχει ούτε ένας πολιτικός στη Μακεδονία που να είναι ενάντια σ’ αυτό, αφού με το δημοψήφισμα δίνεται η δυνατότητα στους πολίτες να εκφράσουν τη γνώμη τους πάνω στο θέμα. Στο κάτω κάτω οι πολίτες είναι αυτοί που έχουν προσφέρει μια τόσο ισχυρή νομιμοποίηση σε μια τέτοια θέση στις πρόσφατες εκλογές. Από την άλλη, η πλειοψηφία των δημοκρατικών χωρών αποφασίζει για τα σημαντικότερα εθνικά θέματα με δημοψηφίσματα, γιατί αυτά εξασφαλίζουν τη λαϊκή βούληση. Ετσι έγινε και στην Ελλάδα, όταν το 1974 δεν ήταν η κυβέρνηση, αλλά όλοι οι πολίτες που είχαν την ευκαιρία να αποφασίσουν εάν είναι με τη μοναρχική ή την κοινοβουλευτική πολιτειακή τάξη. Και αυτό είναι αποδεκτό.

* Εκτιμάτε ότι θα υπάρξει λύση και με ποιες προϋποθέσεις; Η Ελλάδα έχει δηλώσει, εάν δεν διευθετηθεί το θέμα της ονομασίας, η χώρα σας δεν θα πάρει έγκριση για τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ε.Ε. Πώς αντιμετωπίζετε το ενδεχόμενο να παραμείνουν κλειστές οι πόρτες Ε.Ε. και ΝΑΤΟ;
– Οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Μακεδονίας θα εξακολουθήσουν να είναι σταθερές. Δεν υπήρξαν ποτέ στρατιωτικές συγκρούσεις μεταξύ μας και ούτε πρόκειται να υπάρξουν στο μέλλον. Είμαστε πολιτισμένοι γείτονες. Οι σχέσεις των χωρών μας θα χαρακτηρίζονται από άριστη εμπορική συνεργασία και έτσι θα συνεχίσουν, παρά το δημοφιλές αυτό θέμα με την ονομασία, το οποίο πολλοί στο εξωτερικό θεωρούν λιγάκι παράξενο. Σε κάθε περίπτωση πιστεύω ότι αυτή η παράλογη πολιτική διαφορά, η οποία δημιουργήθηκε τεχνητά από την κυβέρνηση Μητσοτάκη το 1992, δεν έχει τη δύναμη να απειλήσει δραματικά τις φυσιολογικές σχέσεις ανάμεσα στη Μακεδονία και την Ελλάδα που εγκαθιδρύθηκαν μετά το Σεπτέμβριο του 1995 (με την Ενδιάμεση Συμφωνία). Δεν είναι απίθανο να βρεθεί λύση, αλλά θα ήταν πολύ πιο εύκολο εάν υπήρχε αμοιβαίος σεβασμός, χωρίς εκβιασμούς και ταπεινώσεις. Οσο πιο έντονη είναι η πίεση από την Ελλάδα στη Μακεδονία, τόσο περισσότερα κίνητρα θα έχουμε να επενδύουμε τις μέγιστες προσπάθειες για να υπερασπίσουμε το δικαίωμά μας στον αυτοπροσδιορισμό. Οσον αφορά το ΝΑΤΟ και την Ε.Ε., πιστεύω ότι η πολιτική της διεύρυνσης, ως ένα κοινό ευρωπαϊκό συμφέρον, είναι ισχυρότερη από την πολιτική των βέτο και των παρενοχλήσεων. Είναι κοινό μας συμφέρον ολόκληρη η περιοχή να ενταχθεί στις ευρω-ατλαντικές δομές.

Αναδημοσίευση από ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ – 10/08/2008

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO10 λεπτά πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

GEOPOLITICO39 λεπτά πριν

Η Ευρώπη γνωρίζει, αλλά κάνει τα στραβά μάτια! Το διπλό παιχνίδι της Τουρκίας με Χαμάς και ισλαμιστικά δίκτυα

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί διαφάνεια από τους αιτούντες επιχορηγήσεων, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει την εξουσία της Άγκυρας επί των...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Αρμενία–Ινδία: Στο τραπέζι παραγωγή Pinaka Mk2 – Τα ανοίγματα σε ΕΕ και ΗΠΑ

Συζητήσεις για παραγωγή ινδικών πυραύλων στην Αρμενία, στενότερες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και επαφές στην Ουάσιγκτον συνθέτουν την ατζέντα...

Δημοφιλή