Διεθνή
ΓΙΑΤΙ Η ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΤΑΣΣΕΤΑΙ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΑΝΟΙΚΤΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ ΣΤΗ ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ;
Το ΚΚΕ είχε τηρήσει αρχικά επιφυλακτική στάση απέναντι στο φαινόμενο της ανεξέλεγκτης λαθρομετανάστευσης. Εκτιμούσε, ορθώς, ότι πιθανόν αυτή θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στην απασχόληση των ελλήνων εργαζομένων και στην κοινωνική συνοχή της χώρας. Αντιμετώπιζε επίσης με καχυποψία την πολύ κραυγαλέα ιδεολογική «πρωτοπορεία» του Συνασπισμού και του «αντιεξουσιαστικού» χώρου στην υποστήριξη των λαθρομεταναστών.
Σύντομα όμως βρέθηκε, δυστυχώς, σε ιδεολογικό συναγωνισμό με τις δύο παραπάνω πολιτικές δυνάμεις. Ιδιαίτερα στον χώρο των πανεπιστημίων, που με επίκεντρο το άσυλο και τα ιδεολογήματα της παγκοσμιοποίησης, έγινε προνομιακό πεδίο για την ανάδειξη της λαθρομετανάστευσης σε μεγάλη «προοδευτική» υπόθεση.
Ο διεθνισμός των αγορών της παγκοσμιοποίησης ταυτίστηκε με τον αριστερό διεθνισμό και η παραδοσιακή νεύρωση της Αριστεράς με το έθνος την οδήγησε στο «χάψιμο» των συνθημάτων της «πολυπολιτισμικής κοινωνίας» και του αγώνα κατά του δήθεν «ρατσισμού» και της «ξενοφοβίας» των Ελλήνων.
Οι αναρχικοί, για να υποστηρίξουν την ανεξέλεγκτη λαθρομετανάστευση, έριξαν το σύνθημα ότι «δεν υπάρχουν λαθραίοι άνθρωποι», ρητορικό ευφυολόγημα που αποσιωπά το γεγονός ότι οι λαθρομετανάστες είναι λαθραίοι μόνο ως μετανάστες γιατί ως άνθρωποι δεν είναι καθόλου λαθραίοι. Ο καθένας έχει την εθνική καταγωγή του.
Το πού μπορεί να φτάσει ο παραλογισμός αυτός, το είδαμε πάλι προσφάτως στη Νομική. Αξίζει επίσης να σημειωθεί, για να υπογραμμιστεί το γεγονός ότι ορισμένες πολιτικές δυνάμεις παίζουν κυριολεκτικά με τη φωτιά στο θέμα της λαθρομετανάστευσης, ότι οι λαθρομετανάστες της Νομικής, που συνεχίζουν την απεργία τους στο νεοκλασικό της Πατησίων, μοιράζουν στο κοινό φυλλάδια, στα οποία καλούν τον ελληνικό λαό σε «αγώνα», του οποίου παρουσιάζονται αυτοί ως η «πρωτοπορεία»!
Το φυλλάδιο είναι, προφανώς, γραμμένο από τους έλληνες καθοδηγητές τους, που παρουσιάζουν τους λαθρομετανάστες στην Ελλάδα ως «επαναστατική» πρωτοπορεία στον αγώνα κατά του «συστήματος».
Τα σύνορα στη λαθρομετανάστευση δεν τα άνοιξε, ασφαλώς, η παραδοσιακή Αριστερά. Τα άνοιξε διάπλατα αρχικά η κυβέρνηση Σημίτη, κατ’ εφαρμογήν της πολιτικής της παγκοσμιοποίησης. Ο ίδιος ο τότε πρωθυπουργός διεκήρυσσε επισήμως ότι «η Ελλάδα πρέπει να γίνει πολυπολιτισμική». Γιατί; Για τον απλό λόγο ότι η παγκοσμιοποίηση θέλει την αποδόμηση των εθνικών κρατών και των εθνικών ταυτοτήτων και την επιβολή της κυριαρχίας των αγορών πάνω από σύνορα, εθνικές ανεξαρτησίες και λαϊκές κυριαρχίες.
Την πολιτική αυτή συνέχισε και η κυβέρνηση Καραμανλή, με πρωταγωνιστή τον υπουργό Εσωτερικών Παυλόπουλο. Το πώς αυτό έγινε δυνατό εξηγείται από το γεγονός ότι η παγκοσμιοποίηση και η πολιτική και η ιδεολογία της, εκπορευόμενη από τα μεγάλα διεθνή χρηματοπιστωτικά κέντρα, δεν είχε λιγότερη πιεστική επιρροή στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας απ’ ό,τι είχε στο ΠΑΣΟΚ.
Η σημερινή κυβέρνηση, με μαινόμενη την οικονομική κρίση, έσπευσε να συνεχίσει και να υπερθεματίσει στην ίδια πολιτική, με νέα μαζική νομιμοποίηση λαθρομεταναστών και αλλαγή του κώδικα ιθαγένειας.
Το τσουνάμι των λαθρομεταναστών που αναπτύχθηκε τελευταία στον Έβρο και η αυξανόμενη λαϊκή οργή για την ανεξέλεγκτη λαθρομετανάστευση οδήγησαν την κυβέρνηση, κάτω επίσης από έντονες ευρωπαϊκές πιέσεις, σε αναθεώρηση της στάσης της, που αναμένει κανείς να δει αν θα επιβεβαιωθεί στην πράξη.
Υπενθυμίζεται ότι στις τελευταίες εθνικές εκλογές ο σημερινός πρωθυπουργός είχε κάνει δηλώσεις για μηδενική ανοχή στη λαθρομετανάστευση. Μόλις όμως ανέλαβε την εξουσία έκανε το αντίθετο. Έσπευσε δηλαδή να κάνει άλλη μια μαζική νομιμοποίηση και να δώσει νέο μήνυμα, που κατέστησε την Ελλάδα μαγνήτη λαθρομεταναστών, ακόμη κι από την Αλγερία και το Μαρόκο.
Η Αριστερά αντί να αντιληφθεί ότι η λαθρομετανάστευση συνδέεται με την πολιτική της παγκοσμιοποίησης και τις επιδιώξεις της, πάτησε την πεπονόφλουδα. Ανέλαβε να την καλύψει από αριστερά και να δώσει αριστερό άλλοθι στην κυβέρνηση, επικαλούμενη αυτά που και η παγκοσμιοποίηση επιτηδείως προβάλλει, τον «ανθρωπισμό», τον «διεθνισμό», τον «οικουμενισμό», τα «ανθρώπινα δικαιώματα», τον «αντιρατσισμό»!
Υιοθέτησε επίσης το γνωστό επιχείρημα ότι επειδή υπάρχουν πόλεμοι και φυσικές καταστροφές, η ανεξέλεγκτη λαθρομετανάστευση είναι αναπόφευκτη συνέπεια. «Ένοχη» γι’ αυτό είναι επίσης η Ελλάδα, γιατί συμμετέχει κι αυτή στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ.
Προβάλλει τον ισχυρισμό αυτό ως άλλοθι για να μη δει το οφθαλμοφανές γεγονός ότι η μαζική ανεξέλεγκτη λαθρομετανάστευση συνδέεται με την παγκοσμιοποίηση. Πόλεμοι, φτώχεια και καταστροφές υπήρχαν και πριν από τη δεκαετία του 1990. Δεν υπήρχε όμως κίνημα μαζικής λαθρομετανάστευσης.
Η ελληνική κοινωνία έχει φτάσει σε οριακό σημείο με τη λαθρομετανάστευση από κάθε άποψη. Το γεγονός ότι μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση όχι μόνο εξωκοινοβουλευτικές ακραίες δυνάμεις αλλά και κοινοβουλευτικά κόμματα εξακολουθούν να εθελοτυφλούν και να παραλογίζονται, προκαλεί θλίψη και ανησυχία.
Το να ζητούν να μείνουν ανοικτά τα σύνορα σ’ όλους τους λαθρομετανάστες, που παρουσιάζονται όλοι συστηματικά ως «πρόσφυγες», είναι τόσο εξωπραγματικό και ανεύθυνο όσο είναι και η φαντασίωση ότι η άλλη Ευρώπη θα δεχθεί τη μετακίνησή τους σ’ αυτήν και δεν θα πάρει μέτρα για τον έλεγχο των δικών της συνόρων, αφήνοντας την Ελλάδα σε ρόλο χωματερής λαθρομεταναστών και αναχώματος για την άλλη Ευρώπη.
Είναι το ίδιο ανεύθυνο να προτείνεται το αμάλγαμα μεταξύ μεταναστών και λαθρομεταναστών και η νομιμοποίηση όλων των τελευταίων.
Η πολιτική αυτή θα οδηγούσε μαθηματικά σε σταδιακή κατεδάφιση της Ελλάδας ως έθνους και εθνικού κράτους. Είναι παράδοξο, άλλωστε, να καταγγέλλεται από τη μια η κατάλυση της εθνικής κυριαρχίας, με το Μνημόνιο, όπως επίσης, δικαίως, η ενδοτική εξωτερική πολιτική στα εθνικά θέματα, και από την άλλη να υποστηρίζεται η εθνική αλλοτρίωση της Ελλάδας και η εθνική της αποδόμηση, με την ανεξέλεγκτη μαζική λαθρομετανάστευση.
Συνάντηση της Αλέκας Παπαρήγα με τον πρωθυπουργό και υπόμνημα του ΚΚΕ για τη μετανάστευση
Επιδιώκοντας ν’ αντιστρατευτεί το κλίμα που διαμορφώθηκε στην κοινωνία και, επιτέλους, σ’ έναν βαθμό στην κυβέρνηση για τη λήψη αυστηρών μέτρων για τον έλεγχο της λαθρομετανάστευσης, η γενική γραμματέας του ΚΚΕ ζήτησε εσπευσμένως να συναντηθεί με τον πρωθυπουργό. Επέδωσε σ’ αυτόν υπόμνημα για το μεταναστευτικό, στο οποίο ζητά ουσιαστικά να μείνουν ανοικτά τα σύνορα στη λαθρομετανάστευση και να νομιμοποιηθούν όλοι οι λαθρομετανάστες στη χώρα.
Η λαθρομετανάστευση για το ΚΚΕ δεν δημιουργεί κανένα πρόβλημα και καταγγέλλει κάθε προσπάθεια αναφοράς σε «εσωτερική ασφάλεια» ή «γκέτο». Το μόνο πρόβλημα, κατά το ΚΚΕ, είναι η Συμφωνία Δουβλίνο ΙΙ, που δεν επιτρέπει τη μετάβαση σε άλλες χώρες όσων λαθρομεταναστών το επιθυμούν. Καλεί γι’ αυτό την κυβέρνηση να καταγγείλει τη Συμφωνία Δουβλίνο ΙΙ ως αυτό να σήμαινε αυτομάτως την απρόσκοπτη και χωρίς όρους υποδοχή τους από τις άλλες χώρες.
Ασφαλώς η Ελλάδα δεν έπρεπε να δεχθεί να υπογράψει τη συμφωνία αυτή και να επωμιστεί την ευθύνη της ανάσχεσης των λαθρομεταναστών, που έχουν προορισμό ολόκληρη την Ευρώπη και όχι μόνο την Ελλάδα. Ήδη, όμως, πέντε χώρες, μεταξύ αυτών και η Γερμανία, ανέστειλαν προσωρινά την εφαρμογή της Συμφωνίας Δουβλίνο ΙΙ υπό τον όρο ότι η Ελλάδα θα ελέγξει τα σύνορά της, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που έχει, με βάση τη Συνθήκη Σένγκεν και ότι δεν θα προβεί σε νέες μαζικές νομιμοποιήσεις, με βάση το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη Μετανάστευση.
Είναι, προφανώς, έξω από κάθε συζήτηση η αποδοχή λαθρομεταναστών και «προσφύγων» από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αν η Ελλάδα συνεχίσει να ασκεί «πρωτοποριακή» πολιτική ανοικτών συνόρων στη λαθρομετανάστευση και στις μαζικές νομιμοποιήσεις.
Στην ίδια γραμμή η ελεγχόμενη από το ΚΚΕ συνδικαλιστική παράταξη ΠΑΜΕ πραγματοποίησε επίσκεψη στους απεργούς λαθρομετανάστες της Νομικής και εξέφρασε την πλήρη αλληλεγγύη του για τα αιτήματά τους.
Είναι προφανές ότι η στάση αυτή του ΚΚΕ και των άλλων κομμάτων της παραδοσιακής Αριστεράς έχει ως στόχο την ακύρωση οποιασδήποτε αλλαγής στην ακολουθούμενη μέχρι τώρα ολέθρια πολιτική της ανοχής και των ανοικτών συνόρων στη λαθρομετανάστευση.
Οι πολιτικές αυτές δυνάμεις, εγκλωβισμένες σε παλαιοημερολογίτικες, παρωχημένες ιδεοληψίες, δεν βλέπουν ότι παίζουν εξ αντικειμένου το παιχνίδι της παγκοσμιοποίησης αλλά και ξένων γεωπολιτικών βλέψεων σε βάρος της χώρας.
Με ποια λογική το ΚΚΕ φαντασιώνεται ότι εκπροσωπεί δήθεν την «παγκόσμια εργατική τάξη και όχι τους έλληνες εργαζόμενους, όσους, τουλάχιστον, πραγματικά εκπροσωπεί; Με ποια λογική εξυπηρετούνται τα συμφέροντα των ελλήνων εργαζομένων από μια ανεξέλεγκτη πλημμυρίδα λαθρομεταναστών; Γιατί κάνει αμάλγαμα μεταξύ νομίμων και παρανόμων μεταναστών, μεταξύ πραγματικών πολιτικών προσφύγων και των λεγόμενων «οικονομικών» προσφύγων; Γιατί νομίζει ότι πρέπει η Ελλάδα να σηκώσει το βάρος των προσφύγων όλων των πολέμων της Ασίας και της Αφρικής; Είναι γνωστό ότι κατά τη διάρκεια των πολέμων αυτών ο ΟΗΕ και οι άλλες διεθνείς ανθρωπιστικές οργανώσεις δημιουργούν κέντρα υποδοχής και βοήθειας στις γειτονικές χώρες, μέχρι που να καταστεί δυνατή η επιστροφή των προσφύγων στις εστίες τους.
Γιατί πρέπει να έρθουν στην Ελλάδα πρόσφυγες από το Αφγανιστάν, τη Σομαλία ή το Ιράκ;
Ποιος λογικός άνθρωπος νομίζει ότι η Ελλάδα μπορεί να εξαντλήσει όλους τους ενδιαφερόμενους λαθρομετανάστες της Ασίας και της Αφρικής;
Είναι καιρός να συνέλθουν ορισμένοι και να συνειδητοποιήσουν ότι η χώρα αυτή δεν είναι για ξήλωμα και ότι η υπομονή και η ανοχή του ελληνικού λαού δεν είναι χωρίς όρια. Σε ό,τι αφορά ειδικά το ΚΚΕ, θα ήταν χρήσιμο να εξετάσει τον ρόλο που διεδραμάτισε στη συρρίκνωση και στην πλήρη περιθωριοποίηση του άλλοτε κραταιού Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος η ανεπιφύλακτη και άκριτη υποστήριξη που αυτό έδωσε στην ανεξέλεγκτη μετανάστευση και λαθρομετανάστευση. Σε μια μεγάλη μάλιστα χώρα, που ήταν, άλλοτε, μια από τις μεγαλύτερες αποικιακές δυνάμεις του κόσμου.
ΠΑΡΟΝ
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
