Ακολουθήστε μας

Διεθνή

ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ «ΓΙΑΧΟΥΝΤΙ ΟΥΡΦΑ» ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ

Δημοσιεύτηκε στις

Σύμφωνα με διπλωματικές εκτιμήσεις, με την αποχώρηση των δυνάμεων των ΗΠΑ από το Ιράκ, θα υπάρξει ταυτόχρονη ανακήρυξη ανεξάρτητου Κουρδικού Κράτους στο Β. Ιράκ.

Ο νέος γεωπολιτικός χάρτης-Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΗΠΑ, ΤΩΝ ΚΟΥΡΔΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΙΣΡΑΗΛ

του Όμηρου Φωτιάδη
Στις 20/09/2006, στο πρόγραμμα του BBC Newsnight, παρουσιάστηκε ένας πρώην Ισραηλινός στρατιωτικός, ο οποίος δήλωσε ότι συμμετείχε, από το 2004, σε πρόγραμμα στρατιωτικής εκπαίδευσης Κούρδων στην πόλη Αρμπίλ (Arbil), του Βόρειου Ιράκ
Στην εκπομπή του BBC Newsnight, επίσης, αναφέρθηκε ότι η ισραηλινή εταιρία ασφάλειας Interop και δύο θυγατρικές της, οι Kudo και Colosiam, ήταν μεταξύ των εταιριών που εξόπλιζαν με συστήματα ασφαλείας το υπό κατασκευή αεροδρόμιο του Αρμπίλ.

Πληροφορίες που αναφέρονται στον Τουρκικό Τύπο, τους τελευταίους μήνες, φέρουν τον πρώην αρχηγό της Ισραηλινής MOSSAD, Ντάνι Γίατομ (Dany Yatom), να βρίσκεται σε στενή, μυστική συνεργασία με τους Κούρδους του Β. Ιράκ, για την εκπαίδευση κουρδικών δυνάμεων, σε στρατόπεδο στο Β. Ιράκ, με την κωδική ονομασία «Ζ». Ο Ντάνι Γίατομ ήταν από τους ιδρυτές της Interop και πρόεδρος της εταιρίας έως και το 2003. Κατά την περίοδο 2004-5, οι εταιρίες Interop και Kudo διευθύνονταν από έναν πρώην Ισραηλινό της αντιτρομοκρατικής ομάδας, τον Σλόμι Μίκαελς (Shlomi Michaels).

Τον Ιούλιο του 2006 το επίσημο περιοδικό των Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ, “Armed Forces Journal”, παρουσίασε χάρτη της Μέσης Ανατολής, με νέα προτεινόμενα σύνορα, τα οποία αλλάζουν δραματικά τον χάρτη όλης της περιοχής. Τον χάρτη συνέταξε ο απόστρατος Συνταγματάρχης της DIA, Ralph Peters, περιγράφοντας το Κουρδικό κράτος να περιλαμβάνει ολόκληρη τη ΝΑ και Ανατολική Τουρκία, συνορεύοντας με τη Γεωργία και την Αρμενία, όπως και μεγάλα τμήματα της Συρίας και του Ιράν.

Η τουρκική αντιπολίτευση αντέδρασε άμεσα, ζητώντας την παρέμβαση του πρωθυπουργού Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν (Recep Tayyip Erdogan). Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 15/09/2006, κρίση ξέσπασε στις σχέσεις Άγκυρας και Ουάσινγκτον, όταν στη διάρκεια σεμιναρίου του ΝΑΤΟ στη Ρώμη, Αμερικανός Συνταγματάρχης παρουσίασε τον χάρτη του Ralph Peters, με αποτέλεσμα την αποχώρηση των Τούρκων αξιωματικών από την αίθουσα. Η Τουρκία ζήτησε εξηγήσεις από τις ΗΠΑ, οι οποίες δήλωσαν ότι: «… κατανοούν τις τουρκικές ανησυχίες, όμως εξετάζουν κάθε σενάριο στο πλαίσιο ακαδημαϊκών εργασιών».

Σφοδρές αντιδράσεις υπήρξαν εκ μέρους της Τουρκίας και στην πρόσφατη δημοσίευση της έκθεσης με τίτλο « Κούρδοι μετά τον Σαντάμ», του Κέντρου Μελετών του Κογκρέσου των ΗΠΑ, την οποία συνοδεύει χάρτης που φέρει την Τουρκία διαμελισμένη και σκιαγραφεί το Κουρδικό κράτος. Τη σημαντική αυτή έκθεση μας παρουσίασε στην Ελλάδα ο Σάββας Καλεντερίδης.

Ο «Άπο» και η Mossad
Ο πρώην Τούρκος πρωθυπουργός, Μπουλέν Ετζεβίτ (Bülent Ecevit), λίγους μήνες πριν πεθάνει ομολόγησε ότι «ποτέ δεν κατάλαβε γιατί του παρέδωσαν πακέτο τον Οτσαλάν (Abdullah Öcalan)»! Υποστήριξε πως ξένες μυστικές υπηρεσίες είχαν αναλάβει το έργο απαγωγής του Κούρδου ηγέτη και τον παρέδωσαν στις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες, οι οποίες τον παρέλαβαν από το Ναϊρόμπι.

Δημοσιεύματα του Τουρκικού και του Διεθνούς Τύπου, με πιο πρόσφατο, πριν λίγους μήνες, την τουρκική επιθεώρηση «Αϊντιλίκ» (Aydinlik Newspaper), έγραψαν ότι η Ισραηλινή MOSSAD απήγαγε τον Α. Οτσαλάν και τον παρέδωσε στην Τουρκική ΜΙΤ . Οι Ισραηλινοί έτσι εξασφάλισαν σοβαρά ανταλλάγματα από την Τουρκία και παράλληλα προκάλεσαν τεράστιο πρόβλημα στην Τουρκία, η οποία δεν γνώριζε, ούτε είχε σχεδιάσει τι θα έκανε σε περίπτωση σύλληψης του «Άπο»!

Η «Αϊντιλίκ» υποστηρίζει ότι οι Ισραηλινοί γνώριζαν για τη μελλοντική επέμβαση των ΗΠΑ στο Ιράκ και τον κυρίαρχο ρόλο που θα διαδραμάτιζαν οι Κούρδοι του Ιράκ στα σχέδια για την περιοχή. Ο Α. Οτσαλάν αποτελούσε σοβαρό εμπόδιο για τα ισραηλινά σχέδια, καθώς δεν ήταν υπό τον έλεγχό τους, και προβαλλόταν ως ο μελλοντικός ηγέτης όλων των Κούρδων της περιοχής.

Τον Σεπτέμβριο του 2003 το τουρκικό εβδομαδιαίο περιοδικό “Aksyon” κάνει λόγο για μυστική συνεργασία του Κούρδου ηγέτη Μασούντ Μπαρζανί (Massoud Barzani) με τους Ισραηλινούς, από την δεκαετία του ’60!


H ΜΙΤ, η JΙΤΕΜ και οι Τουρκομάνοι του Β. Ιράκ

Οι τουρκικές μυστικές υπηρεσίες ΜΙΤ και JITEM, από τη δεκαετία του ’70 είχαν δημιουργήσει ισχυρά δίκτυα πρακτόρων τους στο Βόρειο Ιράκ, μέσα από τον Τουρκομανικό πληθυσμό, με σκοπό την υπονόμευση της προοπτικής δημιουργίας ενιαίου κουρδικού πολιτικού φορέα και την αποδυνάμωση των προσπαθειών για αυτονομία των Κούρδων του Β. Ιράκ.

Οι Τούρκοι δημιούργησαν μια μυστική υπηρεσία (αποτελούμενη από Τουρκομάνους), μέσα στο βόρειο Ιράκ, με την επωνυμία I.T.C. Επίσης, Τουρκομάνοι εκπαιδεύτηκαν από το Τμήμα Ειδικού Πολέμου του Τουρκικού Γενικού Επιτελείου, πλησίον της πόλεως Αρμπίλ (Arbil), του Β. Ιράκ, στην κωμόπολη Αλτίν Κιοπρού (Altinkopru: τα αρχαία Άρβηλα), δημιουργώντας ένοπλα τμήματα οργανωμένα, υπό τη διοίκηση της αποκαλούμενης «Τουρκομενική Ομάδα Ασφαλείας», με τα διακριτικά TGD.

