Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Μάκκα αλ Μουκαράμα – مكة المكرمة

Δημοσιεύτηκε στις

Η Μέκκα (πλήρες όνομα: Μάκκα αλ Μουκαράμα) ( مكة المكرمة) είναι μια ιερή πόλη στη Σαουδική Αραβία στην ιστορική περιοχή Χιτζάζ. Έχει πληθυσμό 1,294,167 (2004 απογραφή). Η πόλη βρίσκεται 73 χιλιόμετρα από τη Τζέντα προς της ενδοχώρα, στην στενή και αμμώδη κοιλάδα του Αβραάμ και σε υψόμετρο 277 μέτρων. Βρίσκεται 80 χιλιόμετρα απο την Ερυθρά θάλασσα.
Η σημαντικότητα της Μέκκας ξεκίνησε πριν από το Ισλάμ. Απο τις ημέρες που ο Αβραάμ άφησε τη σύζυγο του και τον γιο του Ισαάκ (Ισμαήλ για τους Ισλαμιστές) και η πηγή της Ζαμζαμ άρχισε να ρέει.

Η πόλη τιμάται απο τους Μουσουλμάνους επειδή εκεί βρίσκεται το ιερότερο σημείο του Ισλάμ το Μαζίντ αλ Χαράμ και το προσκύνημα που περιλαμβάνει μια εκτεταμένη επίσκεψη στην πόλη είναι απαραίτητο για κάθε ευλαβή μουσουλμάνο τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του.
Ο όρος Μέκκα σημαίνει μεταφορικά και το σημαντικότερο σημείο για κοινωνικές ή άλλες ομάδες. Το 1980 η Κυβέρνηση της Σαουδικής Αραβίας άλλαξε την επίσημη Αγγλική μετάφραση του ονόματος από Μέκκα σε Μάκκαα.
Η Μέκκα βρίσκεται σε υψόμετρο 277 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας. Η περιοχή γύρω από το τέμενος οριοθετεί την παλιά πόλη. Οι κυριότερες λεωφόροι είναι οι Al-Mudda’ah και Sūq al-Layl βόρεια του τεμένους, και As-Sūg as Saghīr στα νότια. Τα σπίτια κοντά στο τέμενος κατεδαφίστηκαν και ξαναχτίστηκαν με μεγάλους χώρους και ευρύχωρους δρόμους. Τα συγκροτήματα κατοικιών είναι πιο συμπαγή στην παλιά πόλη. Τα παραδοσιακά σπίτια είναι φτιαγμένα από τον εγχώριο βράχο και έχουν δύο έως τρεις ορόφους. Η πόλη έχει μερικές φτωχογειτονιές, όπου βρίσκουν καταφύγιο φτωχοί προσκυνητές που δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν οικονομικά στο ταξίδι της επιστροφής μετά το χατζ.
Υπηρεσίες μεταφοράς που έχουν σχέση με το Χατζ ή την Ούμρα (μικρότερης σημασίας προσκύνημα) είναι οι κυριότερες υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες. Η Μέκκα δεν έχει αεροδρόμιο, ή σιδηρόδρομο. Δρόμοι πεζών αλλά και αυτοκινητόδρομοι συνδέουν τη Μέκκα με τις υπόλοιπες πόλεις της Σαουδικής Αραβίας. Η πόλη έχει καλό οδικό δίκτυο. Πολλοί προσκυνητές φτάνουν στην πόλη με σκοπό το χατζ από το Διεθνές Αεροδρόμιο Βασιλιάς Abdul Aziz (JED) ή το Ισλαμικό Λιμάνι της Τζέντα. Και τα δύο βρίσκονται στη Τζέντα.
Η πληθυσμιακή συγκέντρωση στη Μέκκα είναι μεγάλη. Ο περισσότερος κόσμος που ζει στη Μέκκα βρίσκεται στην παλιά πόλη. Κατά μέσο όρο η πόλη δέχεται 4 εκατομμύρια επισκέπτες ως προσκυνητές και αυτό μόνο την περίοδο του χατζ. Προσκυνητές πηγαίνουν στην πόλη και για απλό προσκύνημα καθ όλη την διάρκεια του χρόνου.
Ο δήμαρχος της Μέκκας διορίζεται απο το βασιλιά της Σαουδικής Αραβίας. Ο τωρινός δήμαρχος είναι ο Usama Al-Barr. Ένα δημοτικό συμβούλιο 14 εκλεγμένων μελών είναι υπεύθυνο για τη λειτουργία του δήμου.
Η Μέκκα είναι η πρωτεύουσα του νομού της Μέκκας, που περιλαμβάνει και τη γειτονική Τζέντα. Ο κυβερνήτης της περιοχής ήταν ο πρίγκηπας Abdul – Majid bin Abdul Aziz από το 2000 έως το 2007. Στις 16 Μαΐου 2007 ο πρίγκηπας Khalid al Faisal διορίστηκε νέος Κυβερνήτης.
Η Κάαμπα ένας τεράστιος κύβος που τώρα περιστοιχίζεται από το Masjid al – Haram λέγεται από τους Μουσουλμάνους οτι κτίστηκε από τον Αβραάμ και πως υπήρξε από πολύ παλιά θρησκευτικό κέντρο. Ο Μαύρος Λίθος είναι ένα μουσουλμανικό σημείο σεβασμού και η προέλευση του χρονολογείται σύμφωνα με την παράδοση από την εποχή του Αδάμ και της Εύας. Είναι ο ανατολικός ακρογωνιαίος λίθος της Κάαμπα στη Μέκκα.
Οι μουσουλμάνοι πιστεύουν οτι η πηγή Ζαμζαμ φανερώθηκε στη Σάρα (Χαγκάρ) σύζυγο του Αβραάμ (Ιμπραήμ) και μητέρα του Ισαάκ (Ισμαήλ). Εκείνη αναζητούσε νερό για τον γιο της, αλλά δεν έβρισκε. Η Μέκκα βρίσκεται σε μια ζεστή και ξηρή κοιλάδα με μερικές άλλες πηγές νερού. Πολλοί μουσουλμάνοι πιστεύουν οτι το νερό της Ζαμζαμ είναι ευλογημένο (αγίασμα που γιατρεύει τόσο την πείνα όσο και τη δίψα και τις ασθένειες) και καταβάλουν κάθε προσπάθεια για να πιουν από αυτό το νερό κατά την διάρκεια του προσκυνήματος τους. Το νερό μοιράζεται στον κόσμο με ψύκτες που βρίσκονται στο Masjid al Haram στη Μέκκα και στο Masjid al Nabawi στη Μεδίνα.
Ακαδημαϊκοί και ιστορικοί αναφέρουν οτι η Μέκκα υπήρξε θρησκευτικό και εμπορικό κέντρο για πολλές γενιές πριν από τον Μωάμεθ. Η ανάπτυξη του εμπορίου της Μέκκας έχει εξεταστεί αρκετά. Κάποιοι ιστορικοί πιστεύουν ότι η Μέκκα ήταν ένα πέρασμα από τη νότια Αραβία προς τη Ρωμαϊκή και τη Βυζαντινή αυτοκρατορία και πως τα μπαχαρικά της Αραβίας και την Ινδίας διοχετεύονταν μέσω αυτής.
Σύμφωνα με το Κοράνι και τις Μουσουλμανικές παραδόσεις, η πόλη δέχθηκε επίθεση απο έναν αιθιοπικό στρατό υπό την ηγεσία του Αμπράχα το 570, τη χρονιά γέννησης του προφήτη Μωάμεθ. Λέγεται οτι οι επιτιθέμενοι απωθήθηκαν από πέτρες που έριχναν χιλιάδες πουλιά και από την πανούκλα που τους χτύπησε. Πριν από την εποχή του προφήτη Μωάμεθ η Μέκκα βρισκόταν υπό τον έλεγχο της φυλής Μπανού Κουραΐς. Ο Μωάμεθ μέλος της φυλής Κουραΐς εξορίστηκε από την πόλη επειδή εναντιώθηκε στον παγανισμό και επέστρεψε θριαμβευτής στην πόλη το 630 και αφού κατέβασε τα είδωλα απο την Κάαμπα, μετατρέποντας την σε Μουσουλμανικό προσκύνημα.
Μετά την άνοδο της Ισλαμικής Αυτοκρατορίας, η Μέκκα προσέλκυσε προσκυνητές από όλη την αυτοκρατορία καθώς επίσης και πληθυσμό που επισκεπτόταν την πόλη κάθε χρόνο, ευσεβείς Μουσουλμάνους που εύχονταν να ζήσουν κοντά στην Κάαμπα και ντόπιους που υπηρετούσαν τους προσκυνητές. Εξαιτίας της δυσκολίας και των εξόδων του Χατζ, το ετήσιο προσκύνημα ήταν μικρό συγκριτικά με τα εκατομμύρια που συρρέουν σήμερα στη Μέκκα. Προσκυνητές έφταναν με πλοία, στη Τζέντα και έφταναν ως τη Μέκα με τα πόδια, αλλιώς έπαιρναν τα ετήσια καραβάνια από τη Συρία και το Ιράκ. Η πόλη ήταν μικρή. Χάρτες και φωτογραφίες του 18ου και 19ου αιώνα απεικονίζουν μια μικρή πόλη με τείχος γύρω της, με σπίτια απο λασπότουβλα χτισμένα γύρω από το τέμενος. Η Μέκκα δεν ήταν ποτέ η πρωτεύουσα της Ισλαμικής αυτοκρατορίας.
Η πρώτη πρωτεύουσα ήταν η Μεδίνα, περίπου 250 μίλια πιο μακρυά. Η πρωτεύουσα του χαλιφάτου μετακινήθηκε νωρίς αρχικά στην Κούφα από τον τέταρτο Χαλίφη Αλί και στη συνέχεια στη Δαμασκό από τους Ουμαγιάντ, στη Βαγδάτη από τους Αββασίδες και στη συνέχεια στο Κάιρο μετά την εισβολή των Μογγόλων και τέλος στην Κωνσταντινούπολη από τους Οθωμανούς.
Η Μέκκα ξαναμπήκε στην ισλαμική πολιτική ιστορία από τον Abd-Allah ibn al-Zubayr έναν αντίπαλο των Ουμαγιάντ. Ο χαλίφης Yazid Α΄ πολιόρκησε τη Μέκκα το 683 μ.Χ. Μετά από αυτό η πόλη δεν είχε μεγάλη παρουσία στην πολιτική ζωή. Ήταν μια πόλη ευλάβειας και πνευματικής κατάρτισης. Για αιώνες κυβερνήτες ήταν ήταν οι Χασεμίτες Σαρίφς της Μέκκα, απόγονοι του Μωάμεθ από την πλευρά του εγγονού του Hassan ibn Ali. Οι Σαρίφς κυβερνούσαν εκ μέρους οποιουδήποτε χαλίφη ή μουσουλμάνου ηγέτη είχε ανακηρύξει τον εαυτό του ως Φύλακα των δύο Ιερών. Η Μέκκα δέχθηκε επίθεση λεηλατήθηκε από τους Ισμαηλίτες Μουσουλμάνους το 930 μ.Χ. Το 1926 οι Σαρίφς της Μέκκας εκθρονίστηκαν από τους Σάουντι και η Μέκκα ενσωματώθηκε στη Σαουδική Αραβία. Στις 20 Νοεμβρίου 1979, διακόσιοι ένοπλοι Ισλαμιστές κατέλαβαν το Μεγάλο Τέμενος. Κατηγορούσαν τηβασιλική οικογένεια τον Σάουντι οτι δεν εκπροσωπούσε πλέον το γνήσιο Ισλάμ και πως το τέμενος και η Κάαμπα πρέπει να δοθούν σε εκείνους που έχουν την αληθινή πίστη. Οι εξεγερμένοι πήραν εκατοντάδες προσκυνητές ως ομήρους και τους χρησιμοποίησαν ως ανθρώπινες ασπίδες στο τέμενος. Το τέμενος ανακτήθηκε μετά απο αιματοχυσία και οι εξεγερμένοι εκτελέστηκαν. Ακόμη αποτελεί αντικείμενο έρευνας για το ποιες δυνάμεις αναμίχθηκαν στην ανάκτηση του τεμένους αλλά και το πως εκτελέστηκε η επιχείρηση.
Η πόλη έχει αναπτυχθεί σε αξιόλογο βαθμό τις τελευταίες δεκαετίες καθώς η άνεση αλλά και η προσβασιμότητα κυρίως για ταξιδιωτές με αεροπλάνο έχει αυξήσει τον αριθμό των προσκυνητών που παίρνουν μέρος στο Χατζ. Χιλιάδες Σαουδάραβες εργάζονται σε ετήσια βάση για την προσοχή του Χατζ, για την επάνδρωση των ξενοδοχείων και των καταστημάτων εκείνη την περίοδο. Αυτοί οι εργζαζόμενοι έχουν αυξήσει τη ζήτηση για σπίτια και υπηρεσίες. Η πόλη έχει νέους αυτοκινητοδρόμους περιφερειακά και διαθέτει μεγάλα πολυκαταστήματα και ουρανοξύστες.
Αλλόθρησκοι προς τη θρησκεία του Ισλάμ δεν επιτρέπεται να μπαίνουν στη Μέκκα. Σημεία ελέγχου υπάρχουν στους δρόμους που οδηγούν στην πόλη, με αξιωματικούς που κάνουν ελέγχους στους περαστικούς για το αν και κατά πόσο πληρούν τους όρους εισόδου στο προσκύνημα. Μια από τις προϋποθέσεις είναι η πιστοποίηση του θρησκεύματος του προσκυνητή, επίσης ελέγχεται εάν κάποιος είναι ξένος εργάτης, που έχει λήξει η βίζα του ή που δεν έχει πάρει την επιπλέον άδεια διαμονής για να πάει στο προσκύνημα. Η μυστικότητα του προσκυνήματος έχει προκαλέσει την περιέργεια πολλών Ευρωπαίων ταξιδιωτών. Ένας αριθμός απο αυτούς ντύθηκαν μουσουλμάνοι και μπήκαν στην πόλη και στη συνέχεια πλησίασαν την Κάαμπα.
Η οικονομία της Μέκκας εξαρτάται σχεδόν ολοκληρωτικά στα χρήματα που ξοδεύουν οι προσκυνητές στο Χατζ. Η πόλη κερδίσε περισσότερα απο 100 εκ. δολάρια κατά την περίοδο του χατζ. Η σαουδαραβική κυβέρνηση ξοδεύει περίπου 50 δολάρια σε υπηρεσίες για το Χατζ. Υπάρχουν κάποιες βιομηχανίες και εργοστάσια στην πόλη, αλλά η Μέκκα δεν παίζει πλέον τον σημαντικότερο ρόλο στην οικονομία της Σαουδικής Αραβιας, η οποία είναι βασισμένη στο πετρέλαιο. Οι λίγες βιομηχανίες που δραστηριοποιούνται στη Μέκκα ασχολούνται με τα υφάσματα, τα έπιπλα και τα μαγειρικά σκεύη. Το νερό είναι δυσεύρετο και το φαγητό πρέπει να έρχεται από αλλού.
Κάποιοι Μουσουλμάνοι εκτιμούν οτι η Μέκκα αναφέρεται στο Εβραϊκό Τόρα καιτην Χριστιανική Βίβλο. Το εδάφιο 3:96 στο Κοράνι επιβεβαιώνει οτι η Μέκκα ονομαζόταν κάποτε “Μπάκαα”. Υποστηρίζουν οτι η λέξη “Μπακα” μπορεί να βρεθεί στον Ψαλμό 84:6. Όμως κάποιοι μη μουσουλμάνοι αναλυτές της Βίβλου δεν αποδέχονται την ανάγνωση του εδαφίου 3:96 και οι περισσότερες απο τις σύγχρονες μεταφράσεις της Βίβλου χρησιμοποιούν τον όρο “Κοιλάδα των Δακρύων” αντί της λέξης “Μπάκα”. Στα αραβικά η λέξη “Μπούκα” σημαίνει κλάμα. Για παράδειγμα ο διάσημος Tabi’in, Muhammad ibn Munkadir είχε το παρατσούκλι al – Bakka που σημαίνει εκείνος που κλαίει πολύ.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO5 λεπτά πριν

Η Ευρώπη γνωρίζει, αλλά κάνει τα στραβά μάτια! Το διπλό παιχνίδι της Τουρκίας με Χαμάς και ισλαμιστικά δίκτυα

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί διαφάνεια από τους αιτούντες επιχορηγήσεων, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει την εξουσία της Άγκυρας επί των...

Αναλύσεις36 λεπτά πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Αρμενία–Ινδία: Στο τραπέζι παραγωγή Pinaka Mk2 – Τα ανοίγματα σε ΕΕ και ΗΠΑ

Συζητήσεις για παραγωγή ινδικών πυραύλων στην Αρμενία, στενότερες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και επαφές στην Ουάσιγκτον συνθέτουν την ατζέντα...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Τομ Μπάρακ: Ο μυστικός παίκτης της τουρκικής αναβάθμισης; Το παιχνίδι ισχύος από τον Λευκό Οίκο ως την Ανατολική Μεσόγειο

F-35, S-400, Συρία, Κούρδοι και ενεργειακοί διάδρομοι: οι επιχειρηματικές διασυνδέσεις και τα γεωστρατηγικά ερωτήματα που οφείλει να εξετάσει η Ελλάδα.

Δημοφιλή