Διεθνή
ΤΟΥΡΚΙΑ:Η ισλαμική διολίσθηση ανησυχεί την Αθήνα
Με προβληματισμό παρακολουθεί η Αθήνα το φουλ του ισλαμικού χαρτιού που παίζει η Αγκυρα- υπέρ του Ιράν κι εναντίον του Ισραήλφοβούμενη πως τα ελληνοτουρκικά θα ξαναμπούν σε δεύτερη μοίρα, ενώ ανησυχεί για τις εξελίξεις που μπορεί να δρομολογήσει αυτή η στροφή στο εσωτερικό της Τουρκίας και τις πολιτικές συνέπειες για τον Ταγίπ Ερντογάν.
Η Αθήνα, άλλωστε, δεν είναι η μόνη που ανησυχεί. Μπορεί ο τούρκος πρωθυπουργός να χαρακτήρισε «βρώμικη προπαγάνδα» τις επικρίσεις ότι η Τουρκία γυρνά την πλάτη της στη Δύση, αλλά τον τελευταίο καιρό αυξάνονται οι φωνές που μιλούν για απομάκρυνση της κυβέρνησης Ερντογάν από την Ευρώπη και για δέσιμο στο άρμα του Ισλάμ, ενώ πληθαίνουν οι αναλύσεις ειδικών για τη Μέση Ανατολή που κάνουν λόγο για ισλαμοποίηση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Πριν από λίγες μέρες ο αμερικανός υπουργός Εθνικής Αμυνας Ρόμπερτ Γκέιτς, επέρριψε ευθύνες στις Βρυξέλλες υποστηρίζοντας πως η άρνηση της Ευρώπης να δεχθεί την Τουρκία ως κράτος-μέλος ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για τις επιδεινούμενες σχέσεις της Αγκυρας με το Ισραήλ, αλλά και για το γεγονός ότι η Τουρκία πέφτει στην αγκαλιά των ισλαμικών κρατών. Η Αθήνα ανησυχεί τόσο για την επιβράδυνση της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας, καθώς, σύμφωνα με εκτιμήσεις, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της ερχόμενης εβδομάδας δεν αναμένεται να ανοίξουν νέα ενταξιακά κεφάλαια της Τουρκίας, όσο και για το γεγονός ότι η διολίσθηση της Τουρκίας προς Ανατολάς μπορεί να φέρει στασιμότητα στα ελληνοτουρκικά. Οι διαθέσεις της Αγκυρας ούτως ή άλλως θα φανούν σύντομα, καθώς εντός του μήνα και συγκεκριμένα στις 22 και 23 Ιουνίου, τόσο ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Δημήτρης Δρούτσας όσο και ο Πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου θα επισκεφθούν την Κωνσταντινούπολη για τη Διαβαλκανική Διάσκεψη και θα συναντηθούν με τους τούρκους ομολόγους τους Αχμέτ Νταβούτογλου και Ταγίπ Ερντογάν αντίστοιχα.
Ακραία ρητορική. Διπλωματικές πηγές σημειώνουν πως περισσότερο από τη στροφή προς Ανατολάς, αυτό που ανησυχεί την Αθήνα είναι το θρησκευτικό στοιχείο που εμφανίζεται όλο και πιο έντονα στη ρητορική του Ταγίπ Ερντογάν και τι μπορεί να σημαίνει αυτό για το πολιτικό του μέλλον. Κι αυτό διότι με την ακραία ρητορική του τελευταίου διαστήματος, από τη μια δικαιώνει τους επικριτές του στο εσωτερικό και τους κεμαλιστές που θεωρούν ότι ο Ερντογάν θέτει σε κίνδυνο τον κοσμικό χαρακτήρα της Τουρκίας κι από την άλλη, στην αξιωματική αντιπολίτευση, τη θέση του Ντενίζ Μπαϊκάλ πήρε ένα νέο πρόσωπο, ο Κεμάλ Κιλιντζάρογλου. Ηδη ο Κιλιντζάρογλου βρίσκεται μπροστά στις δημοσκοπήσεις από τον τούρκο πρωθυπουργό.
