Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Οι προκλήσεις της τουρκικής «διπλωματίας καλής γειτονίας»

Δημοσιεύτηκε στις

του Ignace Leverrier, πρώην διπλωμάτη  στη  Le Monde
«Εξαντλήθηκε η υπομονή της Τουρκίας». Αυτό είναι το μήνυμα που ο Τούρκος Πρωθυπουργός Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, έστειλε στον Μπασάρ αλ-Άσαντ κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του υπουργού Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου στη Δαμασκό, στις 9 Αυγούστου. Μετά την εισβολή των αρμάτων μάχης στη Χάμα στις 31 Ιουλίου, ο ηγέτης του ΑΚΡ ήταν περισσότερο από ενοχλημένος για τη συνεχιζόμενη
καταστολή, κρίνοντας «απαράδεκτο να αρχίσει ο μήνας του Ραμαζανιού με νεκρούς, ενώ «αναμέναμε το συριακό καθεστώς να θέσει μεταρρυθμίσεις άμεσα σε εφαρμογή».  Σε απάντηση, οι Σύριοι το έπαιξαν πάλι θύμα, με την Bouthayna Shaaban, πολιτική και επικοινωνιακή σύμβουλος του αρχηγού του κράτους, να δηλώνει ότι εάν η Τουρκία ήθελε να είναι σκληρή με τη Συρία, η τελευταία θα έδειχνε την ίδια σκληρότητα για την έλλειψη καταδίκης της για τους «φόνους και τα εγκλήματα που διαπράττονται από

ένοπλες τρομοκρατικές ομάδες». Απόδειξη της σημερινής ψυχρότητας των σχέσεων, ο Αχμέτ Νταβούτογλου έγινε δεκτός στη Δαμασκό, όχι από τον ομόλογό του Ουαλίντ αλ-Moallem, αλλά από τον Υφυπουργό Εξωτερικών Φαϊζάλ Μικντάντ. Η συνάντηση αυτή συνοψίζεται σε διάλογο κωφών.
Την άλλη μέρα της επίσκεψης του Νταβούτογλου, ο Τούρκος πρέσβης στη Συρία Ομέρ Ονόν, συνοδευόμενος από αντιπροσωπεία δέκα Τούρκων δημοσιογράφων, πήγε στην Χάμα για να διαπιστώσει την απόσυρση των αρμάτων από την πόλη. Ο Ερντογάν εκτίμησε γρήγορα ότι η εξέλιξη αυτή είχε μεγάλη σημασία και θα απεικόνιζε την αποτελεσματικότητα της τουρκικής δράσης κατά της Δαμασκού. Τα άρματα πήραν πάλι θέση στην πλατεία Ορόντη την επόμενη μέρα, και ο Τούρκος Πρωθυπουργός συζήτησε αμέσως  με τον Αμερικανό Πρόεδρο για την ανάγκη μιας «δημοκρατικής μετάβασης» στη Συρία.
Η Τουρκία φαίνεται να έμεινε από ιδέες για να αποσπάσει από τον Μπασάρ αλ-Άσαντ την παύση της βίας και την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων. Για πέντε μήνες, η Τουρκία περιορίστηκε να αυξάνει σταδιακά το τόνο. Φαίνεται ότι έφτασε η ώρα της αλήθειας γι αυτήν. Ωστόσο, είναι ο Ερντογάν πρόθυμος να διακόψει οριστικά τις σχέσεις του με το «καλό φίλο» Μπασάρ αλ-Άσαντ;
Τεταμένες διμερείς σχέσεις
Η Συρία είναι μια πρώην επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Χειραφετήθηκε από την Υψηλή Πύλη στο τέλος του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, και τέθηκε αμέσως υπό γαλλικό έλεγχο μέχρι το τέλος του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου. Οι δεκαετίες που ακολούθησαν την ανεξαρτησία της σημαδεύτηκαν από ισχυρές εντάσεις μεταξύ των δύο, σχετικά νέων, κρατών.
