Ακολουθήστε μας

Διεθνή

ΗΠΑ-ΝΑΤΟ, Ρωσία, Κίνα προετοιμάζονται για τον Τρίτο Παγκόσμιο (πυρηνικό) Πόλεμο

Δημοσιεύτηκε στις

του Pr Chems Eddine Chitour

Η πτώση της Δύσης: Η φυγή προς τα εμπρός για τον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο
Στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ εκτός ΗΠΑ: 255.065 στρατιωτικό προσωπικό, στρατιωτική παρουσία σε 156 χώρες, 737 βάσεις σε 63 χώρες

«Πιστεύω ότι τα τραπεζικά ιδρύματα είναι πιο επικίνδυνα για τις ελευθερίες μας από τους τακτικούς στρατούς. Αν ο αμερικανικός λαός επιτρέψει στις ιδιωτικές τράπεζες να ελέγξουν την έκδοση του νομίσματός τους, πρώτα μέσω πληθωρισμού, στη συνέχεια μέσου αποπληθωρισμού, οι τράπεζες και οι εταιρείες θα στερήσουν τον λαό από κάθε περιουσία μέχρι να ξυπνήσουν τα παιδιά τους άστεγα στην ήπειρο που οι πατέρες τους είχαν κατέκτησει». 

Thomas Jefferson, Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.
Μετά την κατάρρευση της σοβιετικής αυτοκρατορίας, που χαρακτηρίστηκε σαν  το «Τέλος της Ιστορίας»  από τον Φουκουγιάμα, η «Pax Americana» φαινόταν ότι θα  διαρκέσει χίλια χρόνια.
Σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από έλλειψη πρώτων υλών και που το 90% των σπάνιων γαιών βρίσκεται στην Κίνα, η οικονομική κατάρρευση των ΗΠΑ και της Ευρώπης τους οδήγησε να μην ασχοληθούν πια με «αρχές», αλλά να παίρνουν τους πόρους που χρειάζονται με τη βία από τις πιο αδύναμες χώρες, όπως είναι η περίπτωση του Καντάφι που σταυρώθηκε από τη Δύση και να συνεχίζουν  να αποσταθεροποιούν τα πάντα με το πρόσχημα μιας μεταμφιεσμένης δημοκρατίας που δεν ξεγελά πλέον κανέναν

Γιατί η παγκόσμια δικτύωση του κόσμου;

Γνωρίζουμε ότι το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικού διασχίζει τις θάλασσες και από καιρό σε καιρό πλευρίζει σε κάποιο λιμάνι για να δείξει τη δύναμή του, όπως τις παλιές καλές μέρες του Ψυχρού Πολέμου,  υφαίνοντας ένα  όλο και πιο πυκνό δίκτυο αμερικανικών βάσεων εκτός της επικράτειας των Ηνωμένων Πολιτειών. Πράγματι, οι περισσότερες πηγές πληροφοριών σχετικά με το θέμα (συμπεριλαμβανομένου του C. Johnson, της Επιτροπής Εποπτείας του ΝΑΤΟ, του Διεθνούς Δικτύου για την κατάργηση των ξένων στρατιωτικών βάσεων, κλπ.).
αποκαλύπτουν ότι οι Αμερικανοί έχουν στη κυριότητα τους 700 με 800 στρατιωτικές βάσεις σε όλο τον κόσμο. Ένα έγγραφο του 2002 αποκαλύπτει την παρουσία Αμερικανών στρατιωτικών σε 156 χώρες, με αμερικανικές βάσεις σε 63 χώρες, εκ των οποίων πρόσφατα χτισμένες (μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001) σε επτά χώρες,  ένα σύνολο 255.065 στρατιωτικού προσωπικού. Σύμφωνα με τον Gelman, με βάση τα επίσημα στοιχεία του Πεντάγωνου του 2005, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν 737 βάσεις στο εξωτερικό. (1)
Για τον καθηγητή Jules Dufour, η επιρροή της αμερικανικής ισχύος είναι τεράστια και  συνεχίζει να αυξάνεται. Οι Αμερικανοί θεωρούν την επιφάνεια της γης ως έδαφος για κατάκτηση, κατοχή και εκμετάλλευση. Η διαίρεση του κόσμου σε μάχιμες και διοικητικές μονάδες καταδεικνύει σαφώς το γεγονός αυτό. Σε αυτά τα πλαίσια, η ανθρωπότητα φαίνεται να ελέγχεται ή να είναι δεμένη με αλυσίδες οι κρίκοι των οποίων αποτελούν τις στρατιωτικές βάσεις. Η διαδικασία της ανακατανομής των στρατιωτικών εγκαταστάσεων διεξάγεται υπό την καθοδήγηση της εξουσίας, της ένοπλης βίας, την παρέμβαση μέσω συμφωνιών «συνεργασίας» των οποίων οι φιλοδοξίες κατάκτησης συνεχώς επαναλαμβάνονται στο σχεδιασμό των εμπορικών πρακτικών και των εμπορικών ανταλλαγών. Η οικονομική ανάπτυξη εξασφαλίζεται μέσω της στρατιωτικοποίησης και του έλεγχου των κυβερνήσεων και θυσιάζονται ολόκληρες κοινωνίες και τεράστιοι πόροι για να εξασφαλιστεί  ο έλεγχος στις περισσότερες περιοχές του πλανήτη προικισμένες με στρατηγικά πλούτη, ώστε  να εδραιωθούν τα θεμέλια της αυτοκρατορίας. (1)
 Θα το έχετε καταλάβει, ο έλεγχος των όλο και πιο σπάνιων πρώτων υλών θα δημιουργήσει οξύτερες εντάσεις. Ωστόσο, η κατάσταση δεν είναι η ίδια με αυτήν που επικρατούσε μετά την πτώση της σοβιετικής αυτοκρατορίας πριν από είκοσι χρόνια. Ας θυμηθούμε την εποχή εκείνη, ο Τζορτζ Μπους πατέρας είχε ανακοινώσει μια νέα τάξη. Η αυτοκρατορία δεν είχε κανέναν απέναντι της.