Ο Ταγίπ Ερντογάν χρησιμοποίησε ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα εναντίον του Ισραήλ για την επίθεση στη νηοπομπή με την ανθρωπιστική βοήθεια για τη Γάζα. Αντέδρασε έντονα στις κυρώσεις που αποφάσισε να επιβάλει το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ στο Ιράν, με τον τούρκο πρωθυπουργό να δηλώνει πως ένα «ναι» στις κυρώσεις θα ήταν ατιμωτικό για την Τουρκία. Νωρίτερα, τον περασμένο Απρίλιο, η Τουρκία είχε εκφραστεί και πάλι εναντίον κυρώσεων στο Ιράν, ενώ ο Ταγίπ Ερντογάν υπερασπίστηκε τον ηγέτη του Σουδάν, Ομάρ Αλ Μπεσίρ, για τα εγκλήματα πολέμου στο Νταρφούρ, λέγοντας ότι «κανένας μουσουλμάνος δεν μπορεί να διαπράξει γενοκτονία». Την ίδια ώρα, οι σχέσεις της Αγκυρας με την Ουάσιγκτον ισορροπούν σε τεντωμένο σχοινί, καθώς για τους Αμερικανούς η διαδικασία ειρήνευσης στη Μέση Ανατολή και το πυρηνικό δίλημμα του Ιράν είναι δύο παράλληλα ζητήματα.
Το Ισραήλ. Σε όσους επικρίνουν την Αθήνα για την ισορροπημένη αντίδρασή της στην ισραηλινή επίθεση στη νηοπομπή, διπλωματικές πηγές σημειώνουν ότι η Αθήνα οφείλει να διατηρήσει τη στρατηγική της σχέση με το Ισραήλ, επιχειρώντας, άλλωστε, να εκμεταλλευθεί το κενό που έχει δημιουργηθεί από τις διαρκώς επιδεινούμενες σχέσεις του Τελ Αβίβ με την Αγκυρα. Στην εξίσωση μπαίνει και η Κύπρος, καθώς το Ισραήλ δεν αναγνωρίζει το παράνομο καθεστώς των Κατεχομένων. Δεν είναι τυχαίο ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είχε απαγορεύσει τον απόπλου πλοίων της ανθρωπιστικής νηοπομπής για τη Γάζα από κυπριακά λιμάνια. Ούτε το γεγονός ότι απαντώντας στην Τουρκία, ισραηλινοί ακτιβιστές αύριο θα πραγματοποιήσουν ανοικτά των Κατεχομένων διαμαρτυρία για την εισβολή και κατοχή της Βόρειας Κύπρου.
Φταίει η Ευρώπη που της γύρισε την πλάτη
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΚΙΤΤΥ ΞΕΝΑΚΗ
Η Τουρκία στρέφεται προς Ανατολάς, και γι΄ αυτό φταίει η Ευρώπη. Αυτή ήταν, με λίγα λόγια, η άποψη που κατέθεσε ο αμερικανός υπουργός Αμυνας, ο Ρόμπερτ Γκέιτς, λίγες ώρες πριν καταψηφίσει η Αγκυρα τον νέο, τέταρτο κατά σειρά, γύρο κυρώσεων κατά της Τεχεράνης. Η Ουάσιγκτον ανησυχεί, αυτό είναι δεδομένο. Τόσο οι αμερικανοτουρκικές όσο και οι τουρκοϊσραηλινές σχέσεις διέρχονται κρίση και αυτό είναι δεδομένο. Η Τουρκία αλλάζει, διεκδικεί για τον εαυτό της τον ρόλο μιας ισχυρής περιφερειακής δύναμης, ενός παγκόσμιου πόλου, επ΄ αυτού καμία αμφιβολία. Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό, είναι αν και πόσο πρέπει να (τη) φοβόμαστε.
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ο φόβος είναι απτός. «Επί δεκαετίες, η Τουρκία ήταν ένας από τους πιο εύπλαστους συμμάχους των ΗΠΑ, ένα στρατηγικό κράτος στις παρυφές της Μέσης Ανατολής που ακολου θούσε αξιόπιστα την αμερικανική πολιτική», επεσήμαιναν πρόσφατα οι «Νew Υork Τimes». «Τελευταία όμως υιοθετεί μια νέα προσέγγιση στην περιοχή, λέξεις και μεθόδους που προωθούν τα δικά της συμφέροντα και, ταυτόχρονα, προκαλούν την Ουάσιγκτον». Οι αμερικανοί αναζητούν ενόχους και όπως σχολιάζει η «Figaro», «ρίχνουν την ευθύνη για την αλλαγή στρατηγικής της Αγκυρας στους ευρωπαίους, που έβαλαν “πάγο” στις ενταξιακές φιλοδοξίες της Τουρκίας». 13 από τα 35 κεφάλαια των ενταξιακών διαπραγματεύσεων παραμένουν παγωμένα, Σαρκοζί και Μέρκελ δεν παύουν να διαδηλώνουν την αντίθεσή τους στην ένταξη της Τουρκίας, η Αγκυρα απογοητεύτηκε, θύμωσε, και γύρισε οριστικά την πλάτη στη Δύση- σωστά; Ακόμα και μια αμερικανική εφημερίδα, όπως η «Washington Ρost», αναγνωρίζει την απλοϊκότητα αυτής της ματιάς: «Μ΄ όλη τη νεοευρεθείσα ανεξαρτησία της στην εξωτερική πολιτική», σημειώνει, «η Τουρκία παραμένει στε νά δεμένη με τη Δύση. Η Ε.Ε. είναι η μεγαλύτερη αγορά της. Και τα τουρκικά στρατεύματα έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στις ΝΑΤΟϊκές επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν». Πράγματι, περισσότερες από τις μισές εξαγωγές της Τουρκίας έρχονται στην Ευρώπη. Από την πλευρά της, η Ε.Ε. συνεισφέρει το 90% των ξένων επενδύσεων στην Τουρκία. Περισσότεροι από 4.000.000 Τούρκοι ήδη ζουν στην Ευρώπη. Συγκριτικά, τα μεσανατολικά κράτη δέχονται το 25% των εξαγωγών της Τουρκίας, συνεισφέρουν μόλις το 10% των τουριστών της, έχουν στην Τουρκία το πολύ 200.000 μετανάστες εργάτες. Και οι ειδικοί τονίζουν πως η τουρκική διπλωματία θέλει να στηρίζεται ισότιμα σε δύο κίονες: στην πολιτική τής καλής γειτονίας (ή των «μηδενικών προβλημάτων» με τους γείτονες, όπως έχει επικρατήσει να λέγεται), και «στη διπλωματία των μπίζνες»: «Ο Ταγίπ Ερντογάν», σημειώνει στη «Μonde» η Αριάν Μπουρζόν, «δεν ταξιδεύει ποτέ χωρίς μια ακολουθία επιχειρηματιών».
«Για να γίνει ένας από τους παράγοντες-κλειδιά της περιοχής», επισημαίνει η ίδια εφημερίδα, «η Τουρκία επανισορρόπησε τη σχέση της με τις ΗΠΑ. Με το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) στην εξουσία, απελευθερώθηκε, τρόπον τινά, από την αμερικανική κηδεμονία. Ο Ταγίπ Ερντογάν διατηρεί καλές σχέσεις με το Ιράν του Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ, εξαγρίωσε την Ουάσιγκτον αναλαμβάνοντας μαζί με τη Βραζιλία διαμεσολαβητικό ρόλο στο ιρανικό πυραυλικό ζήτημα. Τα δύο τελευταία χρόνια, οι σχέσεις του με το Ισραήλ επιδεινώνονταν σταδιακά, ο Ερντογάν έγινε έξαλλος με το γεγονός ότι το Ισραήλ ξεκίνησε την επιχείρηση “Συμπαγές Μολύβι” στη Γάζα χωρίς καν να τον ενημερώσει κι ενώ εκείνος είχε αναλάβει διαμεσολαβητικό ρόλο με τη Συρία μετά την επίθεση στον “Στολίσκο της Ελευθερίας” οι σχέσεις του με το Ισραήλ δεν θα είναι ποτέ ξανά ίδιες. Ομως η Τουρκία δεν αντιτάχθηκε στην ένταξη του Ισραήλ στον ΟΟΣΑ. Ο Ερντογάν κρατά μια ευαίσθητη, περίπλοκη γραμμή. Θέλει ταυτόχρονα να είναι μέλος του ΝΑΤΟ, υποψήφιος για ένταξη στην Ευρώπη, Μεγάλος στη Μέση Ανατολή, κοντά στο Ιράν και τον αραβικό κόσμο χωρίς να γκρεμίσει τις γέφυρες με το Ισραήλ. Ενα πλούσιο και εκρηκτικό κοκτέιλ».
Η Τουρκία, συνομολογεί στην ισπανική «Εl Ρais» ο Μ. Α. Μπαστενιέ, φιλοδοξεί να κυριαρχήσει στη δεκαετία που διανύουμε, να την εγγράψει στα κιτάπια των ιστορικών του μέλλοντος ως «η δεκαετία της νέας, ευρω-ασιατικής Τουρκίας». Εσωτερικά και εξωτερικά, η Τουρκία ρει. Η δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν είναι ακόμα πλήρως εδραιωμένα, έχουν γίνει όμως σημαντικά βήματα. Διεθνώς, η χώρα βάζει τις δικές της προτεραιότητες, τις υπερασπίζεται με αρκετή επιτυχία. «Αυτό είναι και σωστό και ρεαλιστικό», αποφαίνεται η «Guardian». «Η Τουρκία αλλάζει, πράγματι. Κρατά στο χέρι πολλά χαρτιά. Ο υπόλοιπος κόσμος όμως πρέπει να δουλέψει με αυτές τις αλλαγές, όχι να τις φοβάται».
Διχάζει την Τουρκία το πρόβλημα της Γάζας
«Μια πιο ισχυρή Τουρκία αναδύεται», δηλώνει στα «ΝΕΑ» ο τούρκος πρώην υπουργός Εξωτερικών Ιλτέρ Τουρκμέν εκτιμώντας ότι το εβραϊκό λόμπι δεν μπορεί να βλάψει την Τουρκία. Ωστόσο υπάρχει και η άποψη ότι η Αγκυρα «υπερβάλλει» με την αντίδρασή της εναντίον του Ισραήλ οδηγώντας τη χώρα σε επικίνδυνα μονοπάτια.
Η επίθεση του Ισραήλ εναντίον του τουρκικού πλοίου «Μαβί Μαρμαρά» το οποίο μετέφερε ανθρωπιστική βοήθεια στη Γάζα, δημιούργησε ένα νέο σκηνικό στις διεθνείς σχέσεις. Ο υπουργός Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου μίλησε για «11η Σεπτεμβρίου της Τουρκίας», θέλοντας να δώσει το μήνυμα ότι για την Αγκυρα αυτή η επίθεση είναι ένα γεγονός- σταθμός. Φαίνεται ότι αυτή η εξέλιξη επαναπροσδιορίζει τη θέση της Τουρκίας στο διεθνές σκηνικό αν και οι απόψεις διχάζονται ως προς το πού βαδίζει η χώρα. Οι απόψεις είναι κυρίως δύο.
Η πρώτη σχολή επισημαίνει ότι ο τούρκος πρωθυπουργός Ταγίπ Ερντογάν διαχειρίστηκε σωστά την κρίση και η χώρα αναλαμβάνει έναν σημαντικό ρόλο στη Μέση Ανατολή. Αυτό που έχει στο μυαλό του ο τούρκος πρωθυπουργός δεν είναι να αποκοπεί από τη Δύση αλλά να ισχυροποιήσει τη θέση του παίζοντας ηγετικό ρόλο στην περιοχή. Αυτήν την πολιτική ο πρώην τούρκος υπουργός Εξωτερικών δεν θέλει να την ονομάσει «νεοοθωμανική». Εκτιμά ότι ο συνδυασμός μιας ισχυρής οικονομίας και μιας περισσότερο ενεργής εξωτερικής πολιτικής δημιουργεί μια ισχυρή Τουρκία. «Ο Οζάλ άνοιξε τον δρόμο αλλά η πραγματική ανάπτυξη άρχισε από το 2002», λέει ο Ιλτέρ Τουρκμέν. Χαρακτηρίζει επιτυχημένο τον τρόπο που διαχειρίστηκε την κρίση ο τούρκος πρωθυπουργός, επισημαίνοντας ότι πέτυχε να δημιουργήσει μια κοινή πεποίθηση ότι πρέπει να αρθεί το εμπάργκο στη Γάζα, υποχρέωσε τους Ισραηλινούς να απελευθερώσουν τους ομήρους και κατάφερε να πείσει το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ να ζητήσει έρευνα για τα γεγονότα. Πόσο κινδυνεύει όμως η Τουρκία από το εβραϊκό λόμπι; «Είμαι υπέρ των καλών σχέσεων με το Ισραήλ επειδή τα τελευταία χρόνια η τουρκική εξωτερική πολιτική διατηρούσε καλές σχέσεις τόσο με το Ισραήλ όσο και με τον αραβικό κόσμο», αναφέρει ο Ιλτέρ Τουρκμέν αλλά εκτιμά πως όσο και να προσπαθήσει το εβραϊκό λόμπι να βλάψει την Τουρκία, δεν θα τα καταφέρει επειδή και οι ΗΠΑ χρειάζονται την Τουρκία και αντίστοιχα η Τουρκία τις ΗΠΑ.
Απροσδόκητες εξελίξεις. Η δεύτερη σχολή εκτιμά ότι δεν αποκλείεται η Αγκυρα να βρεθεί μπροστά σε απροσδόκητες εξελίξεις αν επιλέξει να κλιμακώσει την ένταση με το Ισραήλ. «Σε αυτήν την κρίση δεν υπάρχει κατάσταση win- win επειδή έχασε και η Τουρκία και το Ισραήλ, ίσως η μόνη κερδισμένη να είναι η Χαμάς», λέει στα «ΝΕΑ» ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μπαχτσέσεχιρ, Τζενγκίς Ακτάρ. Σύμφωνα με τον τούρκο καθηγητή, «η Τουρκία διορθώνει τις σχέσεις της με τη Μέση Ανατολή και τις χαλάει με τις υπόλοιπες χώρες, κάτι το οποίο δεν είναι πολύ έξυπνο». Ο τούρκος πρωθυπουργός ενδεχομένως να κέρδισε τον αραβικό λαό αλλά δεν κέρδισε και τις κυβερνήσεις των αραβικών χωρών οι οποίες δεν βλέπουν θετικά τη στήριξη της Αγκυρας προς τη Χαμάς. «Ο τούρκος πρωθυπουργός αυτήν τη στιγμή φαίνεται ισχυρός αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι. Οταν έχεις τον μισό κόσμο εναντίον σου δεν μπορεί να είσαι ισχυρός», σχολιάζει ο τούρκος καθηγητής. Και ο τούρκος δημοσιογράφος Μεχμέτ Αλί Μπιράντ εκτιμά πως αν η Αγκυρα διαχειριστεί σωστά την κρίση χωρίς συναισθηματισμούς, τότε δεν θα διογκωθεί το πρόβλημα. Σε διαφορετική περίπτωση, το Ισραήλ μαζί με τις Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να βλάψουν την Τουρκία. «Η ένταση θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο αν η Ουάσιγκτον θελήσει να στηρίξει το Ισραήλ και τιμωρήσει την Τουρκία για το θέμα του Ιράν», εκτιμά ο Μεχμέτ Αλί Μπιράντ. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Αγκυρα θα είναι υποχρεωμένη να απαντήσει και τότε η κατάσταση θα βγει εκτός ελέγχου. «Δεν υπάρχει ασφάλεια για το αύριο», σύμφωνα με τον δημοσιογράφο.
Εκείνο όμως που προκάλεσε τη μεγαλύτερη έκπληξη είναι η παρέμβαση του ηγέτη του μεγαλύτερου θρησκευτικού τάγματος της Τουρκίας, Φετουλάχ Γκιουλέν, ο οποίος επέκρινε την αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας στη Γάζα. Πολιτικοί αναλυτές εκτιμούν ότι η δήλωση Γκιουλέν είναι ουσιαστικά προειδοποίηση προς την τουρκική κυβέρνηση. Η ανθρωπιστική βοήθεια οργανώθηκε από την τουρκική οργάνωση ΙΗΗ η οποία χαρακτηρίζεται ακραία ισλαμική και ο Φετουλάχ Γκιουλέν διαφοροποιείται τώρα δημοσίως.
ΝΕΑ-ΑΝΝΑ ΑΝΔΡΕΟΥ
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