Η παλαιότερη διαφορά, που μέχρι σήμερα δεν έχει επίσημα επιλυθεί, αφορά την επαρχία Χατάι, που βρίσκεται στη βορειοδυτική Συρία και τη νότια Τουρκία. Καλύπτει μια έκταση περίπου 5500 τετ. χλμ. με πληθυσμό 1,3 εκατομμύρια κατοίκους, που ονομαζόταν ακόμη ως Σαντζάκ της Αλεξανδρέττας την εποχή της γαλλικής κατοχής, και αποτελεί ένα αμφιλεγόμενο θέμα που δηλητηρίαζε για πολλά χρόνια τις σχέσεις μεταξύ της Τουρκίας και Συρίας. Σημαντική περιοχή για τα αποθέματα νερού της, όπου ρέει ο ποταμός Ορόντης, η Χατάι είναι ένα σταυροδρόμι επικοινωνίας, στα μισά του δρόμου μεταξύ της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής. Ως εντολοδόχος χώρα, η Γαλλία την παραχώρησε στην Τουρκία στις 23 Ιουνίου 1939. Η Άγκυρα στήριζε τα αιτήματά της σε αυτό το έδαφος, στο γεγονός ότι η πλειοψηφία του πληθυσμού της ήταν Τουρκική – 39% συνολικά και 60% στο σαντζάκ της Αντιόχειας. Με αυτό το «δώρο» κατάφερε η Γαλλία να αγοράσει την τουρκική ουδετερότητα στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Όμως, από την ανεξαρτησία της, στις 17 Απριλίου 1946, η Συρία ζήτησε την άμεση αποκατάσταση. Απορρίπτοντας την «γεωπολιτική αδικία» της οποίας ήταν το θύμα, προσέχει πάντα να συμπεριλάβει το Λίβα της Αλεξανδρέττας σε όλους τους χάρτες της Συρίας που τυπώνονται στη Δαμασκό. Η αυξανόμενη στρατηγική σημασία που έλαβε η Χατάι ουσιαστικά δεν επιτρέπει στην  Συρία να τη δει σαν απλή εδαφική απώλεια. Έχοντας γίνει βασικός ενεργειακός άξονας λόγω της γειτνίασης με πολλούς αγωγούς – Μπακού-Τιφλίδα-Τσεϊχάν, Κιρκούκ-Γιουμυρταλίκ, Μπατμάν-Ντορτιόλ, Τσεϊχάν-Κιρίκαλε- έχει επίσης το πλεονέκτημα του ανοίγματος στη Μεσογείου μέσω της Κύπρου, ένα νησί που οι ακτιβιστές του Συριακού Εθνικού Κοινωνικού Κόμματος (SSNP, ΜΑΔ στο Λίβανο) ενσωματώνουν συχνά στην Μεγάλη Συρία.
Μια άλλη πηγή έντασης μεταξύ Δαμασκού και Άγκυρας, η οποία δεν έχει καμία σχέση με τη πρώτη, αφορά την υποστήριξη που παρέχει η Συρία στις απαιτήσεις για ανεξαρτησία ή αυτονομία των Κούρδων της Τουρκίας … ελλείψει Κούρδων της Συρίας, πολιτικά και οικονομικά περιθωριοποιημένων, αν δεν τους έχει αφαιρεθεί η ιθαγένειά από την Αραβική Δημοκρατία της Συρίας. 
Αφορά κυρίως ένα κίνημα, το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (ΡΚΚ). 
Εγκατεστημένο στη Συρία στις αρχές του 1980, η οργάνωση αυτή πραγματοποιεί ανταρτικές επιχειρήσεις  στη νοτιοανατολική Τουρκία, μέσω της επίμαχης επαρχίας της Χατάι. Η Τουρκία δεν είχε ποτέ οποιαδήποτε αμφιβολία σχετικά με τη συμμετοχή ανωτάτων Συρίων στελεχών σε αυτή την υποστήριξη. Ο Semdin Sakik, επικεφαλής του PKK στην επαρχία της Χατάι και Νο 2 του κινήματος, αναγνώρισε εξάλλου κατά τη σύλληψή του το 1998, ότι πολλές ένοπλες ενέργειες είχαν ενορχηστρωθεί από τη Δαμασκό. Το να φιλοξενήσει το ΡΚΚ και τον ηγέτη του Αμπντουλάχ Οτσαλάν, παρουσίαζε διπλό συμφέρον για τον Χάφεζ αλ Άσαντ. Το πρώτο ήταν περιφερειακό: του επέτρεπε να διαθέσει μια καταστρεπτική δύναμη και συγχρόνως ένα διαπραγματευτικό χαρτί έναντι της Άγκυρας. Εκτός από το θέμα της Λίβα  της Αλεξανδρέττας, η Συρία ήταν τότε πράγματι ανήσυχη για την κατανομή των υδάτων του Ευφράτη, ο οποίος έβλεπε συνεχώς τη ροή του να μειώνεται στη Συρία εξαιτίας του GAP -ενός μεγάλου αρδευτικού έργου που προέβλεπε την κατασκευή είκοσι φραγμάτων στη νότιο-ανατολική Ανατολία. 
Το δεύτερο ήταν ένα εσωτερικό ζήτημα: Επέτρεψε στη Δαμασκό να ασκήσει μεγαλύτερο έλεγχο επί του δικού της κουρδικού πληθυσμού, πολύ δεμένου με ένα διεθνώς αναγνωρισμένο ηγέτη, αλλά υποταγμένο στους Σύριους ηγέτες. Μόνο μέσα από την απειλή της χρήσης βίας τον Ιανουάριο του 1996, αλλά κυρίως τον Οκτώβριο του 1998, κατάφερε η Άγκυρα την εκδίωξη του Αμπντουλάχ Οτσαλάν από τη Δαμασκό, του οποίου η φυγή έληξε στην Αφρική.
Ένας άλλος παράγοντας που εξηγεί την εμμονή της έντασης στις σχέσεις μεταξύ της Συρίας και της Τουρκίας για δεκαετίες: Οι δεσμοί μεταξύ της Άγκυρας και του Τελ Αβίβ. Πρώτο μουσουλμανικό κράτος να αναγνωρίσει το Ισραήλ το 1950, η Τουρκία κατάφερε  για πολύ καιρό να μη προκαλέσει τον εταίρο της, χωρίς από την άλλη να αναπτύξει υπερβολικές διμερείς σχέσεις. Στις αρχές του 1980, τα πράγματα επιταχύνονται. Το 1981, η Τουρκία αποφεύγει να καταδικάσει την προσάρτηση του Γκολάν. Το Φεβρουάριο του 1996, υπέγραψε με το Ισραήλ, μια στρατιωτική συμφωνία συνεργασίας που επιτρέπει την αμοιβαία χρήση του εναέριου χώρου, όφελος που θα επιτρέψει στο Ισραήλ να βομβαρδίσει το Σεπτέμβριο του 2007τις δήθεν πυρηνικές ερευνητικές εγκαταστάσεις της al-Kibar στη Συρία. Ο πρώην αντιπρόεδρος της Συρίας Abdel Halim Khaddam, σήμερα σε δυσμένεια, θεώρησε τότε αυτήν την στρατιωτική συνεργασία «σαν την μεγαλύτερη απειλή κατά των Αράβων από το 1948».
Βάζοντας τέλος στην ένταση, η σύλληψη του Αμπντουλάχ Οτσαλάν, το 1998, ανοίγει μια νέα εποχή στις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών, που υλοποιείται με την υπογραφή των συμφωνιών των Αδάνων. Απόδειξη αυτής της αναθέρμανσης των σχέσεων, ήταν η η συμμετοχή του Τούρκου Πρόεδρου Αχμέτ Νετζντέτ Σεζέρ τον Ιούνιο του 2000, στην κηδεία του Χάφεζ αλ Άσαντ. Εκτοτε οι σχέσεις βελτιώνονται συνεχώς,  υποβιβάζοντας σε δεύτερο πλάνο το θέμα της Χατάι που οι δυο εταίροι αποφεύγουν επιμελώς να αντιμετωπίσουν στις συζητήσεις τους.
Η νέα τουρκική διπλωματία του ΑΚΡ
Η άφιξη του ΑΚΡ στην εξουσία το 2002, θα δώσει νέα ώθηση στην αναζήτηση της Τουρκίας για βελτίωση των σχέσεων με τον αραβικό κόσμο γενικότερα και με τη Συρία, ειδικότερα. Το 2004, ο Μπασάρ αλ Ασαντ είναι ο πρώτος πρόεδρος της Συρίας που θα επισκεφθεί την Τουρκία. Την ίδια στιγμή, οι σχέσεις της Τουρκίας με το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες επιδεινώθηκαν, ιδίως μετά την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003. Μετά το διορισμό του ως πρωθυπουργού την ίδια χρονιά, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν καταδικάζει επανειλημμένα την «κρατική τρομοκρατία» του Ισραήλ κατά των Παλαιστινίων, ιδίως μέσω δολοφονιών πολιτικών ηγετών.
Η τουρκική διπλωματία εισέρχεται τότε σε μια νέα εποχή, λιγότερο στραμμένη προς τους Δυτικούς συμμάχους της στο ΝΑΤΟ. Ο «τουρκικός Γκωλισμός» εμπνέει στην Άγκυρα την ίδια λογική της μη ευθυγράμμισης όπως οι χώρες BRIC – Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία και Κίνα. Το ΑΚΡ ξεκινά μια ενεργητική πολιτική νοητά θετική με τους γείτονες της. Υλοποιεί με αποφασιστικότητα το νέο δόγμα της, που συνοψίζεται στον τύπο: «μηδενικά προβλήματα με τους γείτονες». Ως εκ τούτου, απέκτησε γρήγορα μια ισχυρή περιφερειακή θέση. Ο διεθνής ρόλος της ενισχύεται, και η Τουρκία θα επιδιώξει να παίξει τον ρόλο  του διαμεσολαβητή σε όλες τις συγκρούσεις της Μέσης Ανατολής. Για πολλούς επικριτές της Άγκυρας, αυτή η εξωτερική πολιτική δεν είναι παρά ένας νεο-ιμπεριαλισμός ή νεοθωμανισμός. Επιδιώκει να επιβάλει πολιτική κυριαρχία στη Μέση Ανατολή. Η Άγκυρα φιλοδοξεί να αναστήσει προς όφελός της την πρώην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Να μειώσει κανείς το ανανεωμένο ενδιαφέρον της Τουρκίας για τον αραβικό κόσμο θα αγνοούσε το συγκεκριμένο πλαίσιο στο οποίο δημιουργήθηκε αυτή η νέα διπλωματία. Αντιμέτωπη με τη στασιμότητα των διαπραγματεύσεων για την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και ανήσυχη για τις ξαφνικές πολιτικές αλλαγές που συντελέστηκαν στη Μέση Ανατολή από τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας στο Αφγανιστάν, την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ, τις αναταραχές στο Λίβανο ή τις επαναλαμβανόμενες εντάσεις με το Ιράν, η Τουρκία δεν θέλει να παραμείνει στο περιθώριο για αποφάσεις που αφορούν το άμεσο περιβάλλον της και που μπορούν να επηρεάσουν την εσωτερική κατάσταση της. Είναι η θέληση της να ζήσει σε μια σταθερή γειτονιά που υπαγορεύει την εξωτερική πολιτική της Άγκυρας. Με αυτή την ιδέα κατά νου, οι Τούρκοι ηγέτες επιμένουν στη διατήρηση σχέσεων με τον Μπασάρ Αλ-Άσαντ, ακόμα και όταν αυτός κατηγορείται από όλα τα έθνη: το 2003, ο Αμπντουλάχ Γκιουλ, τότε υπουργός Εξωτερικών, δεν θα διστάσει να επικρίνει την επιθετική στάση των Ηνωμένων Πολιτειών και τη πολιτική των κυρώσεων έναντι της Δαμασκού. Τον Απρίλιο του 2005, ο Πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας Αχμέτ Νετζντέτ Σεζέρ, ο οποίος δεν είναι μέλος του ΑΚΡ, επισκέπτεται  τη Συρία, λίγο περισσότερο από ένα μήνα μετά τη δολοφονία του Ραφίκ αλ-Χαρίρι στο Λίβανο για την  οποία κατηγορείται η Δαμασκός. Η σχέση αυτή προσφέρει στη Συρία έναν «τοπικό προστάτη» πιο αξιόπιστο και αποδεκτό από τους Ευρωπαίους και τους Αμερικανούς και από την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν. Για στους Τούρκους επιτρέπει να επιδείξουν την ικανότητά τους ως διαμεσολαβητές.
Οι σχέσεις Συρίας και Τουρκίας θα συνεχίσουν να βελτιώνονται. Υπογράφουν, για παράδειγμα, μια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου το 2004, δίνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο μια ισχυρή ώθηση στις οικονομικές σχέσεις τους. Το 1995, οι δύο χώρες αντάλλαζαν μόνο 530 εκατομμύρια δολάρια αγαθά και υπηρεσίες. Το 2010, ο αριθμός αυτός είχε πολλαπλασιαστεί επί πέντε, φθάνοντας τα $ 2,5 δισεκατομμύρια δολάρια. Η Τουρκία προωθεί επίσης την επανάληψη της ειρηνευτικής διαδικασίας, πείθοντας τους Σύριους και Ισραηλινούς να επαναλάβουν τις διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα της το Μάιο του 2008. Αλλά στο τέλος του τέταρτου γύρου των συνομιλιών, η ισραηλινή επίθεση στη Γάζα τον Δεκέμβριο του 2008 και Ιανουαρίου 2009 προκάλεσε μια επ’ αόριστη (sine die) αναστολή του διαλόγου. Από τότε, οι Ισραηλινοί απορρίπτουν τον διαμεσολαβητικό ρόλο της Τουρκίας. Θεωρούν ότι η κυβέρνηση Ερντογάν, ο οποίος προσωπικά χαρακτήρισε «έγκλημα κατά της ανθρωπότητας» τον πόλεμο στη Γάζα, με βάση την έκθεση που εκπόνησε ο Ισραηλινός δικαστής Goldstone, και είχε σοβαρή λογομαχία με τον Ισραηλινό πρόεδρο Σιμόν Πέρες στο Φόρουμ του Νταβός τον Ιανουάριο του 2009, δεν είναι πλέον σε θέση να παίξει ουδέτερο και έντιμο ρόλο διαμεσολαβητή. Οι σχέσεις με το Ισραήλ επιδεινώθηκαν περαιτέρω το 2010 με την ακύρωση κοινών στρατιωτικών ασκήσεων και την αντικατάστασή τους με κοινές ασκήσεις μεταξύ των τουρκικών και συριακών στρατών, και μετά τη αιματηρή σύγκρουση του ισραηλινού ναυτικού με τον ανθρωπιστικό στολίσκο που κατευθυνόταν προς τη Γάζα. Η Τουρκία από τότε δεν σταματά να απαιτεί μια ισραηλινή επίσημη συγγνώμη για τα θύματα αυτής της επιχείρησης. Σε αντίθεση, οι σχέσεις της με τη Συρία παραμένουν σε καλή κατάσταση, χάρη στη δράση του Υπουργού Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου που διορίστηκε το 2009, πραγματικού ιδεολόγου της νέας διπλωματίας του ΑΚΡ. Το ζήτημα της κατανομής των υδάτων του Ευφράτη και του Τίγρη κατευθύνεται προς τη ρύθμιση του, οι οικονομικές σχέσεις παραμένουν ζωντανές, κοινές στρατιωτικές ασκήσεις διεξάγονται σε ετήσια βάση, και ακόμη υπογράφονται συμφωνίες για κοινό αγώνα κατά της τρομοκρατίας το 2010. Η δημιουργία ενός Κοινού Συμβουλίου για μια στρατηγική συνεργασία, που αποφασίστηκε το Σεπτέμβριο του 2009 και συνεδρίασε αμέσως, είναι το αποκορύφωμα αυτής της διμερούς σχέσης, που τίποτα δεν φαινόταν να μπορέσει να θαμπώσει , καθώς αποσκοπούσε στην διαρκή πολιτική ενημέρωση και τη μετάβαση από το στάδιο της απλής συνεργασίας σε αυτή της συμπληρωματικότητας.
Μια δύσκολα διαχειρίσιμη πολιτική καλής γειτονίας
Η εξέγερση και έπειτα η επανάσταση την οποία ξεκίνησε ο Σύριος λαός εδώ και πέντε μήνες αποτελεί λοιπόν μια πρόκληση για την Άγκυρα. Από την αρχή της «επανάστασης της αξιοπρέπειας», η Τουρκία έδειξε μεγάλη προσοχή και εξέφρασε την ελπίδα ότι ο Μπασάρ αλ Ασαντ θα υιοθετήσει μια στάση που θα επιτρέψει την μεταρρύθμιση. Σε συνέχεια της πολιτικής διαμεσολάβησης της, η κυβέρνηση του ΑΚΡ αποστέλλει τον υπουργό Εξωτερικών της τον Απρίλιο, για να παράσχει  εμπειρογνωμοσύνη στη Δαμασκό, για την  «εκπαίδευση των στελεχών στο πολυκομματικό σύστημα και την επικοινωνία με το λαό». Αλλά ενώπιον της έλλειψης ενδιαφέροντος για τις προτάσεις της εκ μέρους της Συρίας, η Τουρκία θα σηκώσει σταδιακά τον τόνο. Ο Ερντογάν δηλώνει ότι η Τουρκία δεν θα δεχθεί «μια άλλη σφαγή στη Χάμα». Σε απάντηση, η Δαμασκός θεώρησε ότι η Άγκυρα ενδίδει σε «βιαστικές και αυτοσχεδιασμένες» δηλώσεις. Η ένταση αυξάνεται συνεχώς μεταξύ των δύο εταίρων. Για πολλούς παρατηρητές, η Άγκυρα υιοθετεί στην πραγματικότητα μια στάση αυστηρής πολιτικής έναντι της Δαμασκού, η οποία δεν θα ήταν άσχετη με τις βουλευτικές εκλογές της 12ης Ιουνίου στην Τουρκία. Παίζουν πιθανώς ρόλο στην τουρκική τοποθέτηση έναντι της Συρίας, καθώς το ΑΚΡ σαφώς επιθυμούσε να ενισχύσει τη δημοτικότητά προς τη μάζα των παραδοσιακών ψηφοφόρων του, που τείνουν περισσότερο να υποστηρίζουν τους Σύριους διαδηλωτές από το συριακό καθεστώς της Δαμασκού. Σε αυτό το προεκλογικό πλαίσιο, η Αντάλια φιλοξενεί στις  31 Μάιου- 2 Ιούνιου, ένα συνέδριο της συριακής αντιπολίτευσης, το οποίο προκαλεί την οργή των Συρίων. Σε αντίποινα, οι Σύριοι προσπαθούν να οργανώσουν στη Δαμασκό μια συνάντηση με κουρδικές οργανώσεις, μεταξύ των οποίων και το ΡΚΚ στη πρώτη σειρά.
Μια μέρα μετά τις εκλογές, η τουρκική στάση εμφανίζεται πιο συνεσταλμένη και οι Τούρκοι ηγέτες λιγότερο επιθετικοί. ¨Όμως οι σχέσεις δεν βελτιώνονται. Στις 12 Ιουνίου η τουρκική πρεσβεία στη Δαμασκό γίνεται στόχος διαδηλωτών υπέρ του Μπασάρ. Αυτή η επίθεση, παρότι  λιγότερο βίαιη από τις τελευταίες επιθέσεις κατά των πρεσβειών της Γαλλίας και των ΗΠΑ, ενορχηστρώθηκε σαφώς από το καθεστώς. Στις 20 Ιουνίου, η Άγκυρα δέχεται με επιφύλαξη την ομιλία του Μπασάρ αλ-Άσαντ που υπόσχεται ένα εθνικό διάλογο και ανακοινώνει καλλοπιστικές μεταρρυθμίσεις. Στις 23 Ιουνίου, η συγκέντρωση των συριακών στρατευμάτων κοντά στη συριοτουρκική παραμεθόριο επιδεινώνει τους φόβους για ένταση. Η εισροή Σύριων προσφύγων στην Τουρκία, προκάλεσε διαμάχη μεταξύ της Άγκυρας και του Σύριου πρεσβευτή στην Τουρκία Νιντάλ Καπμαλάν, που εκπλήσσεται με  την τουρκική άρνηση να επιτρέψει τις επισκέψεις από Σύριους βουλευτές στα στρατόπεδα, ενώ μια αντιπροσωπεία του Κουβέιτ έπαιρνε την άδεια  χωρίς πρόβλημα. Η Συρία κατηγορεί τότε την Τουρκία ότι επιτρέπει τη διέλευση όπλων, μέσω του εδάφους της, με προορισμό τις «ένοπλες συμμορίες», κατά των οποίων ο Συριακός στρατός δίνει μάχες. Σε απάντηση, η Άγκυρα ανακοίνωσε με τυμπανοκρουσίες στις 5 Αυγούστου την κατάσχεση επί του εδάφους της αποστολής όπλων με προέλευση την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, γεγονός που αποκλείει ότι τα όπλα προορίζονταν για εκείνους που αμφισβητούν το συριακό καθεστώς, κύριο σύμμαχο των Ιρανών στην περιοχή.
Είναι σαφές πλέον ότι η Άγκυρα έχει χάσει την υπομονή της. Φειδωλοί σε δηλώσεις κατά το Ιούλιο, οι Τούρκοι ηγέτες άρχισαν πάλι να φωνάζουν την παραμονή του Ραμαζανιού, ειδικά όταν τα συριακά  άρματα εισήλθαν στη Χάμα, στις 31 Ιουλίου.
Επιλογή αλλαγής;
Οι τελευταίες δηλώσεις του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είναι αδιαμφισβήτητες. Κατά την άποψή του, αυτό που συμβαίνει στη Συρία αφορά και την «τουρκική εσωτερική πολιτική». Αυτό οφείλεται σε διάφορους παράγοντες. Κατ ‘αρχάς, το ζήτημα των προσφύγων. Από 12 000 έως 15 000 κατά τη διάρκεια του μηνός Ιουνίου, ο αριθμός τους μειώθηκε μεν κατά το μήνα Ιούλιο, αλλά δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι δεν θα σημειωθεί περαιτέρω αύξηση, ειδικά αν η πόλη του Χαλεπίου, που βρίσκεται 40 χλμ. από τα τουρκικά σύνορα με 3 εκατομμύρια πληθυσμό, αυξάνει τη συμμετοχή της στις διαδηλώσεις και, εάν οι δυνάμεις ασφάλειας της θα έχουν  την ίδια μοίρα με τις Ντερεαά,  Χάμα, Deir Azzor, Χομς, Λατάκια. Αν συμβεί αυτό, δεν αποκλείεται η δημιουργία μιας ουδέτερης ζώνης στη Συρία, για την προστασία των προσφύγων.
Μια άλλη πηγή ανησυχίας για την Άγκυρα προέρχεται από το PKK.
Οι Τούρκοι αξιωματούχοι φοβούνται ακόμη περισσότερο να επωφεληθεί το κουρδικό κίνημα από την τρέχουσα αστάθεια στη Συρία, όταν το 2011 μετρά ήδη 107 θανάτους ανθρώπων που σκοτώθηκαν σε μάχες με τους αντάρτες του ΡΚΚ. Η ένταση συντηρήθηκε με το κάλεσμα, στις 14 Ιουλίου από μια πλατφόρμα κουρδικών ΜΚΟ, για την  «δημοκρατική αυτονομία» του τουρκικού Κουρδιστάν. 
Πιο πρόσφατα, οι τουρκικές μυστικές υπηρεσίες ενημέρωσαν την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της χώρας τους για την επανέναρξη των δραστηριοτήτων του PKK στη Συρία, με σύνδεση με τους Συρίους αξιωματούχους. 
Παρ ‘όλα αυτά, και όπως φαίνεται με το ιρακινό προηγούμενο, δεν είναι το κουρδικό ζήτημα που θα αποτρέψει την Άγκυρα να αντιταχθεί στη Συρία. 
Το 2004, εκμεταλλευόμενο το χάος στο Ιράκ για να αναδημιουργήσει τις πίσω βάσεις του στο Ντζεμπέλ Καντίλι στο ιρακινό Κουρδιστάν, το PKK είχε σπάσει την ισχύουσα ανακωχή του με την Τουρκία. Και ενώ συνέχιζε παράλληλα την καταπολέμηση της ένοπλης οργάνωσης, η Άγκυρα κατάφερε να αναπτύξει καλές σχέσεις με το ιρακινό Κουρδιστάν, ιδιαίτερα στον οικονομικό τομέα. 
Ο μόνος πραγματικός φόβος της τουρκικής κυβέρνησης είναι το ενδεχόμενο κατάρρευσης της Συρίας, η οποία θα έδινε ευρεία αυτονομία στην κουρδική περιοχή της. Τέτοιο ενδεχόμενο είναι δυνατό εάν το χάος εξακολουθεί να υπάρχει ακόμα για πολύ καιρό.
Από μόνο του, το κουρδικό ζήτημα δεν είναι αναστολέας για μια ισχυρή θέση της Άγκυρας σε σχέση με τη Δαμασκό, το αντίθετο μάλιστα. Η Άγκυρα δεν επιθυμεί πράγματι να δει μια δεύτερη κουρδική οντότητα στα σύνορά της, η οποία θα έτεινε να αναζωπυρώσει τις ελπίδες για την αυτονομία και την ανεξαρτησία των Κούρδων της Τουρκίας.
Το τελευταίο στοιχείο που μπορεί να αποτρέψει την Άγκυρα να ενισχύσει περαιτέρω τον τόνο έναντι της Δαμασκού αφορά την οικονομία. Η Συρία είναι μια σημαντική αγορά για την Τουρκία, η οποία εξάγει και διαθέτει αρκετές εταιρείες επί τόπου. Η λήψη μονομερών οικονομικών κυρώσεων φαίνεται επομένως λίγο απίθανη επιλογή για την Άγκυρα. Αλλά αν η κρίση συνεχιστεί και επηρεάσει την πορεία των εμπορικών συναλλαγών και ενθαρρύνει τους εργολάβους και τους μεγάλους επιχειρηματίες της Συρίας να εξάγουν τα κεφάλαιά τους, η Τουρκία θα πάψει έχει ενδιαφέρον για τις οικονομικές σχέσεις της με τη Δαμασκό. Όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες, ενδέχεται να εξετάσει την εφαρμογή στοχευόμενων οικονομικών κυρώσεων εις βάρος ατόμων κοντά στο συριακό καθεστώς, και να συμβουλέψει στους Τούρκους επενδυτές να σταματήσουν προσωρινά τις δραστηριότητές τους στη Συρία. Οι αποφάσεις αυτές θα είχαν σημαντικές συνέπειες, κυρίως στο Χαλέπι, όπου βρίσκονται οι περισσότερες από τις εταιρείες με τουρκικά κεφάλαια. Αλλά, προς το παρόν τουλάχιστον, αυτή η επιλογή φαίνεται απίθανη. Η Τουρκία προκειμένου να μην ξεχωρίσει, προτιμά να παραμείνει σε μια πολυμερή λογική κυρώσεων, σε συνεργασία με τους Αμερικανούς και τους Ευρωπαίους.
Ένας σημαντικός παράγοντας, το Ιράν, ωστόσο, θα πρέπει να ζυγιστεί στην επιλογή των Τούρκων ηγετών. Η Συρία θα μπορούσε όντως να γίνει αιτία αντιπαράθεσης μεταξύ της Τεχεράνης και της Άγκυρας. 
Αν η Τουρκία αποφασίσει να σκληρύνει τη στάση της απέναντι στη Δαμασκό και να μεταφράσει τις απειλές της σε συγκεκριμένες δράσεις, το Ιράν θα έχει στη διάθεση του μη αμελητέα κατασταλτικά μέτρα κατά της Τουρκίας, κυρίως το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο. Η Άγκυρα όντως εξαρτάται από το Ιράν για αυτές τις πηγές ενέργειας. Το Ιράν αντιπροσωπεύει επίσης μια τεράστια αγορά που αναπτύσσεται ραγδαία, που η Τουρκία δεν μπορεί να απολέσει με ευθυμία της καρδιάς της. 
Ωστόσο, η πολιτική μη-δέσμευσης της Τουρκίας μπορεί να παίξει υπέρ της. Εάν η Άγκυρα συνεχίζει το διάλογο με την Τεχεράνη για το πυρηνικό της πρόγραμμα – ας μην ξεχνάμε  ότι, για να αποφύγει η Τεχεράνη ένα νέο πακέτο κυρώσεων, η Τουρκία υπέγραψε το Μάιο του 2010, μια συμφωνία με τη Βραζιλία και το Ιράν, βάσει της οποίας  παρέχεται η δυνατότητα αποθήκευσης ενός μέρους των πυρηνικών καυσίμων του Ιράν στο έδαφός της- το Ιράν θα είναι λιγότερο διατεθειμένο να εισέλθει σε μια λογική αντιπαράθεσης με μια αυξανόμενη διεθνή δύναμη, που θα μπορούσε να αποδειχθεί τελικά πιο χρήσιμη σύμμαχος από ότι η Συρία.
Συμπέρασμα
Αν και μέρος της τουρκικής κοινωνίας, η οποία ανανέωσε πρόσφατα την υποστήριξή της προς ΑΚΡ, επιθυμεί από  τους ηγέτες τους να δείξουν ισχυρότερη και τολμηρότερη στάση προς το συριακό καθεστώς, η Τουρκία έχει περιοριστεί μέχρι σήμερα σε μια προσεκτική στάση. Φαίνεται, όμως, σταδιακά να χάνει την υπομονή και εμπιστοσύνη της στον Μπασάρ αλ-Άσαντ, και η επιστολή που ο Πρόεδρος Αμπντουλάχ Γκιούλ απηύθυνε προς τον Σύριο ομόλογό του, μέσω του Αχμέτ Νταβούτογκλου κατά τη διάρκεια της τελευταίας επίσκεψής του στη Δαμασκό, έχει τη μορφή τελεσίγραφου. Η Άγκυρα, της οποίας η νέα διπλωματία χαρακτηρίστηκε κατά τα τελευταία χρόνια από μια συνεχή δέσμευση για την επίλυση διαφορών μέσω διαλόγου, δεν είναι πλέον πολύ μακριά από το οριακό σημείο θραύσης με τον Μπασάρ αλ-Άσαντ. Αν δεν θέλει να συντρίψει την κατευθυντήρια αρχή της διπλωματίας της και αν επιθυμεί να διατηρήσει τα οφέλη της πολιτικής των «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονές της», θα πρέπει να επιδείξει μεγάλη επιδεξιότητα.
Παίρνοντας κάθε μέρα περισσότερο το μέρος του συριακού λαού, η Άγκυρα στοιχηματίζει ίσως πάλι στη διπλωματία των «μηδενικών προβλημάτων» με τους μελλοντικούς ηγέτες της νέας Συρίας. Με την υποστήριξη των διαδηλωτών που ανήκουν στην πλειοψηφία τους στο σουνιτικό Ισλάμ, όπως ο ίδιος ο πληθυσμός της, αναδεικνύεται κατά κάποιον τρόπο ενώπιο του σιιτικού Ιράν του οποίου η παρουσία και δράση στη Συρία δεν χρωστά τίποτα στην τύχη, σε πραγματικό ηγέτη του σουνιτικού μουσουλμανικού κόσμου, εις βάρος μιας Σαουδικής Αραβίας με γερασμένους, δειλούς και  σιωπηλούς για πάρα πολύ καιρό ηγέτες σχετικά με το συριακό δράμα.
Πηγή: Le Monde

var _wau = _wau || []; _wau.push([“small”, “wvg1ie6mi5ta”, “m3y”]);
(function() {var s=document.createElement(“script”); s.async=true;
s.src=”http://widgets.amung.us/small.js”;
document.getElementsByTagName(“head”)[0].appendChild(s);
})();

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός9 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις9 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή