Ακολουθήστε μας

Διεθνή

ΛΙΒΑΝΟΣ – ΙΣΡΑΗΛ Στην κόψη του ξυραφιού με αιχμή τις ΑΟΖ

Δημοσιεύτηκε στις

Τη δική της άποψη για τα θαλάσσια σύνορα του Ισραήλ με το Λίβανο, στη βάση των οποίων ορίζεται και η ΑΟΖ (Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη), απέστειλε γραπτώς στον ΟΗΕ, στα μέσα Ιούλη, η ισραηλινή ηγεσία επαναφέροντας, έτσι, στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας το νέο φλέγον θέμα που έχει προκύψει μεταξύ των δύο χωρών, με αφορμή τον εντοπισμό των κοιτασμάτων φυσικού αερίου, και πιθανότατα πετρελαίου, στην Ανατολική Λεκάνη της Μεσογείου. Κάτι ανάλογο είχε γίνει πέρυσι τον Αύγουστο από την τότε κυβέρνηση του Λιβάνου, η οποία βρισκόταν υπό τον έλεγχο του φιλο-αμερικανικού κόμματος «Μέλλον» του Σάαντ Χαρίρι. Σύμφωνα με πληροφορίες, εκείνη η πρόταση δεν έθετε υπό αμφισβήτηση το ότι τα κοιτάσματα που έχουν εντοπιστεί βρίσκονται στα χωρικά ύδατα του Ισραήλ.


Το ζήτημα, όμως, θίχτηκε εκ νέου από τη λιβανική πλευρά, στις αρχές Γενάρη, όταν προχώρησε μονομερώς, όπως έχει το δικαίωμα, στον ορισμό Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, ζητώντας την παρέμβαση του ΟΗΕ «προκειμένου το Ισραήλ να μην αντλήσει από τις πηγές υδρογονανθράκων που βρίσκονται εντός της λιβανικής ΑΟΖ», γιατί κάτι τέτοιο θα θεωρηθεί «παραβίαση της εθνικής κυριαρχίας της χώρας». Και η Βηρυτός επανήλθε με προειδοποιήσεις προς τον ΟΗΕ, στα τέλη του Ιούνη, καλώντας τον Οργανισμό «να λάβει μέτρα προκειμένου να αποφευχθεί μια ενδεχόμενη σύγκρουση στην περιοχή», καταγγέλλοντας ότι η συμφωνία Ισραήλ – Κύπρου για τη μεταξύ τους ΑΟΖ αποτελεί «απειλή γιατί παραβιάζει τη λιβανική κυριαρχία, βλάπτει τα οικονομικά συμφέροντα του Λιβάνου και υποσκάπτει την ασφάλεια στην ευρύτερη περιοχή».

Αν σε αυτή την προειδοποίηση, προστεθεί και η ξεκάθαρη τοποθέτηση εκ μέρους της ισραηλινής πλευράς ότι «θα προστατεύσει και θα υπερασπιστεί με ΚΑΘΕ τρόπο τον ενεργειακό πλούτο της χώρας», τότε είναι προφανές ότι το θερμόμετρο στην, ούτως ή άλλως, εύφλεκτη περιοχή έχει αρχίσει να δείχνει «κόκκινο». Ο ΟΗΕ, από την άλλη, εφόσον Ισραήλ και Λίβανος δεν έχουν ορίσει επίγεια σύνορα και παραμένουν σε εμπόλεμη κατάσταση, δεν μπορεί (ακόμη και να είχε την πρόθεση) να «προτείνει» θαλάσσια, με βάση τα οποία θα μπορεί να υπάρξει «διαμεσολάβηση» για τον ορισμό τελικών ΑΟΖ. Και τα πράγματα λαμβάνουν ακόμη πιο ανησυχητικές διαστάσεις αν αναλογιστεί κανείς ότι στην υπόθεση εμπλέκονται, επίσης, η Κύπρος, η Τουρκία (με έντονη παρασκηνιακή δραστηριότητα), το Ιράν και, σε χαμηλότερους τόνους, η Αίγυπτος, η Συρία, αλλά και η Ελλάδα (λόγω και των ολοένα στενότερων σχέσεων με το Ισραήλ), όπως και ισχυρές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, όπως οι ΗΠΑ, Ρωσία, Γερμανία, Γαλλία, Βρετανία.

Τα κοιτάσματα
Είναι γεγονός ότι τα, εν λόγω, ενεργειακά κοιτάσματα αποτελούν εκπληκτικό πλούτο και συνεπάγονται πολλά κέρδη και μεγάλη ενίσχυση της ισχύος του οποιουδήποτε τα θέσει υπό τον έλεγχό του. Συγκεκριμένα, εκτιμάται ότι στη λεγόμενη Ανατολική Λεκάνη της Μεσογείου, συνολικά, υπάρχουν αποθέματα φυσικού αερίου 122 τρισεκατομμυρίων κυβικών ποδιών. Εξ αυτών, σε βάθος μεγαλύτερο των 5 χιλιομέτρων, το κοίτασμα «Λεβιάθαν», που είναι και το τελευταίο που ανακαλύφθηκε πέρυσι τον Ιούνιο, εκτιμάται ότι έχει αποθέματα 16 τρισεκατομμυρίων κυβικών ποδιών ή 450 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων φυσικού αερίου.

Οι αποτιμήσεις αυτές έρχονται να συμπληρώσουν τα αποθέματα των κοιτασμάτων «Ταμάρ» και «Νταλίτ», που ήδη είχαν εντοπιστεί στα ανοιχτά του Ισραήλ και στα οποία έχουν αρχίσει, εδώ και καιρό, οι εργασίες αξιοποίησης. Επίσης, με το «Λεβιάθαν» συνορεύει το «οικόπεδο 12», κοίτασμα φυσικού αερίου που εντοπίζεται στα κυπριακά χωρικά ύδατα, ενώ έχουν εντοπιστεί ενεργειακά κοιτάσματα στη λεκάνη του Ηροδότου, νοτίως της Κρήτης.

Τα δικαιώματα διεξαγωγής έρευνας και αξιοποίησης των κοιτασμάτων «Ταμάρ» και «Λεβιάθαν» έχει μια κοινοπραξία εταιρειών ισραηλινών συμφερόντων υπό την κυριαρχία μιας αμερικανικής. Συγκεκριμένα, η, αμερικανικών συμφερόντων, «Noble Energy» κατέχει το 39,66% των δικαιωμάτων από την αξιοποίηση των κοιτασμάτων, και οι ισραηλινές «Avner Oil and Gas», «Delek Drilling», «Ratio Oil Exploitation» κατέχουν 22,6%, 22,67% και 15% αντιστοίχως.

H «Noble Energy» συζητούσε, ήδη, από το 2009 και με την κυπριακή ηγεσία για το «οικόπεδο 12». Οπως φαίνεται, μετά και από την ισραηλινο-κυπριακή συμφωνία για την ΑΟΖ, οι συζητήσεις προχώρησαν με ταχύτητα και έτσι, κατά πολλούς, θα πρέπει να θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι η αμερικανική εταιρεία θα αναλάβει και το «οικόπεδο 12», καθώς η διαδικασία κατάθεσης προσφορών φέρεται ν’ αφήνεται στο περιθώριο.

Εκρηκτικό περιφερειακό κουβάρι

Η Τουρκία δεν έκρυψε ούτε στιγμή τη δυσαρέσκειά της για την ισραηλινο-κυπριακή συμφωνία για την ΑΟΖ δηλώνοντας, μάλιστα, προκλητικά ότι δεν έχει η ίδια βλέψεις στα κοιτάσματα αυτά, αλλά «δεν λήφθηκαν υπόψη τα συμφέροντα» της κατεχόμενης βόρειας Κύπρου. Σύμφωνα με διαρροές, η τουρκική ηγεσία «έκανε ό,τι μπορούσε» για να διαμορφώσει αρνητικό κλίμα για τη συγκεκριμένη συμφωνία σε όλες τις αραβικές μουσουλμανικές ηγεσίες με τις οποίες οι σχέσεις της βελτιώνονται διαρκώς, μετά τις ανακατατάξεις σε πολιτικό επίπεδο που έχουν συμβεί σε αρκετές από αυτές, και έχουν φέρει στο προσκήνιο ως ισχυρό πολιτικό παράγοντα δυνάμεις όπως οι «Αδελφοί Μουσουλμάνοι» στην Αίγυπτο, με τους οποίους το κόμμα του Ερντογάν έχει στενότατες σχέσεις. Το Κάιρο, συγκεκριμένα, δεν έχει προβεί σε κάποια κίνηση, αλλά η συζήτηση για το κατά πόσο θα συνεχιστεί η προμήθεια φυσικού αερίου προς το Ισραήλ, διά μέσου αγωγού, σε προνομιακές τιμές, όπως γινόταν επί Μουμπάρακ, και για το πόσο επηρεάζεται η συμφωνία ΑΟΖ της Αιγύπτου με την Κύπρο από τη συμφωνία της δεύτερης με το Ισραήλ, έχει, ήδη, αρχίσει.

Η τουρκική επιρροή, στο πλαίσιο της, επιτυχημένης μέχρι στιγμής, μεθόδευσης της Αγκυρας, ν’ αναδειχθεί σε περιφερειακή δύναμη, θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη και στην περίπτωση της Συρίας, παρά τις «τριβές» με την ηγεσία Ασαντ που κλυδωνίζεται από αναταραχές εδώ και περισσότερο από τέσσερις μήνες, τις οποίες προσπαθεί αιματηρά να καταστείλει. Είναι, επίσης, προφανές ότι η τουρκική ηγεσία «παίζει και το χαρτί» του Παλαιστινιακού, επιδιώκοντας να εμφανιστεί ως η «μουσουλμανική εκείνη περιφερειακή δύναμη» που υποστηρίζει τα παλαιστινιακά δίκαια. Δεν μπορεί κανείς να θεωρήσει μεμονωμένα γεγονότα ούτε την «έκρηξη» Ερντογάν στη σύνοδο του Νταβός, το 2009, δήθεν με αφορμή την πολύνεκρη ισραηλινή εισβολή στη Γάζα, ούτε την, πάλι δήθεν (γιατί συνεχίζεται η στρατιωτική συνεργασία και σε εμπορικό επίπεδο), ψύχρανση των σχέσεων με το Ισραήλ λόγω της αιματηρής εισβολής Ισραηλινών κομάντος στο τουρκικό πλοίο «Μάβι Μαρμαρά», που ηγούνταν στολίσκου αλληλεγγύης, το Μάη του 2010.

Ο τουρκικός παράγοντας δεν θα πρέπει να θεωρείται αμελητέος ούτε στην περίπτωση του Λιβάνου, ιδιαίτερα μετά την ανάδειξη στην ηγεσία της «Χεζμπολάχ», που πρόσκειται στο Ιράν. Η Αγκυρα, ιδιαίτερα την τελευταία διετία, έχει ενισχύσει τις σχέσεις της με το Ιράν, παίρνοντας αποστάσεις από τον πάλαι ποτέ καλό της σύμμαχο, το Ισραήλ. Αν και μπορεί εύκολα ν’ αντιληφθεί κανείς ότι τα συμφέροντα του ιρανικού και του τουρκικού κεφαλαίου είναι ανταγωνιστικά, ιδιαίτερα ως προς την κατάληψη της θέσης της κυρίαρχης περιφερειακής δύναμης στην περιοχή, είναι ξεκάθαρο ότι προσωρινά, στην παρούσα συγκυρία, μπορούν να ενώσουν «τις δυνάμεις» τους απέναντι στον κοινό εχθρό: το Ισραήλ.

Με γνωστή, λοιπόν, τη συγκεκριμένη περιφερειακή «λυκοσυμμαχία» και τις σχέσεις της με τις, σημερινές κυρίαρχες δυνάμεις του Λιβάνου, ήταν μάλλον αναμενόμενο ότι η επίτευξη συμφωνίας για την ΑΟΖ ανάμεσα στην Κύπρο και στο Ισραήλ, δεν θα άρεσε ούτε στη Βηρυτό. Αν και η Κύπρος είχε υπογράψει συμφωνία για την ΑΟΖ και με το Λίβανο, την οποία αναμενόταν να εγκρίνει το λιβανικό Κοινοβούλιο, κάτι τέτοιο δεν έγινε παρά τις σχετικές διαβεβαιώσεις του φιλο-αμερικανού πρώην πρωθυπουργού Χαρίρι. Σήμερα, που στην κυβέρνηση βρίσκονται η σιιτική φιλο-ιρανική «Χεζμπολάχ» και οι σύμμαχοί της, είναι, μάλλον, βέβαιο ότι η συμφωνία αυτή δεν πρόκειται να επικυρωθεί ποτέ.

Η ίδια η «Χεζμπολάχ» είχε εξαρχής αμφισβητήσει ότι το σύνολο των κοιτασμάτων που το Ισραήλ διεκδικεί βρίσκονται μόνο εντός της ισραηλινής ΑΟΖ. Οι πληροφορίες που θέλουν το Ιράν να έχει, ήδη, αποστείλει ειδικούς που μπορούν να συνεισφέρουν στον εντοπισμό και την αξιοποίηση ενεργειακών υποθαλάσσιων κοιτασμάτων, καθώς και τη «Χεζμπολάχ» να «προετοιμάζεται για σύγκρουση με το Ισραήλ και στη θάλασσα» δεν έχουν επιβεβαιωθεί, αλλά ούτε έχουν διαψευστεί.

Τέλος, αξίζει τον κόπο να σημειωθεί ότι ένα, όχι αμελητέο, τμήμα των κοιτασμάτων που το Ισραήλ θεωρεί δικαιωματικά δικά του βρίσκονται σε θαλάσσιο χώρο που, ουσιαστικά, ανήκει στα παλαιστινιακά εδάφη, αφού είναι πολύ κοντά στα χωρικά ύδατα της Λωρίδας της Γάζας.

Είναι προφανές ότι μια αλλαγή του «στάτους κβο» με τερματισμό της κατοχής, δε συμφέρει διόλου την ισραηλινή ηγεσία ούτε σε αυτόν τον τομέα, καθώς η παλαιστινιακή πλευρά δικαιούται να θέσει και αυτή διεκδικήσεις. Ισως αυτός να είναι άλλος ένας λόγος εξαιτίας του οποίου η ισραηλινή διπλωματία έχει εξαπολύσει αγώνα δρόμου για να «παγώσει» την παλαιστινιακή εκστρατεία με στόχο τη μονομερή αναγνώριση ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους, καταρχάς, από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το Σεπτέμβρη.

Ενδο-ιμπεριαλιστικοί διαγκωνισμοί

Με δεδομένες τις εκτιμήσεις για τα αποθέματα των ενεργειακών κοιτασμάτων στην Ανατολική Λεκάνη της Μεσογείου είναι μάλλον προφανές ότι γρήγορα μετατράπηκαν σε μήλον της έριδος και για πολύ ισχυρότερους «παίκτες» από τις περιφερειακές δυνάμεις. Πόσο μάλλον σε μια περίοδο καπιταλιστικής κρίσης, όπου οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις διαγκωνίζονται για διασφάλιση κερδών, αγορών και φυσικά ενέργειας.

Στην Ευρωπαϊκή Ενωση, εδώ και καιρό, υπήρχε προβληματισμός για το πώς θα προμηθευτεί ενέργεια, με κάποιες από τις δυνάμεις της να συμμερίζονται τις ανησυχίες που, εμμέσως πλην σαφώς, είχαν εκφράσει και οι ΗΠΑ σχετικά με την ολοένα μεγαλύτερη «ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία και συγκεκριμένα από τις ενεργειακές συμφωνίες της Ρωσίας με Γερμανία και Ιταλία (σε αυτές συγκαταλέγονται τα σχέδια για τους αγωγούς φυσικού αερίου «Nord Stream» και «South Stream»). Προς τις ρωσικές ενεργειακές πηγές φάνηκαν να στρέφονται και βρετανικών συμφερόντων εταιρείες, όπως η ΒΡ που υπέγραψε, στις αρχές του χρόνου, συμφωνία με τη ρωσική «Rosneft». Την ίδια στιγμή, η εναλλακτική, αμερικανικών συμφερόντων, πρόταση του αγωγού «Νabucco» μοιάζει να «παγώνει» προς το παρόν λόγω έλλειψης τόσο μεγάλων ποσοτήτων όσων απαιτούνται για την τροφοδοσία του, καθώς μικρότερης χωρητικότητας είναι τα, επίσης, ανταγωνιστικά στα ρωσικά συμφέροντα, σχέδια μεταφοράς που βασίζονται στον αγωγό Τουρκίας – Ελλάδας με τροφοδοσία αζέρικου πετρελαίου (ελληνο-ιταλικός αγωγός ITGI και σχέδιο ΤΑΡ με συνεργασία Ελλάδας – Αλβανίας – Ιταλίας).

Το ζήτημα έγινε ακόμη πιο φλέγον μετά το πυρηνικό ατύχημα στη Φουκοσίμα της Ιαπωνίας, που προκάλεσε πληθώρα συζητήσεων στη Γαλλία, η οποία καλύπτει τις ενεργειακές της ανάγκες σε μεγάλο βαθμό από τους πυρηνικούς της σταθμούς, και λόγω της αστάθειας που επικρατεί, πλέον, σε μια σειρά από αραβικές βορειοαφρικανικές, κυρίως, χώρες, οι οποίες προμήθευαν ενέργεια την ΕΕ. Αναφερόμαστε στις υποθαλάσσιες συνδέσεις, κυρίως υγροποιημένου αερίου, Αλγερίας – Τυνησίας – Ιταλίας, Αλγερίας – Μαρόκου – Ισπανίας και Λιβύης – Ιταλίας.

Είναι προφανές ότι πλέον πολλά είναι τα βλέμματα που στρέφονται προς την Ανατολική Λεκάνη της Μεσογείου και τον, πλούσιο, ενεργειακά βυθό της. Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας διασφάλισης συμφερόντων ανάμεσα σε δήθεν σύμμαχες αλλά, επί της ουσίας, πάντα ανταγωνιστικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, θα πρέπει κανείς να εντάξει το όψιμο ενδιαφέρον της γερμανικής και της ρωσικής ηγεσίας για «επαφές» με την Κύπρο (επισκέψεις Μέρκελ – Μεντβέντεφ), την «προσφορά» της ισραηλινής ηγεσίας να προμηθεύσει, με υποθαλάσσιο αγωγό, αέριο στην Ελλάδα μετατρέποντάς την σε διαμετακομιστικό κέντρο ενέργειας προς την Ευρώπη, τη διαφορετική στάση απέναντι στη Λιβύη και στη Συρία των διαφόρων δυνάμεων, την, επί του πρακτέου, αδιευκρίνιστη αντίδραση των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων απέναντι στην παλαιστινιακή εκστρατεία μονομερούς ανεξαρτησίας κ.ά.
Από τα προαναφερόμενα, είναι ηλίου φαεινότερο ότι για τον έλεγχο, την αξιοποίηση και τη διανομή του ενεργειακού πλούτου της Ανατολικής Λεκάνης της Μεσογείου βρίσκεται σε εξέλιξη και, φυσικά, θα συνεχιστεί ένας ανελέητος διαγκωνισμός περιφερειακών και ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, μέσα από πρόσκαιρες ή όχι συμμαχίες, οι οποίες ακόμη και στην πορεία μπορεί ν’ αλλάξουν. Είναι επίσης ξεκάθαρο, όπως αποδείχτηκε και από την περίπτωση της Λιβύης, ότι ο διαγκωνισμός αυτός δεν αποκλείεται διόλου να λάβει και ένοπλη μορφή, μόνο που στην περίπτωση της ανατολικής Μεσογείου κάτι τέτοιο σημαίνει πραγματικά έκρηξη «μεγατόνων», αν αναλογιστεί κανείς για ποιες πλευρές μιλάμε («Χεζμπολάχ», Ισραήλ καταρχάς) και ποιες ισχυρότερες περιφερειακές και ιμπεριαλιστικές δυνάμεις βρίσκονται πίσω από αυτές ήδη (Ιράν, Τουρκία, ΗΠΑ) και ποιες άλλες, χωρίς αμφιβολία, θα αναμειχτούν για να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους (ΕΕ και ξεχωριστών ευρωπαϊκών δυνάμεων, Ρωσία, Κίνα). Και το μόνο βέβαιο είναι ότι η σπίθα είναι πολύ εύκολο να ανάψει σε αυτήν την τόσο εύφλεκτη περιοχή.

Ελένη ΜΑΥΡΟΥΛΗ
http://www2.rizospastis.gr

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός3 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις3 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή