Διεθνή
Οι παλιοί εχθροί γίνονται… φίλοι
Η πτώση του Γιουστσένκο στην Ουκρανία, ο τραγικός χαμός του Πολωνού προέδρου Κατσίνσκι και η αλλαγή ηγεσίας στη χώρα, καθώς και η αποσταθεροποίηση στο Κιργιστάν δημιουργούν νέα δεδομένα στα σύνορα της Ρωσίας
Πριν κλείσει τις 100 πρώτες μέρες στην προεδρία, ο Βίκτορ Γιανουκόβιτς ανέτρεψε πλήρως την πολιτική του προκατόχου του στην Ουκρανία… Στο Χάρκοβο, πόλη «σταθμό» στο ρωσοουκρανικό σύστημα αξιών, τη βιομηχανική – πολυτεχνική – επιστημονική «καρδιά» της Ουκρανίας, 30 μόλις χιλιόμετρα από τα ρωσοουκρανικά σύνορα, υπογράφηκε η συμφωνία επέκτασης της παραμονής του ρωσικού στόλου στη Σεβαστούπολη της Κριμαίας, για 25 + 5 επιπλέον χρόνια. Δηλαδή μέχρι το 2042 + 5, από το 2017, οπότε λήγει η υπάρχουσα συμφωνία.
Ο Γιανουκόβιτς «θρυμματίζει» έτσι την πολιτική του Γιουστσένκο, ακρογωνιαίος λίθος της οποίας ήταν η πάση θυσία απομάκρυνση του ρωσικού στόλου από την Κριμαία και η είσοδος της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ.Τώρα η… βορειοατλαντική πορεία της χώρας επιμηκύνεται τουλάχιστον για τη μεθεπόμενη γενιά και ίδωμεν!
Η ρωσοουκρανική αυτή συμφωνία άφησε άναυδους τους αμερικανονατοϊκούς θιασώτες του Κιέβου, αν και παραδέχονται με κρύα καρδιά πως η προσφορά – αντάλλαγμα της Μόσχας, με μείωση κατά 30% στην τιμή του φυσικού αερίου για το Κίεβο, αποτελεί έναν ακόμα σημαντικό κρίκο στην αλυσίδα της ασφαλούς και χωρίς εμπόδια μεταφοράς του γκαζιού προς τις ευρωπαϊκές αγορές. Ταυτόχρονα, δίνει μια βαθιά οικονομική ανάσα στην υπό κατάρρευση ουκρανική οικονομία, η οποία μέχρι προχθές ήταν στην ίδια μοίρα με την Ελλάδα στις επώδυνες διαπραγματεύσεις με το ΔΝΤ. Χωρίς να έχει βγει από αυτές, η ηγεσία του Κιέβου ωστόσο έχει στα χέρια της ένα δυνατό χαρτί: Εξοικονόμηση για το 2010 τουλάχιστον 3 δισ. δολαρίων από τη μείωση της τιμής του φυσικού αερίου, και από το 2011, τεσσάρων δισ. δολαρίων τον χρόνο έως το 2020. Σε επίπεδο προμήθειας φυσικού αερίου, θα της δίνονται 40 δισ. κυβικά τον χρόνο.
Αν υπολογίσει κανείς πως το 2009, η Ουκρανία κατανάλωσε 25 δισ. κυβικά, γίνεται φανερό πως στα επόμενα χρόνια θα έχει αφθονία φθηνού φυσικού αερίου προς ανάπτυξη της οικονομίας της. Αν, πρόσκαιρα, της περισσεύει, τότε το πουλάει στη διεθνή αγορά κερδίζοντας από το 30% της έκπτωσης που της προσέφερε η Μόσχα.Ολο αυτό το πλέγμα των συμφωνιών έγινε πάραυτα ο στόχος της κριτικής της αντιπολίτευσης, την οποία στην Ουκρανία σήμερα απαρτίζουν η πρώην πρωθυπουργός Γιούλια Τιμοσένκο και ο ταπεινωμένος στις πρόσφατες προεδρικές (5,5%) Βίκτορ Γιουστσένκο.
Την περασμένη Τρίτη, ύστερα από ένα τριήμερο «επαναστατικής γυμναστικής» με συνθήματα του τύπου «Ο Γιανουκόβιτς ξεπουλά την Ουκρανία στη Ρωσία» ή «Να μη γίνει η Ουκρανία… Μπανανία», επεχείρησαν να ανακόψουν την πορεία επικύρωσης της συμφωνίας από το Κοινοβούλιο. Απέτυχαν, παρά την προσπάθεια κατάληψης του προεδρείου και «παγώματος» των εργασιών της Βουλής.
«Ασύμφορη»
Το ενδιαφέρον είναι πως η προηγούμενη συμφωνία για το φυσικό αέριο που υπογράφηκε πριν από 15 μήνες από την Τιμοσένκο και τον Πούτιν κρίθηκε από τον τότε πρόεδρο Γιουστσένκο αλλά και τον τότε ηγέτη της αντιπολίτευσης ως «ασύμφορη», αφού η τιμή ήταν υψηλότερη από τη μέση ευρωπαϊκή.
Απλά ο πολυπράγμων Πούτιν «προσέφερε» στην Τιμοσένκο έκπτωση 20%, την οποία εκείνη θεώρησε αρκετή σε χρήμα και χρόνο ώστε να πάει προς τις εκλογές του Ιανουαρίου 2010 και να τις κερδίσει. Δεν τα κατάφερε. Τώρα, της απομένει ο ρόλος που ξέρει πολύ καλά να υποδύεται. Αυτός της δυναμικής αντιπολίτευσης.
Η επικύρωση της συμφωνίας για τον στόλο και την τιμή του φυσικού αερίου αποτελεί την πλήρη επικράτηση του Πούτιν στη «ρεβάνς», αφού τον χειμώνα του 2004 η ανάδειξη του Γιουστσένκο και των «πορτοκαλί» στην ηγεσία θεωρήθηκε προσωπική ήττα του Ρώσου ηγέτη. Μια ήττα που δημιούργησε ψευδαισθήσεις στην Ουάσιγκτον ότι με μια «χούφτα δολάρια» όλοι και όλα αγοράζονται μέσα και γύρω από τη Ρωσία.
Ο Πούτιν «έλαβε το μήνυμα» το 2004, όπως φαίνεται, και προώθησε μια πολυεπίπεδη και συμφέρουσα για τις ευρωπαϊκές οικονομίες πολιτική πάνω στους δρόμους μεταφοράς του φυσικού αερίου, πείθοντας τους πιο ρεαλιστές πολιτικούς στην Ευρώπη.
ΠΑΡΑ ΤΑ ΕΜΠΟΔΙΑ
Οι αγωγοί φυσικού αερίου προχωρούνΗ έναρξη των εργασιών κατασκευής του υποθαλάσσιου αγωγού μεταφοράς φυσικού αερίου από τη Βαλτική στις αρχές Απριλίου και η ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων για την έναρξη της κατασκευής του «δικού μας» αγωγού «Southstream» (ο Βλαντιμίρ Πούτιν στην αρχή της βδομάδας βρέθηκε στην υπογραφή της σχετικής συμφωνίας στη Βιέννη, με την Αυστρία, στη συνέχεια συνομίλησε με τον βασικό εταίρο της Gazprom στον «Southstream», την ιταλική Εni) καταδεικνύουν πως η «ρεάλ πολιτίκ», παρά τις όποιες καθυστερήσεις, τα πισωγυρίσματα και τα εμπόδια, βρίσκει τον δρόμο της υλοποίησης.
Αμέσως μετά τη συμφωνία του Χαρκόβου ο Ουκρανός πρόεδρος Γιανουκόβιτς εξέφρασε την ελπίδα ότι η αναθέρμανση των ρωσοουκρανικών σχέσεων θα κάνει τη Μόσχα να ξανασκεφθεί τα πολυέξοδα σχέδια κατασκευής αγωγών που αφήνουν εκτός τη χώρα του. Η απάντηση από τον εκπρόσωπο της ρωσικής πρωθυπουργίας, Ντμίτρι Πεσκόφ, ήρθε άμεσα. Ο «Southstream» όχι μόνο δεν θα παγώσει, αλλά η προσπάθεια υλοποίησης του έργου θα ενταθεί. Αλλωστε, η επίσκεψη Βλαντιμίρ Πούτιν σε Αυστρία και Ιταλία το επιβεβαιώνει.
Ευνοϊκή συγκυρία
Προσέγγιση με ΗΠΑ και έξοδος από την ύφεση
Τα αντιρωσικά μέτωπα που άνοιξαν στις αρχές της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, ξεθώριασαν. Πιο ρεαλιστές πολιτικοί κυριαρχούν στο «τόξο» γύρω από τη Ρωσία. Και αυτό το δείχνουν όχι μόνο οι οικονομικές – ενεργειακές συμφωνίες αλλά και οι συμβολισμοί.
Στις 9 του Μάη, μέρα της νίκης κατά του ναζισμού, στην Κόκκινη Πλατεία της Μόσχας θα παρελάσουν και επίλεκτα τμήματα του πολωνικού στρατού. Την ίδια μέρα στο Κίεβο, επανέρχεται η λαμπρή παρέλαση για την αντιφασιστική νίκη, μια γιορτή την οποία ο Γουσένκο στέρησε από τους Ουκρανούς την προηγούμενη πενταετία.
Θα έλεγε κανείς ότι οι συγκυρίες ευνοούν τη Μόσχα, η οποία, μετά από μια περίοδο παραμονής στο καναβάτσο, πραγματοποιεί το τελευταίο διάστημα δυναμική επιστροφή στο προσκήνιο. Κομβικό σημείο. Η αλλαγή ηγεσίας στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού ήταν το κομβικό σημείο που σηματοδότησε την έναρξη μιας νέας εποχής για τη Ρωσία. Οι επαφές με τον Μπαράκ Ομπάμα ήταν γόνιμες και επέτρεψαν στο Κρεμλίνο να απαλλαγεί από τη διείσδυση της Ουάσιγκτον στις γειτονικές της χώρες μέσω της σχεδιαζόμενης από τον Τζορτζ Μπους αντιπυραυλικής ασπίδας.
Αντιθέτως, δε, ο Ντμίτρι Μεντβέντεφ δήλωσε πλέον έτοιμος να συμμετάσχει και εκείνος σε μια «σοβαρή» διεθνή αντιπυραυλική ασπίδα, που δεν απειλεί τα ρωσικά συμφέροντα. Η συμφωνία εξάλλου με τις ΗΠΑ για τη μείωση των πυρηνικών, διευκολύνει ιδιαίτερα τη Μόσχα να επενδύσει αλλού πόρους και δυνάμεις και όχι στην κούρσα των εξοπλισμών.
Η ενεργειακή υπερδύναμη με τις σημαντικές εξαγωγές φυσικού αερίου προς την Ευρώπη και την πολιτική επενδύσεων που εφάρμοσε τα τελευταία χρόνια, βιώνει μια οικονομική άνθηση που τη βγάζει από τη δυσπραγία. Μετά μια υποχώρηση της τάξης του 9% λόγω της κρίσης του 2009, η πρόβλεψη για την επέκταση της οικονομίας της φέτος φτάνει στο 5%, ενώ η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε κατά 5,8%. ΜΑΡΙΑ ΑΔΑΜΙΔΟΥ
ΠΟΛΩΝΙΑ
Η τραγωδία έφερε πιο κοντά Βαρσοβία – ΜόσχαΗ αεροπορική τραγωδία στο Σμόλενσκ της Ρωσίας, όπου βρήκε τον θάνατο ο Πολωνός πρόεδρος Λεχ Κατσίνσκι και δεκάδες άλλοι πολιτικοί και στρατιωτικοί αξιωματούχοι της χώρας, έγινε η αιτία για πολλαπλές ερμηνείες.
Το σύνολο, πάντως, των σοβαρών αναλυτών σε Μόσχα και Βαρσοβία συγκλίνει στην άποψη πως η καταστροφή «έφερε Ρώσους και Πολωνούς πιο κοντά», αν μη τι άλλο έλιωσε τους πάγους που υπήρχαν στις μεταξύ τους σχέσεις τα προηγούμενα 5-7 χρόνια.
Και, λένε στη Βαρσοβία, παρά τη συναισθηματική φόρτιση από τον θάνατο του Λεχ Κατσίνσκι, στις επερχόμενες πρόωρες προεδρικές εκλογές, ο δίδυμος αδελφός του εκλιπόντος, Γιάροσλαβ Κατσίνσκι, δεν φαίνεται ικανός να ανατρέψει την πορεία που έχει δρομολογηθεί. Την προεδρία φαίνεται να κερδίζει το κόμμα του αντιπάλου των Κατσίνσκι, σημερινού πρωθυπουργού Ντόναλντ Τουσκ.
Η αφορμή
Το Σμόλενσκ, το τριήμερο πριν από την αεροπορική τραγωδία, έθεσε τις βάσεις ώστε τα φοβικά σύνδρομα της πολωνικής ηγεσίας να περάσουν σε δεύτερο πλάνο και να αναδειχθεί σε πρώτο ο ρεαλισμός και η διμερής συνεργασία. Τον τόνο προς αυτή την κατεύθυνση, εκεί στον τόπο μαρτυρίου χιλιάδων Πολωνών αξιωματικών το 1940, στο Κατίν, έδωσαν οι πρωθυπουργοί Πούτιν και Τουσκ. Στο τέλος των τριήμερων εκδηλώσεων μνήμης έσπευδε ο Λεχ Κατσίνσκι, σε μια προσπάθεια να επανακτήσει την πρωτοβουλία των πολιτικών κινήσεων στη χώρα του από τον μεγάλο αντίπαλό του, Ντόναλντ Τουσκ.
Με την ολοκλήρωση του κύκλου της πολιτικής των αδελφών Κατσίνσκι -αν πράγματι ο Γιάροσλαβ δεν τα καταφέρει στις εκλογές του ερχόμενου Ιουνίου- καταρρέει μια ολόκληρη πολιτική πυραμίδα που είχε στηθεί γύρω από τη Ρωσία με πολύ διπλωματικό κόπο και χρήμα από τους αντιπάλους της. Ενα αντιρωσικό τόξο από τη Βαλτική έως τη Μαύρη Θάλασσα, με εξάρσεις έως την κεντρική Ασία. Τα θεμέλια του τόξου αυτού είχαν ήδη αρχίσει να τρίζουν όταν εμφανίστηκαν οι πρώτες μεγάλες ρωγμές τον Αύγουστο 2008, με την ακαριαία αντίδραση της Μόσχας και την ήττα του Σαακασβίλι στο «μέτωπο» της Γεωργίας. Το μεγάλο όμως πατατράκ για το «τόξο» ήρθε με το «βατερλό» του Γιουστσένκο στις προεδρικές εκλογές της Ουκρανίας τον περασμένο Ιανουάριο.
Η τρόικα Κατσίνσκι, Γιουστσένκο, Σαακασβίλι επί πενταετία αποτέλεσαν τον «ακρογωνιαίο λίθο» της αντιρωσικής πολιτικής των αμερικανικών ινστιτούτων, που προώθησε το δίδυμο Μπους – Ράις, συνεπικουρούμενη από «αστέρες» μικρότερου βεληνεκούς όπως οι ηγέτες των τριών μικρών Δημοκρατιών της Βαλτικής (Λετονίας, Εσθονίας, Λιθουανίας), εν μέρει της Μολδαβίας, του Αζερμπαϊτζάν, της Κιργιζίας κ.ά.
Ο Κατσίνσκι ήταν εκείνος που κρατούσε επί δύο χρόνια σε «ομηρεία» τις ρωσοευρωπαϊκές σχέσεις, βάζοντας βέτο στην υπογραφή νέας μεγάλης συμφωνίας στρατηγικής συνεργασίας ανάμεσα στις Βρυξέλλες και στη Μόσχα. Και αυτό βόλευε το καθεστώς του Βίκτορ Γιουστσένκο στο Κίεβο.
ΒΑΛΤΙΚΕΣ ΧΩΡΕΣ
Πιο «ζεστές» λόγω κρίσης
Οι Λετονία, Εσθονία, Λιθουανία έκαναν την ανάγκη φιλοτιμία και, μπρος στο φάσμα της οικονομικής τους κατάρρευσης, ξέφυγαν από τη αντιρωσική συνθηματολογία και επεχείρησαν την αναθέρμανση της οικονομικής συνεργασίας. Και μόνο η ντιρεκτίβα της Μόσχας να κλείσει ο δρόμος για τις νταλίκες που πάνε στην Εσθονία έφερε την πτώση των τζίρων του λιμανιού στη χώρα, κατά 70%. Ο ένας στους 3 τουρίστες που επισκέπτεται τις ακτές της Λιθουανίας, μακριά από καύσωνες, είναι Ρώσος! Οσο για τις ακροβασίες με το φυσικό αέριο και τα προβλήματα στην προμήθεια των ευρωαγορών από τη Ρωσία μέσω της Ουκρανίας, έχουν χυθεί τόνοι μελάνης.
ΚΙΡΓΙΣΤΑΝ
Η πτώση Μπακίγεφ αλλάζει τις ισορροπίες
H «επανάσταση» της τουλίπας την άνοιξη του 2005, μετατράπηκε 5 χρόνια αργότερα σε «κόκκινη», αφού βάφτηκε από το αίμα 80 και πλέον νεκρών και πολλαπλάσιων τραυματιών… Οι υποκινητές της επανάστασης, αγνοώντας τις παραδόσεις, τις ιδιομορφίες και το ταμπεραμέντο των Κιργιζίων, τους ώθησαν σε μια ανατροπή…
Πήραν αυτό που ήθελαν, την ενοικίαση ενός αεροδρομίου και τη μετατροπή του σε γέφυρα ανεφοδιασμού των ΝΑΤΟϊκών δυνάμεων στο Αφγανιστάν. Ο μέχρι πρόσφατα πρόεδρος Μπακίγεφ με τον αδελφό του, τον γιο του και ανθρώπους από τη φάρα του (έτσι με φάρες λειτουργεί η Κεντρική Ασία) πλούτιζαν με τα αμερικανικά δολάρια, ενώ οι απλοί Κιργίζιοι λιμοκτονούσαν.
Οι έμποροι ναρκωτικών αλωνίζουν στην κοιλάδα της Φεργκάνα – μια περιοχή όση και ο θεσσαλικός κάμπος, όπου συσσωρεύεται ένα «μελίσσι» 5 έως 5,5 εκατομμυρίων Τατζίκων, Ουζμπέκων, Κιργιζίων και δεκάδων άλλων «τέιπς» (φάρες) της Κεντρικής Ασίας.
Bάσεις
Για να ρίξει στάχτη στα μάτια των Ρώσων, το καθεστώς Μπακίγεφ επέτρεψε και στη Μόσχα να νοικιάσει και να στήσει δική της αεροπορική βάση, 20 χλμ. πιο μακριά από την αμερικανική! Η μικρή αυτή χώρα είναι η μόνη στον κόσμο που φιλοξενεί δύο βάσεις δυνάμεων με αντιτιθέμενα, και όχι μόνο, συμφέροντα σε γαιοστρατηγικό επίπεδο.
Η περιοχή είχε μετατραπεί σε «ηφαίστειο». Οταν τον Μάρτιο Ρώσος στρατιωτικός αξιωματούχος πρότεινε να βομβαρδιστούν φυτείες οπίου στο Αφγανιστάν, ο εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου το απέρριψε λέγοντας ότι δεν είναι ανθρώπινο κάτι τέτοιο για τη σοδειά των φτωχών Αφγανών χωρικών.
Να σημειωθεί ότι το 70% της διακίνησης ναρκωτικών από το Αφγανιστάν καταναλώνεται στη Ρωσία – το υπόλοιπο πάει στην Ευρώπη. Και το Κιργιστάν αποτελεί ένα «μονοπάτι» για τα φορτία που κατευθύνονται στο ρωσικό έδαφος…
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΤΣΟΣ
ΕΘΝΟΣ
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
