Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Δεν είναι η Ελλάδα που πρέπει να αποπεμφθεί, η Γερμανία είναι!

Δημοσιεύτηκε στις

Δύσκολη η συμβίωση στη «γερμανική» Ευρώπη.
Του FREDERIC LORDON* Η γερμανική πρόταση για την αποπομπή της Ελλάδας από την ευρωπαϊκή Οικονομική και Νομισματική Ενωση τελικά δεν είναι παρά το λογικό επιστέγασμα μιας μακράς ακολουθίας από εκδηλώσεις περιφρόνησης, που εγκαινιάστηκε τη δεκαετία του ’90 με το μοτίβο του «Κλαμπ Μεντιτερανέ»,τουτέστιν των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου, οι οποίες χαρακτηρίστηκαν ανίκανες να υιοθετήσουν αυστηρούς κανόνες μακροοικονομικής διαχείρισης («γερμανικούς»). Την ακολουθία συμπλήρωσε η πρόταση, διανθισμένη με χοντροειδή γέλια, να πουληθούν μερικά ελληνικά νησιά και την ολοκληρώνει σήμερα η οριστική προοπτική αποπομπής της Ελλάδας.

Αντιλαμβάνεται, όμως, η Γερμανία πότε ακριβώς το παρατραβάει; Ακόμη και η γαλλίδα υπουργός Οικονομικών Κριστίν Λαγκάρντ, λες και την τσίμπησε ποιος ξέρει ποια μύγα, αποκηρύσσει όλα όσα μέχρι στιγμής έδειχνε να λατρεύει και κατακεραυνώνει τη μη συνεργατική στρατηγική του γερμανικού ανταγωνιστικού αποπληθωρισμού, την ίδια εκείνη στρατηγική εξάλλου που η Γαλλία επιχειρεί επίσης να εφαρμόσει εδώ και δεκαετίες και την οποία η ευρωπαϊκή οικοδόμηση λίγο-πολύ επιβάλλει σε όλα της τα μέλη – με την επιφύλαξη ότι ακόμα και στα παιχνίδια ηλιθίων κάποιος κερδίζει και κάποιος χάνει…

Για την ώρα, «the winner is»: η Γερμανία, που πολλές φορές ώς τώρα μάτωσε ώς το κόκαλο και επέβαλε αρκετά επώδυνη πειθαρχία -ας θυμηθούμε ότι αυτό ξεκίνησε υπό σοσιαλδημοκρατική διαχείριση- ώστε ακόμη κι η ιδέα να εγκαταλείψει τώρα τα οφέλη της της φαίνεται απλώς κακόγουστο αστείο. Από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία, μπορούμε να την καταλάβουμε. Αυτό όμως δεν μας εμποδίζει να θέσουμε κάποια ερωτήματα -και όχι μόνο εκείνο που διατύπωσε όψιμα η Κριστίν Λαγκάρντ, για το βλαμμένο παιχνίδι κατά το οποίο οι ευρωπαϊκοί μισθοί συρρικνώνονται -ειρήσθω εν παρόδω χάρη στον ελεύθερο ανταγωνισμό και όχι από τη διαστροφή των άλλων. Διότι οι εβδομάδες που κύλησαν, εβδομάδες περισσότερο ευρωπαϊκής πολιτικής κρίσης παρά ελληνικής χρηματοπιστωτικής κρίσης, είχαν τουλάχιστον τη δύναμη να αποκαλύψουν, με τη φωτογραφική έννοια του όρου, να φέρουν στο φως της ημέρας, τα εκ γενετής ψεγάδια της ευρωπαϊκής νομισματικής οικοδόμησης και, με ακόμη πιο ριζοσπαστικό τρόπο, εάν γυρίσουμε στις απαρχές, να οδηγήσουν στο θεμελιώδες ερώτημα του εάν είναι δυνατόν να συνυπάρξουμε σε νομισματική ένωση με τη Γερμανία.

Χρησιμοποιώντας μια μεταφορά, που γενικά δεν πρέπει να καταχρώμαστε, θα μπορούσαμε να πούμε πως, όπως η ψυχοσύνθεση ενός ατόμου, έτσι και η συλλογική ψυχοσύνθεση διαθέτει πρωταρχικά ψυχικά τραύματα και συσσωρευμένες φοβίες. Μπορεί να είναι τόσο έντονα ώστε να διαμορφώνουν, λόγου χάρη, διάφορα «στυλ» οικονομικής πολιτικής, εσαεί σημαδεμένα από ένα μεγάλο γενεσιουργό γεγονός, για το οποίο η τρέχουσα πολιτική τάξη παραμένει σε βάθος πληροφορημένη, ανεξάρτητα από τον πολιτικό προσανατολισμό των διαδοχικών κυβερνήσεων.

Ετσι, η Μεγάλη Υφεση μετά το Κραχ του 1929, με τους δείκτες της ανεργίας στο 25%, συγκροτεί το πρωταρχικό τραύμα της οικονομικής ζωής των Ηνωμένων Πολιτειών, των οποίων η οικονομική πολιτική έχει έκτοτε παραμείνει μυχίως προσδεμένη στους στόχους της μεγέθυνσης και της απασχόλησης. Αυτό δεν σημαίνει πως οι στόχοι έχουν το «απόλυτο» προβάδισμα – η Ομοσπονδιακή Τράπεζα κατέδειξε επαρκώς, ειδικά το 1979, υπό την προεδρία του Πολ Βόλκερ, την ικανότητά της να επανατοποθετήσει (προσωρινά) τον πληθωρισμό στην κορυφή της λίστας – όμως δεν παύουν να υπαγορεύουν τη βάση της οικονομικής πολιτικής των ΗΠΑ, της οποίας όλα τα εργαλεία χρησιμοποιούνται με όσο το δυνατόν πιο δραστικό τρόπο προκειμένου να ελαχιστοποιήσουν τις διακυμάνσεις και να ξαναβάλουν το συντομότερο τη μεγέθυνση στη μακροπρόθεσμη πορεία της.

Οσο για τη Γερμανία, ποτέ δεν συνήλθε από τον πληθωρισμό των χιλιάδων επί τοις εκατό του 1923. Αναμφισβήτητα, υπάρχει λόγος που τη σημάδεψε τόσο πολύ: μαζί με την τραπεζική κατάρρευση, ο υπερπληθωρισμός είναι το μέγιστο γεγονός στην οικονομία της αγοράς, ο κολοφώνας του κοινωνικού χάους – και καμιά φορά ο προθάλαμος της πολιτικής φρίκης.

Ο κατεξοχήν νομισματικός νταής, η Μπούντεσμπανκ, σχεδιασμένη εξαρχής για να μην είναι πλέον υποχείριο του κράτους, έκανε την πάλη ενάντια στον πληθωρισμό το άλφα και το ωμέγα της πολιτικής της, στην οποία εξάλλου όλη η υπόλοιπη γερμανική οικονομική πολιτική οφείλει να υποταχθεί.

Η ιστορία που συνοπτικά σκιαγραφήσαμε αρκεί για να καταλάβουμε τι θα κόστισε στη Γερμανία η είσοδος σε έναν ευρωπαϊκό επιμερισμό της νομισματικής κυριαρχίας – και ειδικότερα η εγκατάλειψη του μάρκου της, πάνω στο οποίο χτίστηκε ένα υποκατάστατο της εθνικής της ταυτότητας, καθώς μετά το 1945 απαγορευόταν κάθε σοβινιστική έκφραση πατριωτισμού. Το εμπόδιο αυτό κρίθηκε τόσο σημαντικό, ώστε δεν ξεπεράστηκε παρά με τον απαραίτητο όρο πως η Οικονομική και Νομισματική Ενωση πολύ απλά θα αναπαρήγαγε στη δική της κλίμακα το γερμανικό μοντέλο: ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα, ακριβές αντίγραφο της Μπούντεσμπανκ, αποκλειστικός προσανατολισμός της νομισματικής πολιτικής προς τη διαχείριση του πληθωρισμού (άρθρο 127 της ισχύουσας Συνθήκης της Λισαβόνας), (1) απαγόρευση της νομισματικής χρηματοδότησης των δημόσιων ελλειμμάτων (άρθρο 123), ποικίλες διευθετήσεις του πλαισίου των δημόσιων οικονομικών (άρθρο 126 και Σύμφωνο Σταθερότητας), χαλιναγώγηση των ανήθικων «τζαμπατζήδων» μέσα από ρήτρες «no bail out» [μη διάσωσης (άρθρο 125)].

Πολύ λιγότεροι είναι εκείνοι που γνωρίζουν πως η Γερμανία ευθύνεται για το περίεργο άρθρο 63 (σύμφωνα με την αρίθμηση της Λισαβόνας), το οποίο απαγορεύει κάθε περιορισμό στη διακίνηση κεφαλαίων μεταξύ των κρατών-μελών «και μεταξύ των κρατών-μελών και των κρατών εκτός Ενωσης». Ετσι, το ψέμα της «Ευρώπης-ασπίδας ενάντια στην παγκοσμιοποίηση» ομολογείται με μεγάλα γράμματα γιατί, παρ’ όλο που η ενδοευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική απορύθμιση συμπεριλαμβάνεται στη λογική των ποικίλων ευρωπαϊκών «μεγάλων αγορών» (αγαθών, υπηρεσιών, άμεσων επενδύσεων και άρα χρηματοπιστωτικών κεφαλαίων), τίποτα, όμως, σε σχέση με τους επίσημους στόχους της Ενωσης και της λογικής της περί «εσωτερικής» ενοποίησης, δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει την κατάργηση κάθε χρηματοπιστωτικού φραγμού ανάμεσα στο μέσα και το έξω.

Ο Πασκάλ Λαμί και ο Ζακ Ντελόρ (πρόσφατα ο πρώτος έγινε διορθωτής του Μαρξ και ο δεύτερος λαύρος επικριτής της απορυθμισμένης οικονομίας) ήταν εκείνη την εποχή (1988) υπεύθυνοι, χάρη στην Οδηγία που έφερε τα ονόματά τους (Οδηγία 88/361/EEC), για την επανασυγγραφή του συνετού άρθρου 67 της Συνθήκης της Ρώμης (που κατέστη το άρθρο 56 της Συνθήκης της Νίκαιας και κατόπιν το άρθρο 63 της Συνθήκης της Λισαβόνας).

Το άρθρο 67 είχε την έμπνευση να καταγράψει με αυστηρότητα τους διαρθρωτικούς μετασχηματισμούς των ευρωπαϊκών αγορών κεφαλαίου αποκλειστικά στη βάση των αναγκών της πραγματικής οικονομίας και του ενδοευρωπαϊκού εμπορίου – εν περιλήψει: όχι και σπουδαία πράγματα. Η ντιρεκτίβα Λαμί-Ντελόρ, όμως, επιδίωξε σκόπιμα να προσδέσει την Ευρώπη των κεφαλαιαγορών στον συρμό της εποχής, τουτέστιν να τη συντονίσει με το γενικότερο κίνημα της χρηματοπιστωτικής απορύθμισης – της οποίας είναι δυνατό πλέον να καταμετρήσουμε αναδρομικά όλα τα ευεργετήματα…(2) Τίποτα δεν θα μπορούσε να συγκρατήσει τις κινήσεις των κεφαλαίων ούτε τη δυναμική της χρηματοπιστωτικής καινοτομίας, καταρχάς σε ενδο-ευρωπαϊκή βάση – τουλάχιστον ο Λαμί και ο Ντελόρ παρέμειναν συνεπείς με τη σιωπηρή εντολή της Ενωσης.

Ηταν οι Γερμανοί, στο πρόσωπο του Χανς Τιτμάγερ, τότε προέδρου της Μπούντεσμπανκ, που άρπαξαν την ευκαιρία να επιβάλουν, κόντρα σε κάθε καθαρά «ευρωπαϊκή» λογική, την επέκταση της Οδηγίας στις κινήσεις κεφαλαίων μεταξύ της Ενωσης και του εξωτερικού. Διότι η Οδηγία δεν ενεργοποιήθηκε οριστικά παρά το 1990 και στο μεταξύ το Τείχος είχε πέσει, το σχέδιο της Οικονομικής και Νομισματικής Ενωσης είχε δρομολογηθεί και η Εκθεση Ντελόρ, η οποία την προετοίμαζε, είχε ολοκληρωθεί. Η ιδέα της νομισματικής ένωσης δεν ήταν εντελώς καινούρια – η Εκθεση Βέρνερ του 1970 την επικαλείτο ήδη. Αυτή τη φορά, όμως, είναι πιο χειροπιαστή από ποτέ – και για τη γερμανική οικονομική πολιτική είναι η στιγμή της αλήθειας.

Βεβαίως και η Εκθεση Ντελόρ, που δίνει το πρώτο περίγραμμα της Συνθήκης του Μάαστριχτ, προβλέπει μια ολόκληρη σειρά από αναχώματα που υποτίθεται πως αποτρέπουν τις παρεκκλίσεις από την οικονομική πολιτική, οι οποίες τρομοκρατούν τη Γερμανία – τις παρεκκλίσεις «των άλλων». Μπορούμε όμως, άραγε, να εμπιστευθούμε αποκλειστικά τις διατάξεις μιας Συνθήκης που δεν προβλέπει παρά μόνο αβέβαιες κυρώσεις -έπρεπε εξάλλου να περιμένουμε τη διατύπωση του Συμφώνου Σταθερότητας το 1996-1997 για να ξεκαθαρίσουν κάπως τα πράγματα στο ζήτημα αυτό- και αφήνει ένα αρκετά μεγάλο περιθώριο στις εκτιμήσεις και στις πολιτικές διευθετήσεις; Ο Χανς Τιτμάγερ πιστεύει πως όχι. Γι’ αυτό και χρησιμοποιεί στην Οδηγία τις «κεφαλαιαγορές» προκειμένου να εξωθήσει τη λογική της πέρα από τα ευρωπαϊκά όρια, με τη στρατηγική σκέψη να εγκαθιδρύσει «ενδο -και έξω- ευρωπαϊκές» χρηματοπιστωτικές αγορές εν αναμονή της επιστασίας των οικονομικών πολιτικών της μελλοντικής ζώνης του ευρώ.

Κλειδί τα ομόλογα
Σε έναν δημοσιογράφο που τον ρωτούσε για τη μελλοντική πολιτική του καριέρα, ο Τζέιμς Κάρβιλ, παλαιός σύμβουλος του Μπιλ Κλίντον, απάντησε χαριτολογώντας πως ονειρευόταν να μετεμψυχωθεί σε αγορά ομολόγων. Αυτή ήταν στα μάτια του (πολύ ορθά) η κορυφή της εξουσίας αφού -η Ελλάδα το αντιλαμβάνεται αρκετά καλά αυτόν τον καιρό- αυτό είναι το σημείο απ’ όπου μπορείς να υποτάξεις τα κράτη και να αναλάβεις τον έλεγχο των πιο θεμελιακών οικονομικών επιλογών τους. Ο Τιτμάγερ έχει ήδη πλήρη συνείδηση αυτού του συσχετισμού δυνάμεων που έχει διαμορφωθεί μεταξύ των κεφαλαιαγορών και των κρατικών δυνάμεων, οι οποίες πλέον δεν είναι παρά κατ’ όνομα κυρίαρχες. Η Γερμανία αναζητά ένα μοχλό ομογενοποίησης των οικονομικών πολιτικών και αμφιβάλλει πως μια συνθήκη μπορεί να τον παράσχει. Τον βρίσκει, λοιπόν, στις αγορές ομολόγων, στις οποίες αποφασίζει να εκθέσει τις επιμέρους πολιτικές των κρατών-μελών. Και, αφού η αποτελεσματικότητα της ομογενοποίησης είναι ανάλογη με το μέγεθος των αγορών που βρίσκονται σε καθεστώς επιτήρησης, πολύ λογικά απαιτεί το άνοιγμα του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού χώρου σε όλες τις κινήσεις κεφαλαίων του πλανήτη. Κατά τ’ άλλα, η Ευρώπη είναι «ασπίδα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση»…

Δεν μπορούμε να ακυρώσουμε ούτε τον οξυδερκή χαρακτήρα του γερμανικού οράματος ούτε την υψηλοφροσύνη της στρατηγικής του αντίληψης… Μπορούμε μονάχα να αμφισβητήσουμε τον ορθολογισμό πάνω στον οποίο βασίζεται, τον ίδιο που οδήγησε τη Γερμανία να μην εισέλθει στην ΟΝΕ παρά μόνο υπό τον όρο της συμμόρφωσης των άλλων στις ιδιαίτερες εμμονές της, μετασχηματισμένες όχι μόνο σε νομικές διατάξεις αλλά και σε διαρθρωτικά πρότυπα (την «ολοκληρωτική» χρηματοπιστωτική απορύθμιση) που συστηματοποιούν την κηδεμονία, τόσο εσωτερική όσο και εξωτερική, των επιμέρους ευρωπαϊκών οικονομικών πολιτικών.

Καθώς οι καταστάσεις κρίσης έχουν ως ξεχωριστή ιδιότητα να κάνουν πιο θεαματικό αυτό που η ρουτίνα της ομαλότητας συνήθως κάνει πιο δυσδιάκριτο, η περίπτωση της Ελλάδας, που πιθανότατα πολύ σύντομα θα κληθεί να δημιουργήσει «σχολή», προσφέρεται ως υποδειγματική έκφραση της ζημιάς που μπορούν να προκαλέσουν οι αγορές ομολόγων. Οχι πως τα ελληνικά δημόσια οικονομικά δεν παρουσιάζουν πρόβλημα, αλλά, υπό την πίεση των αγορών, η σταθεροποίησή τους είναι καταδικασμένη να επιτελεστεί μέσα στις χειρότερες δυνατές συνθήκες, τόσο εξαιτίας της βάναυσης επιβάρυνσης της εξυπηρέτησης του χρέους, που προκαλείται από την κερδοσκοπική αύξηση των επιτοκίων, όσο και εξαιτίας της απίθανης επίδειξης λιτότητας που απαιτείται για να ικανοποιηθούν οι επενδυτές.

Αν υποθέσουμε πως η κρίση του ελληνικού χρέους, και όλες οι άλλες που αναμένονται στη συνέχεια, είχε μια ελάχιστη χρησιμότητα, έπρεπε να την αναζητήσουμε, πέρα από περιστασιακά σχέδια όπως αυτό που με δυσκολία αποφασίστηκε στην ευρωπαϊκή Σύνοδο Κορυφής της 25ης Μαρτίου, στην ευκαιρία να θέσουμε εκ νέου τα ερωτήματα τα οποία οι ευρωπαϊκές συνθήκες ισχυρίζονται πως έχουν απαντήσει οριστικά -παρά το γεγονός ότι τα τρέχοντα γεγονότα φέρνουν στο φως όλες τις ανεπάρκειές τους- και κυρίως το ερώτημα των όρων χρηματοδότησης των δημόσιων ελλειμμάτων (3) αλλά και το ακόμη πιο θεμελιώδες ερώτημα της δυνατότητας μιας συνύπαρξης – με τη Γερμανία.

Το ότι η γερμανική συλλογική ψυχή σημαδεύτηκε με πυρωμένο σίδερο από το επεισόδιο του υπερ-πληθωρισμού, το ότι το σκεπτικό της οικονομικής πολιτικής της συντηρεί την ουλή κάτω από την εμμονή της αντιπληθωριστικής αντίληψης, καθεαυτό το γεγονός είναι απολύτως κατανοητό. Ολο το ζήτημα είναι να δούμε εάν τα υπόλοιπα μέλη της Ενωσης έχουν αποφασίσει να ζήσουν με τις ιδεοληψίες ενός και μόνου μέλους. Κι όμως αυτή είναι πράγματι η παρούσα κατάσταση της Ενωσης, η οποία ζει σύμφωνα με τις μανίες της Γερμανίας, με τη δικαιολογία πως ήταν ο μόνος τρόπος για να την κάνουν να συμμετάσχει. Το συμπληρωματικό ερώτημα αναζητά, λοιπόν, μέχρι ποίου σημείου οι εταίροι της Γερμανίας πρέπει να υποφέρουν τις συνέπειες των κανόνων που κατάφερε να επιβάλει σε όλους σύμφωνα με τις δικές της εξομαλυντικές τάσεις.

Η επιλογή του ΔΝΤ
Ομως η κρίση έχει την ιδιότητα να κάνει αυτές τις συνέπειες πιο ορατές και πιο οδυνηρές από ποτέ. Αρκεί να σκεφτούμε την ακραία γερμανική απροθυμία στην αρχή ακόμη και να εξετάσει την ιδέα μιας συλλογικής βοήθειας στην Ελλάδα και κατόπιν, επιδεικνύοντας τη χειρότερη δυνατή θέληση, την επιμονή της να υποβάλει την Ελλάδα στις χειρότερες δυνατές συνθήκες -παρέμβαση μόνο σε περίπτωση αποκλεισμού της πρόσβασης του ελληνικού κράτους στις αγορές, δηλαδή σε ένα σημείο υποβάθμισης που θα καθιστά κάθε λύση πολύ πιο δαπανηρή, απόλυτη άρνηση οποιασδήποτε βελτίωσης των επιτοκίων στο όνομα των δίκαιων δεινών της λύτρωσης και του παραδειγματισμού- και τέλος, την επιμονή της έως το τελευταίο λεπτό να εμπλέξει το ΔΝΤ χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν την εικόνα ανικανότητας που προβάλλει, έτσι, η Ενωση.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Γερμανία έχει φτάσει στο σημείο όπου οι έμμονες ιδέες της περί οικονομικής πολιτικής έρχονται ανοιχτά σε αντίθεση με τις ίδιες τις ευρωπαϊκές της δεσμεύσεις. Μάρτυρας αυτού είναι το τρομακτικό -και πρωτοφανές- χάος των γερμανικών κυβερνητικών συσκέψεων, ανίκανων, κατά τη διάρκεια των δύο εβδομάδων που προηγήθηκαν της Συνόδου Κορυφής της 25ης Μαρτίου, να διαχειριστούν τις αλληλοσυγκρουόμενες θέσεις που λαμβάνονταν με ρυθμό δύο ή τριών την ημέρα (!): όχι βοήθεια, λέει η καγκελάριος Μέρκελ· ναι σε μια βοήθεια, απαντά ο υπουργός Σόιμπλε· σε αυτή την περίπτωση μόνο από το ΔΝΤ, απαιτεί η καγκελαρία· ειδικά αυτή όχι, παρεμβαίνει ο διευθυντής της Γερμανικής Κεντρικής Τράπεζας κ.λπ. Και ο μέχρι τότε άψογα και μεθοδικά οργανωμένος γερμανικός δημόσιος λόγος μετατράπηκε μέσα σε μερικές εβδομάδες σε έναν απίθανο πανζουρλισμό.

Διόλου περίεργο, κάτω από αυτές τις συνθήκες, που η πρωταρχική επιφύλαξη, αυτή του ιστορικού λάθους του μοιράσματος της νομισματικής κυριαρχίας με τρίτους που δεν είναι άξιοι γι’ αυτό, αναδύθηκε ξανά στην επιφάνεια. Και μάλιστα τόσο ξεκάθαρα στο γερμανικό δημόσιο διάλογο, που, υπό την πίεση και των εκλογικών αναμετρήσεων, η επίκληση μιας εκκωφαντικής ρήξης της Γερμανίας, η οποία τελικά επιστρέφει στο «sonderweg», στο δικό της ξεχωριστό μονοπάτι, δεν έχει πλέον κανένα στοιχείο ταμπού.

Για να εκφραστεί ξεκάθαρα δεν του έλειπε παρά η κατάλληλη ευκαιρία, η εσωτερική κρίση στη ζώνη του ευρώ που υποχρέωσε στην εφεύρεση ενός μηχανισμού αλληλεγγύης. Ενός μηχανισμού τον οποίο, εκ πεποιθήσεως, δεν θέλει η Γερμανία, αφού στα μάτια της δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά μια αδικαιολόγητη βοήθεια από τους πιο ενάρετους προς τους λιγότερο ενάρετους – εξάλλου, εκ γενετής ανίκανους να γίνουν ποτέ τέτοιοι.

Και αφού γίνεται λόγος για ρήξη, ήταν καιρός, «κατά πρόσωπο», να απελευθερωθούμε επιτέλους από την παράλογη ιδέα της «νομισματικά ενωμένης Ευρώπης αδιανόητης χωρίς τη Γερμανία» και να αναλογιστούμε τη συμμετρική ανακούφιση από τη διπλή διαδικασία χειραφέτησης, η οποία θα οδηγούσε τη μία να παραδίδεται εκ νέου, χωρίς περιορισμούς, στις ιδιοσυγκρασιακές εμμονές της και τους άλλους να μην υποχρεώνονται πλέον να υποφέρουν από έμμονες ιδέες που δεν είναι δικές τους. Ο σχηματισμός μιας κοινότητας, όποιος κι αν είναι ο στόχος της, προϋποθέτει την ελάχιστη συμβατότητα. Οσον αφορά δε την ευρωπαϊκή νομισματική κοινότητα, μπορούμε να αναρωτηθούμε αν οι γερμανικές απαιτήσεις, παρ’ όλο που εξάγονται από μια αναμφισβήτητη Ιστορία, διακατέχονται από έναν ωφελιμισμό που έχει φτάσει σε τέτοιον βαθμό μονόπλευρης επιβεβαίωσης, και τόσο ετερογενούς σε σχέση με τη φύση των άλλων κρατών-μελών, ώστε το «ή το παίρνεις ως έχει ή το αφήνεις» θα μπορούσε πολύ άνετα να δημιουργεί όλο και περισσότερο την επιθυμία να «το αφήσεις».

Ας φανταστούμε για λίγο τη Γαλλία να επιμένει να επιβάλλει το μοντέλο της σε ολόκληρη την Ενωση, υποστηρίζοντας πως το κοινωνικό κράτος και οι δημόσιες υπηρεσίες είναι εξίσου κληροδότημα της Ιστορίας της. Βεβαίως και δεν το φανταζόμαστε, εξάλλου, και μόνο εξαιτίας της ανεπάρκειάς της να επιβάλει οτιδήποτε σε οποιονδήποτε, η Γαλλία έχει αποδειχθεί ανίκανη ακόμη και να υπερασπίσει τα ίδια της τα ιδιαίτερα στοιχεία ενάντια στην ευρωπαϊκή απορύθμιση-ιδιωτικοποίηση: ταχυδρομεία, σιδηρόδρομοι, ενέργεια, όλα έχουν μπει σε αυτή τη διαδικασία μετάβασης και αύριο, με βεβαιότητα, ακολουθούν η παιδεία και η κοινωνική προστασία.

Παρ’ όλο που πρόκειται για δομικά στοιχεία του κάθε κράτους -οι δημόσιες υπηρεσίες είναι όντως για τη Γαλλία ό,τι η νομισματική ακαμψία για τη Γερμανία- οι εθνικές ιδιαιτερότητες δεν έχουν όλες την ίδια μεταχείριση στους κόλπους του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Και αυτή η ασυμμετρία είναι ακόμα πιο ακατανόητη γιατί, από τη μία η διατήρηση μερικών από αυτές τις ιδιαιτερότητες, όπως οι δημόσιες υπηρεσίες στη Γαλλία, δεν προκαλεί καμία παράπλευρη επίπτωση στα άλλη κράτη-μέλη και αφήνει το περί ου ο λόγος κράτος να ζει ήσυχα με την ιδιοσυγκρασία του (4), ενώ από την άλλη, για κάποιες άλλες ιδιαιτερότητες, όπως η νομισματική κατασκευή α λα γερμανικά, απαιτείται να ισχύσουν καθολικά και όλοι οι υπόλοιποι να προσηλυτιστούν άνευ όρων.

Οι μονομανίες
Είναι αλήθεια πως το μοίρασμα του ίδιου νομίσματος δημιουργεί πράγματι εξωτερικές υποχρεώσεις της οικονομικής πολιτικής που απαιτούν ένα θεσμικό πλαίσιο ελάχιστης ομαλοποίησης. Δεν είναι όμως υποχρεωτικό να υλοποιηθεί η ομαλοποίηση σύμφωνα με τις μονομανίες ενός και μόνο μέλους. Ειδικά, δε, εάν προκύπτουν τόσο έντονοι καταναγκασμοί στις εθνικές οικονομικές πολιτικές, μέχρις σημείου να υπάρχει αδιέξοδο στην εξεύρεση συντονισμένης και «εσωτερικής» λύσης, σε μια κατάσταση δημοσιονομικής κρίσης, όπου τίποτε δεν μπορούσε να την αποκλείσει εκ των προτέρων. Σαν να γινόταν να είναι βιώσιμη μια κατασκευή έτσι φτιαγμένη που να αντέχει μόνο τις συνηθισμένες εντάσεις αλλά όχι ν’ αντιστέκεται στις εξαιρετικές πιέσεις.

Πρέπει μια μέρα, λοιπόν, να θέσουμε μεγαλόφωνα την ερώτηση αν υπάρχει πιθανότητα ένωσης σε έναν τόσο ασύμμετρο σχηματισμό όπου ένα από τα μέλη επιβάλλει τις απαιτήσεις της ιδιοσυγκρασίας του, ετερογενούς σε σχέση με τους εταίρους του – και ακόμη περισσότερο από ετερογενούς: τιμωρητικής. Εξάλλου θα μπορούσαμε να μην σταματήσουμε σε έναν τόσο καλό δρόμο από τη στιγμή που το πρωταρχικό ερώτημα περί «συμβατότητας» εγείρεται εκ νέου, και τίθεται, εκτός νομισματικής ένωσης αλλά εντός Ευρωπαϊκής Ενωσης. Είναι η περίπτωση της Βρετανίας, που θέτει το ζήτημα της χρηματοπιστωτικής απορύθμισης, ένα πρόβλημα τυπικά παρόμοιο μ’ εκείνο που θέτει η Γερμανία και το οποίο επιβάλλει σε όλους, σύμφωνα με το δικό της στρατηγικό συμφέρον. Δεν είναι, λοιπόν, φανερό, όπως απέδειξε η πρόσφατη περίπτωση -αν και εντελώς αβλαβής- της Οδηγίας για τα «hedge funds», πως το Ηνωμένο Βασίλειο θα σταθεί απέναντι σε κάθε σοβαρό σχέδιο χρηματοπιστωτικής επαναρρύθμισης; Και να ‘μαστε, ξανά, στην ίδια ένωση με έναν «εταίρο» που δεν θ’ αφήσει με κανένα τρόπο να βρεθεί απάντηση για μια τόσο σοβαρή χρηματοπιστωτική κρίση…

Η ευρωπαϊστική ανάγνωση που κυριαρχεί στην κατάσταση των πραγμάτων, αν όχι για το καλύτερο τουλάχιστον για το μόνο πιθανό, σύντομα θα κορόιδευε τη φρενίτιδα των αποκλεισμών που θα ολοκληρωνόταν μ’ ένα μοτίβο για να αποπέμψουν κάθε άλλο κράτος-μέλος ώσπου να μείνει μόνη της η Γαλλία να παριστάνει την Ενωση. Ομως όχι!

Τελικά η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο είναι οι μόνες χώρες που «θεμελιωδώς» προκαλούν προβλήματα, η πρώτη επειδή επιβάλλει το παράλογο μοντέλο της οικονομικής πολιτικής της και η δεύτερη επειδή επιβάλλει τη χρηματοπιστωτική απορύθμιση. Κανένα άλλο κράτος-μέλος δεν είχε μέχρι στιγμής το σχέδιο ή τα μέσα να βαρύνει μονομερώς σε τόσο σοβαρά δεδομένα της ευρωπαϊκής οικονομικής ζωής. Το ότι δομικές μορφές τόσο θεμελιώδεις όσο η οικονομική πολιτική και η διαμόρφωση των κεφαλαιαγορών γίνονται αντικείμενο μονομερούς άσκησης πολιτικής, χωρίς το ελάχιστο πνεύμα διαλλακτικότητας εκ μέρους συγκεκριμένων κρατών-μελών, αποτελεί πράγματι ένα κίνητρο να αναρωτηθούμε για την πιθανότητα, ή την ευκαιρία, να εισέλθουμε, ή να παραμείνουμε, σε οικονομική ένωση μαζί τους.

Ας αναγνωρίσουμε όμως, για να καθησυχάσουμε τους πιο ανήσυχους, πως αυτές οι επικλήσεις αποβολής δεν έχουν άλλη διάσταση από αυτήν ενός διανοητικού πειράματος. Κανένα μέσο δεν υπάρχει που να επιτρέπει στην πράξη να συνοδεύσει το λόγο και, στην περίπτωση της Γερμανίας, αν κάποια μέρα αυτός ο (απίθανος) διαχωρισμός υλοποιούνταν, θα ήταν προφανώς αποτέλεσμα μιας θορυβώδους εξόδου της ίδιας της Γερμανίας παρά αποτέλεσμα της δράσης των εταίρων της που ξαφνικά θα αποφάσιζαν να της δείξουν την πόρτα. Εύλογα θα αναρωτιόμασταν τότε εάν ένα τέτοιο διανοητικό πείραμα χωρίς καμία ισχύ δεν ανήκει στη σφαίρα των μάταιων πνευματικών ασκήσεων και δεν έχει απολύτως καμία αξία.

Λιγότερο απ’ ό,τι φαίνεται με την πρώτη ματιά, αν σκεφτούμε ότι η διατύπωση της ιδέας της νομισματικής ένωσης χωρίς τη Γερμανία είναι ένας τρόπος να της πούμε ότι δεν μας είναι απαραίτητη και ότι η δύναμη επιβολής της είναι πολύ πιο περιορισμένη απ’ ό,τι η ίδια πιστεύει. Γιατί η δύναμή της είναι το μέτρο της αδυναμίας των εταίρων της να φανταστούν την ένωσή τους χωρίς τη Γερμανία. Η διατύπωση της πιθανότητας της «αποπομπής» της Γερμανίας -η οποία, το καταλάβαμε ήδη, είναι στην πραγματικότητα η ιδέα «της δυνατότητας να ενωθείς χωρίς τη Γερμανία»- μπορούσε να είναι ένας καλός τρόπος για να κρατήσεις τη Γερμανία, χωρίς όμως όρους, όρους που δεν θα ήταν αποκλειστικά δικοί της (τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το νόμισμα και την οικονομική πολιτική).

Πολλές ευχές
Και αν αυτές οι νέες συνθήκες δεν ήταν του γούστου της και αποφάσιζε με τη σειρά της να αποσυρθεί από την Ενωση (5) -ή να αποκλείσει την υπόλοιπη Ενωση- δεν θα έμενε παρά να της ευχηθούμε καλό δρόμο αδράχνοντας την τελευταία ευκαιρία για μια φιλική παραίνεση. Παραίνεση συμμετρική με μία από τις ενστάσεις που δεν θα παρέλειπαν να ξεσηκώσουν εκείνους για τους οποίους η ιδέα τού «χωρίς τη Γερμανία» είναι καθαρός παραλογισμός. Διότι γι’ αυτούς η έκβαση της υπόθεσης είναι αυτονόητη: στην αποκαλυπτική εκδοχή, το ευρώ δεν αναρρώνει ποτέ· στην απλώς καταστροφική εκδοχή, η υποτίμησή του είναι βέβαιη.

Η πρώτη εκδοχή είναι παραληρηματική -δεν βλέπουμε τον λόγο γιατί ένα κοινό νόμισμα μιας οικονομικής ζώνης που παραμένει πρωτεύουσας σημασίας (ακόμη και χωρίς τη Γερμανία) δεν θα ήταν a priori βιώσιμο- αλλά θα ενστερνιζόμασταν μετά χαράς τη δεύτερη, συνάγοντας όμως τα αντίθετα συμπεράσματα. Διότι, ειδικά σε καιρό κρίσης, η υποτίμηση στην πράξη του ευρωπαϊκού νομίσματος είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να μας συμβεί! Είναι πράγματι αληθοφανές πως, εάν η Γερμανία εγκατέλειπε τη ζώνη του ευρώ, ακόμη περισσότερο στη βάση μιας δογματικής διαφωνίας σχετική με την ορθοδοξία της οικονομικής πολιτικής, θα έβλεπε το νέο της μάρκο αμέσως επανατιμημένο. Και τότε θα βίωνε το αποτέλεσμα που παράγεται όταν καταθέτεις χρόνια προσπαθειών για να αποκτήσεις ένα συγκριτικό πλεονέκτημα μέσω του μισθολογικού αποπληθωρισμού… και να το βλέπεις να εξαφανίζεται μέσα σε μία εβδομάδα στις αγορές συναλλάγματος που πανηγυρίζουν το ανακτημένο «sonderweg» (μοναχικό μονοπάτι).

Τα ατυχήματα της κοινής ζωής δεν διαθέτουν πάντοτε τον δραματικό χαρακτήρα που νομίζουμε. Μπορούμε να χωρίσουμε σαν καλοί φίλοι, ακόμη περισσότερο μια που πρόκειται για έναν μερικό χωρισμό αφού, εγκαταλείποντας τη ζώνη του ευρώ, η Γερμανία θα παραμείνει μέλος της Ενωσης (δίχως αμφιβολία θα μπορούσε να τραβήξει το σκοινί ώσπου να βγει από την Ενωση επίσης, στοιχηματίζουμε όμως πως θα το σκεφτόταν δύο φορές: εκεί πραγματοποιείται το μεγαλύτερο μέρος του διεθνούς της εμπορίου…).

Η αντιμετώπιση αυτού του είδους του χωρισμού χωρίς δράματα βοηθά να δούμε καθαρότερα εκείνο που ο απερίσκεπτος καταναγκασμός της ένωσης για την ένωση μοιραία συσκοτίζει: δηλαδή ότι, ανάμεσα στις προϋποθέσεις των δυνατοτήτων, η σύσταση μιας κοινότητας απαιτεί ταμπεραμέντα που επιθυμούν να συναρμόσουν ένα μίνιμουμ αμοιβαίας συμβατότητας και που, όταν δεν ικανοποιείται αυτό το μίνιμουμ, η κοινότητα δεν είναι σε θέση να αντέξει τις πιέσεις στις οποίες θα την υποβάλει κάποια στιγμή μια κρίσιμη κατάσταση.

Τουλάχιστον αυτό το είδος της θεώρησης επί τάπητος, επιτρέπει στην κοινότητα να διασαφηνίσει την εναλλακτική στρατηγική της: ή να αποποιηθεί μεμιάς ένα σχέδιο του οποίου η βιωσιμότητα εγκαταλείπεται στη μοίρα τυχαίων γεγονότων, από τα οποία ελπίζουμε πως κανένα δεν θα έρθει να δοκιμάσει την κοινότητα πέρα από τα όρια ελαστικότητάς της ή να εισηγηθεί σε εκείνους που διαθέτουν το πιο «άτακτο» ταμπεραμέντο να υποτάξουν λίγο την ιδιοσυγκρασία τους, σε κάθε περίπτωση πάντως να μειώσουν κάπως τις βλέψεις τους να επιβληθούν σε όλους τους άλλους – αν πραγματικά ενδιαφέρονται για την ένωση… – ή να δώσουν στον «άτακτο» να καταλάβει πως η ένωση μπορεί να τα βγάλει πέρα πολύ καλά και χωρίς αυτόν.

1. Χρειάστηκε το καταστροφικό σοκ της χρηματοπιστωτικής κρίσης, προκειμένου να αναγκαστεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να ασχοληθεί με κάτι άλλο εκτός από τον πληθωρισμό. Είναι αλήθεια πως, καθώς εγγενής ιδιότητα αυτής της κρίσης είναι να πολλαπλασιάζει τις αποπληθωριστικές τάσεις, της ήταν αρκετά εύκολο. Αναρωτιόμαστε, όμως, πώς θα είχε συμπεριφερθεί η ΕΚΤ αν είχε να διαλέξει ανάμεσα σε πληθωρισμό και οικονομική σταθερότητα…

2. Ας θυμίσουμε διά πάσαν χρήσιν πως αυτή η «εξωτερική» ρήτρα του άρθρου 63 ήταν που, απαγορεύοντας κάθε είδους προστασία, επέτρεψε στη σύφιλη των «subprimes», των τοξικών ομολόγων, να έρθει και να στρογγυλοκαθίσει στους ισολογισμούς των ευρωπαϊκών τραπεζών.

3. Βλ. «Πέρα από την Ελλάδα: ελλείμματα, χρέη και νόμισμα» (http://blog.mondediplo.net/ 2010-02-17-Au-dela-de-la-Grece-deficits-dettes-et-monnaie) και «Ξεκινώντας τη χρηματοπιστωτική από-παγκοσμιοποίηση», προς δημοσίευση.

4. Καθώς θα βρεθούν σίγουρα κάποιοι που θα αντιτείνουν πως η γεωργία είναι ένα τυπικό παράδειγμα στοιχείου της γαλλικής ιδιοσυγκρασίας που γεννάει εξωτερικές επιπτώσεις -στον προϋπολογισμό- θα είχαμε να παρατηρήσουμε πως το οικονομικό βάρος της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, παρ’ όλο που απορροφά ένα όχι ευκαταφρόνητο κομμάτι του κοινοτικού προϋπολογισμού, δεν προκαλεί καμία δομική συνέπεια ικανή να επηρεάσει σημαντικά την ύπαρξη άλλων πολιτών της Ενωσης – όχι ακριβώς η περίπτωση της οικονομικής πολιτικής και της χρηματοπιστωτικής απορύθμισης…

5. Για λόγους οικονομίας, εδώ δεν κάνουμε λόγο παρά για τη νομισματική ένωση, διότι αντίστροφα με την περίπτωση της Βρετανίας, η παρουσία της Γερμανίας δημιουργεί πρόβλημα στη ζώνη του ευρώ, και όχι στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ενωση.

* Οικονομολόγος, συγγραφέας του «La Crise de trop. Reconstruction d’ un monde failli», «Fayard», Παρίσι, 2009. Το κείμενο προέρχεται από το blog του συγγραφέα στην ιστοσελίδα της «Le Monde diplomatique».
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός7 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις7 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή