Διεθνή
Η ατμομηχανή της Γερμανίας δεν «σέρνει» την Ευρώπη
Μέχρι πρόσφατα η Γερμανία χαρακτηριζόταν ως ένας από τους μεγάλους «ασθενείς» της Ευρώπης, με χαμηλή ανάπτυξη και υψηλή ανεργία. Τα τελευταία οικονομικά στοιχεία, όμως, ανατρέπουν την εικόνα αυτή δείχνοντας εκρηκτική ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας, η οποία οφείλεται σε άλμα των εξαγωγών της. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ελπίδες ότι η Γερμανία βγαίνει από την κρίση,αλλά αναλυτές οικονομολόγοι και κορυφαίοι ευρωπαίοι πολιτικοί αμφιβάλλουν για το αν ο εξαγωγικός αναπτυξιακός προσανατολισμός της γερμανικής οικονομίας μπορεί να βοηθήσει το σύνολο της ευρωζώνης να βγει από το τούνελ.
Η επιτάχυνση των ρυθμών ανάπτυξης της γερμανικής οικονομίας βασίζεται στην αύξηση των εξαγωγών της- κυρίως προς την Κίνα- ως αποτέλεσμα του παγώματος των μισθών των γερμανών καταναλωτών και της πολιτικής λιτότητας, η οποία μάλιστα σχεδιάζεται να ενταθεί τα επόμενα χρόνια και είναι κάθε άλλο παρά αποτέλεσμα της αύξησης της κατανάλωσης και της ζήτησης στη γερμανική οικονομία, πράγμα που θα μπορούσε να βγάλει από τη στασιμότητα τις άλλες χώρεςμέλη της ευρωζώνης.
Δεν είναι τυχαίο ότι η υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας, Κ. Λαγκάρντ, ο μεγαλοεπενδυτής Τζ. Σόρος και ο νομπελίστας καθηγητής Τζ. Στίγκλιτς χτυπούν το καμπανάκι του κινδύνου, τονίζοντας ότι το γερμανικό «θαύμα» βασίζεται αποκλειστικά σχεδόν στις εξαγωγές και λειτουργεί εις βάρος της κατανάλωσης και των επενδύσεων προκαλώντας, ίσως, τελικά περισσότερα προβλήματα στην Ευρώπη από όσα λύνει.
Ο κίνδυνος των εξαγωγών
Η γερμανική οικονομία, που είναι η μεγαλύτερη στην Ευρώπη, εξαρτάται τέσσερις φορές περισσότερο από ό,τι η αμερικανική από τις εξαγωγές για την ανάπτυξή της. Και αυτή η εμμονή της Γερμανίας να βασίζει την ανάπτυξη σχεδόν αποκλειστικά στις εξαγωγές υπονομεύει τις προσπάθειες άλλων χωρών της ευρωζώνης να ξεφύγουν από την κρίση και να οδηγηθούν σε ανάπτυξη- η ψαλίδα αυτή μάλιστα μεγαλώνει ιδιαίτερα απέναντι σε ασθενέστερες οικονομίες όπως η ελληνική, η πορτογαλική και η ισπανική.
Ο κίνδυνος, όπως εκτιμούν διεθνείς αναλυτές, είναι ο εξής: παρά το γεγονός ότι η Γερμανία πραγματοποίησε δραστικές περικοπές στον προϋπολογισμό για να μειώσει το δημοσιονομικό της έλλειμμα, είδε την ανάπτυξή της να εκτοξεύεται στο 2,2% το δεύτερο φετινό τρίμηνο σε σύγκριση με το πρώτο, βασιζόμενη στην αύξηση των εξαγωγών (κυρίως σε χώρες όπως η Κίνα). Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η ανάπτυξη στη Γερμανία «έτρεξε» το δεύτερο τρίμηνο με 9% σε ετήσια βάση!
Ολα αυτά συμβαίνουν ενώ οι μισθοί στη Γερμανία παραμένουν στάσιμοι ή είναι ακόμη και χαμηλότεροι σε σύγκριση με πέρσι λόγω του προγράμματος λιτότητας που εφαρμόζει το Βερολίνο. Είναι ενδεικτικό ότι εταιρείες όπως η Siemens ΑG και η Daimler ΑG εξακολουθούν να επιβάλλουν φρένο στους μισθούς, γεγονός που τους δίνει το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα μειώνοντας το κόστος παραγωγής.
Και νέα μέτρα λιτότητας
Η «ανάσα» αυτή στο γερμανικό ΑΕΠ κάνει τώρα την κυβέρνηση της κ. Μέρκελ ακόμη πιο αποφασισμένη, όχι μόνο να προχωρήσει σε νέες περικοπές δαπανών αλλά και να πιέσει για σκληρές αντίστοιχες περικοπές σε άλλες χώρες της ευρωζώνης- οι οποίες όμως δεν έχουν τόσο ισχυρή εξαγωγική βάση. Ουσιαστικά δηλαδή αναγκάζει άλλες οικονομίες να πραγματοποιήσουν περικοπές δαπανών που είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα «στραγγαλίσουν» την ανάπτυξη. Αυτό επηρεάζει ιδιαίτερα τον ευρωπαϊκό Νότο (δηλαδή την Ελλάδα, την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιταλία) που «δεν έχουν ξεφύγει ακόμη από τον κίνδυνο. Η δημοσιονομική προσαρμογή και οι διαρθρωτικές αλλαγές θα επηρεάσουν την ανάπτυξη προτού οδηγήσουν σε τόνωση της ανάπτυξης», τονίζει ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΙΝΓ, Carsten Βrzeski, μιλώντας στον Ρaul Carrel του Reuters. Προσθέτει μάλιστα ότι η ισχυρή ανάπτυξη που καταγράφεται πλέον στην ευρωζώνη (1% το δεύτερο τρίμηνο, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Εurostat) οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στο «γερμανικό εξαγωγικό φαινόμενο».
«Καμπανάκι» για Γερμανία από Λαγκάρντ, Σόρος και Στίγκλιτς
Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ευρωπαίοι πολιτικοί και κορυφαίοι οικονομολόγοι δεν είναι καθόλου φειδωλοί στην κριτική τους προς το Βερολίνο. Η γαλλίδα υπουργός Οικονομικών, Κ. Λαγκάρντ, και ο δισεκατομμυριούχος επενδυτής, Τζ. Σόρος, ζητούν από τη Γερμανία να επανεξετάσει την εξαγωγική της πολιτική αφού στην παρούσα μορφή της δημιουργεί κινδύνους για την παγκόσμια ανάπτυξη. Η Λαγκάρντ έχει ακόμη έναν λόγο να ανησυχεί, αφού βλέπει ότι η ψαλίδα της ανάπτυξης μεταξύ της Γερμανίας και της Γαλλίας συνεχώς ανοίγει: η αύξηση του ΑΕΠ στη Γαλλία ανήλθε το δεύτερο τρίμηνο σε 0,6%, δηλαδή σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα σε σύγκριση με την ανάπτυξη στη Γερμανία.
Ο νομπελίστας καθηγητής Οικονομικών και πρώην σύμβουλος του αμερικανού προέδρου Μπ. Κλίντον, Τζ. Στίγκλιτς, είναι ακόμη πιο σκληρός: «Η Γερμανία αποτελεί πρόβλημα», είπε σε συνέντευξή του από το Σίδνεϊ της Αυστραλίας, σύμφωνα με το Βloomberg. Ο Στίγκλιτζ ζητά από το Βερολίνο να λάβει περισσότερα μέτρα για αύξηση της κατανάλωσης και των επενδύσεων στο εσωτερικό της Γερμανίας.
Γίγαντας με κινέζικα πόδια;
Σύμφωνα με τα στοιχεία, η έκρηξη των εξαγωγών της Γερμανίας αποδίδεται κατά κύριο λόγο στη ζήτηση γερμανικών προϊόντων από την Κίνα. Σε πρόσφατο άρθρο τους, οι «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς» χτύπησαν το καμπανάκι του κινδύνου πως οι γερμανικές επιχειρήσεις- και ιδιαίτερα οι βιομηχανίες που αποτελούν την «ατμομηχανή» της γερμανικής οικονομίαςστηρίζονται σε πολύ μεγάλο βαθμό στη ζήτηση προϊόντων από την Κίνα. Είναι ενδεικτικό, σύμφωνα με τους «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς», ότι οι παραγγελίες από τον βιομηχανικό κλάδο αυξήθηκαν 32% το πρώτο εξάμηνο, ύστερα από μείωση 38% πέρσι.
Οι εισαγωγές θα βοηθούσαν την ευρωζώνη
Του ΜΙΧΑΛΗ ΜΑΣΟΥΡΑΚΗ
Οι εξαγωγές φαίνεται ότι έδωσαν μεγάλη ώθηση στη γερμανική οικονομία το 2ο τρίμηνο του 2010, όταν το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 3,7%, ρυθμό υπερδιπλάσιο του μέσου όρου της ευρωζώνης και πολλαπλάσιο χωρών που πλήττονται περισσότερο από την κρίση, όπως η νότια πτέρυγα της ευρωζώνης.
Πρέπει να σημειωθεί ότι όλες οι χώρες της ευρωζώνης είδαν τις εξαγωγές τους να αυξάνουν από την αρχή του χρόνου λόγω της παγκόσμιας ανάκαμψης. Στην Γερμανία, οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν το α΄ εξάμηνο του 2010 κατά 18,2%, από μια μείωση κατά 18,4% για όλο το 2009. Ακόμη και στην Ελλάδα είχαμε αύξηση των εξαγωγών αγαθών στο α΄ εξάμηνο κατά 2,5% έναντι μείωσης για όλο το 2009 κατά 17,5%. Με την ανάκαμψη των περισσοτέρων ευρωπαϊκών χωρών από τη βαθιά ύφεση του 2009 να είναι υποτονική και την Ευρώπη στα πρόθυρα περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής, η γερμανική εξαγωγική μηχανή φαίνεται να βρίσκει διέξοδο εκτός Ευρώπης και κυρίως σε χώρες όπως η Κίνα, οι ΗΠΑ και άλλες αναδυόμενες αγορές.
Η αύξηση των γερμανικών εξαγωγών δεν είναι τυχαία. Ας μην ξεχνάμε ότι η Γερμανία προφυλάσσει την εξαγωγική της βιομηχανία ως κόρη οφθαλμού. Στην περίοδο της μεγάλης χρηματοοικονομικής κρίσης και παγκόσμιας ύφεσης, η γερμανική κυβέρνηση έδωσε κίνητρα στην αυτοκινητοβιομηχανία στηρίζοντας την παραγωγή. Εφάρμοσε, επίσης, και συστήματα ευέλικτης εργασίας που στήριξαν την απασχόληση παρά τη μείωση της ζήτησης, με σημαντικό κόστος που ανέλαβε ο κρατικός προϋπολογισμός. Τα δε συνδικάτα έδωσαν προτεραιότητα στη διατήρηση των θέσεων εργασίας και όχι σε αυξήσεις μισθών. Τώρα, λοιπόν, που ανακάμπτει η παγκόσμια οικονομία, η γερμανική εξαγωγική μηχανή είναι πανέτοιμη για δράση.
Πόσο υγιής μπορεί να είναι;
Πολλοί αναλογίζονται, βεβαίως, πόσο υγιής μπορεί να είναι μια αύξηση των εξαγωγών, όταν βασίζεται στη ζήτηση μιας οικονομίας όπως της Κίνας που αναμένεται μάλλον να εξασθενήσει τα επόμενα τρίμηνα, καθώς ρυθμοί ανάπτυξης 10% τον χρόνο είναι μάλλον απίθανο να διατηρηθούν. Ενώ στις ΗΠΑ, ήδη έχει αρχίσει η επιβράδυνση της οικονομίας. Αναλογίζονται, επίσης, πόσο σοφή είναι για τη συνοχή της ευρωζώνης μια τέτοια κατάσταση, όταν αργά ή γρήγορα η Γερμανία θα αναγκαστεί να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στην εγχώρια ζήτηση για την ανάπτυξή της, κάτι που αποφεύγει επιμελώς να κάνει όσο υπάρχουν διέξοδοι για τις εξαγωγές της στη διεθνή αγορά, κυρίως εκτός Ευρώπης. Μια τόνωση της κατανάλωσης στη Γερμανία θα είχε ευεργετικές επιδράσεις στις εξαγωγές άλλων χωρών της ευρωζώνης και θα έφερνε γρηγορότερα την ανάκαμψη, και μάλιστα θα δημιουργούσε συνθήκες για μια πιο ισορροπημένη ανάπτυξη στην Ευρώπη.
Από την άλλη πλευρά, δεν υπάρχει τίποτα μεμπτό στην εξαγωγική προσπάθεια της Γερμανίας.
Το εξωτερικό περιβάλλον είναι κοινό για όλες τις χώρες της ευρωζώνης. Μερικές χώρες, όμως, όπως η Γερμανία, έχουν καταφέρει να βελτιώνουν διαχρονικά την ανταγωνιστικότητά τους, ανεξαρτήτως εξωτερικών ισοτιμιών. Υπάρχει βασική συμφωνία μεταξύ των επιχειρήσεων και των συνδικάτων να μην υπονομεύεται η ανταγωνιστικότητα των γερμανικών προϊόντων από την πλευρά του κόστους. Το αποτέλεσμα είναι ότι η ανεργία στην Γερμανία βρίσκεται στο 7% τον Ιούνιο όταν ο μέσος όρος στην ευρωζώνη είναι στο 10%. Και παρά την ταχεία ανάκαμψη το 2ο τρίμηνο του 2010, η Γερμανία δεν σκέφτεται καν να χαλαρώσει τη δημοσιονομική της πολιτική.
Ο Μιχάλης Μασουράκης είναι ανώτερος διευθυντής Οικονομικών Μελετών της Αlpha Βank
Η Γερμανία και το πλεόνασμά της
Του ΓΙΑΝΝΗ ΣΤΟΥΡΝΑΡΑ
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, οι οικονομικές εξελίξεις στην ευρωζώνη ήταν καλύτερες από τις αναμενόμενες.
Η Γερμανία επανήλθε σε αρκετά υψηλούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης της τάξης του 2,2% ετησίως και πολλοί πλέον ομιλούν για ανάπτυξη της τάξης του 3% σε ετήσια βάση για το 2010.
Οι εξελίξεις στον ευρωπαϊκό Νότο και ιδιαίτερα στην Ελλάδα ήταν αφενός δυσάρεστες, αφετέρου αναμενόμενες. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι αυτή η ανατροπή στη σχέση ανάπτυξης μεταξύ Ελλάδας και ευρωζώνης σημειώνεται έπειτα από μια 15ετία κατά την οποία ο μέσος ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης στην Ελλάδα ήταν 2% υψηλότερος από την υπόλοιπη ευρωζώνη.
Εχει σημασία να εξηγήσουμε τις πηγές οικονομικής ανάπτυξης της Γερμανίας, διότι υπάρχουν φόβοι ότι η Γερμανία αναπτύσσεται εις βάρος της υπόλοιπης ευρωζώνης και ιδιαίτερα του ευρωπαϊκού Νότου.
Με βάση τα διαθέσιμα πρόχειρα στοιχεία που υπάρχουν, αυτό δεν προκύπτει. Το πλεόνασμα της Γερμανίας με την υπόλοιπη ευρωζώνη αν και πολύ υψηλό έχει αρχίσει να συρρικνώνεται.
Οι εξαγωγές της Γερμανίας προς την Κίνα είναι αυτές που κυρίως δημιουργούν την αναπτυξιακή δυναμική αυτής της χώρας, κάτι που είναι ευπρόσδεκτο και φυσιολογικό.
Τούτων λεχθέντων βέβαια θα πρέπει να προσεχθεί το πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας με την υπόλοιπη ευρωζώνη. Η δική μου πρόταση στο συγκεκριμένο ζήτημα είναι ότι η Γερμανία θα πρέπει να θέσει όριο στο πλεόνασμα αυτό και να παίρνει μέτρα αύξησης της εγχώριας ζήτησής της όταν το πλεόνασμα αυτό ξεπερνάει ένα συγκεκριμένο όριο.
Αδικαιολόγητα δύσπιστες οι αγορές
Το δεύτερο χαρακτηριστικό των πρόσφατων διεθνών οικονομικών εξελίξεων είναι η διάσταση απόψεων μεταξύ της ΕΚΤ και των αρχών της ευρωζώνης από τη μια πλευρά και των διεθνών αγορών από την άλλη. Οι αγορές παραμένουν δύσπιστες παρ΄ ό,τι έχουμε σαφή ανάκαμψη στην ευρωζώνη και παρά το γεγονός ότι δεν επαληθεύθηκαν οι φόβοι ότι η ευρωζώνη θα έπεφτε σε βαθιά ύφεση και το ευρώ θα κατέρρεε έναντι του δολαρίου.
Αυτή η διάσταση απόψεων αργά ή γρήγορα θα γεφυρωθεί από τις εξελίξεις. Η προσωπική μου άποψη είναι ότι οι αγορές παραμένουν αδικαιολόγητα δύσπιστες.
Στο διεθνές αυτό κλίμα η Ελλάδα πρέπει να κινηθεί ιδιαίτερα προσεκτικά. Πρέπει να εκμεταλλευθεί το παράθυρο ευκαιρίας που της έχει δώσει η ρευστότητα των 110 δισ. ευρώ από την τρόικα και η ενίσχυση της ρευστότητας των ελληνικών τραπεζών από την ΕΚΤ και να σχεδιάσει με ιδιαίτερη επιμέλεια το αναπτυξιακό πρότυπο της επόμενης δεκαετίας.
Το κράτος δεν μπορεί πια να δημιουργεί ζήτηση. Η ζήτηση πρέπει να προέλθει από επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα σε τομείς αιχμής όπως ο τουρισμός, η ενέργεια, η ναυτιλία, η υγεία και από εξαγωγές προϊόντων και υπηρεσιών που θα είναι ανταγωνιστικά ως προς την ποιότητα το τεχνολογικό περιεχόμενο και τις τιμές. Για να γίνει όμως αυτό, θα πρέπει να προχωρήσουν γρήγορα οι μεταρρυθμίσεις, ώστε να ενισχυθούν οι πηγές ανάπτυξης από την πλευρά της προσφοράς και να διευκολυνθεί η επιχειρηματικότητα από τους ποικίλους περιορισμούς που επιβάλλει το Δημόσιο.
Στο πλαίσιο αυτό, το τραπεζικό σύστημα καλείται να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο. Θα πρέπει να γίνει πιο εξωστρεφές και να αναζητήσει κεφάλαια από ισχυρούς τραπεζικούς ομίλους του εξωτερικού. Το Δημόσιο θα πρέπει επίσης να κινηθεί στην ίδια κατεύθυνση και να εγκαταλείψει τις ιδέες περί δημιουργίας κρατικού πυλώνα τραπεζών, ιδέες οι οποίες στη συγκεκριμένη διεθνή συγκυρία ενδεχομένως να δημιουργήσουν σημαντικά προβλήματα.
Ο Γιάννης Στουρνάρας είναι γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ και καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
ΝΕΑ
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
