Γενικά θέματα
ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΜΟΙΡΑΙΑ ΣΦΑΛΜΑΤΑ
Μετά δέκα και πλέον αιώνες, η ελληνική ιστορία θα χωρίζεται στο πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή μέρος και το μετ΄αυτήν. Με αυτή τη φράση, πανεπιστημιακός δάσκαλος ήθελε, σε ομιλία του, να δώσει την πολύ μεγάλη για το Έθνος ιστορική διάσταση του συγκεκριμένου γεγονότος. Η ανθρώπινη ζωή είναι σύντομη με τα μέτρα της Ιστορίας, ώστε να μπορέσει ο άνθρωπος μιας ορισμένης εποχής να συλλάβει σε όλη του την έκταση ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός, τις επιδράσεις του και τις συνέπειές του. Είναι δε και εξαιρετικά δύσκολο να διευκρινίσει τα αίτια που το προκάλεσαν, όταν ο ίδιος είναι μέρος του γίγνεσθαι.
Σήμερα, όμως, ύστερα από εβδομήντα και πλέον χρόνια, είναι φυσικό να έχουν αποκρυσταλλωθεί οι απόψεις γύρω από το θέμα των “σφαλμάτων” αυτής της μεγάλης τραγωδίας του γένους. Υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία, πολλές μελέτες και επίσης πολλές ερευνητικές εργασίες. Τα σφάλματα είναι πολλά και δεν είχαν στιγμιαίο χαρακτήρα, αλλά διάρκεια και εξελικτική πορεία μέσα στο χρόνο. Από αυτό συνάγεται ότι και οι υπεύθυνοι είναι πολλοί, διότι στη δραματική πορεία των γεγονότων είχαμε και εναλλαγή των προσώπων. Αν καταδικάστηκαν έξη – πέντε πολιτικοί και ένας στρατιωτικός – δεν σημαίνει ότι στα πρόσωπα αυτών εξαντλήθηκε η απονομή όλης της ευθύνης. Και πολλοί άλλοι ήσαν υπεύθυνοι, μόνο που οι έξη αυτοί ήσαν οι τελευταίοι διαχειριστές της εξουσίας, πολιτικής και στρατιωτικής, οι διαχειριστές της κατά το χρόνο της τραγωδίας. Χαρακτηριστικό είναι ένα σημείο της απολογίας του καταδικασθέντος εις θάνατο Αντιστρατήγου Γ. Χατζανέστη, Διοικητού της Στρατιάς Μικράς Ασίας, στην οποία ο Στρατηγός καταθέτει ότι εδιοίκησε τη Στρατιά για πολύ χρόνο, τους τελευταίους μόλις δυόμισι μήνες, ενώ οι προκάτοχοί του την είχαν διοικήσει για πολύ περισσότερο χρονικό διάστημα. Εννοούσε με αυτό ότι και άλλοι είχαν την ευθύνη, διότι τα αίτια της επί των ημερών του επελθούσης καταστροφής, είχαν δημιουργηθεί πριν ο ίδιος αναλάβει τη διοίκηση. Μάλιστα, παραλλήλισε το θέμα με το θάνατο του ασθενούς στα χέρια του τελευταίου γιατρού, στον οποίο και επιρρίπτεται ολόκληρη η ευθύνη, ενώ στο μοιραίο συνέβαλαν και άλλοι γιατροί, που είχαν προηγηθεί.
Βέβαια, είναι συζητήσιμο αν, το Έκτακτο Στρατοδικείο που καταδίκασε με την ποινή του θανάτου τους έξη (Π. Πρωτοπαπαδάκη, Δ. Γούναρη, Ν. Θεοτόκη, Γ. Μπαλτατζή, Ν. Στράτο και Γ. Χατζανέστη), επεδίωξε τότε την πλήρη διερεύνηση των αιτίων και τον ακριβοδίκαιο επιμερισμό των ευθυνών ή απέβλεψε μάλλον στην εκτόνωση της δίψας του πλήθους για κολασμό, του ίδιου πλήθους που μετά την εκτέλεση της θανατικής ποινής έδειχνε αρκούντως μεταμελημένο και όπως γράφει ο Σ. Μαρκεζίνης στην “Πολιτική Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδος”, ήταν σαν να έλεγε….”Ε ! Καλά ! Το ελέγαμεν μεν, αλλά όχι πάλιν και να τυφεκισθούν !”
Αλλά πως να επιμερισθούν δικαίως οι ευθύνες μέσα σ΄ένα κλίμα έντονων πολιτικών παθών, φανατισμού και έξαψης ; Ο πολιτικός διχασμός που είχε ενσκήψει πολύ πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή, εξακολουθούσε να υπάρχει και κατ΄αυτήν σε όλη του την ένταση. Ας μη μας διαφεύγει ότι η δίκη διεξήχθη υπό επαναστατική διακυβέρνηση. Παράδοξο φαίνεται ότι ένας από τους κατηγόρους, και μάλιστα του καταδικασθέντος Στρατηγού Χατζανέστη, υπήρξε ο προκάτοχός του στη διοίκηση της Στρατιάς Μ.Α., Αντιστράτηγος Α. Παπούλιας, που σύμφωνα με όσα προαναφέρθησαν, δεν ήταν άμοιρος ευθυνών.
Ο επίλογος της τραγωδίας γράφτηκε αρχικά στα Μουδανιά, με την ομώνυμη Συνθήκη Ανακωχής (11 Οκτωβρίου 1922), όπου οι ίδιοι Σύμμαχοι, Άγγλοι, Γάλλοι και Ιταλοί, που είχαν υπογράψει τη Συνθήκη των Σεβρών για τον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, συμφώνησαν με τον Κεμάλ, άλλοτε εχθρό και τώρα φίλο, ερήμην μάλιστα της Ελλάδος, για το κλείσιμο της Μικρασιατικής εκστρατείας και την εκκένωση από τον ελληνικό στρατό της Ανατολικής Θράκης, μέχρι τον Έβρο ποταμό. Η Ελλάδα προσεχώρησε σ΄αυτή μετά διήμερον. Στη συνέχεια, με την Συνθήκη Ειρήνης της Λοζάννης (Ιούλιος 1923) ολοκληρώθηκε ο επίλογος με τον οριστικό τερματισμό της εμπόλεμης κατάστασης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας.
Την Ελλάδα εκπροσώπησε στη Λοζάννη ο μέγας πολιτικός Ελευθέριος Βενιζέλος. Ο μεγάλος αυτός εθνικός οραματιστής, που υπέγραψε τον επίλογο του θέματος, είναι ο ίδιος που είχε γράψει και το προοίμιό του, με τη Συνθήκη των Σεβρών 910 Αυγούστου 1920). Διότι η ιστορία της Μικρασιατικής περιπέτειας έχει την αρχή της στη Συνθήκη των Σεβρών, δημιούργημα δικό του. Η Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών είχε ήδη αρχίσει να υλοποιείται με την αποστολή της 1ης Μεραρχίας στην περιοχή της Σμύρνης (Μάϊος 1919), με τη συγκατάθεση των Συμμάχων, που ήταν η απαρχή της Μικρασιατικής Εκστρατείας, μιας εκστρατείας με άδηλη έκβαση. Για τη Συνθήκη των Σεβρών ο Ουίνστον Τσόρτσιλ έχει δηλώσει : “Η αξία των όρων της Συνθήκης Εξηρτάτο από ένα μοναδικό στοιχείο, τον ελληνικό στρατό. Αν ο Ελ. Βενιζέλος και οι στρατιώτες του κατόρθωναν να επιβληθούν επί του Κεμάλ, έχει καλώς. Εάν όχι, τότε έπρεπε να αναζητήσουμε καλύτερες λύσεις. Την ειρήνη με την Τουρκία, έπρεπε, δια να την επιβάλουμε, να κάνουμε πόλεμο. Τη φορά αυτή οι Σύμμαχοι θα τον διεξήγαγον δι΄εντολοδόχου”. Ιδού λοιπόν τα αρχικά αίτια της συμφοράς. Εντολοδόχος η Ελλάδα, η οποία στη συνέχεια αφέθηκεμόνη από τους εντολείς Συμμάχους της, ιδιαίτερα από τη Γαλλία και την Ιταλία. Αξίζει να σημειωθεί η αρνητική στάση της Ιταλίας, παρά το γεγονός ότι ο δαιμόνιος πολιτικός μας είχε επιτύχει προγενέστερα μετά της Ιταλίας τη μυστική Συμφωνία Βενιζέλου – Τιττόνι (Ιούλιος 1919), που αφορούσε στο διαχωρισμό των εδαφών της Μ.Α. που θα περιήρχοντο στις αντίστοιχες χώρες (Ελλάδα – Ιταλία), στην παραχώρηση από την Ιταλία των υπ΄αυτής κατεχομένων νήσων του Αιγαίου, πλην της Ρόδου και στην υποστήριξη από μέρους της των αξιώσεών μας επί της Βορ. Ηπείρου. Κατά δόλιο τρόπο η Συμφωνία καταγγέλθηκε αργότερα (1922) από την Ιταλία, στο κορύφωμα της καταστροφής. Ιταλία και Γαλλία, αφού βρήκαν λύσεις στα εδαφικά ζητήματά τους, τις οποίες και κατωχύρωσαν σε Συμφωνίες με τον Κεμάλ (Συμφωνία Ρώμης Μαρτίου 1921 και Συμφωνία Αγκύρας Οκτωβρίου 1921 αντίστοιχα), στη συνέχεια τον εβοήθησαν σημαντικά κατά των Ελλήνων, όπως έκαμαν και οι Μπολσεβίκοι της κομμουνιστικής πλέον Ρωσσίας, οι οποίοι είχαν υπογράψει με τον Κεμάλ τη Συνθήκη της Μόσχας (Μάρτιος 1921). Η Ιταλία υπήρξε και θα παραμένει ανταγωνίστριά μας στο χώρο των Βαλκανίων και δείγματα τούτου γευόμεθα και στις ημέρες μας. Οι προαναφερθείσες Συνθήκες και Συμφωνίες δεν απέφεραν στον Κεμάλ μόνο σημαντικό πολεμικό υλικό, αλλά του επέτρεψαν να αποσύρει στρατεύματα από τα βόρεια και νότια μέτωπά του και να τα προσανατολίσει έναντι των ελληνικών δυνάμεων, αποκτώντας με την πάροδο του χρόνου την αριθμητική υπεροχή.
Αλλά, ωσάν να μην έφθανε ο γεγονός ότι η Ελλάδα αφέθηκε μόνη, άνευ βοηθείας από τους Συμμάχους της, έχασε και τον πρωτεργάτη της ιδέας. Το μεγάλο όραμα της Συνθήκης των Σεβρών έχασε το μεγάλο οραματιστή του. Ο Ελ. Βενιζέλος, με το ένστικτο του πολιτικού, αναζήτησε αμαβάπτιστη στηλαϊκή εντολή, προ της μεγαλόπνοης εθνικής εξόρμησης. Παρά τη διορατικότητά του διαψεύσθηκε από το αποτέλεσμα των εκλογών της 1ης Νοεμβρίου 1920. Η προσφυγή στις εκλογές του καταλογίζεται από πολλούς ως μέγα λάθος του. Σημασία έχει ότι ο εμπνευστής αναγκάσθηκε να αποχωρήσει από το προσκήνιο και η έμπνευση διολίσθησε σε άλλα χέρια, που δεν ήσαν τόσο στιβαρά, όσο τα δικά του. Αυτό σίγουρα αποτελεί μία από τις αιτίες που οδήγησαν στον όλεθρο. Αν ο ίδιος πηδαλιουχούσε την υλοποίηση των σχεδίων του, πολύ πιθανόν η εξέλιξη να ήταν διαφορετική ή τουλάχιστον όχι τόσο καταστροφική. Η άποψη ότι προσέφυγε στις εκλογές, διότι επεζήτησε να απαλλαγεί της τεράστιας ευθύνης για τη συνέχιση ενός μεγαλόπνοου σχεδίου με διαφαινόμενη αβέβαιη και ενδεχομένως ολέθρια κατάληξη, δεν ευσταθεί, δεδομένων του χαρακτήρος του, του πατριωτισμού του και του αγωνιστικού του πνεύματος. Επίσης δεν ευσταθεί η άλλη άποψη, ότι οι εκλογές ήταν σχέδιο των Συμμάχων, οι οποίοι προέβλεψαν το αποτέλεσμα και παρέσυραν σ΄αυτές τον Ελ. Βενιζέλο, προκειμένου να εύρουν σαν πρόσχημα διακοπής της συνεργασίας και της όποιας υποστήριξης προς την Ελλάδα, την επάνοδο στην εξουσία των φιλοβασιλικών και του Βασιλέως Κωνσταντίνου, προς τον οποίο βέβαια ήταν γνωστό ότι έτρεφαν μεγάλη αντιπάθεια, που είχε την πηγή της στα γεγονότα του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου. Πράγματι, με το δημοψήφισμα της 22ας Νοεμβρίου 1920, ο βασιλεύς επανήλθε, παρά τη δήλωση Αγγλίας, Γαλλίας και Ιταλίας, ότι η επαναφορά θα προκαλούσε “νέα δυσμενή κατάσταση όσον αφορά τις μεταξύ των Συμμάχων και της Ελλάδος σχέσεις”. Δεύτερο, λοιπόν, πολιτικό σφάλμα το δημοψήφισμα, είκοσι δύο ημέρες μετά το μέγα σφάλμα των εκλογών.
Επίσης, ατυχώς για μας, στην εποχή που αναφερόμεθα ήταν ακόμη έκδηλα τα σημάδια του πολιτικού διχασμού που είχε εμφανισθεί πριν μερικά χρόνια 91915) και είχε οδηγήσει στη διάσπαση του κράτους, με τη λειτουργία δύο Κυβερνήσεων (1916) μιας στην Αθήνα και μιας στη Θεσσαλονίκη (η δεύτερη γνωστή ως Κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης υπό τον Ελ. Βενιζέλο). Τα έντονα πολιτικά πάθη και το αμοιβαίο μίσος που εδημιούργησαν μεταξύ των δύο παρατάξεων (βενιζελικών και βασιλικών) και που έφθασε ακόμη και σε δολοφονική απόπειρα κατά του Ελ. Βενιζέλου, και μάλιστα αμέσως μετά την υπογραφή της μεγαλειώδους Συνθήκης των Σεβρών, είχαν και τις πρακτικές επιζήμιες προεκτάσεις τους στην κρατική μηχανή και στο στράτευμα, αλλά και στους πολιτικούς ηγέτες, σε βαθμό που δεν τους άφηναν να προσδιορίσουν εκάστοτε ορθώς το εθνικό συμφέρον, παρασυρόμενοι και αυτοί είτε από το φανατισμό τους, είτε από τους φανατισμένους οπαδούς τους. Ιδιαίτερα όσον αφορά στο στράτευμα, η υπό ημερομηνία 14 Μαϊου 1921 έκθεση του Διοικητού της Στρατιάς Μ.Α. Αντιστρατήγου Α. Παπούλα προς τον τότε Υπουργό των Στρατιωτικών, αναγράφει ότι….”Παραδόξως όμως, υπό του νέου καθεστώτος ήρξατο η αθρόα επαναφορά τούτων ανεξαιρέτως (σημ. : εννοεί αποστρατευθέντες και αποταχθέντες αξιωματικούς) ως ει ενεργείτο εκταφή και ανάστασις νεκρών”. Με αυτήν την αναταραχή στο στράτευμα, λόγω της επαναφοράς σ΄αυτό κομματικών φίλων, αποτέλεσμα παρεμβατισμού λόγω της πολιτικής μισαλλοδοξίας, ξεκινούσε η Στρατιά για τις επιχειρήσεις του Μαρτίου 1921. Ο ελληνικός λαός στην πιο κρίσιμη καμπή της νεώτερης ιστορίας του βρέθηκε διχασμένος, αδύναμος, μέσα στην έξαψη των πολιτικών του παθών, να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των καιρών. Αυτός ο διχασμός και οι βλαπτικές συνέπειές του, πως νη μη καταλογισθούν στα νοσηρά αίτια, που υπέσκαψαν τη θέληση του έθνους.
Οι πολιτικοί ηγέτες που διαδέχθηκαν τον Ελ. Βενιζέλο στην εξουσία, ευθύς εξ αρχής προσέφυγαν εις τους ομολόγους τους των συμμάχων χωρών, για την υποστήριξη των συμφερόντων της χώρας, για τον εξευμενισμό τους σχετικά με την επάνοδο του βασιλέως και για τη συμπαράστασή τους στη μικρασιατική εκστρατεία, αλλά τα αποτελέσματα ήσαν απογοητευτικά. Αναφέρεται τούτο για να καταδειχθεί, ότι η ελληνική παρουσία εκτός Ελλάδος είχε άλλη βαρύτητα στο πρόσωπο του Ελ. Βενιζέλου και άλλη στου Δ. Γούναρη ή και οποιουδήποτε άλλου για τη συγκεκριμένη εποχή. Προφανώς οι Σύμμαχοι από κάποιο χρονικό σημείο και μετά (εκλογές του Νοεμβρίου 1920) εθεώρησαν ότι είχαν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους προς το συγκεκριμένο άνθρωπο, τον Ελ. Βενιζέλο και ότι ουδέν ώφειλαν στους διαδόχους του. Με άλλα λόγια, εξέλειπε η προσωπική σχέση στον κρίσιμο χρόνο, έπαυσε αυτή να επηρεάζει τις εξελίξεις, πολύ δε περισσότερο να τις επισκιάζει, όπως είχε συμβεί πολλές φορές προηγουμένως. Άλλος ο μαγνητισμός που ασκούσε ο Ελ. Βενιζέλος, άλλη η παρουσία των διαδόχων του. Το προσωπικό στοιχείο έπαυσε να βαραίνει στην πλάστιγγα των ελληνικών συμφερόντων. Δεν ήταν θέμα πατριωτισμού, μόρφωσης και διοικητικών ικανοτήτων, ήταν θέμα πολιτικής ακτινοβολίας, η οποία, αν δεν έλειπε εξ ολοκλήρου από τους διαδόχους του Ελ. Βενιζέλου, δεν ήταν της εμβέλειας της δικής του.
Ο Γ. Κλεμανσώ, πρωθυπουργός της Γαλλίας και κύριος συντελεστής της νίκης του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου στο δυτικό μέτωπο, έχει πει ότι…..”ο πόλεμος είναι πολύ σημαντική υπόθεση, ώστε να την εμπιστευθούμε στα χέρια των στρατιωτικών”. Ουδείς βέβαια αμφιβάλλει ότι τον πόλεμο αποφασίζουν οι πολιτικές ηγεσίες. Οι πολιτικοί είναι αυτοί που πρέπει να καθορίσουν και τον πολιτικό σκοπό ή σκοπούς του πολέμου και να τον υποστηρίξουν με όλα τα μέσα (με ανθρώπινο δυναμικό, οικονομικά, διπλωματικά κ.λ.π). Η Στρατιωτική ηγεσία επωμίζεται τα της στρατιωτικής προπαρασκευής και της διεξαγωγής του πολέμου. Αυτή καθορίζει τους στρατιωτικούς στόχους, που η επίτευξή τους θα ικανοποιήσει τον πολιτικό σκοπό. Αν εξετάσουμε αυτό το σχήμα στην περίπτωση της Μικρασιατικής Εκστρατείας, διότι ίσχυε και τότε, έχουμε πολλά να παρατηρήσουμε.
Η πολιτική ηγεσία, που προέκυψε από τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920, ήταν σε όλη τη διάρκεια της διετίας, μέχρι της καταστροφής, σε συνεχή αμφιβολία, αν θα έπρεπε να συνεχίσει την εκστρατεία, τον πόλεμο ή να τον σταματήσει. Εφέρετο κάθε φορά ωσάν να ευρίσκετο προ διλήμματος και τελικά ωσάν να εσύρετο στον πόλεμο. Αυτό δεν συνέβη μόνο όταν πρωτοανέλαβε την πολιτική εξουσία, αλλά και μετέπειτα, όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια. Όταν δε ομιλούμε για την πολιτική εξουσία, πρέπει να έχουν υπόψη μας ότι, μετεκλογικά και μέχρι της καταστροφής, δηλαδή σε διάστημα ολιγώτερο των δύο ετών (Νοέμβριος 1920 – Σεπτέμβριος 1922) εκυβέρνησαν τον τόπο έξη κυβερνήσεις, με πρωθυπουργούς, κατά σειράν τους Δ. Ράλλη, Ν. Καλογερόπουλο, Δ. Γούναρη, Ν. Στράτο, Ν. Πρωτοπαπαδάκη και Ν. Τριανταφυλλάκο. Μάλιστα η κυβέρνηση του ενός εξ αυτών (Ν. Στράτου) είχε διάρκεια μόλις δύο ημερών. Αναλόγως κάθε φορά άλλαζαν και οι υπουργοί και όχι μόνον. Με τέτοια πολιτική ρευστότητα και εναλλαγή προσώπων στο εσωτερικό μέτωπο, πως να μην επηρεάζεται δυσμενώς και το πολεμικό μέτωπο ;
Υπάρχουν πολλοί που πιστεύουν ότι άπαξ και η νέα κυβέρνηση, αυτή που προέκυψε από τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920, επέλεξε τη συνέχιση της εκστρατείας και έθεσε σαν σκοπό τον εξαναγκασμό του Κεμάλ να υπογράψει ειρήνη, αποδεχόμενος τις προβλέψεις της Συνθήκης των Σεβρών, σκοπός που υπαγόρευε στη στρατιωτική ηγεσία την κατανίκηση και το στρατιωτικό εκμηδενισμό των νεοτούρκων, θα έπρεπε να συνδράμει τη Στρατιά Μ.Α. με όλα τα μέσα, ιδιαίτερα με την επιστράτευση νέωνκλάσεων και να επιδιώξει πάση θυσία το σκοπό. Αντί αυτού απωλέσθη χρόνος έξη μηνών, δώρο στον Κεμάλ, που του επέτρεψε να ισχυροποιηθεί πολιτικά και κυρίως στρατιωτικά. Ιδού πως περιγράφει αυτή την πολιτική αδράνεια ο Ι. Πολιτάκης, Υποστράτηγος ε.α., στο σύγγραμμά του “Στρατιωτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος” : “Ο Αύγουστος, ο Σεπτέμβριος και ο Οκτώβριος πέρασαν μέσα στον πυρετό της προεκλογικής περιόδου. Την 1η Νοεμβρίου εκλογές. Ο Νοέμβριος και ο Δεκέμβριος πέρασαν με τα επινίκεια, με γιορτές και με ανασχηματισμούς κυβερνητικούς. Ο Ιανουάριος και ο Φεβρουάριος σε συζητήσεις με τους Συμμάχους. Και τον Μάρτιο 91921) αποφάσισε η νέα κυβέρνηση να ξαναρχίσει επιχειρήσεις με τις προϋπάρχουσες δυνάμεις, χωρίς να έχει προβεί σε καμία επιστράτευση. Και τότε βρήκε ο ελληνικός στρατός μπροστά του ένα νέο τουρκικό στρατό, οργανωμένο και επαρκώς εξοπλισμένο. Ο Κεμάλ είχε επωφεληθεί απο τους έξη μήνες αδρανείας μας, για να προχωρήσει δραστήρια στην ανάπτυξη και στερεοποίηση των δυνάμεών του”. Και βέβαια, δεν αναφέρει και το δημοψήφισμα της 22ας Νοεμβρίου και τους εορτασμούς για την επάνοδο του βασιλέως Κωνσταντίνου.
Αλλά και η οικονομική υποστήριξη προς τη Στρατιά Μ.Α. ήταν ανεπαρκής. Η χώρα είχε εξαντληθεί οικονομικά από τη συνεχή μακροχρόνια πολεμική της δραστηριότητα, από το 1912, με την έναρξη του Α΄Βαλκανικού Πολέμου. Οι ανάγκες ήσαν δυσβάσταχτες και η έκδοση ακαλύπτου χαρτονομίσματος, η επιβολή νέων φόρων και η τελική διχοτόμηση του χαρτονομίσματος (1922) ουδέν απέφεραν. Μάλιστα μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου συνέβη και η αναστολή των πιστώσεων υπό των συμμαχικών κυβερνήσεων. Επί ημέρες στο μέτωπο, κατά την εξόρμηση προς Άγκυρα, οι μαχητές εσυντηρούντο με βρασμένο σιτάρι, τα “κόλλυβα του Γούναρη”, όπως το αποκαλούσαν.
Μετά από όσα προαναφέρθησαν, δεν μπορεί να γίνει λόγος και για τη διπλωματική υποστήριξη της μικρασιατικής εκστρατείας. Παρά τη φιλότιμη προσπάθεια των κυβερνητών, ιδιαιτέρως του Δ. Γούναρη, η διπλωματία ουδέν επέτυχε, πλην ενίοτε της φραστικής υποστήριξης και συμπάθειας της Αγγλίας, που όμως, όπως εξελίσσοντο τα πράγματα, δεν είχε κανένα θετικό αποτέλεσμα. Όπως σχολιάζεται σε ιστορικές εργασίες, και οι Άγγλοι τελικά δεν ήθελαν εμφανώς από κάποιο σημείο και μετά να εναντιωθούν προς τους μουσουλμάνους Τούρκους, με το σκεπτικό της αποφυγής αντιδράσεων από τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς των κτήσεών τους, κυρίως των Ινδιών.
Την πολιτική ηγεσία βαρύνει και η εκλογή της πιο ακατάλληλης στρατιωτικής ηγεσίας στο πρόσωπο του Αντιστρατήγου Γ. Χατζανέστη, στην πιο κρίσιμη φάση της εκστρατείας. Και φυσικά η αποτυχημένη επιλογή δεν έχει σχέση με τον πατριωτισμό και την επαγγελματική μόρφωση του επιλεγέντος, αλλά μάλλον με τον διο τον χαρακτήρα του και τις αντιδράσεις που προκαλούσε στο στράτευμα, ιδιαίτερα μεταξύ των αξιωματικών. Η νέα ηγεσία εστερείτο της έξωθεν καλής μαρτυρίας.
Επίσης, η παρουσία στο μέτωπο, στο Επιτελείο της Στρατιάς Μ.Α., όλων των αρρένων μελών της βασιλικής οικογένειας καταλογίζεται στα σφάλματα της πολιτικής ηγεσίας που το επέτρεψε. Η σκέψη ότι η παρουσία του βασιλέως και των λοιπών μελών θα ήταν ευεργετική, όπως κατά τους βαλκανικούς πολέμους, δεν ήταν ορθή, διότι ούτε αντιστοιχία της μικρασιατικής εκστρατείας προς την βαλκανική υπήρχε στα στρατιωτικά θέματα, ούτε, και το κυριώτερο, η τόσο έντονη αντίθεση βασιλικών – βενιζελικών, που τώρα κατέτρωγε το φρόνημα αξιωματικών και οπλιτών υπήρχε τότε (1912-13). Είναι δε γνωστή και η απειθαρχία του βασιλόπαιδος Ανδρέου, ως Διοικητού του Β΄Σώματος Στρατού, για την οποία παραπέμφθηκε αργότερα σε δίκη.
Ο πολύς, λοιπόν, Κλεμανσώ πολύ σωστά είχε διατυπώσει το προαναφερθέν απόφθεγμά του, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι και οι πολιτικοί δεν κάνουν λάθη και δεν αποτυγχάνουν. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε κάποια φάση της όλης εκστρατείας η κυβέρνηση και κυρίως τα μέλη της, Δ. Γούναρης και Π. Πρωτοπαπαδάκης, μέσα στην τόση απόγνωσή τους, αναζήτησαν στο πρόσωπο του Ι. Μεταξά τον Αρχιστράτηγο της Μικράς Ασίας, καίτοι ήταν γνωστό ότι αυτός ευθύς εξ αρχής είχε ταχθεί εναντίον της εκστρατείας. Ο Ι. Μεταξάς είχε πάντοτε την άποψη ότι ο πειθαναγκασμός του Κεμάλ να υπογράψει ειρήνη με τους όρους της Συνθήκης των Σεβρών ήταν αδύνατος…..”διότι η τουρκική αντίστασις θα μετετίθετο περαιτέρω εις το εσωτερικόν”. Και φυσικά…..”θα έπρεπε να καταληφθεί ολόκληρος η Μικρά Ασία δια να πεισθούν οι νεότουρκοι να συνθηκολογήσουν”. Αυτή ήταν η άποψη του Ι. Μεταξά ο οποίος εθεωρούσε…..”ανεπαρκή την Ελλάδα δια την κατάληψη ολοκλήρου του νέου τουρκικού κράτους και πάντως δεν έβλεπε το τέρμα του διεξαγομένου πολέμου”. Και προσθέτουμε, αυτό που ήδη έχει γραφεί, ότι η Ελλάδα είχε πλέον απωλέσει και τη συγκατάθεση των Συμμάχων στις πολεμικές δραστηριότητές της.
Αλλά και οι κατά καιρούς Στρατιωτικές Ηγεσίες έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την τραγωδία που έπληξε το Έθνος. Στα δύο περίπου έτη πολεμικών επιχειρήσεων (1920-1922) εγράφησαν απαράμιλλες σελίδες ανδρείας και ηρωϊσμού από μέρους των Ελλήνων αξιωματικών και οπλιτών οι οποίοι επέτυχαν περιφανείς νίκες τα πεδία των μαχών. Μέχρι τον Αύγουστο του 1922, όταν εξεδηλώθη η τουρκική επίθεση, ο Έλληνας μαχητής δεν είχε γνωρίσει ήττα επί του πεδίου της μάχης. Εδώ ισχύει το λεγόμενο ότι… «ένας στρατός ημπορεί να κερδίσει όλας τας μάχας, αλλά να χάσει τον πόλεμο». Και πράγματι εκέρδισε ο ελληνικός στρατός όλες τις μάχες, αλλά αυτό δεν επέφερε το πέρας του πολέμου, διότι δεν είχε επιτευχθεί ο πολιτικός σκοπός του, η συνθηκολόγηση του Κεμάλ, έως ότου αντεστράφησαν οι όροι υπέρ των Τούρκων.
Η στρατιωτική ηγεσία ώφειλε λοιπόν να υποδείξει στην κυβέρνηση ή, όπως εξελίσσοντο τα πολιτικά πράγματα, να υποδεικνύει στην εκάστοτε κυβέρνηση, με ειλικρίνεια και με αδιάσειστα στοιχεία, με παρρησία και πειστικότητα, την πραγματική στρατιωτική κατάσταση και τα όρια των στρατιωτικών δυνατοτήτων. Αυτή η υποχρέωσή της, διότι περί υποχρεώσεως πρόκειται, φαίνεται ότι δεν εκπληρώθηκε στο βαθμό που έπρεπε. Είτε από υπερεμπιστοσύνη, είτε από λανθασμένες εκτιμήσεις για τον αντίπαλο, η Στρατιά Μ.Α., όπως και η κυβέρνηση, φαίνεται ότι σύρθηκε σε επιχειρήσεις, χωρίς να έχει σταθμίσει όλους τους παράγοντες και το επόμενο βήμα. Και αν αυτό στην πολιτική μπορεί να συμβαίνει, διότι τα όριά της είναι ευρύτερα και λιγότερο προσδιορίσιμα, στο στρατιωτικό πεδίο τα πράγματα είναι μετρήσιμα, συγκρίσιμα και πάντως τίποτε δεν επιτρέπεται να αφήνεται στην τύχη. Και από τις δύο πλευρές έλειπε σε κάποιες κρίσιμες στιγμές η αποφασιστικότητα και η αποδοχή του μικρότερου κακού, ως καλύτερου από ένα μεγάλο πλήγμα. Το περίεργο είναι ότι δεν φαίνεται να απασχόλησε ποτέ τους πολιτικούς και στρατιωτικούς ηγήτορες το θέμα της διατήρησης των καταλαμβανομένων εδαφών, διότι το λεγόμενο….. «να διατηρήσεις είναι δυσκολώτερο του να κατακτήσεις» είναι απολύτως ορθό. Και είναι βέβαιο ότι αν προχωρούσε η Στρατιά Μ.Α. σε βάθος – όπως και έπραξε περνώντας και τον Σαγγάριο ποταμό – χωρίς να επιτύχει τη συνθηκολόγηση, από μόνη της θα εξαναγκαζόταν να εγκαταλείψει το κτηθέν έδαφος, μη δυναμένη να το διατηρήσει, όπως και έγινε.
Όπως έχει ήδη γραφεί, αντί η Στρατιά Μ.Α. να επιχειρήσει κατά του Κεμάλ, αμέσως μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών (Αύγουστος 1920) ή και αμέσως μετά τις εκλογές, ο προεκλογικός πυρετός και η μετεκλογική ρευστότητα την άφησαν αδρανούσα. Έτσι παρεχωρήθη χρόνος στον Κεμάλ να εδραιωθεί στο εσωτερικό. Εκμεταλλευθείς τη Συνθήκη την οποία και δεν αναγνώρισε, καταφέρθηκε κατά του υπογράψαντος αυτήν Σουλτάνου και με την κατ΄αυτού κατηγορία ότι συμφώνησε για το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κέρδισε την εμπιστοσύνη των Τούρκων. Δια πυρός, σιδήρου και αγχόνης εθεμελίωσε το κράτος του στην Άγκυρα, μακριά από τη σουλτανική πρωτεύουσα, την Πόλη. Πρώτο του μέλημα ήταν η ισχυροποίηση των στρατιωτικών δυνάμεών του, διότι αντιλήφθηκε ότι μόνο με την «ισχύ» θα μπορούσε να ελπίζει στην εδραίωση του νέου τουρκικού κράτους. Διέβλεψε ότι τη Συνθήκη των Σεβρών δεν θα την υπεστήριζαν οι Σύμμαχοι της Ελλάδος και αφού ανέπτυξε διπλωματική δραστηριότητα επέτυχε και τη βοήθειά τους.
Έτσι, με σημαντική καθυστέρηση η κυβέρνηση αποφάσισε το Μάρτιο του 1921 να επιχειρήσει κατά των Τούρκων, με όποιες δυνάμεις διέθετε η Στρατιά Μ.Α., προς κατάληψη της γραμμής Εσκή Σεχήρ – Κιουτάχεια – Αφιόν Καραχισάρ, στο εσωτερικό της Τουρκίας. Το πρόβλημα από στρατηγικής, αλλά και από πολιτικής πλευράς ήταν η επομένη ημέρα. Διότι και αν καταλαμβάνονταν η προαναφερθείσα γραμμή, αλλά ο Κεμάλ δεν υπέκυπτε στο ζητούμενο, ποιο θα ήταν το όφελος ; Τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν κατά τις προβλέψεις. Ο νεοσυγκροτημένος στρατός του Κεμάλ δεν επέτρεψε την επιτυχή ολοκλήρωση του ελληνικού σχεδίου. Η Στρατιά Μ.Α. αιφνιδιάστηκε από την αντίδραση των Τούρκων επί του πεδίου της μάχης, πράγμα που σημαίνει ότι δεν ήταν αρκούντως πληροφορημένη. Ο τουρκικός στρατός δεν έμοιαζε πλέον προς το στρατό που είχαν αντιμετωπίσει τα ελληνικά τμήματα όταν πρωτοέφθασαν στη μικρασιατική γη και αργότερα, όταν διεξήγαγον επιχειρήσεις προς διεύρυνση των κατεχομένων και έφθασαν μέχρι Νικομηδείας, Προύσσης και Ουσάκ. Πέραν όμως του αιφνιδιασμού, η Στρατιά Μ.Α. δεν είχε πλέον υπέρ αυτής και την υπεροχή δυνάμεων. Το ισοζύγιο είχε αρχίσει να κλίνει υπέρ της Τουρκίας. Από καθαρά στρατιωτικής πλευράς η σχεδίαση είχε και τις αδυναμίες της στο τακτικό πεδίο.
Από τις επιχειρήσεις του Μαρτίου 1921 η Στρατιά Μ.Α. αντιλήφθηκε, ότι δεν θα μπορούσε να συνεχίσει χωρίς σοβαρή ενίσχυση των δυνάμεών της. Με πίεση προς την κυβέρνηση επέτυχε την επιστράτευση και άλλων κλάσεων, αλλά και την επιστράτευση των Ελλήνων της Μ.Α. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα το διπλασιασμό της δύναμης της Στρατιάς Μ.Α. Αν είχε προηγηθεί ο διπλασιασμός της ισχύος της, θα είχε καταληφθεί η γραμμή Εσκή Σεχήρ – Κιουτάχεια – Αφιόν Καραχισάρ και αν δεν συνετρίβετο ο τουρκικός στρατός θα τον κατεδίωκαν αμέσως, χωρίς χρονοτριβή, προς Άγκυρα, ώστε να μη του δώσουν χρόνο ανάπαυλας και ανασύνταξης. Με τη βραδύτητα όμως της κινητοποίησης, οι επιχειρήσεις δεν μπορούσαν να επαναληφθούν παρά μετά τρίμηνο, ήτοι κατά μήνα Ιούνιο 1921. Αυτά τα στρατηγικά σφάλματα άπαξ και συμβούν δύσκολα αποκαθίστανται. Τον χρόνο όταν τον χάνεις, κατά αυτόματο τρόπο τον κερδίζει ο αντίπαλος.
Τον Ιούνιο λοιπόν του 1921, με τη Στρατιά της Μ.Α. ενισχυμένη πλέον, επαναλήφθηκαν οι επιχειρήσεις προς κατάληψη της γραμμής Εσκή Σεχήρ – Κιουτάχεια – Αφιόν Καραχισάρ. Η Στρατιά από ελλιπή πληροφόρηση και λανθασμένη εκτίμηση, επίστευε ότι οι επιχειρήσεις αυτές θα κατέληγαν στην εκμηδένιση του τουρκικού στρατού και το πολύ να προέκυπτε η ανάγκη μιας καταδίωξης προς την κατεύθυνση της Άγκυρας, για την τέλεια αποσύνθεση και των υπολειμμάτων του. Έτσι δεν μελετήθηκε από την Στρατιά η περίπτωση της σκόπιμης υποχώρησης του όγκου των δυνάμεων του αντιπάλου και της διαφυγής τους προς Άγκυρα, προκειμένου να καλύψουν την πρωτεύουσα, ανατολικά του ποταμού Σαγγαρίου.
Ατυχώς, αυτό που δεν προβλέφθηκε, ώστε να προσχεδιασθεί η απηνής καταδίωξη, αυτό και έγινε. Καταλήφθηκε η γραμμή Εσκή Σεχήρ – Κιουτάχεια – Αφιόν Καραχισάρ, αλλά ούτε η εκμηδένιση του τουρκικού στρατού είχε επιτευχθεί, ούτε φυσικά και το ζητούμενο, η συνθηκολόγηση. Από της επομένης η Στρατιά Μ.Α. βρέθηκε έμπροσθεν του διλήμματος να εκστρατεύσει ή όχι προς Άγκυρα. Η κυβέρνηση είχε πλήρως πεισθεί ότι η πολιτική λύση του προβλήματος ήταν πλέον αδύνατη. Η μεταστροφή των Συμμάχων είχε ενισχύσει τη θέση του Κεμάλ. Μετά την ήττα των δυνάμεών του στην Κιουτάχεια και το Εσκή Σεχήρ η εμπιστοσύνη των μελών της Εθνοσυνέλευσης προς το πρόσωπό του είχε αρχίσει να κλονίζεται. Ήταν πλέον βέβαιον ότι δεν θα δεχόταν διαπραγματεύσεις, παρά μόνο υπό τον όρον της αποχώρησης των ελληνικών δυνάμεων από τη μικρασιατική γη.
Εφ΄όσον πολιτική λύση δεν υπήρχε, σε σύσκεψη υπό την προεδρία του Βασιλέως Κωνσταντίνου στην Κιουτάχεια, την 15η Ιουλίου 1921, αποφασίσθηκε η προς Άγκυρα προέλαση. Το βάθος της επιχείρησης, η επέκταση των γραμμών εφοδιασμού και υποστήριξης και τα πιθανά ενδεχόμενα εκ της εξελίξεως των επιχειρήσεων δεν είχαν επαρκώς μελετηθεί. Έτσι, οι ελληνικές δυνάμεις αφού διέβησαν το Σαγγάριο ποταμό και έγραψαν απαράμιλλες σελίδες ηρωϊσμού και ανδρείας στις τοποθεσίες Σαπάντζας, Γιλντίζ Νταγ, Πολατλί, Καλέ Γκρότο, Αρντίζ Νταγ, Τσαλ Νταγ, όπου καταδείχθηκε η ανωτερότητα του Έλληνα μαχητή έναντι του Τούρκου, αναγκάσθηκαν να διακόψουν, αφού απέκρουσαν και τη γενική αντεπίθεση των τουρκικών δυνάμεων. Η αντοχή έχει τα όριά της. Ο ελλιπής ανεφοδιασμός και οι απώλειες μαχητών, χωρίς δυνατότητα αναπλήρωσής τους, υπενόμευσαν την αντοχή του στρατεύματος. Και όμως από πολλούς θεωρείται βέβαιον, ότι και η άλλη πλευρά είχε φθάσει στα όρια της αντοχής της. Ο Σπ. Μαρκεζίνης γράφει στην Ιστορία του…. «Διεκήρυσσον απροκαταλύπτως οι αντίπαλοι του Κεμάλ στην Εθνοσυνέλευση ότι η στρατιωτική λύσις ήτο προφανώς ανέφικτος, και κατέληγον να υποστηρίζουν ότι επεβάλλετο να αντιμετωπισθεί με μια συμβιβαστική διπλωματική και πολιτική λύση». Πράγματι, ο Κεμάλ αντιμετώπισε ισχυρή αντίθεση μέσα στην Εθνοσυνέλευση. Στον κρίσιμο αυτό χρόνο, αν η Στρατιά Μ.Α. επέμενε, θα μπορούσε να θέσει πόδι στην Άγκυρα και να επιτύχει την συνθηκολόγηση. Έχει το ελαφρυντικό ότι δεν διέθετε επαρκείς εφεδρείες αν αυτό είναι ελαφρυντικό. Έκτοτε άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Η Στρατιά Μ.Α. επέμενε, θα μπορούσε να θέσει πόδι στην Άγκυρα και να επιτύχει την συνθηκολόγηση. Έχει το ελαφρυντικό ότι δεν διέθετε επαρκείς εφεδρείες, αν αυτό είναι ελαφρυντικό. Έκτοτε άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Η Στρατιά Μ.Α. επέλεξε την αποχώρηση και την επάνοδο στη γραμμή Εσκή Σεχήρ – Κιουτάχεια – Αφιόν Καραχισάρ. Η κυβέρνηση ουδεμία έφερε αντίρρηση, αλλά και πώς να πράξει κάτι τέτοιο αφού δεν είχε άλλες επιλογές και το ουσιαστικώτερο δεν είχε καμμία πλέον δυνατότητα επηρεασμού της κατάστασης. Αυτή η απόφαση της Στρατιάς, έδιδε το μήνυμα στην άλλη πλευρά, στους Τούρκους, ότι είχε αποτύχει στο σκοπό της και παρέδιδε την πρωτοβουλία σ΄αυτούς. Εγκατεστημένη αμυντικώς την προαναφερθείσα τοποθεσία από του Σεπτεμβρίου 1921, ήσαν σαν να έλεγε…. «ελάτε αν μπορείτε να μας διώξετε».
Όμως, αφού η συνθηκολόγησε δεν επετεύχθη με την επίθεση, δεν επρόκειτο ποτέ να επιτευχθεί με αμυντική στάση. Ο Κεμάλ, εκτιμώντας καλώς το στρατιωτικό, αλλά και το διπλωματικό περιβάλλον και πεισθείς ότι η καλή μοίρα εφεξής θα ήταν παρά το πλευρό του, άρχισε να προετοιμάζεται για την γενική επίθεσή του. Η προετοιμασία διήρκεσε περίπου ένα χρόνο και η επίθεση εκδηλώθηκε στις 13 Αυγούστου 1922.
Πρέπει να επισημανθεί σ΄αυτό το σημείο ότι, από τα μέσα Μαρτίου 1922, ο Σύμμαχοι, πρωτοστατούσης πλέον της Αγγλίας, είχαν ανακοινώσει στην ελληνική και στην κεμαλική κυβέρνηση, ότι είχαν συμφωνήσει μεταξύ τους για την επίτευξη ειρήνης, με πλήρη εκκένωση της Μ.Ασίας από τον ελληνικό στρατό και διαρρύθμιση των συνόρων στη Θράκη, κατά τρόπον ώστε, η μεν Ραιδεστός να εκχωρηθεί στην Τουρκία, οι δεν Σαράντα Εκκλησίες στην Ελλάδα. Με την ανακοίνωση αυτή η ελληνική κυβέρνηση έπρεπε να αντιληφθεί ότι η υπόθεση της Μικράς Ασίας είχε χαθεί και απέμενε η πάση θυσία σωτηρία της Ανατολικής Θράκης. Αντί αυτού άφησε τη Στρατιά Μ.Α. εγκατεστημένη επί μήκους μετώπου 700 χιλιομέτρων, με πολλές ελλείψεις και δυσχερή εφοδιασμό. Ή η στρατιωτική ηγεσία δεν μπόρεσε να πείσει την κυβέρνηση ότι έπρεπε να συμπτυχθεί σε άλλη γραμμή, οικονομικώτερη από πλευράς δυνάμεων, όπου θα μπορούσε να αμυνθεί επιτυχώς, καλύπτουσα ευρέως τη Σμύρνη, ή η κυβέρνηση ηθέλησε να αποδοθεί η εκκένωση της Μ. Ασίας σε στρατιωτική ήττα. Ιδού τι διαπίστωσε ο νέος Αρχιστράτηγος Γ. Χατζανέστης, κατά την επίσκεψή του στο μέτωπο, ευθύς ως ανέλαβε τη διοίκηση της Στρατιάς Μ.Α. … «Όχι μόνον εκ του μεγάλου αναπτύγματος του μετώπου και των συναφών αδυναμιών, αλλά και εκ της ελλείψεως δευτέρας γραμμής εκ των προτέρων παρασκευασθείσης, διαπιστώνεται από της πρώτης στιγμής το ιδιαιτέρως ευπαθές της ελληνικής αμύνης. Προστίθενται η δια τοπογραφικούς λόγους άνισος ισχύς του μετώπου, και τα πλείστα κενά εις την αμυντική οργάνωση του εδάφους, ποικίλλοντα από 5 έως και 20 χιλιομέτρων» και καταλήγει ότι «παρά την αμυντική οργάνωση του εδάφους η επιμονή της διατηρήσεως τοιούτου μετώπου, με τόσον ολίγες δυνάμεις, παραμένει αυτόχρημα εγκληματική». Πράγματι, όταν άρχισε η τουρκική επίθεση από ένα από τα επισημανθέντα κενά, πλησίον του Αφιόν Καραχισάρ, το τουρκικό ιππικό υπό τον Φαχρεντίν Αλτάϊ επέτυχε να διεισδύσει και να αιφνιδιάσει τους αμυνόμενους. Αλλά και από παραπλανητικές ενέργειες των τουρκικών δυνάμεων, το Β΄Σ.Σ., κατόπιν λανθασμένης εκτίμησης, δεν έσπευσε σε βοήθεια του Α΄Σ.Σ., παρά τις εκκλήσεις του τελευταίου, σε κρίσιμη φάση της όλης εξέλιξης των επιχειρήσεων στο νότιο τομέα (Αφιόν Καραχισάρ). Περιέργως ο Αρχιστράτηγος, καίτοι διαπίστωσε κατά την επίσκεψή του στο μέτωπο κάμψη του ηθικού και λόγοι υπήρχαν πολλοί για τούτο (κόπωση λόγω πολυετούς υπηρεσίας, απογοήτευση εκ της παρατάσεως ενός πολέμου που δεν είχε έκβαση, κακουχίες και στερήσεις, αποθαρρυντική πληροφόρηση για το εσωτερικό), εν τούτοις τελικά επείσθη ότι, όταν ο μαχητής θα ήκουε την σάλπιγγα της μάχης θα γινόταν ο γνωστός Έλληνας μαχητής-ημίθεος. Σ΄αυτό το τελευταίο δεν διαψεύστηκε εξ ολοκλήρου, διότι έστω και αν ηττήθηκαν οι Έλληνες, αναγνωρίσθηκε και από τον αντίπαλο ότι σε πολλές περιπτώσεις επολέμησαν κατά τρόπον εκπληκτικό. Αυτό όμως που του καταλογίζεται είναι η ανεξήγητη αδράνειά του μετά τις τόσο εύστοχες διαπιστώσεις του.
Όσον αφορά στο εσωτερικό μέτωπο, η εικόνα ήταν απογοητευτική. Το Έθνος ήταν διηρημένο σε δύο πολιτικά φανατισμένες παρατάξεις, η καθεμιά των οποίων ασκούσε έντονη κριτική σε βάρος της άλλης, πολύ συχνά την υποπτευόταν και κάποτε-κάποτε εχάλκευε βαριές κατηγορίες εναντίον της. Παράλληλα με αυτή την κατάσταση, ο κόσμος φερόταν και φαινόταν ωσάν να ήταν αποστασιοποιημένος από τα διαδραματιζόμενα στη Μ.Α. ωσάν να μη πολεμούσε εκεί ο Ελληνισμός ή ωσάν η Μ.Α. να μην ήταν γειτονική, αλλά στην άλλη πλευρά του πλανήτη. Το μέτωπο στη Μικρά Ασία και η πρωτεύουσα του μαχομένου Έθνους ήσαν δύο κόσμοι εντελώς διαφορετικοί, ακόμη και κατά την παραμονή της κατάρρευσης του πρώτου. Η κυβέρνηση δεν εκτιμούσε ορθά την κατάσταση ή την εκτιμούσε, αλλά άφηνε απληροφόρητο το λαό. Αμεριμνησία ή άγνοια καθ΄όν χρόνον η συμφορά ήταν επικειμένη.
Ένα από τα παράδοξα είναι ότι το Στρατηγείο της Στρατιάς Μ.Α. παρέμεινε πάντοτε στη Σμύρνη, σε απόσταση 300-400 χιλιομέτρων από την αμυντική τοποθεσία. Έτσι δεν είχε αυτό που αποκαλούμε σήμερα «πληροφορίες μάχης πραγματικού χρόνου» (real time intelligence), με αποτέλεσμα και αν οι πληροφορίες που αποκτούσε ήσαν σωστές, τις περισσότερες φορές ήσαν εκτός χρόνου. Σε μία εξελισσόμενη επιχείρηση αυτό έχει σαν επακόλουθο, η διεύθυνση του αγώνος, δηλαδή η λήψη των αποφάσεων και η έκδοση των διαταγών, να έπονται των πραγματικών καταστάσεων του πεδίου μάχης. Αυτή η επιμονή για την παραμονή του στρατηγείου στη Σμύρνη θεωρείται σήμερα από όλους σαν σφάλμα του Γ. Χατζανέστη, αλλά και του προκατόχου του Α.Παπούλα. Δεν είναι λοιπόν απορίας άξιον ότι η κυβέρνηση την 22α Αυγούστου αντικατέστησε τον Αρχιστράτηγο Γ.Χατζανέστη με τον Διοικητή του Α΄ Σώματος Στρατού Υποστράτηγο Ν. Τρικούπη, αγνοώντας ότι αυτός ήταν ήδη αιχμάλωτος των Τούρκων. Άλλο παράδοξο είναι η παντελής έλλειψη πρόβλεψης και σχεδιασμού από μέρους της Στρατιάς Μ.Α. μιας πιθανής σύμπτυξης, ώστε αν απαιτείτο, αυτή να εκτελεσθεί στη βάση ενός σχεδίου, με τάξη και αλληλοκάλυψη, να αποφευχθούν πολλές απώλειες και η αιχμαλωσία ολόκληρων Σχηματισμών, αλλά και να δοθεί χρόνος για μία προγραμματισμένη εκκένωση που να συμπεριλαμβάνει και τον άμαχο πληθυσμό. Η ολιγωρία της Στρατιάς είχε προστεθεί στην απρονοησία των Αθηνών.
Πολλά θα μπορούσαν να γραφούν για την επιχειρηθείσα οργάνωση του Μικρασιατικού Ελληνισμού, με απώτερο σκοπό τη διάσωσή του μέσα από ένα σχέδιο «αυτονόμησης» των ελληνικών περιοχών ή ακόμη και για την σχεδίαση κατάληψης της Κωνσταντινούπολης προς αντιπερισπασμόν. Οι σχεδιασμοί αυτοί παρέμειναν σχεδιασμοί και σήμερα φαίνεται ότι δεν είχαν πιθανότητες επιτυχίας, κυρίως διότι θα παρεμποδίζοντο από τους Συμμάχους, οι οποίοι πλέον είχαν αποφασίσει, όπως έχει προαναφερθεί, την εκκένωση της Μικράς Ασίας από τον ελληνικό στρατό, που εσήμαινε την παράδοσή της στους Τούρκους. Σήμερα, πολλά γράφονται και για το ρόλο του Αρ. Στεργιάδη, αρμοστού της Σμύρνης, ως προς την οργάνωση του Μικρασιατικού Ελληνισμού, που ήταν εντελώς αρνητικός.
Αλλά και η προσπάθεια δημιουργίας Ποντιακού κράτους, ενός δεύτερου ελληνικού κράτους στην παραθαλάσσια περιοχή του Εύξεινου Πόντου, με κέντρο την Τραπεζούντα, που θα μπορούσε να αποβεί χρήσιμο, όχι μόνο για την επιβίωση του Ποντιακού Ελληνισμού, αλλά και για την έκβαση της μικρασιατικής εκστρατείας, παρά το αρχικό ενδιαφέρον τον Ελ. Βενιζέλου, έλαβε τέλος με τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920, αφού η προκύψασα νέα πολιτική ηγεσία αγνόησε το θέμα.
Την 26η Αυγούστου, η Στρατιά εξέδωκε διαταγή εκκένωσης της Μ. Ασίας. Αλλά, όπως είχαν τα πράγματα, η εκκένωση ήταν ζήτημα ελαχίστων ημερών και θα επήρχετο και χωρίς τη διαταγή. Το μεγάλο ερώτημα, αν μπορούσε να διατηρηθεί ο Μικρασιατικός Ελληνισμός στις εστίες του και η Ελλάδα η σημερινή να κυριαρχεί και στις δύο πλευρές του Αιγαίου, δεν είναι εύκολο να απαντηθεί. Αυτό όμως δεν παρέχει δικαιολογία σ΄αυτούς που ισχυρίζονται ότι η Μικρασιατική Καταστροφή ωφέλησε το ελληνικό κράτος, με το σκεπτικό ότι οι πρόσφυγες ήταν μία γενναία μετάγγιση ελληνικού αίματος, που συντέλεσε στην ισχυροποίηση και στην οικονομική του ανάπτυξη, ιδιαίτερα στις περιοχές που προσαρτήθηκαν σ΄αυτό μετά τους Βαλκανικούς πολέμους. Είναι δικαιολογία εκ των υστέρων, που δεν μπορεί να επουλώσει το τραύμα, ούτε να εφησυχάσει τη συνείδηση του Έθνους. Την 5η Σεπτεμβρίου 1922 κανένα ελληνικό στρατιωτικό τμήμα δεν ευρίσκετο στη Μικρά Ασία. Το όνειρο με το οποίο εγαλουχήθησαν γενεές Ελλήνων είχε σβήσει κατά τόσο άδοξο τρόπο.
Τα σφάλματα της μεγάλης τραγωδίας είναι πολύ δύσκολο να παρουσιασθούν μέσα στο χώρο ενός επετειακού άρθρου, που επιβάλλει επιγραμματική κατά το πλείστον αναφορά σ΄αυτά. Για να κατανοηθούν, απαιτείται προσεκτική μελέτη του σχετικού τμήματος της νεώτερης ιστορίας της Χώρας και όχι η ανάγνωση μιας απλής καταγραφής τους, όπως αυτή εδώ. Θλίβεται κανείς με τα τόσα σφάλματα και διερωτάται πως ένας ευφυής λαός, με πάρα πολλούς ικανούς ανθρώπους, δεν μπόρεσε να προλάβει μία τέτοιου μεγέθους και σημασίας καταστροφή, ή τουλάχιστον να μετριάσει την έκτασή της. Και γράφεται αυτό διότι τελικά δεν περισώθηκε ούτε η Ανατολική Θράκη, που ήταν έξω από το μικρασιατικό θέατρο επιχειρήσεων.
Σήμερα, ο Ελληνισμός εδώ και στην Κύπρο προκαλείται και απειλείται από τους Τούρκους, ιδιαίτερα από τους κεμαλιστές εθνικιστές. Η μελέτης της ιστορίας και η συνεχής ενημέρωσή μας για τα συμβαίνοντα στη γειτονική χώρα πάνω σε όλους τους τομείς, πολιτικό, οικονομικό, στρατιωτικό, εκπαιδευτικό κ.λ.π. θα μας δώσει την απαραίτητη γνώση για την αντιμετώπιση του νεοτουρκικού επεκτατισμού. Οι καιροί αλλάζουν, οι ευκαιρίες επανέρχονται και δεν πρέπει να μας βρουν ούτε ανέτοιμους, ούτε αναποφάσιστους και κυρίως ούτε διχασμένους, για να μη φανούμε ακόμα μία φορά κατώτεροι των περιστάσεων.
Πρωτοδημοσιεύθηκε στο Περιοδικό “ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΤΟΜΕΣ” το 1997
(Τεύχη 87 και 88)
Του Στρατηγού ε.α. Δ. ΣΚΑΡΒΕΛΗ
Ακαδημαϊκού – Επιτίμου Αρχηγού ΓΕΕΘΑ
www.elesme.gr
Γενικά θέματα
Η πετρελαϊκή «μάχη» που ενώνει Τραμπ-Πούτιν και δισεκατομμυριούχους του Κόλπου
Οι συνομιλίες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία έχουν διευρυνθεί και περιλαμβάνουν πλέον μια υπό διαπραγμάτευση συμφωνία δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εξαγορά διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil, σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times».
Οι συνομιλίες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία έχουν διευρυνθεί και περιλαμβάνουν πλέον μια υπό διαπραγμάτευση συμφωνία δισεκατομμυρίων δολαρίων για την εξαγορά διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil, σύμφωνα με δημοσίευμα των «New York Times».
Η συμφωνία, η οποία δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί και τελεί υπό την αίρεση της έγκρισης της αμερικανικής κυβέρνησης και του Κρεμλίνου, αφορά ένα εκτεταμένο χαρτοφυλάκιο πετρελαιοπηγών, διυλιστηρίων και πρατηρίων καυσίμων της Lukoil σε διάφορες χώρες.
Σύμφωνα με τους «New York Times», στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται κοινοπραξία με επικεφαλής τον Αμερικανό επενδυτή Τοντ Μπόελι, στην οποία συμμετέχουν επίσης επενδυτικοί όμιλοι από τη Μέση Ανατολή. Στην προτεινόμενη συμφωνία συμμετέχει και η αμερικανική κυβέρνηση, μέσω της U.S. International Development Finance Corporation (DFC).
Στο τραπέζι των συνομιλιών Τραμπ-Πούτιν
Οι πολύμηνες διαπραγματεύσεις, σύμφωνα με οκτώ πρόσωπα με γνώση της υπόθεσης που επικαλούνται οι «New York Times», συνδέονται με την ευρύτερη προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να αποκαταστήσει οικονομικούς δεσμούς με τη Ρωσία στο πλαίσιο των συνομιλιών για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.
Το ζήτημα της Lukoil φέρεται να τέθηκε από τον Βλαντιμίρ Πούτιν κατά τη συνάντησή του με τους Αμερικανούς διαπραγματευτές Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ στο Κρεμλίνο, στις 5 Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα με πηγή που επικαλείται η αμερικανική εφημερίδα, ο Ρώσος πρόεδρος πρότεινε την προώθηση της συμφωνίας ως ένδειξη ότι η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να συνεργαστούν επιχειρηματικά.
Οι Αμερικανοί διαπραγματευτές φέρεται να απάντησαν ότι θα εργαστούν για την προώθηση της συμφωνίας, τόσο ως ένδειξη «καλής θέλησης» προς το Κρεμλίνο όσο και με στόχο τη μείωση των διεθνών τιμών ενέργειας.
Η ενδεχόμενη συμφωνία παρουσιάζει ιδιαίτερο οικονομικό ενδιαφέρον για τους υποψήφιους αγοραστές. Η έγκρισή της από τις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσε να οδηγήσει στην απελευθέρωση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων από τις αμερικανικές κυρώσεις, αυξάνοντας παράλληλα την αξία τους.
Οι διασυνδέσεις των επενδυτών
Στην κορυφή της κοινοπραξίας βρίσκεται ο Αμερικανός επενδυτής Τοντ Μπόελι, συνιδιοκτήτης των Los Angeles Dodgers και γνωστός υποστηρικτής του Τραμπ. Στο επενδυτικό σχήμα συμμετέχουν επίσης επιχειρηματικοί όμιλοι από το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Οι «New York Times» επισημαίνουν ότι ορισμένοι από τους επενδυτές διατηρούν επιχειρηματικές σχέσεις με πρόσωπα που βρίσκονται κοντά στην κυβέρνηση Τραμπ.
Μεταξύ αυτών είναι οι αδελφοί Μουτάζ και Ράμεζ αλ-Χαγιάτ από το Κατάρ, οι οποίοι έχουν συνεργαστεί με τον Τζάρεντ Κούσνερ και την Ιβάνκα Τραμπ για τη χρηματοδότηση επενδυτικού σχεδίου στην Αλβανία.
Στην κοινοπραξία συμμετέχει επίσης επενδυτικό ταμείο με έδρα το Αμπού Ντάμπι, το οποίο ελέγχεται από τον σεΐχη Ταχνούν μπιν Ζαγιέντ Αλ Ναχιάν, σύμβουλο εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Ο ίδιος συνδέεται με επενδύσεις στην World Liberty Financial, την εταιρεία κρυπτονομισμάτων της οικογένειας Τραμπ.
Παράλληλα, επενδυτικό ταμείο που συνδέεται με τον σεΐχη Ταχνούν αποτελεί σημαντικό μέτοχο της εταιρείας private equity που ίδρυσε ο Κούσνερ μετά την αποχώρησή του από τον Λευκό Οίκο.
Τα ερωτήματα για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων
Οι διασυνδέσεις αυτές έχουν προκαλέσει ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο προσωπικές επιχειρηματικές σχέσεις μπορεί να διασταυρώνονται με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων για μια συμφωνία που συνδέεται με την αμερικανική εξωτερική πολιτική.
Οι «New York Times» αναφέρουν ότι δεν υπάρχει ένδειξη πως ο Γουίτκοφ ή ο Κούσνερ πρόκειται να αποκομίσουν προσωπικό οικονομικό όφελος από τη συμφωνία. Ωστόσο, η υπόθεση έχει εγείρει ζητήματα σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων επιχειρηματιών και προσώπων του στενού περιβάλλοντος του Τραμπ.
Η Χούι Τσεν, πρώην εισαγγελέας και σύμβουλος σε θέματα οικονομικού εγκλήματος και δεοντολογίας, χαρακτήρισε τις διασυνδέσεις «ανησυχητικές» και έθεσε το ερώτημα κατά πόσο προσωπικά συμφέροντα θα μπορούσαν να επηρεάσουν την αξιολόγηση των υποψήφιων αγοραστών.
Από την πλευρά του, εκπρόσωπος του Γουίτκοφ απέρριψε οποιοδήποτε ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων, υποστηρίζοντας ότι ο Αμερικανός διαπραγματευτής δεν λαμβάνει μισθό και καλύπτει ο ίδιος τα έξοδα των ταξιδιών του στο πλαίσιο της αποστολής του για λογαριασμό του Τραμπ.
Η κούρσα για τα περιουσιακά στοιχεία της Lukoil
Η Lukoil είχε θέσει προς πώληση τα διεθνή περιουσιακά της στοιχεία μετά την επιβολή αμερικανικών κυρώσεων. Αρκετοί υποψήφιοι αγοραστές είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον, μεταξύ των οποίων και μεγάλοι αμερικανικοί ενεργειακοί όμιλοι.
Τον Ιανουάριο, η επενδυτική εταιρεία Carlyle είχε καταλήξει σε προκαταρκτική συμφωνία για την εξαγορά σημαντικού μέρους του διεθνούς χαρτοφυλακίου της Lukoil. Η συμφωνία, ωστόσο, δεν ολοκληρώθηκε, καθώς απαιτούσε την έγκριση της αμερικανικής κυβέρνησης.
Στη συνέχεια, ο όμιλος υπό τον Μπόελι εμφανίστηκε ως ένας από τους βασικούς διεκδικητές των περιουσιακών στοιχείων.
Η αξία των διεθνών περιουσιακών στοιχείων της Lukoil είχε υπολογιστεί από την ίδια την εταιρεία σε περίπου 20 δισ. δολάρια στις αρχές του έτους. Ωστόσο, οι οικονομικοί όροι της υπό διαπραγμάτευση συμφωνίας δεν έχουν γίνει γνωστοί.
Ο ρόλος της αμερικανικής κυβέρνησης
Η αμερικανική κυβέρνηση συμμετέχει στην προτεινόμενη συμφωνία μέσω της U.S. International Development Finance Corporation, η οποία επενδύει και παρέχει χρηματοδότηση για έργα στο εξωτερικό.
Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε ότι μια ενδεχόμενη συμφωνία για τη Lukoil θα μπορούσε να ενισχύσει την οικονομική ασφάλεια των ΗΠΑ, να εξυπηρετήσει στόχους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και να συμβάλει στη μείωση του ενεργειακού κόστους για τους Αμερικανούς.
Η συμφωνία, ωστόσο, χρειάζεται την έγκριση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, το οποίο είναι αρμόδιο για την εφαρμογή των κυρώσεων κατά της Ρωσίας.
Η ενεργειακή διάσταση
Στο υπό διαπραγμάτευση χαρτοφυλάκιο περιλαμβάνονται διυλιστήρια της Lukoil στην Ολλανδία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, καθώς και άλλες ενεργειακές υποδομές και πρατήρια καυσίμων σε διάφορες χώρες.
Η ενεργειακή διάσταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η κυβέρνηση Τραμπ έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η αποκατάσταση οικονομικών σχέσεων με τη Ρωσία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κίνητρο για τη Μόσχα ώστε να προχωρήσει σε συμβιβασμούς για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.
Ο Ρώσος οικονομικός απεσταλμένος Κίριλ Ντμίτριεφ έχει επίσης εμπλακεί στη διαδικασία, ενώ, σύμφωνα με τους «New York Times», έχει δηλώσει ότι ο διάλογος ΗΠΑ-Ρωσίας συνεχίζεται σε πολλούς τομείς, μεταξύ των οποίων και η ενέργεια.
Η συμφωνία για τη Lukoil παραμένει, πάντως, ανοικτή και δεν έχει οριστικοποιηθεί. Η τελική απόφαση θα εξαρτηθεί από τις απαιτούμενες εγκρίσεις των αμερικανικών αρχών και της ρωσικής πλευράς.
skpress.gr
Γενικά θέματα
Πώς μια «Ελληνίδα» έγινε το «θεμέλιο» της Εθνικής Πινακοθήκης της Ουγγαρίας
Στον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης συναντήσαμε την «Ελληνίδα». Πρόκειται για ένα έργο του Jakob Marastoni (1804-1860), ενός ζωγράφου ιταλικής καταγωγής που εγκαταστάθηκε και εργάστηκε στην Πέστη και έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της ουγγρικής τέχνης.
Πριν λίγο καιρό επισκεφθήκαμε την Εθνική Πινακοθήκη της Ουγγαρίας στη Βουδαπέστη, ένα από τα πλέον σημαντικά μουσεία της χώρας, στο οποίο παρουσιάζεται με μοναδικό τρόπο η εξέλιξη της ουγγρικής εικαστικής τέχνης από τον 11ο αιώνα μέχρι σήμερα. Βρίσκεται στο Βασιλικό Ανάκτορο του Κάστρου της Βούδας και ιδρύθηκε το 1957 με βάση κυρίως τις ουγγρικές συλλογές του Μουσείου Καλών Τεχνών. Η συλλογή της περιλαμβάνει περίπου 110.00 έργα.
Στον πρώτο όροφο της Πινακοθήκης συναντήσαμε την «Ελληνίδα». Πρόκειται για ένα έργο του Jakob Marastoni (1804-1860), ενός ζωγράφου ιταλικής καταγωγής που εγκαταστάθηκε και εργάστηκε στην Πέστη και έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της ουγγρικής τέχνης.
Το έργο του με τίτλο «Ελληνίδα», φιλοτεχνημένο το 1845, θεωρείται εξαιρετικά σημαντικό για τη δημιουργία της συλλογής της Ουγγρικής Εθνικής Πινακοθήκης. Είναι το πρώτο έργο που σηματοδότησε την έναρξη της συστηματικής συλλογής ουγγρικής ζωγραφικής στα εθνικά ιδρύματα. Είναι επίσης το πιο γνωστό και εμβληματικό έργο του ζωγράφου.
Οι διαστάσεις του είναι 77Χ61,5 cm περίπου. Το μοντέλο δεν είναι Ελληνίδα, αλλά η σύζυγος του Marastoni, η Giovanna Bianchi, με καταγωγή από τη Βενετία. Ο ζωγράφος την απεικόνισε με παραδοσιακή (ή φανταστική) ελληνική φορεσιά της εποχής, σύμφωνα με τη μόδα του ρομαντισμού. Η εικόνα συνδυάζει εξωτισμό, ελαφρύ ερωτισμό και ιδανική ομορφιά.
Η ιστορία
Το 1845 η Pest Art Society — η πρώτη καλλιτεχνική εταιρεία στην Ουγγαρία — αγόραζε κάθε χρόνο ένα έργο από την ετήσια έκθεσή της για να το δωρίσει στο Ουγγρικό Εθνικό Μουσείο, το οποίο τότε περιλάμβανε και την πινακοθήκη.
Η «Ελληνίδα» του Marastoni ήταν αυτό που επέλεξαν και δώρισαν τον Νοέμβριο του 1845. Έτσι, καταγράφηκε ως το πρώτο έργο στη συλλογή ζωγραφικής του μουσείου. Το Εθνικό Μουσείο είχε ήδη κάποιες δωρεές, αλλά η συστηματική συλλογή ουγγρικής τέχνης ξεκινάει ουσιαστικά με αυτό το έργο. Η Εθνική Πινακοθήκη κληρονόμησε αυτή τη συλλογή από το Εθνικό Μουσείο.
Η επιλογή του προκάλεσε έντονες συζητήσεις και αποτέλεσε το «πρώτο καλλιτεχνικό σκάνδαλο» της εποχής, λόγω του ερωτισμού που απέπνεε το μοντέλο. Ωστόσο ο πίνακας αυτός ήταν και ιδιαίτερα δημοφιλής, κάτι που ενίσχυσε την εθνική συζήτηση για την τέχνη.
Σήμερα, το έργο παραμένει εμβληματικό και εκτίθεται συχνά ως αφετηρία της συλλογής ζωγραφικής του 19ου αιώνα στην Πινακοθήκη. Συμβολίζει το πώς η ουγγρική τέχνη χτίστηκε με συνεισφορές από ξένους καλλιτέχνες που ενσωματώθηκαν στη χώρα, όπως ο Marastoni.
Η δημιουργία της Πινακοθήκης
Αν κάνετε περίπατο στην οδό Deák Ferenc στο κέντρο της πόλης ίσως αξίζει κάποιες φορές να σηκώσετε το βλέμμα πάνω από τις βιτρίνες των καταστημάτων. Το βλέμμα σας θα συναντήσει όχι μόνο κλασικές προσόψεις, αλλά και αναμνηστικές πλάκες, όπως για παράδειγμα εκείνη στον αριθμό 21, όπου αναγράφεται: «Η Πρώτη Ουγγρική Ακαδημία Ζωγραφικής – ιδρυθείσα από τον Jakab Marastoni».
Η Πέστη του 19ου αιώνα ήταν μια πραγματικά πολυπολιτισμική πόλη. Γερμανοί, Ούγγροι, Έλληνες, Ιταλοί, Σέρβοι και πολλές άλλες μικρότερες εθνότητες ζούσαν εδώ δίπλα-δίπλα ειρηνικά. Ο καθένας καλλιεργούσε τον δικό του πολιτισμό, αλλά ένα πράγμα τους ένωνε: όλοι ήθελαν να είναι και Ούγγροι και επιδίωκαν να υπηρετήσουν τον ουγγρικό πολιτισμό με τις δραστηριότητές τους.
Εκείνη την εποχή ο Marastoni υπέβαλε την αίτησή του για την ακαδημία ζωγραφικής στο Βασιλικό Συμβούλιο των Κυβερνητών, όταν ιδρύθηκε εντός του Ουγγρικού Εθνικού Μουσείου ο Σύλλογος Εθνικής Πινακοθήκης, ένα «τμήμα που συνέλεγε αποκλειστικά ουγγρική ζωγραφική».
Όλα αυτά συνέβησαν το 1845 και αυτή η μεγάλη πολιτιστική δραστηριότητα μπορεί να ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι εκείνη τη χρονιά το Εθνικό Μουσείο ήθελε να τιμήσει δεόντως την πεντηκοστή επέτειο της ανάληψης καθηκόντων του αρχιδούκα Ιωσήφ της Αυστρίας.
Ο σύλλογος που έφερε το όνομα του αρχιδούκα εγκρίθηκε τελικά από το Βασιλικό Συμβούλιο των Κυβερνητών τον Σεπτέμβριο του 1845. Η Εθνική Πινακοθήκη του αρχιδούκα Ιωσήφ μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ως το πρώτο εθνικό ίδρυμα που συνέλεγε ουγγρικούς πίνακες.
Η πινακοθήκη δέχθηκε δωρεές έργων τόσο από συλλόγους, όσο και από ιδιώτες, και ανάμεσά τους το σημαντικότερο ήταν το έργο του Jakab Marastoni «H Ελληνίδα», το οποίο δωρήθηκε στην πινακοθήκη τον Νοέμβριο του 1845 από την Καλλιτεχνική Εταιρεία της Πέστης. Έτσι, μπορεί να πει κανείς ότι η ιστορία της μουσειακής συλλογής ουγγρικής ζωγραφικής ξεκίνησε με την «Ελληνίδα».
Αλλά γιατί μια Ελληνίδα; Το σύγχρονο (όχι αρχαίο) ελληνικό θέμα εμφανίστηκε στην ευρωπαϊκή ζωγραφική με την Ελληνική Επανάσταση ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία τη δεκαετία του 1820. Φυσικά, οι συμπάθειες του ευρωπαϊκού ρομαντισμού προς τους Έλληνες άσκησαν επιρροή και στην ουγγρική τέχνη.
Οι Έλληνες, και ιδιαίτερα οι Ελληνίδες, αποτελούσαν συχνά θέμα στην ουγγρική ζωγραφική του 19ου αιώνα, και κατά μία έννοια η «Ελληνίδα» κατέληξε να αντιπροσωπεύει ένα εξωτικό θέμα αρωματισμένο με ερωτισμό.
Και αν σήμερα βρίσκουμε την «Ελληνίδα» να αποκαλύπτει ανοιχτά την ομορφιά και τη γοητεία της, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι επρόκειτο για θέμα μόδας. Και όσο κι αν μας γνέφει σαγηνευτικά αυτή η όμορφη γυναίκα, με την ιστορική έννοια το έργο αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα της ουγγρικής μουσειολογίας.
Ο ζωγράφος
Ο Jakab Marastoni (Giacomo Marastoni) γεννήθηκε το 1804 στη Βενετία και σπούδασε στην περίφημη Ακαδημία Καλών Τεχνών.
Ταξίδεψε στη Βιέννη στις αρχές της δεκαετίας του 1830, πέρασε από τη σημερινή Μπρατισλάβα το 1833 και εγκαταστάθηκε οριστικά στην Πέστη το 1836. Έγινε περιζήτητος πορτρετίστας μεταξύ αριστοκρατικών και αστικών οικογενειών, αλλά και κατά τη διάρκεια κοινοβουλευτικών συνεδριάσεων.
Το 1846 ίδρυσε την Πρώτη Ουγγρική Ακαδημία Ζωγραφικής στην Πέστη – την πρώτη ιδιωτική σχολή αποκλειστικά για ζωγραφική στην Ουγγαρία. Ανάμεσα στους μαθητές του περιλαμβάνονται σημαντικοί Ούγγροι καλλιτέχνες όπως ο Károly Lotz, ο Mihály Zichy, ο Soma Orlai Petrich κ.ά. Το 1846 έγινε Επίτιμος Πολίτης της Πέστης.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ασχολήθηκε με την δαγκεροτυπία ήταν ο πρώτος επαγγελματίας αυτής της τεχνικής στην Ουγγαρία. Πέθανε σε ψυχιατρική κλινική και η σχολή του έκλεισε λίγο μετά.
tovima.gr
Γενικά θέματα
Ούμαρ Κρέμλεφ: Ο άνθρωπος του Πούτιν που «εισέβαλε» στον αμερικανικό αθλητισμό
Πριν γίνει γνωστός ως Ούμαρ Κρέμλεφ, ο 43χρονος που χρόνια αργότερα θα συνδεόταν ακόμη και με το πολυτελές πάρτι του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ στις Μπαχάμες, ήταν γνωστός με το όνομα Ούμαρ Λουτφουλόεφ. Μέχρι τον Μάρτιο του 2010, το όνομα Κρέμλεφ παρέμενε ουσιαστικά άγνωστο
Πριν γίνει γνωστός ως Ούμαρ Κρέμλεφ, ο 43χρονος που χρόνια αργότερα θα συνδεόταν ακόμη και με το πολυτελές πάρτι του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ στις Μπαχάμες, ήταν γνωστός με το όνομα Ούμαρ Λουτφουλόεφ. Μέχρι τον Μάρτιο του 2010, το όνομα Κρέμλεφ παρέμενε ουσιαστικά άγνωστο.
Όταν «πάτησε» τα 28 κι έχοντας, σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, καταδίκες για εκβιασμό και ξυλοδαρμό, είδε τις φιλοδοξίες του για καριέρα στην πυγμαχία να σβήνουν εξαιτίας της έλλειψης πειθαρχίας και θέλησε να κάνει μια νέα αρχή για να ανεβεί τα σκαλοπάτια της ρωσικής κοινωνίας.
Ο 43χρονος μεγάλωσε στο Σερπούχοφ, μια πόλη περίπου 120.000 κατοίκων, 60 μίλια νότια της Μόσχας και 5.729 μίλια ανατολικά του Little Pipe Cay, του νησιού στις Μπαχάμες που νοίκιασε για τον γιο του Αμερικανού προέδρου. Γεννημένος από μητέρα Τατζίκα σε μουσουλμανική οικογένεια, «παντρεύτηκε» αρχή τον ρόλο του αουτσάιντερ.
Σύμφωνα με το ρωσικό ερευνητικό μέσο Proekt, καταδικάστηκε για εκβιασμό το 2004 και για ξυλοδαρμό το 2007, αν και οι ακριβείς συνθήκες των υποθέσεων παραμένουν ασαφείς. Ο ίδιος δεν έχει αρνηθεί τις καταδίκες.
Οι Night Wolves εμφανίστηκαν την περίοδο της Περεστρόικα, της οικονομικής αναδιάρθρωσης της δεκαετίας του 1980, ως μια ομάδα μοτοσικλετιστών και φίλων της ροκ μουσικής. Επικεφαλής τους ήταν ο Αλεξάντερ Ζαλντοστάνοφ, γνωστός ως «Χειρουργός», στενός φίλος του Βλαντίμιρ Πούτιν.
Μέσα σε αυτόν τον ετερόκλητο κόσμο που ο Κρεμλέφ άρχισε να καλλιεργεί τις σχέσεις που θα τον μετέτρεπαν από πυγμάχο σε ισχυρό παράγοντα της ρωσικής κοινωνίας. Η σημαντικότερη από αυτές ήταν με τον Αλεξέι Ρουμπέζνι, υποστράτηγο της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Προστασίας (FSO) ψηλόβαθμων κρατικών αξιωματούχων, με τον οποίο έγιναν αχώριστοι.
Το 2016, ο Ρουμπέζνι ήταν πλέον επικεφαλής της Υπηρεσίας Ασφαλείας του Προέδρου και ο Κρεμλέφ είχε αποκτήσει, με αυτό τον τρόπο, πρόσβαση στον Πούτιν. Έκτοτε, η καριέρα του απογειώθηκε.
Ανέβηκε γρήγορα στην ιεραρχία και το 2017 ανέλαβε την ηγεσία της Ρωσικής Ομοσπονδίας Πυγμαχίας. Όμως η ορεξη του Κρεμλέφ είχε ανοίξει και δεν χόρταινε. Η Association Internationale de Boxe Amateur (AIBA – Διεθνής Ομοσπονδία Ερασιτεχνικής Πυγμαχίας) βρισκόταν τότε σε βαθιά κρίση, αντιμέτωπη με καταγγελίες διαφθοράς που οδήγησαν το 2019 στην αρχική αναστολή της από τους Ολυμπιακούς Αγώνες ως φορέα που είχε την ευθύνη της ολυμπιακής πυγμαχίας.
Ο Κρεμλέφ υποσχέθηκε σαρωτικές μεταρρυθμίσεις και την εξόφληση χρέους που υπολογιζόταν στα 16 εκατ. δολάρια, με στόχο ο οργανισμός να ανακτήσει τον έλεγχο της ολυμπιακής πυγμαχίας. Έτσι, το 2020 κέρδισε με άνεση την ψηφοφορία για την προεδρία, ενώ το γεγονός ότι μιλούσε από ελάχιστα έως καθόλου αγγλικά δεν αποτέλεσε εμπόδιο. Και όπως έκανε με τον ίδιο του τον εαυτό, και σε αυτή την περίπτωση έκανε το restart με τον ίδιο τρόπο: άλλαξε το όνομα του οργανισμού σε International Boxing Association (IBA).
Ακολούθησε συνεργασία της IBA με την Gazprom, τον ρωσικό κρατικό ενεργειακό κολοσσό, με συνέπεια το χρέος να μηδενιστεί και τα χρηματικά έπαθλα να αυξηθούν. «Γιατί να μην μπορούν οι ερασιτέχνες πυγμάχοι να πληρώνουν τα στεγαστικά τους δάνεια και να στηρίζουν τις οικογένειές τους;» είχε δηλώσει τότε ο Κρεμλέφ.
Το 2022, η IBA ήρε περιορισμούς που είχαν επιβληθεί νωρίτερα την ίδια χρονιά και επέτρεψε σε Ρώσους και Λευκορώσους πυγμάχους να αγωνίζονται με τις εθνικές σημαίες και τους ύμνους τους, ενώ απέκλεισε από τις τάξεις της την Ουκρανική Ομοσπονδία Πυγμαχίας. Την επόμενη χρονιά, ωστόσο, η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή (ΔΟΕ) ψήφισε – με αφορμή τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία – υπέρ της αφαίρεσης από την IBA της ιδιότητας της παγκόσμιας ομοσπονδίας του αθλήματος.
Ο Κρεμλέφ γίνεται ο «σκιώδης δήμαρχος»
Ωστόσο, δεν ήταν μόνο οι πυγμάχοι του Κρεμλέφ που πληρώνονταν καλά. Το 2019, μια εταιρεία του απέκτησε το δικαίωμα να γίνει ο μοναδικός διαχειριστής της εθνικής λοταρίας της Ρωσίας. Σε ένα μοτίβο που θα επαναλαμβανόταν αρκετές φορές, η λοταρία έγινε σύντομα χορηγός της IBA.
Τα επόμενα χρόνια, ο Κρεμλέφ απέκτησε μερίδια σε τρεις από τις μεγαλύτερες στοιχηματικές εταιρείες της Ρωσίας, τις Fonbet, Liga Stavok και Pari. Ρωσικά μέσα ενημέρωσης έχουν αναφέρει ότι οι συμφωνίες αυτές είχαν την υποστήριξη του Αντρέι Κόστιν, του υπό κυρώσεις χρηματοδότη και προέδρου της συνδεδεμένης με το Κρεμλίνο τράπεζας VTB, ο οποίος έχει χαρακτηριστεί «τραπεζίτης-κουμπαράς του Πούτιν».
Οι εταιρείες αυτές φαίνεται ότι είχαν συνολικά έσοδα περίπου 625 δισ. ρούβλια (5,5 δισ. λίρες) το 2023, ενώ η Liga Stavok αποτελεί πλέον βασικό εταίρο της IBA.
Ο Κρεμλέφ είχε επίσης αποκτήσει σταδιακά τον έλεγχο της Tsupis, μιας εταιρείας πληρωμών που συνδέει τους παίκτες με τις στοιχηματικές εταιρείες και εισπράττει προμήθεια από κάθε ποντάρισμα. Το 2021, ο Πούτιν εξέδωσε διάταγμα κατά της απάτης, το οποίο παραχώρησε στην Tsupis μονοπώλιο σε αυτή την εξαιρετικά επικερδή δραστηριότητα. Την ίδια περίοδο, οι φορείς που ρύθμιζαν την αγορά στοιχημάτων πέρασαν επίσης υπό τον έλεγχο του Κρεμλέφ και ενοποιήθηκαν σε έναν κοινό εποπτικό οργανισμό, με αρκετά μέλη του διοικητικού συμβουλίου να προέρχονται, σύμφωνα με δημοσιεύματα, από το δίκτυό του στον χώρο της πυγμαχίας.
Στη γενέτειρά του, το Σερπούχοφ, καθώς εξελισσόταν σε ολιγάρχη, ο Κρεμλέφ απέκτησε το προσωνύμιο «σκιώδης δήμαρχος», έχοντας συγκεντρώσει ένα εντυπωσιακό χαρτοφυλάκιο ακινήτων. Κάποια από αυτά φέρεται να περιήλθαν στην κατοχή του μετά την αναδιανομή περιουσιακών στοιχείων του φυλακισμένου πρώην δημάρχου Αλεξάντερ Σεστούν.
Πηγές αναφέρουν ότι απέκτησε γεωργικές εκτάσεις, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, ένα λιμάνι, ένα εμπορικό κέντρο και ένα ξενοδοχείο, ενώ το 2024, ο Κρεμλέφ φέρεται να επωφελήθηκε και από απαλλοτρίωση. Τον Φεβρουάριο, το Κρεμλίνο κατέσχεσε τη Rolf, τη μεγαλύτερη αντιπροσωπεία αυτοκινήτων της Ρωσίας, από τον Σεργκέι Πετρόφ, τον εξόριστο ιδιοκτήτη της και πρώην βουλευτή της αντιπολίτευσης και μέχρι τον Σεπτέμβριο, η εταιρεία είχε περάσει στον Κρεμλέφ μέσω συμφωνίας ύψους 35 δισ. ρουβλίων.
Σε ανακοίνωσή της, η Rolf παρουσίασε τον Κρεμλέφ ως νέο ιδιοκτήτη της, χαρακτηρίζοντάς τον «στρατηγικό επενδυτή, ο οποίος θα επιτρέψει στην εταιρεία να διατηρήσει τη μοναδική εταιρική κουλτούρα της και να διευρύνει το φάσμα των δραστηριοτήτων της, με έμφαση στην αύξηση της αποτελεσματικότητας και την προσέλκυση νέων συνεργατών και πελατών».
Ένας από αυτούς τους νέους συνεργάτες, σύμφωνα με μεταγενέστερα δημοσιεύματα του Proekt, ήταν η IBA.
Η πίστη στον Πούτιν
Έχοντας συγκεντρώσει προσωπική περιουσία που υπολογίζεται έως και σε 300 εκατ. λίρες και αναλαμβάνοντας παράλληλα και άλλα αξιώματα – μεταξύ αυτών την προεδρία της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ταβλιού – ο Κρεμλέφ δεν έκρυβε ποτέ τις πολιτικές του συμπάθειες.
«Χάρη σε έναν άνθρωπο, σήμερα υπάρχουν πραγματικά κάθε είδους ευκαιρίες να κερδίσεις χρήματα και να επιδιώξεις περισσότερα», είχε δηλώσει σε βιντεοσκοπημένη συνέντευξη το 2024, την οποία εντόπισε ο Guardian. «Αυτός ο άνθρωπος, φυσικά, είναι ο πρόεδρός μας, Βλαντίμιρ Βλαντιμίροβιτς Πούτιν».
Λίγους μήνες αργότερα, η Ουκρανία του επέβαλε κυρώσεις, χωρίς να βρίσκεται, ωστόσο, υπό κυρώσεις από τη Βρετανία, τις ΗΠΑ ή την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τον Απρίλιο, ο Πούτιν απένειμε στον Κρεμλέφ το Παράσημο της Φιλίας, ενώ λίγες ημέρες πριν από τον γάμο του Τραμπ Τζούνιορ, ο Κρεμλέφ συνόδευσε τον Ρώσο πρόεδρο σε επίσκεψη στην Κίνα, επιμένοντας πάντως ότι δεν βρισκόταν εκεί με επίσημη ιδιότητα.
Τα οφέλη για την οικογένειά του
Όπως συμβαίνει συχνά με τις οικογένειες ισχυρών και εύπορων πατριαρχών, και οι συγγενείς του Κρεμλέφ φαίνεται ότι επωφελήθηκαν από την άνοδό του. Το 2024, η ρωσική Novaya Gazeta ανέφερε ότι είχε παραχωρήσει στην τότε 21χρονη σύζυγό του, Αναστάσια Λεστσίνσκαγια, ένα κουρείο και ένα καφέ στο Σερπούχοφ, καθώς και πολυτελή αυτοκίνητα. Μάλιστα, αψηφώντας πλήρως τους νόμους, οι Porsche, Lamborghini και Aston Martin που φέρεται να της ανήκαν έχουν, σύμφωνα με δημοσιεύματα, συγκεντρώσει περίπου 50 κλήσεις από την τροχαία της περιφέρειας της Μόσχας.
Η Λεστσίνσκαγια ήταν γνωστή δημιουργός στο TikTok και το ένα από τα δύο μέλη του διδύμου «twinsrussian».
Ωστόσο, η δίδυμη αδελφή της είναι εκείνη που έχει προσελκύσει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Η Εκατερίνα Λεστσίνσκαγια διευθύνει τη φιλοπουτινική οργάνωση Healthy Fatherland, ένα αθλητικό και πατριωτικό κίνημα στο οποίο το Κίεβο έχει επιβάλει κυρώσεις για τον φερόμενο ρόλο του στην απαγωγή, την απέλαση και την αναγκαστική μεταφορά παιδιών από την Ουκρανία. Η ίδια έχει επίσης συναντηθεί επανειλημμένα με τον Ρώσο πρόεδρο.
Και φαίνεται πως αυτή ακριβώς η σύνδεση του Τζούνιορ με τον Κρεμλέφ ήταν που ώθησε τη Μελάνια Τραμπ – η οποία έχει μεσολαβήσει σε συμφωνίες με Ρώσους αξιωματούχους για την επιστροφή Ουκρανών παιδιών – να πάρει αποστάσεις από τον γάμο του θετού γιου της, με εκπρόσωπό της να δηλώνει: «Η κυρία Τραμπ δεν έχει και δεν είχε ποτέ καμία σχέση με τον κ. Κρεμλέφ».
Ασαφής ο τρόπος σύνδεσης του Τραμπ Τζούνιορ με τον Κρεμλέφ
Ο Τραμπ Τζούνιορ, όμως, έχει. Το πώς ακριβώς ο γιος του Αμερικανού προέδρου μπήκε στον κύκλο του Κρεμλέφ παραμένει ασαφές. Εκπρόσωπος του γιου του Αμερικανού προέδρου δήλωσε ότι οι δύο άνδρες, αμφότεροι λάτρεις του κυνηγιού, γνωρίστηκαν μέσω κοινού φίλου και «δέθηκαν χάρη στην αγάπη τους για την πυγμαχία και τις δραστηριότητες στη φύση».
Επιπλέον, ο Τραμπ Τζούνιορ είχε επαφή με την πυγμαχία από μικρή ηλικία, λόγω της δραστηριότητας του πατέρα του ως διοργανωτή αγώνων. Στα δέκα του χρόνια είχε παρακολουθήσει από κοντά τον Μάικ Τάισον να διαλύει τον Μάικλ Σπινκς μέσα σε μόλις 91 δευτερόλεπτα στο Trump Plaza Hotel του Ατλάντικ Σίτι.
Ο κοινός φίλος μέσω του οποίου γνωρίστηκαν δεν έχει κατονομαστεί, ωστόσο αμφότεροι διατηρούν στενές σχέσεις με έναν Τούρκο επιχειρηματία, τον Κάαν Καρακάγια. Ο Καρακάγια φέρεται, μάίστα, να ήταν παρών σε ένα αμφιλεγόμενο κυνηγετικό ταξίδι στη Μογγολία το 2019, κατά το οποίο ο Τραμπ Τζούνιορ πυροβόλησε και σκότωσε ένα απειλούμενο πρόβατο.
Τον Σεπτέμβριο του περασμένου έτους, σε εκδήλωση της IBA στην Κωνσταντινούπολη, στην οποία παρευρέθηκε και ο Μάνι Πακιάο, παγκόσμιος πρωταθλητής σε οκτώ διαφορετικές κατηγορίες βάρους, ο Κρεμλέφ ανακοίνωσε τον διορισμό του Καρακάγια ως εκπροσώπου της οργάνωσης στην Τουρκία.
«Ο Κάαν υπήρξε μια γέφυρα ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους, ένας φίλος που φέρνει τους ανθρώπους κοντά», είχε δηλώσει ο Κρεμλέφ.
«Ηγέτης και φίλος»
Ο Τραμπ Τζούνιορ παρευρέθηκε στην ίδια εκδήλωση της IBA και κάθισε δίπλα στον Κρεμλέφ πάνω στη σκηνή. Οι δύο άνδρες φαίνεται ότι διατηρούσαν ήδη τότε φιλική σχέση, παρά τα περιορισμένα αγγλικά του Ρώσου, ενώ ο Κρεμλέφ, σε μια ιδιαίτερα θερμή αναφορά, δήλωσε ότι ήταν «υπερήφανος που βρίσκεται εδώ με τον φίλο μου» και υποσχέθηκε ότι εκείνος και ο Τραμπ Τζούνιορ θα «προστατεύσουν τη διαφάνεια στην πυγμαχία και θα ανοίξουν τον δρόμο για την επόμενη γενιά».
Από την πλευρά του, ο Τραμπ Τζούνιορ επαίνεσε τον 43χρονο για το γεγονός ότι «επανέφερε την καθαρότητα της πυγμαχίας» και «αποκατέστησε την πραγματική δικαιοσύνη» στο άθλημα – μια αναφορά, όπως φαίνεται, στην πολιτική της IBA να μην επιτρέπει σε βιολογικούς άνδρες να αγωνίζονται στη γυναικεία πυγμαχία. «Είμαι υπερήφανος που αποκαλώ τον Ούμαρ όχι μόνο ηγέτη αλλά και φίλο», είχε δηλώσει, σύμφωνα με δελτίο Τύπου της IBA που είχε τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Ούμαρ Κρεμλέφ και Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ ενώνουν τις δυνάμεις τους».
Η θέση του για την πυγμάχο Ιμάν Κελίφ
Η IBA βρέθηκε ακόμη περισσότερο στο επίκεντρο της διεθνούς προσοχής κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Παρισιού το 2024, γεγονός που δημιούργησε μια ευκαιρία την οποία ο Κρεμλέφ μπορούσε να αξιοποιήσει.
Στους Αγώνες, η ΔΟΕ χρησιμοποίησε δική της μονάδα πυγμαχίας για τη διοργάνωση του τουρνουά, καθώς η IBA είχε ήδη αποβληθεί. Η διοργάνωση, ωστόσο, βρέθηκε στο επίκεντρο έντονης αντιπαράθεσης όταν επετράπη στην Αλγερινή πυγμάχος Ιμάν Κελίφ να αγωνιστεί στην κατηγορία των 66 κιλών γυναικών, μολονότι είχε αποκλειστεί από το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της προηγούμενης χρονιάς επειδή δεν είχε περάσει εξετάσεις επαλήθευσης φύλου.
Κι ενώ η IBA του Κρεμλέφ είχε αποκλείσει την Κελίφ από τις διοργανώσεις της, η ΔΟΕ της επέτρεψε να αγωνιστεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες με βάση το γεγονός ότι στο διαβατήριό της αναγράφεται ως γυναίκα. Ακολούθησε διεθνής αντιπαράθεση, με την Κελίφ να κερδίζει ομόφωνα όλους τους αγώνες της και να κατακτά τελικά το χρυσό μετάλλιο.
«Είναι ξεκάθαρα καθορισμένο: ο γυναικείος αθλητισμός είναι για γυναίκες, ο ανδρικός αθλητισμός για άνδρες. Ο γυναικείος αθλητισμός είναι για γυναίκες», είχε δηλώσει ο Κρεμλέφ στο TalkSPORT, μεταφέροντας, μάλιστα, το μήνυμα αυτό στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, στέλνοντας ανοιχτή επιστολή 1.100 λέξεων στον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είχε πρόσφατα υπογράψει εκτελεστικό διάταγμα που απαγόρευε στις τρανς γυναίκες να αγωνίζονται στις γυναικείες κατηγορίες αθλημάτων.
Στην επιστολή, ο Κρεμλέφ έγραφε: «Είναι ζωτικής σημασίας όλοι οι αθλητές να αγωνίζονται επί ίσοις όροις και η θέση σας στο ζήτημα αποτελεί σημαντικό βήμα προς την επίτευξη αυτού του στόχου», ενώ επιτέθηκε και στη ΔΟΕ, λέγοντας: «Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή και η σημερινή ηγεσία της έχουν, δυστυχώς, οδηγήσει το Ολυμπιακό Κίνημα σε παρακμή με τις κοντόφθαλμες ενέργειές τους και την κακή διοίκηση».
Ο Κρεμλέφ έριξε επίσης στον Αμερικανό πρόεδρο άλλο ένα «τυράκι». «Το τελευταίο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Πυγμαχίας της IBA στις Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποιήθηκε το 2007 στο Σικάγο. Ενδιαφερόμαστε πολύ να επαναφέρουμε τη διοργάνωση στη χώρα σας και είμαστε περισσότερο από έτοιμοι να συνεργαστούμε προς αυτή την κατεύθυνση» έγραψε, ενώ έκλεισε την επιστολή του παραλλάσσοντας δύο από τις αγαπημένες φράσεις του Τραμπ: «Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας σε αυτά τα σημαντικά ζητήματα. Προσβλέπουμε με μεγάλη αισιοδοξία στην πιθανότητα να συνεργαστούμε για να κάνουμε ξανά σπουδαίο το Ολυμπιακό Κίνημα, να προωθήσουμε το άθλημα της πυγμαχίας και να υπερασπιστούμε τα δικαιώματα των αθλητών σε ολόκληρο τον κόσμο».
Η αντιπαράθεση με τους Σαουδάραβες
Το 2025, η IBA ανέβασε ακόμη περισσότερο στροφές. Σύμφωνα με πληροφορίες της Telegraph, στην Κωνσταντινούπολη η ομάδα του Κρεμλέφ προσέφερε στον γνωστό Βρετανό πυγμάχο Τάισον Φιούρι αμοιβή 50 εκατ. λιρών προκειμένου να αγωνιστεί σε μία από τις διοργανώσεις της IBA. Ο Φιούρι, ωστόσο, επέλεξε να υπογράψει συμφωνία τριών αγώνων με τον Τούρκι Αλ-Σέιχ, αξιωματούχο της κυβέρνησης της Σαουδικής Αραβίας.
Ο Κρεμλέφ αποτελεί, ουσιαστικά, τον ισχυρότερο promoter του αθλήματος στην Ανατολική Ευρώπη, αποτελώντας άμεση πρόκληση για την επιρροή του Αλ-Σέιχ και των Σαουδαράβων στην πυγμαχία και για τον έλεγχό τους σε ορισμένους από τους σημαντικότερους αγώνες του αθλήματος.
Άνθρωποι από τον χώρο της πυγμαχίας περιγράφουν τον Κρεμλέφ ως «μια χαρισματική προσωπικότητα που εμφανίζεται σε εκδηλώσεις και διοργανώσεις περιστοιχισμένος από μια πολυάριθμη ομάδα συνεργατών, σχεδόν σαν αρχηγός κράτους». Οι ομιλίες του είναι συχνά φορτισμένες συναισθηματικά και δυναμικές, με επαναλαμβανόμενες αναφορές στον τρόπο με τον οποίο η πυγμαχία μπορεί να αλλάξει τις ζωές των νέων ανθρώπων.
«Συχνά δεν έχει ιδιαίτερη έκφραση στο πρόσωπό του, κι όμως αποπνέει μια ευγένεια και μια ταπεινότητα», δήλωσε άνθρωπος του χώρου.
Το περασμένο καλοκαίρι, η IBA λάνσαρε και δικό της πρωτάθλημα πυγμαχίας χωρίς γάντια. Οι πρώτοι αγώνες πραγματοποιήθηκαν στη Μόσχα, όμως ήταν το ντεμπούτο στις ΗΠΑ, στο Μαϊάμι, το φετινό καλοκαίρι που τράβηξε την προσοχή.
Συμπαρουσιαστής της εκδήλωσης ήταν ο Άντριου Τέιτ, ο Βρετανός πρώην kickboxer και αυτοαποκαλούμενος μισογύνης, ο οποίος δεν ανέβηκε ποτέ στη σκηνή, καθώς συνελήφθη έξω από τον χώρο της διοργάνωσης. Ο Τέιτ και ο αδελφός του, Τρίσταν, βρίσκονται αντιμέτωποι με έκδοση στη Βρετανία, όπου αντιμετωπίζουν συνολικά 59 κατηγορίες, μεταξύ των οποίων βιασμό, αδικήματα που συνδέονται με εμπορία ανθρώπων για σεξουαλική εκμετάλλευση και άσεμνες εικόνες παιδιού. Και οι δύο αρνούνται οποιαδήποτε παρανομία.
Γλυκάθηκε με το Παγκόσμιο Κύπελλο και το UFC Freedom στον Λευκό Οίκο
Ωστόσο, δύο άλλες διοργανώσεις του καλοκαιριού φαίνεται ότι ενέπνευσαν περισσότερο τον Κρεμλέφ: το Παγκόσμιο Κύπελλο της FIFA υπό τον Τζάνι Ινφαντίνο και το UFC Freedom 250 του Ντέινα Γουάιτ, που φιλοξενήθηκε σε κήπο του Λευκού Οίκου.
«Ο Κρεμλέφ είδε πώς ο Ντέινα και ο Ινφαντίνο κατάφεραν να πάρουν αυτό που ήθελαν», δήλωσε παράγοντας του αθλητισμού. «Θέλει κι αυτός ένα κομμάτι από αυτή την πίτα».
«Και το να έχεις πρόσβαση στον Ντον Τζούνιορ είναι μια καλή αρχή», πρόσθεσε η ίδια πηγή.
Μάλλον πέρασε τα όρια και το «πληρώνει»
Στην προσπάθειά του, όμως, να αποκτήσει κυρίαρχη θέση στον παγκόσμιο αθλητισμό, ο Κρεμλέφ ίσως να πέρασε τα όρια. Η Ομοσπονδπια της οποίας ηγείται, απέχει πολύ από το να ανακτήσει τον έλεγχο της ολυμπιακής πυγμαχίας, καθώς τι χάσμα με τη ΔΟΕ δεν γεφυρώνεται, και η ζημιά που προκάλεσε το «εξαιρετικά γενναιόδωρο γαμήλιο δώρο» του – όπως το χαρακτήρισαν ο κύριος και η κυρία Τραμπ Τζούνιορ – φαίνεται ότι βαρύνει κυρίως τον ίδιο.
Παρότι στο νησί στις Μπαχάμες βρίσκονταν μόλις περίπου 50 άνθρωποι, ο Κρεμλέφ είχε φτάσει συνοδευόμενος από μεγάλη ομάδα Ρώσων, οι οποίοι απομονώνονταν από τους υπόλοιπους και μιλούσαν μεταξύ τους, σύμφωνα με το ProPublica. Η παρουσία και η συμπεριφορά τους είχε προκαλέσει, μάλιστα, απορίες στους άλλους καλεσμένους.
Και ύστερα τραβήχτηκε μια ομαδική φωτογραφία, όπου το ξυρισμένο κεφάλι του Κρεμλέφ διακρίνεται μισοκρυμμένο στο πίσω μέρος, ενώ στο κέντρο βρίσκονται η Ιβάνκα Τραμπ, ο Τζάρεντ Κούσνερ, η Τίφανι Τραμπ και άλλοι.
«Τι σκεφτόταν;» σχολίασε στην Telegraph πρόσωπο από κύκλους Ρώσων ολιγαρχών. «Είναι ένας μπράβος που κατάφερε να βρεθεί στη σωστή πλευρά του προέδρου και ενθουσιάστηκε υπερβολικά».
Πρώτα ήταν η Μελάνια Τραμπ που πήρε αποστάσεις. Στη συνέχεια, εκπρόσωπος του Έρικ Τραμπ, αδελφού του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, δήλωσε για τον Κρεμλέφ: «Ο Έρικ δεν έχει απολύτως καμία ιδέα ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος και δεν έχει ακούσει ποτέ το όνομά του». Και μετά ήρθε το τελειωτικό χτύπημα από τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ: «Δεν έχω ιδέα ποιος είναι ο Ούμαρ. Δεν τον έχω ξανακούσει ποτέ».
protothema.gr
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας