Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Στρατηγός Μοαμάρ Αμπού Μινγιάρ αλ Καντάφι

Δημοσιεύτηκε στις

Ο Στρατηγός Μοαμάρ Αμπού Μινγιάρ αλ Καντάφι معمر القذافي γεννήθηκε το 1942 και είναι ο ηγέτης της Λιβύης από το 1969. Παρά το γεγονός οτι ο Καντάφι δεν έχει κάποιο δημόσιο αξίωμα ή τίτλο, θεωρείται ως ο Ηγέτης της Μεγάλης Επανάστασης της 1ης Σεπτεμβρίου της Λαϊκής Σοσιαλιστικής Λιβυκής Αραβικής Jamahiriya.

Ο Καντάφι ήταν ο μικρότερος απο τα παιδιά της οικογένειας του. Μεγάλωσε σε μια περιοχή της ερήμου της Σίρτης. Έλαβε παραδοσιακή θρησκευτική πρωτοβάθμια εκπαίδευση και σπούδασε στο προπαρασκευαστικό σχολείο Sebha της Fezzan από το 1956 έως το 1961. Ο Καντάφι και μια μικρή ομάδα φίλων που συνάντησε στο σχολείο προχώρησαν για να δημιουργήσουν την ηγεσία της στρατιωτικής επαναστατικής ομάδας που θα έπαιρνε τον έλεγχο της χώρας. Εμπνευστής του Καντάφι υπήρξε ο Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ, πρόεδρος της γειτονικής Αιγύπτου. Το 1961 ο Καντάφι αποβλήθηκε απο την Sebha εξαιτίας της πολιτικής του δραστηριότητας. Ο Καντάφι συνέχισε τις σπουδές του στα νομικά στο Πανεπιστήμιο της Λιβύης από όπου αποφοίτησε με υψηλούς βαθμούς. Στη συνέχεια μπήκε στη Στρατιωτική Ακαδημία Benghazi το 1963 όπου ο ίδιος και μερικοί απο τους συντρόφους του οργάνωσαν μια μυστική ομάδα με σκοπό να εκθρονίσουν τη φιλοδυτική Λιβυκή μοναρχία. Μετά την αποφοίτηση του το 1965, πήγε στη Μ. Βρετανία για περαιτέρω εκπαίδευση στον Βρετανικό Στρατό για να επιστρέψει το 1966 ως αξιωματικός των διαβιβάσεων
Την 1η Σεπτεμβρίου 1969 μια μικρή ομάδα αξιωματικών του στρατού υπό την ηγεσία του Καντάφι εγκαθίδρυσε δικτατορία εναντίον του βασιλιά Ιντρίς Α΄ όταν εκείνος βρισκόταν στην Τουρκία για ιατρικούς λόγους. Ο ανιψιός του πρίγκηπας Χασαν ας Σενούσι θα γινόταν βασιλιάς στις 2 Σεπτεμβρίου μετά την παραίτηση του βασιλιά Ιντρίς Α΄ στις 4 Αυγούστου. Μέσα σε ώρες έγινε σαφές οτι οι επαναστατημένοι αξιωματικοί που είχαν ανακοινώσει την εκθρόνιση του Ιντρίς δεν ήθελαν να διορίσουν τον Χασάν βασιλιά. Πριν το τέλος της 1ης Σεπτεμβρίου η μοναρχία δεν υπήρχε και είχε ιδρυθεί η Αραβική Δημοκρατία της Λιβύης με τον διάδοχο του θρόνου να βρίσκεται σε κατ’οίκον περιορισμό.
Σε αντίθεση με άλλους στρατιωτικούς δικτάτορες, ο Γκαντάφι δεν προήγαγε τον εαυτό του στο βαθμό του στρατηγού μετά την ανάληψη της εξουσίας αλλά αποδέχθηκε μια τελετουργική προαγωγή από λοχαγός σε συνταγματάρχης.
Ο Γκαντάφι βάσισε το νέο του καθεστώς σε ένα συνονθύλευμα Αραβικού εθνικισμού, κοινωνικού κράτους και άμεσης λαϊκής δημοκρατίας. Αυτό το σύστημα το αποκάλεσε ο ίδιος Ισλαμικός σοσιαλισμό και ενώ έδωσε άδειες σε μικρές ιδιωτικές εταιρίες, πήρε τον έλεγχο των μεγάλων. Κοινωνικό κράτος, “ελευθερία” και εκπαίδευση ήταν οι προτεραιότητες του. Θεσμοθέτησε επίσης ένα σύστημα Ισλαμικών ηθών, θέτοντας εκτός νόμου το αλκοόλ και τα τυχερά παιχνίδια. Για να ενδυναμώσει τα ιδεώδη αυτού του Ισλαμο-σοσιαλιστικού κράτους, ο Γκαντάφι αποτύπωσε την πολιτική του φιλοσοφία στο Πράσινο Βιβλίο, που τυπώθηκε σε τρεις τόμους μεταξύ των ετών 1975 και 1979. Στην πράξη το πολιτικό σύστημα της Λιβύης θεωρείται κάτι λιγότερο από ιδεαλιστικό, ενώ μερικές φορές ο Γκαντάφι απαντούσε στην εσωτερική και εξωτερική αντιπολίτευση με βία. Οι επαναστατικές του επιτροπές θεωρούνται υπεύθυνες για δολοφονίες Λίβυων που ζούσαν στο εξωτερικό τον Απρίλιο του 1980. Στις 26 Απριλίου της ίδιας χρονιάς ο Γκαντάφι έδωσε χρονικό περιθώριο μέχρι τις 11 Ιουνίου σε εκείνους που ζούσαν στο εξωτερικό να επιστρέψουν στη Λιβύη ή να πέσουν στα χέρια των επαναστατικών επιτροπών. Εννέα Λίβυοι δολοφονήθηκαν εκείνη την περίοδο, 5 από αυτούς στην Ιταλία.
Με σεβασμό στους γείτονες της Λιβύης και ακολουθώντας τις ιδέες του Νάσερ για τον Παναραβισμό ο Γκαντάφι έγινε θερμός υπερασπιστής της ένωσης όλων των αραβικών κρατών σε ένα έθνος. Επίσης ενίσχυσε τον πανισλαμισμό, την ιδέα μιας χαλαρής ένωσης όλων των Ισλαμικών κρατών και λαών. Μετά τον θάνατο του Νάσερ στις 28 Σεπτεμβρίου 1970, Ο Γκαντάφι προσπάθησε να γίνει ο ηγέτης του Αραβικού εθνικισμού. Εξήγγειλε την “Ομοσπονδία των Αραβικών Δημοκρατιών” (Λιβύη, Αίγυπτος και Συρία) το 1972 ελπίζοντας οτι θα προχωρούσε η δημιουργία ενός παναραβικού έθνους αλλά οι τρεις χώρες διαφώνησαν σε συγκεκριμένα θέματα της συγχώνευσης. Το 1974 υπέγραψε μια συμφωνία με την Τυνησία του προέδρου Bourguiba για ένωση των δύο χωρών όμως και αυτό απέτυχε και οι διαφορές μεταξύ των δύο κρατών οδήγησαν σε μεγάλη έχθρα.
Η Λιβύη έχει επίσης αναμιχθεί μερικές φορές σε βίαιες τοπικές διαμάχες με το γειτονικό Τσαντ σχετικά με την Λωρίδα Αουζού την οποία η Λιβύη κατέλαβε το 1973. Η διαμάχη οδήγησε στη Λιβυκή εισβολή και σε μια σύρραξη που έληξε το 1987 με την υπογραφή συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός. Η συμφωνία ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 1994 όταν τα στρατεύματα της Λιβύης αποχώρησαν ειρηνικά από το Τσαντ σεβόμενα απολύτως της ετυμηγορία του Διεθνούς Δικαστηρίου που εξεδόθη στις 13 Φεβρουαρίου 1994.
Ο Γκαντάφι έγινε επίσης ισχυρός βοηθός της PLO, κάτι που έβλαψε τις σχέσεις της χώρας του με την Αίγυπτο όταν το 1979 η Αίγυπτος υπέγραψε συμφωνία ειρήνης με το Ισραήλ. Καθώς οι σχέσεις Λιβύης και Αιγύπτου χειροτέρευαν, ο Γκαντάφι ανέπτυσσε στενότερη σχέση με την ΕΣΣΔ. Η Λιβύη έγινε η πρώτη χώρα εκτός του Σοβιετικού μπλοκ, που απέκτησε το υπερηχητικό μαχητικό αεροσκάφος MiG 25, όμως οι σχέσεις των δύο χωρών δεν έγιναν στενότερες. Ο Γκαντάφι προσπάθησε να αυξήσει την επιρροή της Λιβύης ιδιαίτερα στις χώρες με Ισλαμικό πληθυσμό, ζητώντας την δημιουργία ενός Ισλαμικού κράτους και βοηθώντας της αντικυβερνητικές δυνάμεις στην υποσαχάρια Αφρική.
Αξιοσημείωτη είναι η βοήθεια του σε απελευθερωτικά κινήματα και αντάρτικες ομάδες στη δυτική Αφρική, κυρίως στη Σιέρα Λεόνε και τη Λιβερία καθώς και σε μουσουλμανικές ομάδες. Τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 αυτή η ενίσχυση ήταν τόσο ελεύθερη που ακόμα και ομάδες που δεν ήταν τόσο συμπαθείς έπαιρναν βοήθεια. Πολλές φορές οι ομάδες αυτές εκπροσωπούσαν ιδεολογίες που δεν είχαν σχέση με αυτή του Γκαντάφι. Οι απόψεις σε διεθνές επίπεδο μπερδεύονταν εξαιτίας αυτών των πολιτικών. Την δεκαετία του 70 το καθεστώς ενεπλάκη σε τρομοκρατικές ενέργειες σε Αραβικές και μη χώρες. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 θεωρείτο από τους Δυτικούς ως ο κυριότερος οικονομικός χορηγός του “Μαύρου Σεπτέμβρη”, ο οποίος οργάνωσε την τρομοκρατική επίθεση στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου το 1972 και κατηγορήθηκε από τις ΗΠΑ ότι είχε τον έλεγχο της επίθεσης με βόμβα σε ντισκοτέκ του Βερολίνου, όπου σκοτώθηκαν τρεις άνθρωποι και τραυματίστηκαν περισσότεροι από 200, εκ των οποίων μεγάλος αριθμός ήταν Αμερικανοί.
Ο ίδιος φέρεται να έχει πει πως πλήρωσε τον Κάρλος το Τσακάλι να απαγάγει και να στη συνέχεια να απελευθερώσει έναν αριθμό Σαουδαράβων και Ιρανών υπουργών πετρελαίου.
Η ένταση μεταξύ Λιβύης και Δύσης έφτασε στο απόγειο της κατά την διάρκεια της προεδρίας του Ρήγκαν ο οποίος προσπάθησε να απομακρύνει τον Γκαντάφι από την εξουσία. Ο Ρήγκαν έβλεπε την Λιβύη ως ένα φιλοπόλεμο κράτος εξαιτίας της στάσης της στο θέμα της Παλαιστινιακής ανεξαρτησίας, της βοήθειας της προς το Ιράν και τον πόλεμο του εναντίον του Ιράκ. Ο Ρήγκαν ονόμασε τον Γκαντάφι “το κακό σκυλί της Μέσης Ανατολής”. Το Μάρτιο του 1982 οι ΗΠΑ απαγόρευσαν την εισαγωγή πετρελαίου από τη Λιβύη και την εξαγωγή από τις ΗΠΑ τεχνολογιών σχετικών με το πετρέλαιο. Τα ευρωπαϊκά κράτη δεν ακολούθησαν αυτή την τακτική. Το 1984 η Βρετανίδα αστυνομικός Yvonne Fletcher πυροβολήθηκε έξω από την πρεσβεία της Λιβύης στο Λονδίνο ενώ αστυνόμευε πορεία εναντίον του Γκαντάφι. Ο πυροβολισμός που την σκότωσε έπεσε από το εσωτερικό του κτιρίου αλλά οι διπλωμάτες έκαναν χρήση της ασυλίας τους και επαναπατρίστηκαν. Το επεισόδιο είχε ως αποτέλεσμα να διακοπούν οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Λιβύης για περισσότερο απο μια δεκαετία.
Οι ΗΠΑ επιτέθηκαν σε πλωτές περιπολία της Λιβύης από τον Ιανουάριο μέχρι τον Μάρτιο του 1986 κατά την διάρκεια των εχθροπραξιών για την πρόσβαση στον Κόλπο της Σίδρα τον οποίο η Λιβύη θεωρεί χωρικά της ύδατα. Αργότερα στις 15 Απριλίου 1986, ο Ρήγκαν διέταξε εκτεταμένους βομβαρδισμούς, με την ονομασία Επιχείρηση Φαράγγι Ελ Ντοράντο, εναντίον της Τρίπολης και της Βεγγάζης σκοτώνοντας 45 στρατιωτικούς και κυβερνητικούς υπαλλήλους καθώς και 15 πολίτες. Την επίθεση ακολούθησε υποκλοπή τηλεγραφημάτων της πρεσβείας της Λιβύης στο Ανατολικό Βερολίνο που παρείχαν στοιχεία για την εμπλοκή της χώρας στη βομβιστική επίθεση στη ντισκοτέκ στο Δυτικό Βερολίνο, στις 5 Απριλίου. Μεταξύ των θυμάτων των βομβαρδισμών ήταν και η υιοθετημένη κόρη του Γκαντάφι.
Στα τέλη του 1987 ένα εμπορικό πλοίο με το όνομα Eksund εντοπίστηκε με φορτίο όπλων και εκρηκτικών από τη Λιβύη και προορισμό τον IRA. Οι Βρετανικές μυστικές υπηρεσίες πιστεύουν οτι αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που όπλα από τη Λιβύη έφταναν στον IRA.
Η άρνηση του Γκαντάφι να εκδώσει δύο Λίβυους που κατηγορούνταν για την τοποθέτηση και έκρηξη της βόμβας στο αεροπλάνο της Pan Am Πτήση 103 πάνω από το Λόεκρμπι της Σκοτίας, προκάλεσε απομόνωση της χώρας και οικονομικές κυρώσεις. Μετά από τη διαμεσολάβηση του νοτιοαφρικανού ηγέτη Νέλσον Μαντέλα και του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Κόφι Ανάν ο Γκαντάφι συμφώνησε το 1999 να γίνει δίκη στην Ολλανδία σύμφωνα όμως με τον νόμο της Σκοτίας. Αυτή η κίνηση είχε ως αποτέλεσμα να αρθούν μερικώς κάποιοι περιορισμοί εναντίον της Λιβύης όχι όμως και αυτοί των ΗΠΑ. Τον Αύγουστο του 2003 η Λιβύη παραδέχθηκε την ανάμιξη της στην επίθεση στο αεροσκάφος της Παν Αμ. Ο Γκαντάφι συμφώνησε να πληρώσει αποζημίωση 2,7 δις δολαρίων στις οικογένειες των 270 θυμάτων. Τον ίδιο μήνα η Βρετανία και η Βουλγαρία προώθησαν απόφαση στον ΟΗΕ για την άρση των κυρώσεων εναντίον της Λιβύης. Από τις αποζημιώσεις δόθηκε μόνο ένα μέρος (το μεγαλύτερο) καθώς η Αραβική χώρα επικαλέστηκε την άρνηση των ΗΠΑ να την βγάλουν από τη λίστα των χωρών που υποθάλπουν την τρομοκρατία και αρνήθηκε να πληρώσει τα υπόλοιπα χρήματα
Από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 ο Γκαντάφι κατάφερε να αναπτύξει τις διασυνδέσεις του μεταξύ των εθνών της Μέσης Ανατολής και σήμερα θεωρείται ένας από τους πιο μετριοπαθής και υπεύθυνους ηγέτες στον Αραβικό κόσμο. Βλέποντας την κατάσταση των Παλαιστινίων προώθησε την δημιουργία ενός κράτους δύο εθνών με το όνομα Isratine έναν συνδυασμό των λέξεων Ισραήλ και Παλαιστίνης.
Ο Γκαντάφι προσπάθησε να βελτιώσει την εικόνα του και στη Δύση και δύο χρόνια πριν την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 είχε δηλώσει οτι ξεκινά πόλεμο εναντίον της Αλ Κάιντα και πρότεινε να ανοίξει το οπλοστάσιο της χώρας του στους διεθνείς επιθεωρητές. Μετά την επίθεση στους δίδυμους πύργους ο Γκαντάφι αποκήρυξε την Αλ Κάιντα με τον πιο σκληρό τρόπο από όλους τους υπόλοιπους μουσουλμάνους ηγέτες.
Υπάρχουν πολλές εξηγήσεις για την αλλαγή της πολιτικής του Γκαντάφι. Η πιο προφανής είναι οτι η πάλαι ποτέ πολύ πλούσια Λιβύη έγινε λιγότερο πλούσια καθώς οι τιμές του πετρελαίου έπεσαν σημαντικά κατά την διάρκεια του ’90. Ο Γκαντάφι από τότε χρειαζόταν τις υπόλοιπες χώρες περισσότερο από κάθε άλλη φορά και δεν μπορούσε να πάρει ξένη βοήθεια όπως παλαιότερα. Σε αυτό το περιβάλλον και με τους περιορισμούς από τον ΟΗΕ και τις ΗΠΑ η Λιβύη απομονώθηκε περισσότερο τόσο πολιτικά όσο και οικονομικά. Άλλη μια πιθανή εξήγηση ήταν η πολύ δυνατή πίεση των Δυτικών. Τα ιδεώδη του και οι προσπάθειες του δεν έγιναν πραγματικότητα. Ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε η Αραβική Ένωση, οι διάφορες ένοπλες επαναστατικές ομάδες που βοήθησε δεν πέτυχαν τους σκοπούς τους και η κατάρρευση της ΕΣΣΔ μετέτρεψε τον Γκαντάφι περισσότερο σε συμβολικό στόχο των ΗΠΑ. Μετά την εκθρόνιση του Σαντάμ Χουσεΐν από τις αμερικανικές δυνάμεις το 2003, ο Γκαντάφι ανακοίνωσε ότι το έθνος του έχει ένα πρόγραμμα δημιουργίας όπλων μαζικής καταστροφής αλλά είχε την πρόθεση να ανοίξει το πρόγραμμα αυτό στον διεθνή έλεγχο. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μπους και άλλοι υποστηρικτές του πολέμου στον Ιράκ προσπάθησαν να πουν οτι ο Γκαντάφι φοβόταν ότι ήταν ο επόμενος στόχος. Οι διεθνείς παρατηρητές απομάκρυναν τόνους χημικών όπλων από τη Λιβύη, ενώ σταμάτησαν και ένα ενεργό πρόγραμμα πυρηνικών όπλων. Καθώς η καταστροφή αυτών των όπλων συνεχιζόταν η Λιβύη προχώρησε τη συνεργασία της με την διεθνή κοινότητα και τελικά η Γαλλία το Μάρτιο του 2006 κατέληξε σε συμφωνία με την Αραβική χώρα για την έναρξη προγράμματος πυρηνικής ενέργειας.
Τον Μάρτιο του 2004 ο Βρετανός πρωθυπουργός Τόνι Μπλαίρ έγινε ένα από τους πρώτους δυτικούς ηγέτες μετά από δεκαετίες που επισκέφτηκε την Λιβύη και συναντήθηκε δημόσια με τον Γκαντάφι. Ο Άγγλος πρωθυπουργός συνεχάρη τον Λίβυο ηγέτη για την αλλαγή του και τις πρόσφατες ενέργειες του και ευχήθηκε η Λιβύη να γίνει ένα ισχυρός σύμμαχος κατά της τρομοκρατίας.
Στις 15 Μαΐου 2006 το Αμερικανικό ΥΠΕΞ ανακοίνωσε οτι ξεκινούν και πάλι οι διπλωματικές σχέσεις με τη Λιβύη αμέσως μετά την ανακοίνωση του Γκαντάφι ότι η χώρα του εγκαταλείπει τα όπλα μαζικής καταστροφής. Επίσης ανακοινώθηκε οτι η Λιβύη θα απομακρυνθεί από τη λίστα των κρατών που υποθάλπουν την τρομοκρατία. Στις 31 Αυγούστου 2006 ο Γκαντάφι ζήτησε από τους οπαδούς του να σκοτώσουν εχθρούς που ζητούν πολιτική αλλαγή.
Ο Γκαντάφι επιβίωσε μιας απόπειρας δολοφονίας από τμήματα του Λιβυκού Στρατού. Τον Ιούλιο του 1996 σημειώθηκαν αιματηρά επεισόδια μετά από ποδοσφαιρικό αγώνα.
Ο Γκαντάφι έχει 8 παιδιά, 7 από τα οποία αγόρια. Ο μεγαλύτερος του γιος ο Μοχάμεντ γεννήθηκε από μητέρα που βρίσκεται σε δυσμένεια αλλά βρίσκεται στην Λιβυκή Ολυμπιακή Επιτροπή και έχει εταιρίες τηλεπικοινωνιών στη Λιβύη. Ο επόμενος είναι ο Σαΐφ αλ Ισλάμ που γεννήθηκε το 1972, είναι ζωγράφος, ασχολείται με φιλανθρωπίες και αναμειγνύεται σε διαπραγματεύσεις για την απελευθέρωση ομήρων που κρατούνται από Ισλαμικές ένοπλες ομάδες, ιδιαίτερα στις περιοχές των Φιλιππίνων. Το 2006 άσκησε σκληρή κριτική στο καθεστώς του πατέρα του και εγκατέλειψε τη Λιβύη με σκοπό να πάρει θέση σε μια τράπεζα του εξωτερικού. Επέστρεψε στην πατρίδα του λίγο αργότερα ξεκινώντας ένα πρόγραμμα για να μάθουν τα παιδιά πως μπορούν να καθαρίσουν ορισμένα τμήματα της Λιβύης. Ο τρίτος γιος του είναι ο Αλ Σαάντι. Είναι παντρεμένος με την κόρη στρατηγού. Ο Αλ Σαάντι είναι πρόεδρος της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της χώρας και παίζει για την Σαμπντόρια, έχει κάνει δισεκατομμύρια δολάρια από την πετρελαϊκή βιομηχανία και κάνει παραγωγή ταινιών. Ο τέταρτος είναι ο Μουτασίμ Μπιλά, ο οποίος υπηρετούσε στο στρατό της Λιβύης. Έφυγε στην Αίγυπτο με το σκεπτικό να ηγηθεί πραξικοπήματος υποστηριζόμενου από την Αίγυπτο εναντίον του πατέρα του. Ο Γκαντάφι τον συγχώρεσε και ο γιος του επέστρεψε στην Λιβύη όπου τώρα είναι σύμβουλος εθνικής ασφαλείας και έχει το δικό του στρατιωτικό τμήμα. Ο Σαΐφ αλ Ισλάμ και ο Μουτασίμ Μπιλά θεωρούνται πιθανοί διάδοχοι του πατέρα τους.
Ο πέμπτος είναι ο Χανίμπαλ ο οποίος κάποτε εργαζόταν για την δημόσια εταιρία θαλάσσιων μεταφορών της Λιβύης. Θεωρείται ότι έχει αναμιχθεί σε πολλά βίαια επεισόδια στην Ευρώπη.
Ο Γκαντάφι έχει άλλους δύο μικρότερους γιους τον Σαΐδ Αλ Άραμπ και τον Καμίς, που είναι αστυνομικός στη Λιβύη. Η μοναχοκόρη του Γκαντάφι είναι η Ayesha δικηγόρος στη δίκη του Σαντάμ Χουσεΐν. Παντρεύτηκε έναν εξάδελφο του πατέρα της το 2006. Ο Γκαντάφι είχε υιοθετήσει μια κόρη την Χάνα η οποία σκοτώθηκε στους Αμερικανικούς βομβαρδισμούς του 1986. Σε μια συναυλία για την ειρήνη που έγινε στις 15 Απριλίου 2006 στην Τρίπολη για την 20η επέτειο των βομβαρδισμών ο Αμερικανός τραγουδιστής Lionel Richie είπε προς το κοινό: “Η Χάνα τιμάται απόψε επειδή εσείς αγγίξατε την ειρήνη στο όνομα της”.
Τον Ιανουάριο του 2002 ο Γκαντάφι αγόρασε το 7,5% της Ιταλικής Γιουβέντους για 21 εκατομύρια δολάρια μέσω της Lafico (Λιβυκή Εταιρία Εξωτερικών Επενδύσεων). Παρά το γεγονός οτι ο Γκαντάφι είναι φανατικός φίλος του ποδοσφαίρου η κίνηση αυτή δείχνει την πολύ στενή του σχέση με τον ιδιοκτήτη της ιταλικής ομάδας Τζιάνι Ανιέλι ιδρυτή της Φίατ. Ο Γκαντάφι έχει σχέση και με το σκάκι. Τον Μάρτιο του 2004 η Παγκόσμια Σκακιστική Ομοσπονδία ανακοίνωσε οτι θα υπάρξει και χρηματικό έπαθλο στο Παγκόσμο Πρωτάθλημα που θα διεξαγόταν τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 2004 στην Τρίπολη. Το στάδιο κρίκετ στη Λαχόρ του Πακιστάν ονομάστηκε προς τιμή του Στάδιο Γκαντάφι. Εκτός από το Πράσινο Βιβλίο ο Γκαντάφι έγραψε και μια σειρά μικρών ιστοριών το 1996 με τον τίτλο “Απόδραση στην Κόλαση”.
Η προσωπική του φρουρά αποτελείται από 40 Αφρικανές, οι οποίες γνωρίζουν πολεμικές τέχνες και έχουν εκπαιδευτεί άριστα στο χειρισμό των όπλων. Η Αμαζονική φρουρά, όπως ονομάζεται τον ακολούθησε στην επίσκεψη του στις Βρυξέλλες το 2004. Η φρουρά του δημιούργησε διεθνές επεισόδιο το 2006 κατά την επίσκεψη του Γκαντάφι στη Νιγηρία με την παρουσία 200 βαριά οπλισμένων γυναικών. Οι Νιγηριανές αρχές αρνήθηκαν την είσοδο σε τόσο οπλισμένους σωματοφύλακες και ο Γκαντάφι απείλησε ότι θα πήγαινε με τα πόδια από το αεροδρόμιο στην πρωτεύουσα διανύοντας απόσταση 40 χιλιομέτρων. Ο πρόεδρος της Νιγηρίας παρενέβη προσωπικά και πρότεινε μια συμβιβαστική λύση. Όμως οι Λίβυη αρνήθηκαν την διαμεσολάβηση και απείλησαν οτι θα επιστρέψουν στη χώρα τους. Οι Νιγηριανοί έκαναν νέα πρόταση δίνοντας άδεια για τη χρήση μόνο 8 όπλων όσα δηλαδή επιτρέπονται σε διεθνείς αποστολές. Οι Λίβυοι τελικά υπαναχώρησαν και συμμορφώθηκαν με τις υποδείξεις μετά από μερικές ώρες.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO18 λεπτά πριν

Αρμενία–Ινδία: Στο τραπέζι παραγωγή Pinaka Mk2 – Τα ανοίγματα σε ΕΕ και ΗΠΑ

Συζητήσεις για παραγωγή ινδικών πυραύλων στην Αρμενία, στενότερες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και επαφές στην Ουάσιγκτον συνθέτουν την ατζέντα...

GEOPOLITICO52 λεπτά πριν

Τομ Μπάρακ: Ο μυστικός παίκτης της τουρκικής αναβάθμισης; Το παιχνίδι ισχύος από τον Λευκό Οίκο ως την Ανατολική Μεσόγειο

F-35, S-400, Συρία, Κούρδοι και ενεργειακοί διάδρομοι: οι επιχειρηματικές διασυνδέσεις και τα γεωστρατηγικά ερωτήματα που οφείλει να εξετάσει η Ελλάδα.

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Μάζης: Οι υποχωρήσεις καταγράφονται – Η Τουρκία ανοίγει διαρκώς μέτωπα

Κριτική για Κρήτη, Κάσο και Διακήρυξη των Αθηνών από τον καθηγητή στη «Ναυτεμπορική» – Οι ανησυχίες για τη Λιβύη, τον...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Χαραλαμπίδης: «Το Κυπριακό δεν είναι πρόβλημα πανηγυριών και φεστιβάλ»

Αιχμές για τα πολιτικά μηνύματα της εκδήλωσης στην Πύλα, προειδοποιήσεις για τους τουρκικούς στρατιωτικούς σχεδιασμούς και κριτική στην εικόνα εξίσωσης...

Αναλύσεις18 ώρες πριν

Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο

Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου...

Δημοφιλή