Οι τουρκικές υπηρεσίες, μετά την εισβολή των ΗΠΑ, χρησιμοποίησαν ως προκάλυμμα της υπονομευτικής και ανατρεπτικής μυστικής τους δράσης την Ερυθρά Ημισέληνο και διάφορες εταιρίες, κυρίως κατασκευαστικές.

Κύρια κέντρα δράσης της ΜΙΤ και της JITEM ήταν κυρίως οι περιοχές Ζάχο, Μπεντιχάν, Ντοχούκ και Νατζέφ.

Από τον Ιούνιο του 2003 Αμερικανοί της CIA σε συνεργασία με Κούρδους ξεκίνησαν την εξάρθρωση των κατασκοπευτικών και ανατρεπτικών δικτύων της Τουρκίας στο Β. Ιράκ.

Αποκορύφωμα της κοινής δράσης Κούρδων και Αμερικανών ήταν η σύλληψη, στις 4 Ιουλίου 2003, 11 ανδρών των Ειδικών Δυνάμεων της Τουρκίας, στην περιοχή της Σουλεϋμανιγιέ (Suleimaniya), οι οποίοι προετοίμαζαν τη δολοφονία του στρατιωτικού ηγέτη του ΡΚΚ, Τζεμίλ Μπαγίκ (Cemil Bayik) και του Κούρδου εκλεγμένου διοικητή της πόλης Κιρκούκ (Kirkuk), Αμπντούλ Ραχμάν Μουσταφά (Abdul Rahman Mustafa). Οι 11 Τούρκοι υπέστησαν διαπόμπευση και ταπεινωτική μεταχείριση από τους Αμερικανούς, οι οποίοι τους μετέφεραν στη Βαγδάτη, δεμένους πισθάγκωνα και με κουκούλες, μπροστά στα διεθνή τηλεοπτικά συνεργεία.

Χρειάστηκε η επικοινωνία του Τ. Ερντογάν με τον G. Bush, για να απελευθερωθούν μετά από λίγες μέρες οι Τούρκοι πράκτορες.

Η υπόθεση αυτή γυρίστηκε σε κινηματογραφική ταινία στην Τουρκία, με τίτλο «Η Κοιλάδα των Λύκων – Ιράκ» (“Valley of the Wolves Iraq”). Την πρώτη εβδομάδα προβολής της ταινίας πωλήθηκαν πάνω από 2.5 εκατομμύρια εισιτήρια. Ο σκηνοθέτης της ταινίας, Serdar Akar είναι γνωστός για τις σχέσεις του με την Τουρκική ΜΙΤ.

Το θέμα της ταινίας πήρε μεγάλες, διεθνείς διαστάσεις και προκάλεσε τις σφοδρές αντιδράσεις του Αμερικανικού Πενταγώνου.

Στις 14 Σεπτεμβρίου του 2003, μέλη της Τουρκομανικής TGD και άνδρες των Ειδικών Δυνάμεων της Τουρκίας συνελήφθησαν και πάλι κοντά στο Αρμπίλ και απελάθηκαν στην Τουρκία. Στις αρχές Οκτωβρίου του 2003 ακολούθησαν μαζικές συλλήψεις Τουρκομάνων των ITC και TGD, καθώς και Κούρδων συνεργατών της ΜΙΤ, σε μια τεράστια επιχείρηση αντικατασκοπίας, σε όλο το Β. Ιράκ.

Ανάμεσα στους συλληφθέντες ήταν και ο ιμάμης της συνοικίας Μιτζέμι (Mizemi) του Ζάχο, Mele Yeyas Ahmed, και ο Mele Idris Seyid Ali, ιμάμης του μεγάλου τζαμιού του Ζάχο. Αρκετοί μουλάδες συνελήφθησαν, ενώ στο Ντοχούκ συνελήφθησαν άλλοι 11 Τούρκοι στρατιωτικοί και οι διοικητές τους, αξιωματικοί της ΜΙΤ, Emit Kucer και Kasim Xeri.

Στο Ζάχο και πάλι τις επόμενες ημέρες, μόλις 6 χιλιόμετρα από την πόλη, στις αποθήκες ενός γκαράζ με την επωνυμία Loji, κατασχέθηκαν μεγάλες ποσότητες όπλων και εκρηκτικών, τα οποία προορίζονταν για τα μέλη των ITC και TGD, στις πόλεις Μοσούλη και Κιρκούκ (Mosul και Kirkuk). Στην ίδια περιοχή συνελήφθησαν όλα τα ηγετικά στελέχη μιας άλλης Τουρκομανικής οργάνωσης με την επωνυμία «Εθνικό Τουρκομανικό Μέτωπο».

Μέσα σε 6 μήνες, Αμερικανοί και Κούρδοι εξάρθρωσαν σχεδόν όλα τα δίκτυα των Τουρκικών μυστικών υπηρεσιών στο Β. Ιράκ.

Κύριο στόχο της Τουρκίας, εκτός από την αναστολή δημιουργίας Κουρδικού κράτους, αποτελεί η συμμετοχή της στα κέρδη από τα πλούσια κοιτάσματα πετρελαίου του Κιρκούκ και της Μοσούλης στο Β. Ιράκ.

Οι Τουρκομάνοι διαπραγματεύονται για λογαριασμό της Τουρκίας, ζητώντας το 25% από τα μελλοντικά κέρδη, ενώ αμφισβητούν το καθεστώς του Κιρκούκ, το οποίο είναι υπό Κουρδικό έλεγχο.

Το καθεστώς του Κιρκούκ θα καθοριστεί από τα αποτελέσματα δημοψηφίσματος που θα γίνει εντός του 2009 και θεωρείται βέβαιο ότι θα συμπεριληφθεί εντός της κουρδικής διοίκησης του Β. Ιράκ. Οι Τούρκοι προσπαθούν να μεταφέρουν από τις αρχές του 2004 Τουρκομάνους προς το Κιρκούκ, για να αλλοιώσουν τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος, τους οποίους όμως οι Κούρδοι προωθούν νοτιότερα, βάσει σχεδίου, θέλοντας να δημιουργήσουν μια ζώνη με Τουρκομάνους κατοίκους στα όρια Ιράκ και Β. Ιράκ – Κουρδιστάν. Δηλαδή να διαχωριστούν από τους Ιρακινούς Άραβες και να μεσολαβεί μεταξύ τους μια ζώνη από τα σύνορα της Συρίας μέχρι το Ιράν, αποτελούμενη από Τουρκομάνους. Τα 2,5 περίπου εκατομμύρια των Τουρκομάνων του Β. Ιράκ έχουν γίνει αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης τόσο των Τούρκων, όσο και των Κούρδων και των ΗΠΑ.

Το «μεγάλο Κουρδιστάν» και οι Ισραηλινοί

Ο Κουρδικός παράγοντας στην ευρύτερη περιοχή έχει αναδειχθεί σε ρυθμιστικό γεωστρατηγικό στοιχείο, το οποίο και θα καθορίσει τα τεκταινόμενα και τις γεωπολιτικές εξελίξεις σε όλη την περιφέρεια και τη Μέση Ανατολή.

Τα 6 εκατομμύρια Κούρδων του Β. Ιράκ ήδη λειτουργούν υπό συνθήκες ενός νέου κράτους. Το μόνο που απέμεινε είναι η ανακήρυξή του.

Οι παρενέργειες μιας τέτοιας προοπτικής τεράστιες, καθώς στην ΝΑ Τουρκία ζουν πάνω από 14 εκατομμύρια Κούρδοι, ενώ οι Κούρδοι της Συρίας και του Ιράν ξεπερνούν τα 5 εκατομμύρια. Οι συγκεντρώσεις των Κουρδικών πληθυσμών σχηματοποιούνται μέσα σε γεωγραφική ενότητα. Η πληθυσμιακή ομοιογένεια των περιοχών τους, η συνέχειά τους, από τη Συρία – Β. Ιράκ – Τουρκία – Ιράν, δίνουν τη μελλοντική προοπτική της δημιουργίας ενός μεγάλου Κουρδικού Κράτους, με συντριπτική ομοιογένεια (εθνική, φυλετική και θρησκευτική) και πληθυσμό άνω των 25 εκατομμυρίων, χωρίς να συμπεριληφθούν τα υπόλοιπα 7 εκατομμύρια Κούρδων, τα οποία βρίσκονται διάσπαρτα στην Τουρκία.

Η περιοχή ολόκληρης της ΝΑ Τουρκίας έχει γίνει στόχος των Ισραηλινών από τη δεκαετία του ’80. Δημιουργώντας μικτές Τουρκοϊσραηλινές εταιρίες, με Τουρκοεβραίους, οι Ισραηλινοί, σταθερά, έχουν επενδύσει στην περιοχή πάνω από 3 δισεκατομμύρια δολάρια, στους τομείς τηλεπικοινωνιών, βιομηχανίας, βιοτεχνολογίας, αγροτικής καλλιέργειας, βιομηχανικής παραγωγής γεωργοκτηνοτροφικών προϊόντων κ.λπ., κυρίως όμως η σοβαρή δραστηριότητα επικεντρώνεται στον κατασκευαστικό τομέα. Σύμφωνα με την τουρκική εφημερίδα «Χουριέτ» (Hürriyet, 22/10/2000) 14 μικτές Τουρκοϊσραηλινές εταιρίες δραστηριοποιούνται με συνολικό εργατικό δυναμικό, 4.500 ανθρώπους και οι επενδύσεις τους φτάνουν το ύψος των 650 εκατομμυρίων δολαρίων.

Μία από τις μεγαλύτερες μεικτές εταιρίες, η «CLAL Grubu», μόνο το 1999 είχε 3,6 δισεκατομμύρια δολάρια τζίρο, απασχολώντας 17.000 άτομα προσωπικό. Οι μεγάλες Ισραηλινές εταιρίες με δράση στη ΝΑ Τουρκία είναι οι Baser Holding, Banana, Old Navy, May Company, Jones of NY και άλλες.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 2004 διέρρευσε στα τουρκικά περιοδικά NOKTA και AYDILIK μυστική αναφορά του Ισραηλινού αξιωματούχου της MOSSAD, Αμπραχάμ Τιλμέν, όπου περιγράφεται η αγορά μιας τεράστιας έκτασης 450 χιλιάδων στρεμμάτων στην περιοχή Ούρφας (Urfa) στην ΝΑ Τουρκία, για λογαριασμό του Ισραήλ. Επίσης, γίνεται αναφορά για την κατοχή 75.358 τετραγωνικών χιλιομέτρων στις περιοχές των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη και αναλόγου μεγέθους εκτάσεις στις επαρχίες, Αντιγιαμάν, Μπατμάν, Ντιγιαρμπακίρ, Γκαζιαντέπ, Κίλις, Μαρντίν, Σιΐρτ και Σιρνάκ.

Την ίδια περίοδο το περιοδικό «Αϊντινλίκ» (Aydinlik) επιβεβαιώνει την ανοικοδόμηση Ισραηλινού πολιτιστικού κέντρου, συναγωγής και βοηθητικών χώρων στην επαρχία της Ούρφα, σε έκταση 186 χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων, ύψους 20 εκατομμυρίων δολαρίων. Ο Ισραηλινός πράκτορας, αναφέρει στην έκθεσή του μυστική συμφωνία του Τ. Ερντογάν με τους Ισραηλινούς, για την εγκατάσταση του Ισραήλ στην περιοχή. Ο δήμαρχος της Ούρφα, Αχμέτ Μπαχτσιβάν (Ahmet Bahcivan), από τον Μάρτιο του 2004, που ανέλαβε καθήκοντα, πουλάει συνεχώς τεράστιες δημόσιες εκτάσεις στους Ισραηλινούς. Σημειώνεται ότι είναι στενός φίλος του Τ. Ερντογάν. Ο προηγούμενος δήμαρχος της Ούρφα είχε καταγγείλει πολλές φορές δημόσια τις δραστηριότητες Ισραηλινών αποστολών και Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (ΜΚΟ) στην περιοχή, ότι υπονομεύουν την τουρκική κυριαρχία.

Το πρόγραμμα GAP
Το θέμα ήρθε και στην Τουρκική Βουλή, με πρωτοβουλίες του Βουλευτή του Λαϊκού Κόμματος της περιοχής Ούρφα, Βεντάτ Μελίκ (Vedat Melik), και του ανεξάρτητου βουλευτή του Μαρντίν, Μουχαρέμ Ντογάν (Muharrem Dogan).

Οι δύο βουλευτές είναι πολύ αποκαλυπτικοί στις επερωτήσεις τους, καθώς κάνουν λόγο για το κολοσσιαίο πρόγραμμα ανάπτυξης της ΝΑ Τουρκίας, με τη γνωστή ονομασία GAP , το οποίο παρουσιάζουν ως Ισραηλινής έμπνευσης, για τον έλεγχο των υδάτων των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη και κατ’ επέκταση τον έλεγχο των υδάτων στη Μέση Ανατολή. Παράλληλα, παρουσιάζουν πλήθος στοιχείων, στα οποία φαίνεται πως τεράστιες περιοχές της ΝΑ Τουρκίας βρίσκονται σε Ισραηλινά χέρια.

Στα μέσα Αυγούστου του 2004, ο αδελφός του Κούρδου ηγέτη Α. Οτσαλάν, Οσμάν Οτσαλάν (Osman Öcalan), δήλωνε υπέρ της Αμερικανικής παρέμβασης στο Ιράκ. Λίγες μέρες αργότερα (10/09/2004) η γερμανική εφημερίδα “Der Tagesspiegel” ανέφερε ότι ο Ο. Οτσαλάν διατηρεί άριστες σχέσεις με τους Ισραηλινούς. Από την έναρξη του αγώνα των Κούρδων στη ΝΑ Τουρκία, ο Τουρκικός Στρατός έχει ισοπεδώσει πάνω από 4.500 Κουρδικά χωριά και έχει εκτοπίσει εκατοντάδες χιλιάδες Κούρδους προς άλλες περιοχές. Τουλάχιστον τα μισά από τα ισοπεδωμένα αυτά χωρία πωλήθηκαν με διαφόρους τρόπους στους Ισραηλινούς. Οι πληροφορίες αυτές είδαν το φως της δημοσιότητας το 1994… Μετά από 12 χρόνια θεωρείται βέβαιο ότι πέρασαν υπό Ισραηλινή ιδιοκτησία, πολλά περισσότερα χωρία και εκτάσεις.

Από τον Αύγουστο του 2004, λειτουργεί στη Βαγδάτη το «Ισραηλινό Κέντρο Ερευνών Μέσης Ανατολής», με προσωπικό πάνω από 400 άτομα. Το κέντρο αυτό είναι το καλυμμένο μυστικό Αρχηγείο της Ισραηλινής MOSSAD, σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες της Τουρκικής εφημερίδας «Γενί Σαφάκ» (Yeni Safak).

Από τις αρχές του 2005, οι Ισραηλινοί, μέσω πολυσχιδών και πολυειδών δραστηριοτήτων, κυρίως στο Β. Ιράκ, έχουν αγοράσει ολόκληρα τετράγωνα και τεράστιες εκτάσεις στις Κουρδικές πόλεις Κιρκούκ, Μοσούλη, Αρμπίλ και Σουλεϊμανίγια. Αποκορύφωμα και επιβεβαίωση όλων των πληροφοριών ήταν οι δηλώσεις στις 3 Ιουλίου του 2004, του ίδιου του Αριέλ Σαρόν (Ariel Sharon), ότι οι σχέσεις του Ισραήλ με τους Κούρδους ηγέτες, Τζελάλ Ταλαμπανί και Μασούντ Μπαρζανί, είναι άριστες και προωθούνται στρατηγικές συνεργασίες για το μέλλον.

Από την 22η Ιουνίου του 2004, οι Τουρκικές εφημερίδες Μιλιέτ , Χουριέτ, Σαμπάχ και Ράντικαλ ξεκίνησαν μια άνευ προηγουμένου δημοσίευση στοιχείων, στα οποία καταδείκνυαν ότι το Ισραήλ χρησιμοποιεί τους Κούρδους στο Ιράκ και την Τουρκία, για να προωθήσει τα συμφέροντά του και παρουσιάζει τις Ισραηλινές διεισδύσεις, ως «Ισραηλινή εγκατάσταση» στις περιοχές.

Το Ισραήλ, από το 1999, μετέχει ενεργά στα προγράμματα γεωργικών εφαρμογών και υδροδότησης της GAP για την ΝΑ Τουρκία.

Τον Ιανουάριο του 2004, το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας της Τουρκίας, σε μυστική του έκθεση, έκανε λόγο για μεγάλες αλλαγές στο ζήτημα των ενεργειακών αγωγών, τονίζοντας ότι η επαναλειτουργία του αποκαλούμενου «Υπερισραηλινού Αγωγού» (Trans Israel Pipeline – TIP) Κιρκούκ – Χάιφας θα πλήξει καίρια τα Τουρκικά συμφέροντα. Την ίδια περίοδο επανειλημμένα σαμποτάζ έγιναν στον αγωγό Κιρκούκ – Γιουμουρταλίκ της Τουρκίας, ο οποίος ουσιαστικά κατέστη ανενεργός πλέον, γκρεμίζοντας τις προθέσεις των Τούρκων για συμμετοχή τους στις δραστηριότητες και τα κέρδη των Ιρακινών πετρελαίων.

Ο Ισραηλινός αγωγός ΤΙΡ κατασκευάστηκε το 1968, με δυναμικότητα 1 εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως, και καταλήγει μέσω άλλων αγωγών στο Ισραηλινό λιμάνι του Εϊλάτ (Eilat), στην Ερυθρά Θάλασσα, και του Ασκαλόν (Askalon) στη Μεσόγειο. Ο αγωγός αυτός είχε σταματήσει να λειτουργεί, μετά την Ισλαμική επανάσταση στο Ιράν.

Στις 05/08/2006, ο Τ. Ερντογάν εγκαινίασε το φράγμα Ιλισού του Ποταμού Τίγρη, μόλις 45 χιλιόμετρα από τη Συρία και ένα τεράστιο υδροηλεκτρικό εργοστάσιο, στο πλαίσιο του φιλόδοξου προγράμματος GAP, ύψους 1,9 δισεκατομμύρια δολαρίων, κάτι που προκάλεσε τις αντιδράσεις του Αραβικού Συνδέσμου, ο οποίος έκανε λόγο για μεγάλους μελλοντικούς κινδύνους για τη Μέση Ανατολή, από το πρόγραμμα GAP, το οποίο ουσιαστικά θα ελέγχει τη διαχείριση των υδάτων του Τίγρη και του Ευφράτη, των μοναδικών πηγών υδροδότησης ολόκληρης της περιοχής.

Σχέδια «Νέο Ισραήλ» και «Γιαχουντί Ούρφα»
Διπλωματικές εκτιμήσεις θεωρούν βέβαιο, ότι με την αποχώρηση των δυνάμεων των ΗΠΑ από το Ιράκ, θα υπάρξει ταυτόχρονη ανακήρυξη ανεξάρτητου Κουρδικού κράτους στο Β. Ιράκ.

Υποθέσεις εργασίας διεθνών ινστιτούτων και μελέτες τους φέρουν τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου Μεγάλου Κουρδικού Κράτους, το οποίο θα ελέγχει τα ύδατα της Μέσης Ανατολής, δηλαδή τον Τίγρη και τον Ευφράτη και θα αντικαταστήσει τον περιφερειακό ρόλο της Τουρκίας στην περιοχή.

Η προοπτική αυτή ανησυχεί σοβαρά, κυρίως το Στρατιωτικό κατεστημένο της Τουρκίας, μεγάλο μέρος του οποίου, όμως, ελέγχεται από τους Ισραηλινούς.

Ένας μελλοντικός διαμελισμός της Τουρκίας, υπέρ ενός Κουρδικού Κράτους υπό την απόλυτη επιρροή των ΗΠΑ και του Ισραήλ, θα έδινε τον πλήρη έλεγχο των υδάτων (αλλά και των πετρελαίων του Ιράκ) της Μέσης Ανατολής, με σοβαρές επιπτώσεις, για τον γεωπολιτικό χάρτη ολόκληρης της περιοχής και της Κεντρικής Ασίας.

Μένει να δούμε να επαληθεύονται οι πληροφορίες του τέως Δημάρχου της Ούρφα, ο οποίος δήλωσε απερχόμενος, το Μάρτιο του 2004, ότι η πρωτεύουσα της περιοχής Ούρφα, η πόλη «Σανλιούρφα» (Sanliurfa) θα μετονομαστεί μέχρι το 2010 σε «Γιαχουντί Ούρφα» (Yahudi Urfa), δηλαδή Ιουδαϊκή Ούρφα, με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό για το μέλλον της περιοχής.
diplomatia.gr

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός7 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις7 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή