Διεθνή
Έρευνα για την δράση των ισλαμιστών στα Βαλκάνια
«Στην είσοδο του χωριού υπάρχει πινακίδα που λέει «Φοβού τον Αλλάχ.» Ο Σμίθ πρότεινε στον κόσμο να λάβει σοβαρά την προειδοποίηση επειδή υπήρχαν παραδείγματα ξένων οι επειδή τόλμησαν να εισέρθουν στο χωριό δέχθηκαν επίθεση, μεταξύ των αυτών και δύο στρατηγοί του ΝΑΤΟ που βρέθηκαν εκεί τυχαία, καθώς και ένας υπάλληλος οργάνωσης ανθρωπιστικής βοήθειας, ο οποίος και δέχθηκε επίθεση με τσεκούρι.
Το “ΑΙΤ” σήμερα δημοσιεύει μέταφραση ενός άρθρου του Δόκτωρα Shaul Shay, ο οποίος είναι ερευνητής στο “Διεθνές Κέντρο Ερευνών για την Καταπολέμηση της Τρομοκρατίας” (International Policy Center for Combating Terrorism) που έχει την έδρα του στην Χερτζλίγια του Ισραήλ, το οποίο αναφέρεται στη δράση ακραίων ισλαμιστών στα Βαλκάνια. Η έρευνα για την δράση των ισλαμιστών τρομοκρατών στη γειτονιά μας έχει τρομερό ενδιαφέρον.
«Η «Ταλιμπανοποίηση» των Βαλκανίων.»
Του Δόκτωρα Shaul Shay, ερευνητή του Διεθνούς Κέντρου Ερευνών για την Καταπολέμηση της Τρομοκρατίας (ICT)
4.3.2010
Κατά την διάρκεια του πολέμου της Βοσνίας (1992-1995), στον οποίο Βόσνιοι Μουσουλμάνοι πολέμησαν εναντίον Βόσνιων Σέρβων και Κροατών μεγάλος αριθμός ξένων ισλαμιστών (Μουτζαχεντίν) κατέφτασαν στα Βαλκάνια για να πολεμήσουν δίπλα στους Βόσνιους Μουσουλμάνους εναντίον των Σέρβων και των Κροατών.
Μετά την υπογραφή των Συμφωνιών του Ντέιτον το 1995, οι περισσότεροι ξένοι μαχητές εγκατέλειψαν την βαλκανική χώρα κάτω από τις πιέσεις των ΗΠΑ, αλλά μερικές εκατοντάδες παρέμειναν στη Βοσνία. Αυτοί οι πολεμιστές Μουτζαχεντίν αναγνωρίστηκαν ως νόμιμοι πολίτες της χώρας έπειτα από γάμους με γυναίκες του τοπικού πληθυσμού ή επειδή τους δόθηκε υπηκοότητα για την συμβολή τους στο Μουσουλμανικό Βόσνιο Έθνος κατά την διάρκεια του πολέμου. Η απόδοση της υπηκοότητας στους Μουτζαχεντίν μαχητές εγκρίθηκε από τον ίδιο τον Βόσνιο ηγέτη, Ιζετμπέκοβιτς.
Οι πολεμιστές Μουτζαχεντίν δημιούργησαν τις δικές τους κοινότητες στις οποίες εντάχθηκαν και πιστοί από τον τοπικό πληθυσμό, δηλαδή νέοι Βόσνιοι Μουσουλμάνοι που ασπάζονται το δόγμα του Ουαχαμπισμού του Σουνιτικού Ισλάμ.
Τον Ιανουάριο του 2010, περίπου 600 μέλη της Βοσνιακής αστυνομίας, των δυνάμεων ασφαλείας και των μυστικών υπηρεσιών συμμετείχαν σε επιδρομή στη Γκόρνα Μαόκα, ένα επαρχιακό Μουσουλμανικό χωριό που βρίσκεται στο βόρειο μέρος της χώρας. Η επιχείρηση που έφερε την κωδική ονομασία «Το Φώς» ήταν η μεγαλύτερη που έχει πραγματοποιηθεί στην χώρα από την εποχή του πολέμου.
Κάποτε το χωριό Γκόρνα Μαόκα ήταν Σερβικό αλλά έπειτα κατελήφθη από τους Μουσουλμάνους στον πόλεμο. Το χωριό αποτελεί ένα από τα προπύργια των Ουαχαμπιστών Μουσουλμάνων στα Βαλκάνια. Εκεί δεν εφαρμόζεται ο νόμος του κράτους,αλλά αντίθετα έχει επιβληθεί η Σαρία, ο ισλαμικός νόμος. Στα δημόσια σχολεία διδάσκονται τα αραβικά ενώ οι πινακίδες στο δρόμο φέρουν αραβική γραφή. Οι περισσότεροι κάτοικοι είναι αγρότες που αρνούνται να δουν τηλεόραση ή να χρησιμοποιήσουν τηλέφωνα, αφού λένε ότι δεν θέλουν να έχουν επαφή με κανέναν έξω από την κοινότητά τους.
Οι δυνάμεις ασφαλείας της Βοσνίας τέθηκαν πρόσφατα (2009) σε επιφυλακή έπειτα από πληροφορίες ότι Βόσνιοι Μουσουλμάνοι και άτομα άλλων εθνικοτήτων στη Γκόρνα Μαόκα προβαίνουν σε στρατιωτική εκπαίδευση.
Ο Μπόρις Γκρούμπεσιτς, εκπρόσωπος του Γραφείου του Εισαγγελέα του Κράτους, δήλωσε ότι στο πλαίσιο της επιδρομής η αστυνομία συνέλαβε επτά άτομα – έξι Βόσνιους και έναν ξένο, την εθνικότητα του οποίου δεν αποκάλυψε. Ο Γκρούμπεσιτς είπε επίσης ότι από την αστυνομία κατασχέθηκε μεγάλος αριθμός κρυμμένων όπλων, καθώς και CD και DVD.
Επιπλέον ο Γκρούμπεσιτς δήλωσε ότι η επιχείρηση στην Γκόρνα Μαόκα στόχευε στη σύλληψη ατόμων που απειλούν την σταθερότητα της χώρας. «Ο σκοπός της επιχείρησης ήταν να εντοπιστούν άνθρωποι που θέτουν σε κίνδυνο την εδαφική κυριαρχία της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης, που απειλούν την συνταγματική νομιμότητα και που υποδαυλίζουν το εθνικό, φυλετικό και θρησκευτικό μίσος»,είπε ο Γκρούμπεσιτς.
Ο Νουσρέτ Ιμάμοβιτς, αρχηγός των Ουαχιμπιστών στη Γκόρνα Μαόκα, ο οποίος συνελήφθη στην επιδρομή, είχε καταδικάσει μια πρόσφατη απόφαση των βοσνιακών αρχών για την αποστολή όπλων στην κυβέρνηση του Αφγανιστάν. Σε ανακοίνωση που εξέδωσαν στην ιστοσελίδα τους «putvjernika.com, οι Ουαχαμπιστές της Γκόρνα Μαόκα δήλωσαν ότι ο εξοπλισμός με όπλα της αφγανικής κυβέρνησης αποτελεί ξεκάθαρη υποστήριξη προς τους «κατακτητές» που διεξάγουν έναν πόλεμο κατά του Ισλάμ και του Αλλάχ. «Προσευχόμαστε στον Παντοδύναμο Αλλάχ αυτά τα όπλα να κλαπούν από τους Μουτζαχεντίν για να σκοτώσουν τους εχθρούς του Αλλάχ από τις Αμερικανικές, τις νατοϊκές και τις αφγανικές δυνάμεις – μαριονέτες,» έλεγε η ανακοίνωση.
Εκπρόσωπος του Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Βοσνίας, είπε ότι η υπηρεσία παρακολουθεί «εξελίξεις σε ορισμένες ιστοσελίδες.»
Το 2000, ο ανταποκριτής της εφημερίδας «Washington Post», Τζέφρι Σμίθ, είχε γράψει τα εξής για το χωριό Μποτσίνα Ντόνια:
«Στην είσοδο του χωριού υπάρχει πινακίδα που λέει «Φοβού τον Αλλάχ.» Ο Σμίθ πρότεινε στον κόσμο να λάβει σοβαρά την προειδοποίηση επειδή υπήρχαν παραδείγματα ξένων οι επειδή τόλμησαν να εισέρθουν στο χωριό δέχθηκαν επίθεση, μεταξύ των αυτών και δύο στρατηγοί του ΝΑΤΟ που βρέθηκαν εκεί τυχαία, καθώς και ένας υπάλληλος οργάνωσης ανθρωπιστικής βοήθειας, ο οποίος και δέχθηκε επίθεση με τσεκούρι.
Περίπου 100 οικογένειες των Μουτζαχεντίν ζουν στο χωριό και ακολουθούν έναν αυστηρό ισλαμικό τρόπο ζωής. Αυτό είναι ορατό τόσο στον ρουχισμό και όσο την εμφάνιση των ανδρών και γυναικών (οι γυναίκες φορούν μαύρα και οι άντρες φέρουν γενειάδα), καθώς και από την πλήρη αποχή από το αλκοόλ και την ίδρυση πολλών θρησκευτικών σχολείων αλλά και τις τακτικές θρησκευτικές λειτουργίες στο τζαμί.»
Με βάση τα στοιχεία, ο Σμίθ ισχυρίστηκε ότι η βοσνιακή κυβέρνηση δεν είχε τον έλεγχο του χωριού και ότι οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ απέφευγαν να εισέρχονται σε αυτό όταν μπορούσαν.
10 χρόνια απομόνωσης, αυτονομίας και ριζοσπαστικής ισλαμικής κατήχησης ήταν αρκετά για να μετατρέψουν την Γκόρνα Μαόκα σε προπύργιο των Ουαχαμπιστών.
Τα ακόλουθα γεγονότα οδήγησαν στη λήψη της απόφασης για την επιδρομή στην Γκόρνα Μαόκα:
*Τον Δεκέμβριο του 2009, δικαστήριο της Βοσνίας άσκησε δίωξη κατά ομάδας ριζοσπαστικών Μουσουλμάνων κατηγορώντας την για «τρομοκρατία» και την διακίνηση όπλων, αποκαλύπτοντας ότι είχαν αγοράσει και προμηθευτεί όπλα, εκρηκτικά και άλλα υλικά για την κατασκευή αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών. Επιπλέον, η αστυνομία ανακάλυψε βιντεοσκοπημένα ντοκουμέντα ανθρώπων οι οποίοι εκπαιδεύονταν στη μάχη και στη χρήση όπλων για την πραγματοποίηση επιθέσεων. Το δικαστήριο δεν αναφέρθηκε στους πιθανούς στόχους.
Ξένος διπλωμάτης στη Βοσνία δήλωσε ότι η επιδρομή στη Γκόρνα Μαόκα ήταν το επακόλουθο των διώξεων της βοσνιακής δικαιοσύνης.
Συγκεκριμένα, σε δηλώσεις του στο πρακτορείο Reuters, ο διπλωμάτης δήλωσε ότι ο κύριος προβληματισμός ήταν οι διασυνδέσεις που υπήρχαν με τους υποτιθέμενους τρομοκράτες οι οποίοι είχαν συλληφθεί δύο μήνες νωρίτερα.
*Στο τέλος του 2009, το Υπουργείο Ασφάλειας της Βοσνίας- Ερζεγοβίνης έλαβε πληροφορίες ότι μεγάλος αριθμός Ουαχαμπιστών μετακινήθηκε στην περιοχή της Γκόρνα Μαόκα με το επιχείρημα ότι ήθελε να κατασκευάσει ένα Τζαμί.
Ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Ασφάλειας για την επαρχία της Τούζλα, Μίραλεμ Μάκιτς, προέβη στην εξής δήλωση: «Αληθεύει ότι το χωριό αποτελεί την στέγη μιας απομονωμένης κοινότητας τα μέλη της οποίας θεωρούν του εαυτούς τους Ουαχαμπιστές και μέχρι τώρα δεν έχουν δείξει καμιά προθυμία να συνεργαστούν με την αστυνομία. Ο Μάκιτς επιβεβαίωσε ότι ένας ασυνήθιστα μεγάλος αριθμός Ουαχαμπιστών βρισκόταν στη Γκόρνα Μαόκα για την κατασκευή Τζαμιού.
*Σύμφωνα με ρεπορτάζ στην ιταλική “Corriere della Sera”, ακραίοι ισλαμιστές δραστηριοποιούνται στα Βαλκάνια. Η εφημερίδα αναφέρθηκε σε μια πρόσφατη επιχείρηση των ιταλικών μυστικών υπηρεσιών σε συνεργασία με Βόσνιους και Κροάτες αστυνομικούς, στο πλαίσιο της οποίας εντοπίστηκε ένας ισλαμικός τρομοκρατικός πυρήνας των Ουαχαμπιστών που είχε την βάση του στη Γκόρνα Μαόκα, και η οποία σύμφωνα με τα φαινόμενα σχεδίαζε επιθέσεις στην Ιταλία. Στις 3 Ιουνίου 2009, η αστυνομία συνέλαβε έναν κακοποιό με διπλή Βοσνιακή και Κροατική υπηκοότητα σε διαμέρισμα στο Ζάγρεμπ, όπου ανακαλύφθηκαν 11 εκτοξευτές ρουκετών, ποσότητες εκρηκτικών και αρκετοί πυροκροτητές, που σύμφωνα με τις ενδείξεις προορίζονταν για χρήση από τον τρομοκρατικό πυρήνα της Γκόρνα Μαόκα. Η αστυνομία πιστεύει ότι τα όπλα προορίζονταν για άτομο που εμπλέκεται στην παράνομη διακίνηση ανθρώπων στα Βαλκάνια το οποίο είχε διασυνδέσεις με τον πυρήνα και σχεδίαζε την μεταφορά όπλων και εκρηκτικών στην Ευρώπη μέσων διαδρομών παράνομης διακίνησης ανθρώπων στη Σλοβενία και στο Τριέστε της Βορειανατολικής Ιταλίας.
Αρκετά μηνύματα της Αλ Κάιντα έχουν εμφανιστεί σε ισλαμικές ιστοσελίδες τον τελευταίο χρόνο απευθύνοντας έκκληση για την στρατολόγηση «λευκών Μουτζαχεντίν» οι οποίοι θα μπορούν με περισσότερη ευκολία να διεξάγουν «Τζιχάντ» στην Ευρώπη και να υπονομεύσεις τα αντιτρομοκρατικά μέτρα της Δύσης.
Συμπεράσματα
Αυτά τα παραδείγματα αποδεικνύουν την δύσκολη και σύνθετη πραγματικότητα όσον αφορά στην τρομοκρατική υποδομή που εδραιώθηκε στα Βαλκάνια κατά την διάρκεια του πολέμου στη Βοσνία η οποία και λειτουργεί ως κέντρο για την ριζοσπαστικοποίηση του μουσουλμανικού πληθυσμού στην περιοχή και ως αποσταθεροποιητικός παράγοντας ενθαρρύνοντας την συνέχιση της Τζιχάντ μεταξύ των Μουσουλμάνων και των αντιπάλων τους στην περιοχή.
Η υποστήριξη που παρείχε η Μουσουλμανική κυβέρνηση της Βοσνίας υπό το καθεστώς του Ιζετμπέκοβιτς και η συνεργασία μεταξύ των τρομοκρατών και των μουσουλμανικών παραστρατιωτικών οργανώσεων στα Βαλκάνια (στη Βοσνία, στο Κόσοβο την «Μακεδονία» (σημείωση: ΠΓΔΜ) και την Αλβανία) έστησαν τα θεμέλια για την υποδομή των τρομοκρατών, τους οποίους αναγκάζονται τώρα να αντιμετωπίσουν τόσο οι βαλκανικές χώρες όσο και η Δύση.
Η κυβέρνηση της Βοσνίας βρίσκεται σήμερα μεταξύ σφύρας και άκμονος. Αφενός, οι ΗΠΑ και οι κυβερνήσεις της Δύσης απαιτούν την συνεργασία της στον παγκόσμιο πόλεμο κατά της τρομοκρατίας. Και αφετέρου, οι αρχές και η κοινή γνώμη προβληματίζονται για την πραγματοποίηση επιχειρήσεων εναντίον των Μουτζαχεντίν που στάθηκαν δίπλα τους στον αγώνα τους στο παρελθόν.
Αυτή η διχογνωμία αντικατοπτρίζεται στην σχετικά περιορισμένη δράση της κυβέρνησης εναντίον των υποδομών της τρομοκρατίας, η οποία λαμβάνει χώρα κυρίως για να ικανοποιηθεί η Δύση και για να αποφευχθεί μια κρίση στο ευαίσθητο θέμα του παγκοσμίου πολέμου κατά της τρομοκρατίας. Εφόσον αυτή η δράση περιορίζεται σε τοπικό επίπεδο δεν θα αντιμετωπίσει σε βάθος το πρόβλημα ούτε θα εξαρθρώσει την υποδομή των τρομοκρατών που έχουν δημιουργήσει εφαλτήριο στα Βαλκάνια.
*Στη φωτογραφία διακρίνουμε έναν ξένο Μουτζαχεντίν στη Βοσνία
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
