Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Τότε που η Αθήνα παρασημοφορούσε τον Γκλιγκόροφ

Δημοσιεύτηκε στις

ΕΠΙ ΑΡΚΕΤΕΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ, καθ΄ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου με το μοίρασμα του κόσμου σε δύο στρατόπεδα, για την Ελλάδα βασικός εχθρός παρέμενε ο από Βορρά κομμουνιστικός κίνδυνος.

Ο Ρούζβελτ διέκρινε πρώτος την απειλή για την Ελλάδα από τα Σκόπια
ΦΩΤΕΙΝΗ ΤΟΜΑΗ

ΕΠΙ ΑΡΚΕΤΕΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ, καθ΄ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου με το μοίρασμα του κόσμου σε δύο στρατόπεδα, για την Ελλάδα βασικός εχθρός παρέμενε ο από Βορρά κομμουνιστικός κίνδυνος. Οι τριβές με τη Γιουγκοσλαβία και ο ανεφοδιασμός του Δημοκρατικού Στρατού μέσω των συνόρων των δύο όμορων κρατών επιβεβαίωναν τις ανησυχίες των συμμάχων του δυτικού συνασπισμού για τον κίνδυνο που διέτρεχε η Ελλάδα να τεθεί, παρά τα όσα είχαν συμφωνηθεί στη Γιάλτα, υπό κομμουνιστικό έλεγχο. Αιχμή του δόρατος στην άσκηση της συγκεκριμένης πολιτικής πίεσης που δεχόταν η χώρα και που ουσιαστικά εντασσόταν στο ευρύτερο πλαίσιο ανταγωνισμού μεταξύ Ανατολής- Δύσης ήταν φυσικά το Μακεδονικό.

Η ανακήρυξη της δημοκρατίας στη Γιουγκοσλαβία με τη δημιουργία ομοσπονδίας που περιελάμβανε πέντε κράτη, τη Σλοβενία, την Κροατία, τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, τη Μακεδονία, το Μαυροβούνιο, και τη Σερβία με δύο αυτόνομες περιοχές, το Κοσσυφοπέδιο και τη Βοϊβοντίνα, από τη Συντακτική Συνέλευση που συνήλθε στις 29 Νοεμβρίου 1945, αναζωπύρωσε τον σκοπιανό αλυτρωτισμό. Η επιφύλαξη όμως των Συμμάχων απέναντι στην πολιτική που ακολουθούσε ο ηγέτης της Γιουγκοσλαβίας Γιόσιπ Τίτο, εμβληματική φυσιογνωμία σε ολόκληρη την ιστορία της σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας, όχι μόνο σε σχέση με τον ελληνικό Εμφύλιο, αλλά και όσον αφορά την απόπειρα ομοσπονδιακής ένωσης με τη Βουλγαρία, εκτονώθηκε αυτόματα σχεδόν όταν το 1948 το Βελιγράδι και ο ίδιος ο Τίτο εισέπραξαν οργή μεγατόνων από πλευράς Στάλιν για τη βουλγαρο-γιουγκοσλαβική προσέγγιση που επεχειρείτο ερήμην της Μόσχας. Στην κρίσιμη εκείνη ιστορική στιγμή η τριμερής οικονομική και στρατιωτική βοήθεια που είχε τόση ανάγκη η χώρα από τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και τη Μ. Βρετανία οδήγησε σε βελτίωση των σχέσεων της Γιουγκοσλαβίας με τη Δύση. Ακολούθησε συνθήκη φιλίας και στη συνέχεια αμυντικό σύμφωνο με την Ελλάδα και την Τουρκία (1953), ενώ την επόμενη χρονιά λύθηκε οριστικά και το πρόβλημα της Τεργέστης. Ο Τίτο αναδεικνυόταν έτσι σε πολύτιμο στρατηγικό εταίρο για τη Δύση, που επιθυμούσε να τον χρησιμοποιεί ως ανάχωμα στον σοβιετικό ηγεμονισμό στην Α. Ευρώπη.

Η πολιτική αυτή ωστόσο οδήγησε μοιραίως σε υποβάθμιση του «μακεδονικού» που από τη διεθνή agenda εξελίχθηκε για δεκαετίες σε διμερές ελληνογιουγκοσλαβικό ζήτημα, για να αναδειχθεί ξανά επί των ημερών μας σε διεθνές, τη φορά αυτή όμως με τελείως διαφορετικούς όρους και με την Ουάσιγκτον ανοιχτά να υποστηρίζει την κυβέρνηση των Σκοπίων του κ. Γκρούεφσκι- ο οποίος δεν φαίνεται διατεθειμένος να εγκαταλείψει τις γνωστές εθνικιστικές θέσεις του που τον κρατούν στην εξουσία. Ο «νευρικός πονοκέφαλος» που προκαλεί στις ΗΠΑ η Ευρώπη με την αστάθεια, τη σύγχυση και τον οικονομικό μαρασμό, παράγοντες που περιορίζουν τον ρόλο που θα μπορούσε να έχει στο οργανόγραμμα για το νέο δόγμα του ΝΑΤΟ, θα μπορούσε εν μέρει να ερμηνεύσει την πολιτική αναζήτησης στενών και αξιόλογων συνεργατών που επιχειρεί ο Λευκός Οίκος στην περιοχή της Α. Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής (ιδιαίτερα μετά την πρόσφατη απογοήτευση που είχε από τη στάση της Τουρκίας και την πολιτική του Ισραήλ), και ένας από αυτούς είναι αναμφισβήτητα το κρατίδιο των Σκοπίων.

Πηγαίνοντας πίσω στη δεκαετία του 1960 και συγκεκριμένα στη διετία 1965-1966, περίοδο όπου η Ελλάδα συγκλονίζεται με τα Ιουλιανά και τη ρήξη της κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου με το Στέμμα, ανακοινώνεται η πρόθεση για ανταπόδοση της επίσκεψης του έλληνα πρωθυπουργού στο Βελιγράδι το 1964 από τον γιουγκοσλάβο ομόλογό του Πέταρ Στάμπολιτς. Επειτα από παλινωδίες όσον αφορά τον χρόνο της επίσκεψης, τελικά επιλέγεται το φθινόπωρο του έτους 1966 και ειδικότερα το τριήμερο 20-23 Οκτωβρίου, που περιελάμβανε επίσης επισκέψεις σε Ρόδο και Κρήτη, ενώ επιμελώς είχε αποκρουσθεί η επιθυμία της γιουγκοσλαβικής πλευράς για διέλευση από τη Θεσσαλονίκη, παραμονές μάλιστα του εορτασμού του πολιούχου της πόλης που θα έδινε αφορμή για πολιτική εκμετάλλευση, την οποία δεν επιθυμούσε σε καμία περίπτωση, όπως ήταν φυσικό, η ελληνική κυβέρνηση.

Παρακολουθώντας τη διπλωματική αλληλογραφία που προηγήθηκε της επίσκεψης, όπως και τα πρακτικά των επίσημων συνομιλιών που οδήγησαν σε υπογραφή μιας σειράς συμφωνιών στον τομέα κυρίως του πολιτισμού και του τουρισμού, διαπιστώνει κανείς τις δυσκολίες που προκαλούσαν οι γιουγκοσλαβικές ανακολουθίες σε θέματα όπως η αξιοποίηση των υδάτινων πόρων του Αξιού και οι συστηματικές προκλήσεις με διαρκείς τριβές όπως αυτή διά της εγκαταστάσεως χιλιάδων προσφύγων του Εμφυλίου από την Τασκένδη στα ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα, νοτίως των Σκοπίων, όπου επεχειρείτο μεθοδικά η δημιουργία ελευθέρας ζώνης διελεύσεως. Αποκαλυπτικό είναι το πολυσέλιδο κρυπτοτηλεγράφημα που απέστειλε στην Αθήνα ο έλληνας πρέσβης Ν. Καμπαλούρης από το Βελιγράδι πέντε μόλις ημέρες πριν από την επίσκεψη στην Αθήνα του γιουγκοσλάβου πρωθυπουργού και της συνοδείας του. Σε γεύμα του με τον ΑΝΥΠΕΞ της γείτονος Παβίσεβιτς περιέγραφε ως εξής το αναμενόμενο αποτέλεσμα των συνομιλιών μεταφέροντας αυτολεξεί εκτιμήσεις του συνομιλητή του: «… Δεν πιστεύει ότι επιτευχθούν εντυπωσιακά αποτελέσματα,αλλά λαμβανομένης υπ΄ όψιν και γενικωτέρας εν τοις Βαλκανίοις ηρέμου καταστάσεως, τεθούν αι βάσεις ευρυτέρας και γονιμωτέρας οικονομικής συνεργασίας. Δεν υπάρχουν μεγάλαι φιλοδοξίαι,ούτε και illusions (sic) εν προκειμένω, πράγμα όπερ συντελέση συζητήσεις περιορισθούν ρεαλιστικά πλαίσια» (Λίαν απόρρητον, αμέσου επιδόσεως, εν Βελιγραδίω, 15 Οκτωβρίου 1966).

Οπως αποδεικνύεται τόσο από το συγκεκριμένο όσο και από άλλα έγγραφα του ιδίου φακέλου, «ρεαλιστικός» και σχεδόν αποκλειστικός στόχος της επίσκεψης ήταν η απόπειρα κατάργησης θεώρησης (visa) των διαβατηρίων, αλλά κυρίως η κατασκευή αγωγού από το συγκρότημα Ρappas που θα ένωνε το Βελιγράδι με τη Θεσσαλονίκη περνώντας μέσα από τα Σκόπια. «Αντελήφθην ότι Γιουγκοσλάβοι ρίψουν όλον βάρος των επίτευξιν συγκαταθέσεώς μας δι΄ έναρξιν και προώθησιν συνεργασίας μετά συγκροτήματος Ρappas.Κύριος Παβίσεβιτς έφθασε μέχρι σημείου υποστηρίξει ότι συνεργασία αύτη, ευοδουμένη, θα συνετέλει ταχείαν ανάπτυξιν νοτίων περιοχών Γιουγκοσλαβίας και βορείων περιοχών Ελλάδος,επ΄ ωφελεία στενωτέρας προσεγγίσεως δύο χωρών» (όπ.π). Και συμπλήρωνε καταλήγοντας: «… Δεν αποκλείω ενδεχόμενον Τom Ρappas και Γιουγκοσλάβοι έχουν εξασφαλίσει υποστήριξιν Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής,αίτινες ίσως διαβλέπουν περίπτωσιν ταύτην δυνατότητα εφαρμογής ενεργού πολιτικής συνεργασίας Ανατολής- Δύσεως, παραγνωρίζουσαι ειδικάς συνθήκας περιοχής και ασκουμένην από ελληνικής πλευράς εν προκειμένω πολιτικήν».

Η κυρία Φωτεινή Τομαή είναι ιστορικός, πρεσβευτής σύμβουλος Α’ στο υπουργείο Εξωτερικών.

Η εγκύκλιος«Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ παρακολουθεί με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την εντεινόμενη προπαγάνδα και τις ημιεπίσημες διακηρύξεις κρατικών κύκλων της Βουλγαρίας αλλά και παρτιζάνων της Γιουγκοσλαβίας και λοιπών κύκλων που αποσκοπούν στην ανακήρυξη αυτόνομου κράτους της Μακεδονίας με προσάρτηση ελληνικών εδαφών. Η αμερικανική κυβέρνηση θεωρεί κάθε συζήτηση περί “μακεδονικού έθνους”, “μακεδονικής γης” ή “μακεδονικής εθνικής ταυτότητας” ως αβάσιμη δημαγωγία που δεν αντιπροσωπεύει ουδεμία εθνική ή πολιτική πραγματικότητα, αλλ΄ αντιθέτως συνιστά πόλο αντιπαλότητας υπό τις παρούσες συνθήκες και επιθετικών προθέσεων εις βάρος της Ελλάδας. Η στρατηγική επιλογή της αμερικανικής κυβέρνησης είναι να αποκρούσει κάθε απόπειρα αναζωπύρωσης του Μακεδονικού σε σχέση με την Ελλάδα.Το ελληνικό τμήμα της Μακεδονίας κατοικείται από Ελληνες και ο ελληνικός λαός εναντιώνεται ομόψυχα σε κάθε ιδέα δημιουργίας “μακεδονικού κράτους”. Οι δήθεν θεωρίες που προβάλλονται περί ελληνικής συμμετοχής σε παρόμοιες απόπειρες σχηματισμού ξεχωριστού κρατιδίου πρέπει να θεωρούνται ως αβάσιμες και ψευδείς. Η αμερικανική κυβέρνηση στο εξής θα θεωρεί αποκλειστικά υπεύθυνη κάθε κυβέρνηση ή συνασπισμό που υποστηρίζει ή ανέχεται επιθετικές δράσεις “μακεδονικών συντεταγμένων δυνάμεων” εις βάρος της Ελλάδας.

Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ θα εκτιμούσε οιαδήποτε σχετική πληροφορία για το θέμα θα μπορούσε τυχόν να περιέλθει σε γνώση σας»(ΑΠ 868.014,26 Δεκεμβρίου 1944 από Στέιτ Ντιπάρτμεντ,FRUS Vol VΙΙΙ).

Επίσκεψη με διαχρονική σημασία

Ανάμεσα στους παρασημοφορηθέντες της συνοδείας του γιουγκοσλάβου πρωθυπουργού πρώτο φιγουράρει το όνομα του υπουργού ΟικονομικώνΚίρο Γκλιγκόροφμε τον Μεγαλόσταυρο του Φοίνικος,μεταξύ άλλων πέντε συνολικά τιμηθέντων,παρά τις επιφυλάξεις που διατύπωναν αρμόδιοι κύκλοι του ΥΠΕΞ.Τέλος,σε όλη τη διάρκεια της επίσκεψης σε ρεσιτάλ προκλητικότητας περί μειονοτήτων κτλ.απεδύθη τόσο ο γιουγκοσλαβικός Τύπος όσο και η προγραμματισμένη ακριβώς μέσα στο ίδιο τριήμερο (20-23 Οκτωβρίου) μετάβαση ξένων ανταποκριτών στα Σκόπια για συναντήσεις τους με εκεί αξιωματούχους,μεταξύ των οποίων με τον γνωστό μας Χρίστο Τσερβενκόφσκι,γραμματέα της Ενώσεως Κομμουνιστών Μακεδονίας (ΑΠ 2477, 15.10.1966, Καμπαλούρης από Βελιγράδι).

Στο ερώτημα αν θα μπορούσαν σήμερα οι ΗΠΑ να κάμψουν τη σκοπιανή αδιαλλαξία όσον αφορά την ονομασία του γειτονικού κρατιδίου,μια πιθανή απάντηση θα μπορούσε να δοθεί μάλλον έμμεσα από την ίδια την Ιστορία.Οπως έχει επαναληφθεί σε προηγούμενο άρθρο της συγκεκριμένης σειράς,εκείνος που ανησύχησε πρώτος από την ανακήρυξη του ομόσπονδου «μακεδονικού κράτους» της Γιουγκοσλαβίας το 1945 ήταν ο αμερικανός πρόεδροςΦραγκλίνοςΡούζβελτ, ο οποίος διείδε έκτοτε την απειλή για τη χώρα μας.Η επιμονή του Τσόρτσιλ,όμως,να τηρούν τον Τίτο υπό κατευνασμό και υποχείριο της Δύσης απέναντι στη Μόσχα υπερκέρασε τις αμερικανικές ανησυχίες,που κάλλιον παντός άλλου συνοψίζονται στην παρακάτω εγκύκλιο που απηύθυνε ο αμερικανός ΥΠΕΞ Στετίνιους στις διπλωματικές και προξενικές αρχές των ΗΠΑ της εποχής με την εξής οδηγία:«Η παρούσα εγκύκλιος αποσκοπεί στην ενημέρωσή σας και δεν απαιτεί επί του παρόντος οιαδήποτε ενέργεια από πλευράς σας».

ΒΗΜΑ

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO25 λεπτά πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO54 λεπτά πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Η Ευρώπη γνωρίζει, αλλά κάνει τα στραβά μάτια! Το διπλό παιχνίδι της Τουρκίας με Χαμάς και ισλαμιστικά δίκτυα

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί διαφάνεια από τους αιτούντες επιχορηγήσεων, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει την εξουσία της Άγκυρας επί των...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

Δημοφιλή