Ο Ιμπέρ Βεντρίν, Γάλλος Υπουργός Εξωτερικών, μίλαγε για υπερδύναμη.
Σήμερα μαθαίνουμε ότι οι Κινέζοι δεν είναι ευχαριστημένοι για την τύχη του Πακιστάν που βομβαρδίστηκε και έχασε 26 στρατιώτες. Επιπλέον, βλέπουν με πολύ κακό μάτι την επιχειρούμενη περικύκλωση τους από την ανάπτυξη 2.500 πεζοναυτών στην Αυστραλία. Σύμφωνα με τηλεγράφημα του Γαλλικού Πρακτορείου AFP, ο Κινέζος πρόεδρος Χου Ζιντάο κάλεσε την Τρίτη 6 Δεκέμβρη το Πολεμικό Ναυτικό να προετοιμαστεί για στρατιωτικές μάχες, εν μέσω των αυξανόμενων περιφερειακών εντάσεων για διαφορές στη θάλασσα και της εκστρατείας των ΗΠΑ να επιβληθεί στον Ειρηνικού.  Απευθυνόμενος προς την ισχυρή Κεντρική Στρατιωτική Επιτροπή ο Χου δήλωσε: «Το κύριο έργο μας είναι  η εθνική μας άμυνα και η ανάπτυξη νέων στρατιωτικών κατασκευών». Το επίσημο πρακτορείο ειδήσεων Xinhua ανέφερε ότι ο πρόεδρος δήλωσε ότι το κινεζικό πολεμικό ναυτικό θα πρέπει να «προετοιμαστεί για έναν μακρύ πόλεμο» (2)
«Ο Κινέζος Πρωθυπουργός Γουέν Τζιαμπάο έστειλε μήνυμα  τον περασμένο μήνα κατά της παρέμβασης των «εξωτερικών δυνάμεων» στις περιφερειακές εδαφικές διαφορές, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων στην Νότια Θάλασσα της Κίνας.
Ενώ η Χίλαρι Κλίντον έφτασε στο Μιανμάρ (Βιρμανία) στις 30 Νοεμβρίου για μια διήμερη επίσκεψη, η Κίνα ήδη πήρε το προβάδισμα.
Ο Κινέζος Αντιπρόεδρος Xi Jinping δέχτηκε στο Πεκίνο τη Δευτέρα τον επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων της Βιρμανίας Min Aug Hlaing, και του υπενθύμισε ότι η Κίνα επιθυμεί να συμβάλει προς μια «στρατηγική εταιρική σχέση» με το Μιανμάρ, αναφέρει η South China Morning Post. Η εφημερίδα του Χονγκ Κονγκ, διευκρινίζει ότι «η πρόθεση της Βιρμανίας είναι να μη επιτρέψει να χαλάσουν  οι σχέσεις της με την Κίνα και ότι προσπαθεί πάντα να εξισορροπήσει τα συμφέροντα της ανάμεσα στο Ανατολικό και Δυτικό στρατόπεδο».
Ο κινεζικός στρατός πραγματοποίησε  μεγάλες στρατιωτικές ασκήσεις κοντά στο Πακιστάν μετά την εγκατάσταση των αμερικανικών στρατευμάτων στην περιοχή.
Σε απάντηση της ανόδου της Δυτικής επιθετικότητας εναντίον του Ιράν, ο Υποστράτηγος Zhang Zhaozhong παρατήρησε ότι «η Κίνα δεν θα διστάσει να προστατεύσει το Ιράν ακόμη και αν αυτό θα πυροδοτήσει τον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο», σχόλια που δημιούργησαν μεγάλη συζήτηση στην ίδια την Κίνα.
Ο Κινέζος πρεσβευτής στον ΟΗΕ προειδοποίησε τον διευθυντή της Διεθνούς Επιτροπής Πυρηνικής Ενεργείας (ΙΑΕΑ) Yukiya Amano, ότι δεν μπορεί να παράγει «αβάσιμες αποδείξεις» (evidence baseless) ώστε να δικαιολογήσει μια επίθεση στο Ιράν, με το πρόσχημα του αμφιλεγόμενου πυρηνικού του προγράμματος».(2)
Από τη ρωσική πλευρά, η ίδια ανησυχία οδηγεί και εκεί σε κινητοποίηση, όπως μεταξύ άλλων η  ανάπτυξη της πυραυλικής ασπίδας στην Ευρώπη. Ο Ρώσος Στρατηγός Νικολάι Makarov δήλωσε την περασμένη εβδομάδα: «Δεν αποκλείω τοπικές και περιφερειακές ένοπλες συγκρούσεις με  εξέλιξη ενός πόλεμου μεγάλης κλίμακας, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης πυρηνικών όπλων».
Οι παγκόσμιες εντάσεις μεταξύ Ανατολής και Δύσης εξερράγησαν κατά το τελευταίο δεκαπενθήμερο, όταν ο Ρώσος πρεσβευτής Βλαντιμίρ Titorenko και δύο από τους βοηθούς του προερχομένους από τη Συρία έπεσαν θύματα από μια βίαιη επίθεση από τις δυνάμεις ασφαλείας του Κατάρ που υποστηρίζονται από τη CIA και από πράκτορες της βρετανική MI6. Οι τελευταίοι  επεχείρησαν να αποκτήσουν πρόσβαση σε έναν διπλωματικό σάκο που περιείχε πληροφορίες των συριακών υπηρεσιών πληροφοριών σχετικά με την εισβολή των Ηνωμένων Πολιτειών στην  Συρίας και στο Ιράν.
 Ένας Αμερικανός δημοσιογράφος, ο Greg Hunter, εξηγεί γιατί «ο κόσμος είναι εκτός ελέγχου». Αποκαλύπτει ότι το σύνολο της Δυτικής οικονομίας καταρρέει υπό το βάρος του πάνω από 100.000 δισ. Δολάρια που δεν είναι σε θέση να αποπληρώσει: «Ποτέ στην ιστορία ο κόσμος δεν ήταν τόσο κοντά σε ένα συνολικό οικονομικό χάος και στον πυρηνικό πόλεμο ταυτόχρονα».(3)
Τέλος, ένα ενημερωτικό δελτίο του Υπουργείου Άμυνας που εκδόθηκε σήμερα από τον πρωθυπουργό Πούτιν αναφέρει ότι ο Πρόεδρος Μεντβέντεφ και ο Πρόεδρος Χου έχουν συνάψει μια «κατ ‘αρχήν συμφωνία» θεωρώντας  ότι ο μόνος τρόπος για να σταματήσει η επιθετικότητα της Δύσης με επικεφαλής τις Ηνωμένες Πολιτείες θα είναι «μια στρατιωτική και άμεση δράση».
Παράλληλα ο Κινέζος ηγέτης διέταξε το Πολεμικό Ναυτικό να «προετοιμαστεί για  πόλεμο».(4)
Η Claude Jacqueline Herdhuin συνοψίζει καλά τον συνεχή πειρασμό της αυτοκρατορίας γράφοντας ότι ο πραγματικός πόλεμος είναι οικονομικής φύσης:
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν να παραμείνουν  ο  φύλακας σκύλος του κόσμου, ακόμα και εάν αυτός ο σκύλος είναι σήμερα ψωριάρης και τυφλός και δεν μπορεί να σταθεί  στο ύψος των περιστάσεων. Μερικές φορές, η σοφία και η ευφυΐα επιβάλουν την υποχώρηση, αλλά η κυβέρνηση των ΗΠΑ, υπό τον έλεγχο των οικονομικών και στρατιωτικών βιομηχανιών, συνεχίζει να διεκδικεί την κυριαρχία του πλανήτη. Φτάνει όμως λίγη μικρή διορατικότητα και κοινή λογική για να παρατηρήσουμε ότι αυτή η καταρρέουσα δύναμη δεν είναι πια σε θέση να συγκλονίσει τον κόσμο».(5)
Ο συνασπισμός της Κίνας και της Ρωσίας

«Μετά την αποκεφάλιση και το γονάτισμα της Λιβύης, προκειμένου να αποδυναμώσουν την περιοχή και να απομονώσουν το Ιράν, είναι σαφές ότι η Δύση βρίσκεται σε πολύ άσχημη θέση.

Οι χώρες μέλη του ΝΑΤΟ πιάστηκαν στο λαιμό. Η οικονομία τους υφίσταται τις συνέπειες μιας πολύ καλά ενορχηστρωμένης επίθεσης από τον κόσμο της χρηματοπιστωτικής οικονομίας. Η αμερικανική οικονομία πάει άσχημα, η Ευρώπη «κρατά ακόμα» κάτω από την ηγεσία της Ανγκελα Μέρκελ και του Νικολά Σαρκοζί, αλλά το ψωραλέο σκυλί δεν παραδέχεται την ήττα του και απειλεί να δαγκώσει.
Η ένοπλη επέμβαση σίγουρα χρησιμοποιείται, αλλά ο πραγματικός πόλεμος παίζεται έξω στον κόσμο της χρηματοπιστωτικής οικονομίας. Η απειλή της Standard & Poors είναι μια απτή απόδειξη. Και οι λαοί είναι οι όμηροι και τα θύματα αυτού του πολέμου.
Μετά τη Λιβύη, το ΝΑΤΟ έβαλε στο μάτι τη Συρία. Αυτό θα του επιτρέψει να απομονώσει περαιτέρω το Ιράν. Όμως, η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν είναι ένας πολύ πιο δύσκολος στόχος. Επιτιθέμενη στο Ιράν η Δύση θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις χώρες του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης (ΟΣΣ, SCO), που ιδρύθηκε το 2001 από τους προέδρους πέντε ευρασιατικών χωρών: Ρωσία, Κίνα, Καζακστάν, Κιργιζία, Τατζικιστάν και στις οποίες προστέθηκε το Ιράν το 2005. Ο ΟΣΣ αντιπροσωπεύει σαφώς την βούληση αυτών των χωρών να ενωθούν εναντίον της Δύσης. Μπορεί να ερμηνευθεί ως ένα νέο Ανατολικό Μπλοκ, και δηλώνει σαφώς την επιστροφή σε μια ισορροπία που υπήρχε πριν την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ που επέτρεψε την παγκόσμια «δικτατορία» των Ηνωμένων Πολιτειών.
Για άλλη μια φορά, οι κυρίαρχες χώρες εφαρμόζουν την πολιτική του «ένα μέτρο δυο σταθμά»: το Ισραήλ (που υποστηρίζεται από την Ουάσιγκτον) έχει το δικαίωμα να απειλήσει το Ιράν με τα πυρηνικά όπλα του, αλλά η Τεχεράνη δεν έχει κανένα δικαίωμα με το πρόσχημα ότι θα ήταν μια απειλή για την ασφάλεια του Ισραήλ και του λεγομένου πολιτισμένου κόσμου».(5)
Κατά τον Μπάνι Σαντρ, πρώην Πρόεδρος του Ιράν, η Δύση υποστηρίζει ότι το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα θέτει πρόβλημα, διότι εμπεριείχε μια στρατιωτική διάσταση. Αλλά γνωρίζετε ότι τα WikiLeaks έχουν δημοσιεύσει μυστικές εκθέσεις. Μερικές από αυτές τις εκθέσεις αφορούν αυτόν τον Κύριο Yukika Amano, τον Ιάπωνα επικεφαλής του ΔΟΑΕ: σύμφωνα με αυτές τις εκθέσεις, οι Αμερικανοί υποστήριξαν τον διορισμό του στην διεύθυνση του ΔΟΑΕ, επειδή ο ίδιος δεσμεύτηκε να δράσει προς την κατεύθυνση της Στρατηγικής των Ηνωμένων Πολιτειών.  Αυτό που δεν θέλουν να δηλώσουν οι Δυτικοί αξιωματούχοι, είναι ότι το βασικό ζήτημα γι ‘αυτούς είναι να ελέγχουν ολόκληρη την περιοχή.
Ο κ. Μπους είχε επιφορτιστεί με το έργο, να φέρει τη Δημοκρατία στην Ευρύτερη Μέση Ανατολή. Αυτήν την  Ευρύτερη Μέση Ανατολή – από την Βόρεια Αφρική μέχρι το Πακιστάν -σκοπεύουν στην πραγματικότητα να θέσουν υπό τον έλεγχό τους οι  Ηνωμένες Πολιτείες .
Παρενέβησαν στη Λιβύη, κατέστρεψαν μια χώρα για να θεσπιστεί η δημοκρατία, αλλά κανείς δεν βλέπει δημοκρατία. Αυτό που βλέπουμε είναι μεγαλύτερη ανασφάλεια και μεγαλύτερη φτώχεια. Επιδιώκουν, στην πραγματικότητα, να καταστρέψουν για να ανοικοδομήσουν, πληρώντας ακριβά τις δυτικές εταιρείες που θα πάνε εκεί για την ανοικοδόμηση .
«Δεν πιστεύω ότι οι ΗΠΑ έχουν τα μέσα για να επιβάλουν την ηγεμονία τους στην Κίνα, ή ακόμη στις μικρότερες  χώρες του Ειρηνικού ή στην Ινδία. Και αυτό επειδή, κατά τη γνώμη μου, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι πλέον μια υπερδύναμη, γίνονται όλο και περισσότερο μια χώρα όπως όλες οι άλλες». (6)
«Η Ιαπωνία μαζί με τις άλλες ασιατικές χώρες, είναι πιο σημαντικές σήμερα από όλο το σύνολο της  Δύσης. (…)
Αυτό που επιδιώκουν όμως, είναι ο έλεγχος του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Πιστεύουν ότι με τον έλεγχο των δύο κέντρων της Κεντρικής Ασίας και του Περσικού Κόλπου, θα μπορέσουν να μιλήσουν ως ίσοι ή ακόμη και να επιβάλουν μια οριακή υπεροχή στην Ασία. Αυτό που θέλουν είναι να ελέγχουν το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο.
Η αιτιολόγησή τους: μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ από το Ιράκ, το Ιράν θα γίνει η ηγεμονική δύναμη της περιοχής, λόγω της διάσημης πράσινης ζώνης του σιιτισμού. Η αλλαγή καθεστώτος  στη Συρία με την αποκατάσταση ενός σουνιτικού καθεστώτος σημαίνει την απομόνωση του Ιράν από τον Λίβανο»(6)
Κλείνοντας την συνέντευξή του, Ο Bani Σαντρ χρησιμοποιεί τα ίδια επιχειρήματα με τον Πρέσβη Kishore Mahboubani: «Υπάρχουν αρκετοί σημαντικοί λόγοι για την κρίση της Δύσης που πανικοβάλλεται στην προοπτική να χάσει την ηγεμονία της σε όφελος των νέων κέντρων εξουσίας της Ασίας ή της Ευρασίας, όπως η Κίνα, η Ινδία, και καταρχήν το χαμήλωμα του επίπεδου διαβίωσης των λαών. (…)
Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα: η Δύση έχει παραδώσει τον έλεγχο της οικονομίας της στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα χρήματα που επενδύθηκαν στις χρηματοπιστωτικές αγορές και όχι  στην πραγματική οικονομία είναι δυσανάλογα και ανέρχονται σε μια αναλογία 7 προς 1».(6)
Ο Kishore Mahbubani περιγράφει επίσης την πτώση της Δύσης με την απώλεια των δικών της αξιών. Κατά τον ίδιο, «ήρθε η ώρα για την αναδιάρθρωση της παγκόσμιας τάξης, η Δύση είναι ανίκανη να διατηρήσει, να σεβαστεί, και ακόμη λιγότερο να ενισχύσει τους θεσμούς που δημιούργησε. Ο αμοραλισμός υπονομεύει  ακόμα περισσότερο  τις δομές και το πνεύμα της παγκόσμιας διακυβέρνησης και εμφανίζεται ανίκανη να ασκήσει εξουσία, καθιστώντας την σήμερα περισσότερο το πρόβλημα παρά τη λύση.
«Οι πολιτισμοί, έλεγε ο Arnold Toynbee, δεν φονεύονται, αυτοκτονούν».
Η αμερικανική αυτοκρατορία υπέστη την ίδια πτώση όπως η βρετανική προκάτοχός της. (…)
Θα κατανοήσουν  οι Ηνωμένες Πολιτείες αυτό το μάθημα; Ή θα επιδιώξουν να διατηρήσουν την παγκόσμια κυριαρχία μόνο με την  στρατιωτική δύναμη, δημιουργώντας έτσι όλο και περισσότερη αναταραχές, συγκρούσεις και βαρβαρότητα;»
Μετά από καιρό, θα διαπιστώσουμε ότι τα κενά συνθήματα για τα ανθρώπινα δικαιώματα που είναι αποκλειστικά αυτά του λευκού άνθρωπου της Δύσης – αν και θα πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμη και σε αυτές τις κοινωνίες η ρήξη μεταξύ πλούσιων και φτωχών είναι πλήρης – θα καταπατηθούν  προοδευτικά με τη εξαφάνιση της υλικής ευημερίας.
«A Beastly Century», «Ένας κτηνώδης αιώνας», είναι ο όρος που χρησιμοποιεί ο Margaret Drabble, για να περιγράψει τον εικοστό αιώνα. (7)
Αν ξεσπάσει ο πόλεμος, η πρώτη κίνηση του Ιράν θα ήταν να κλείσει τα στενά του Ορμούζ. Το 40% του παγκοσμίου πετρελαίου περνά μέσα από αυτό.
Μεταξύ του πολέμου και των κυρώσεων, οι τιμές του πετρελαίου θα ανεβούν στα
ύψη, ίσως 300 δολάρια και θα ωθήσουν στην άβυσσο την δυτική οικονομία η οποία βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού.
 Ο πυρηνικός πόλεμος θα πάψει να είναι αποκύημα της φαντασίας, φέρνοντας στην μνήμη μας την ρήση του Αϊνστάιν: «Δεν ξέρω τι θα συμβεί μετά τον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο, αλλά είμαι βέβαιος ότι ο τέταρτος θα γίνει με πέτρες, τόξα και βέλη».
Μας προειδοποίησε.
Σημειώσεις
2. Joseph Watson et Yi Han: L’armée chinoise, programme de grosses manoeuvres militaires près du Pakistan. Mondialisation.ca, le 2 décembre 2011
5.Claude Jacqueline Herdhuin: Les Etats-Unis: le chien de garde du monde
 Pr Chems Eddine Chitour 

var _wau = _wau || []; _wau.push([“small”, “wvg1ie6mi5ta”, “m3y”]);
(function() {var s=document.createElement(“script”); s.async=true;
s.src=”http://widgets.amung.us/small.js”;
document.getElementsByTagName(“head”)[0].appendChild(s);
})();

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO9 λεπτά πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός57 λεπτά πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή