Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης για τα Σκόπια: Επισκόπηση και Παρατηρήσεις, γ΄ μέρος

Δημοσιεύτηκε στις

Ιωάννης Σ. Λάμπρου, διεθνολόγος
Σχετικά άρθρα

Τοποθέτηση του Δικαστηρίου για το ζήτημα της Αρμοδιότητας
Το Διεθνές Δικαστήριο θεώρησε ότι η διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 21 παρ. 2 από την ελληνική πλευρά δεν είναι αποδεκτή. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με το άρθρο αυτό, της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, εξαιρείται από την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου η διαφορά του ονόματος.

Το Δικαστήριο στράφηκε στα Ψηφίσματα 817 και 845 του 1993, διότι σε αυτά τα Ψηφίσματα παραπέμπει το άρθρο 5 παρ.1 θέλοντας να εντοπίσει την φύση της διαφοράς. Το Δικαστήριο, μετά την μελέτη των Ψηφισμάτων 817 και 845, διέκρινε μεταξύ του ονόματος των Σκοπίων, διαφορά για την οποία  τα δύο Ψηφίσματα ενθάρρυναν τις διαπραγματεύσεις προς οριστική επίλυση της, και του προσωρινού ονόματος με το οποίο θα αναφέρονται τα Σκόπια στο εσωτερικό των Ηνωμένων Εθνών μέχρι να υπάρξει επίλυση του ζητήματος. Ο ίδιος διαχωρισμός υιοθετήθηκε και στην Ενδιάμεση Συμφωνία, όπου το άρθρο 5 παρ.1 απαιτεί από τα μέρη- Ελλάδα και Σκόπια- να διαπραγματευτούν σχετικά με την επίλυση της διαφοράς ( του ονόματος), ενώ το άρθρο 11 παρ. 1 επιβάλλει στην Ελλάδα να μην παρεμποδίζει  την αίτηση μέλους των Σκοπίων σε διεθνείς οργανισμούς, εκτός και αν αναφέρεται στο συγκεκριμένο οργανισμό με όνομα διαφορετικό από αυτό του Ψηφίσματος 817 ( ‘Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας’). Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ανάγνωση του άρθρου 21 παρ.2 σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ.1 καθιστά σαφές ότι η διαφορά η οποία εξαιρείται από την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου αφορά το ζήτημα της οριστικής επίλυσης του ονόματος και όχι διαμάχες σχετικά με την υποχρεώσεις της Ελλάδος όπως αυτές καθορίζονται από το άρθρο 11 παρ.1. Τα δύο μέρη, αναφέρεται στην απόφαση, αν επιθυμούσαν να εξαιρέσουν από την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου το περιεχόμενο του άρθρου 11 παρ.1 θα μπορούσαν ρητώς να το είχαν προβλέψει. Η αποδοχή της διασταλτικής ερμηνείας της ελληνικής πλευράς του άρθρου 21 παρ.2, τονίζεται, θα καθιστούσε πολύ δύσκολο για το Δικαστήριο να αναλάβει κάποια υπόθεση αναφορικά με την ερμηνεία και εφαρμογή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Το γεγονός ότι υπάρχει σχέση μεταξύ της διαμάχης ενώπιον του Δικαστηρίου και της διαφοράς του ονόματος δεν στερεί από το Δικαστήριο την αρμοδιότητα να επιληφθεί της συγκεκριμένης υπόθεσης. Εάν το Δικαστήριο εκκαλείτο από τα Σκόπια να αποφασίσει αναφορικά με την οριστική επίλυση του ονόματος, τότε θα υπήρχε εφαρμογή της εξαίρεσης του άρθρου 21 παρ.2.

Το Δικαστήριο, στη συνέχεια ασχολήθηκε με τους ισχυρισμούς της ελληνικής πλευράς ότι η προσφυγή αφορά την συμπεριφορά των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ και του γεγονότος ότι η απόφαση για μη πρόσκληση των Σκοπίων ήταν συλλογική απόφαση. Σε αυτή την περίπτωση το Δικαστήριο θα έπρεπε να τοποθετηθεί πάνω σε μια προσφυγή η οποία βασίζεται σε μια συλλογική απόφαση κρατών-μελών ενός οργανισμού. Ως εκ τούτου, βάσει της ελληνικής επιχειρηματολογίας, εφόσον το αντικείμενο της υπόθεσης θα αφορούσε άμεσα τα νομικά συμφέροντα τρίτων, το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει την αρμοδιότητα του (υπόθεση Monetary Gold, 1954).
Το Δικαστήριο δήλωσε πως η προσφυγή των Σκοπίων αφορούσε συγκεκριμένα τη συμπεριφορά της Ελλάδος την περίοδο πριν και κατά τη διάρκεια της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, τον Απρίλιο του 2008, σε σχέση με την υποχρέωση την οποία ανέλαβε βάσει του άρθρου 11 παρ.1, να μην παρεμποδίσει αίτηση μέλους των Σκοπίων σε διεθνείς οργανισμούς στους οποίους η Ελλάς είναι ήδη μέλος. Το προς  εξέτασιν θέμα, αναφέρεται στην απόφαση, δεν είναι τα συμπεράσματα της Συνόδου Κορυφής, ούτε κατά πόσο η απόφαση αυτή οφείλεται στην δραστηριότητα της Ελλάδος αλλά κατά πόσο η Ελλάδα παραβίασε, με την συμπεριφορά της, την πρόνοια της Ενδιάμεσης Συμφωνίας ( άρθρο 11 παρ.1). Το Δικαστήριο δεν τοποθετήθηκε σχετικά με την απόφαση της Συνόδου Κορυφής, ούτε με την τυχόν ευθύνη των λοιπών κρατών-μελών αλλά μόνο με την στάση της ελληνικής κυβέρνησης. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της ελληνικής αντιπροσωπείας ότι τα δικαιώματα και τα συμφέροντα τρίτων κρατών αποτελούν το αντικείμενο επί της όποιας απόφασης λάβει το Δικαστήριο, στην απόφαση τονίζεται ότι η παρούσα υπόθεση διαφέρει από την υπόθεση την οποία επικαλέστηκε η ελληνική πλευρά (Monetary Gold) διότι η συμπεριφορά της Ελλάδος μπορεί να αξιολογηθεί ανεξάρτητα από την απόφαση της Συνόδου Κορυφής καθώς και ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των κρατών μελών του ΝΑΤΟ δεν αποτελούν αντικείμενο της απόφασης αλλά ούτε και εκτίμηση της ευθύνης τους θα αποτελούσε προαπαιτούμενο για τον καθορισμό της ευθύνης της Ελλάδος.
Το δικαστήριο στράφηκε, μετά, στο επιχείρημα της ελληνικής αντιπροσωπείας αναφορικά με την έλλειψη πρακτικής αξίας της όποιας απόφασης από την στιγμή κατά την οποία δεν μπορεί ( η απόφαση) να αλλάξει τους όρους εισδοχής των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ, άρα δεν υπάρχει λόγος για το Δικαστήριο να ασχοληθεί με την υπόθεση, διαφυλάσσοντας την δικαστική του λειτουργία. Η απάντηση των Σκοπίων στους ελληνικούς ισχυρισμούς ήταν ότι στη προσφυγή ζητείτο μια διακήρυξη εκ μέρους του Δικαστηρίου ότι η Ελλάδα έχει παραβιάσει την Ενδιάμεση Συμφωνία, και ότι μια τέτοια διακήρυξη θα έχει απτό νομικό αποτέλεσμα υπό την άποψη ότι η αίτηση μέλους των Σκοπίων, στο μέλλον, δεν θα διατρέχει τον κίνδυνο να παρεμποδιστεί βάσει αντιρρήσεων εκτός αυτών οι οποίες καλύπτονται από την Ενδιάμεση Συμφωνία  (άρθρο 11 παρ. 1).
Το Δικαστήριο, αρχικά τόνισε πως οι αποφάσεις του οφείλουν να έχουν πρακτική συνέπεια υπό την έννοια ότι επηρεάζουν νομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών, απομακρύνοντας έτσι αβεβαιότητες αναφορικά με τις νομικές τους σχέσεις  (Υπόθεση Βορείων  Καμερούν, 1963). Σύμφωνα με την ίδια υπόθεση του 1963, το Δικαστήριο έχει την δυνατότητα υπό κατάλληλες περιστάσεις να εκδίδει διακηρυκτική απόφαση. Ο σκοπός μιας τέτοιας διακηρυκτικής απόφασης είναι να εγγυηθεί την αναγνώριση μιας νομικής κατάστασης, ώστε στο μέλλον να μη τεθούν ξανά προς αμφισβήτηση οι νομικές συνέπειες, οι οποίες απορρέουν από αυτή. Το Δικαστήριο τονίζει ότι η προσφυγή δεν επιζητεί να αλλάξει η απόφαση στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ αλλά επικεντρώνεται στη συμπεριφορά της Ελλάδος. Το Δικαστήριο στη συνέχεια αντιπαραθέτει δύο παλαιότερες υποθέσεις, στις οποίες κατέφυγε η ελληνική αντιπροσωπεία, με την προσφυγή των Σκοπίων. Στην υπόθεση των Βορείων Καμερούν, αναφέρεται στο κείμενο της υπόθεσης, το Ηνωμένο Βασίλειο απέτυχε να τηρήσει ορισμένες υποχρεώσεις βάσει της Συμφωνίας Κηδεμονίας της 13ης Δεκεμβρίου 1946.  Όταν όμως, η υπόθεση ήρθε ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου, το 1963, η Συμφωνίας Κηδεμονίας είχε τερματιστεί. Επίσης, στην υπόθεση των Πυρηνικών Δοκιμών -κοινή προσφυγή της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας κατά των πυρηνικών δοκιμών της Γαλλίας- το Δικαστήριο μετά από δήλωση της γαλλικής κυβέρνησης ότι δεν προτίθεται να προχωρήσει σε δοκιμή πυρηνικών όπλων στην ατμόσφαιρα, δήλωσε ότι δεν συνίσταται πλέον διαφορά και ότι δεν χρειαζόταν επιπλέον δικαστική δράση εκ μέρους του. Οι δύο υποθέσεις, επιχειρηματολόγησε το Δικαστήριο, διαφέρουν από την υπόθεση προσφυγής των Σκοπίων. Σε αντίθεση με την υπόθεση των Βορείων Καμερούν όπου η συνθήκη επί της οποίας βασιζόταν η προσφυγή δεν βρισκόταν πλέον σε ισχύ, και σε σχέση με την υπόθεση των Πυρηνικών Δοκιμών όπου μετά την δήλωση της γαλλικής κυβέρνησης περί μη πραγματοποίησης πυρηνικών δοκιμών εξέλιπε η βάση της προσφυγής Αυστραλίας και Νέας Ζηλανδίας, το άρθρο 11 παρ. 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας παραμένει σε ισχύ. Δεν έχει υπάρξει τελική διευθέτηση της υπόθεσης και η ουσία της προσφυγής παραμένει, σε αντίθεση με τις υποθέσεις των Βορείων Καμερούν και των Πυρηνικών Δοκιμών. Μια απόφαση του Δικαστηρίου στην παρούσα προσφυγή, αναφέρεται στην απόφαση, θα επηρεάσει υπάρχοντα δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών της Ενδιάμεσης Συμφωνίας.
Τέλος, αναφορικά με τον ισχυρισμό της ελληνικής αντιπροσωπείας, ότι η άσκηση αρμοδιότητας εκ μέρους του Δικαστηρίου θα θεωρείτο παρέμβαση στη διαπραγματευτική διαδικασία όπως αυτή ορίζεται από τα Ψηφίσματα 817 και 845 του Συμβουλίου Ασφαλείας, το Δικαστήριο υπενθύμισε προηγούμενες υποθέσεις  (Υπόθεση Ηπειρωτικής Υφαλοκρηπίδας Αιγαίου, 1978 και Διπλωματικό και Προξενικό Προσωπικό των ΗΠΑ στην Τεχεράνη, 1980) πως το γεγονός της διεξαγωγής διαπραγματεύσεων το ίδιο χρονικό διάστημα με τη διαδικασία παρουσίασης της υπόθεσης ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου, δεν αποτελεί, νομικά, εμπόδιο στην άσκηση της δικαστικής του λειτουργίας. Σύμφωνα με την απόφαση, το Δικαστήριο πρέπει να αποδείξει αν η διαφορά η οποία τίθεται ενώπιον του είναι νομική διαφορά, και ύστερα να διερευνήσει εάν συντρέχουν περιστάσεις οι οποίες καθιστούν την όποια προσφυγή απαράδεκτη. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η  συμπεριφορά της Ελλάδος σε σχέση με το άρθρο 11 παρ. 1 είναι νομικό ζήτημα το οποίο αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω διάταξης της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Επιπροσθέτως, τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, με το άρθρο 21 παρ. 2, συμφώνησαν να υποβάλλουν οποιαδήποτε διαφορά τέτοιας φύσης ( περί ερμηνείας και εφαρμογής της Ενδιάμεσης Συμφωνίας) στο Διεθνές Δικαστήριο. Το Δικαστήριο καταλήγει τονίζοντας πως τα δύο μέρη, Ελλάδα και Σκόπια, συμπεριέλαβαν στην ίδια Ενδιάμεση Συμφωνία, διάταξη στην οποία παρεχόταν αρμοδιότητα στο Διεθνές Δικαστήριο ( άρθρο 21), όσο και διάταξη  η οποία απαιτούσε να συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις ( άρθρο 5 παρ. 1).Σε περίπτωση κατά την οποία, συνεχίζει η απόφαση, τα δύο συμβαλλόμενα μέρη πίστευαν ότι μια απόφαση του Δικαστηρίου μπορεί να παρέμβει σε διπλωματικές διαδικασίες ορισθείσες από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, τότε δεν θα είχαν συμφωνήσει να παραπέμψουν στο Δικαστήριο υποθέσεις σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας.
Καταληκτικά, το Δικαστήριο απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς της ελληνικής πλευράς περί αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Είναι συζητήσιμη η στρατηγική της παράθεσης πολλών επιχειρημάτων για την μη αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Κάποια ήταν καταδικασμένα εξ’αρχής όπως η φερόμενη αναρμοδιότητα Δικαστηρίου λόγω διεξαγωγής διαπραγματεύσεων μεταξύ Ελλάδος-Σκοπίων. Το ίδιο επιχείρημα είχε χρησιμοποιήσει η Τουρκία στην υπόθεση της Ηπειρωτικής Υφαλοκρηπίδας του Αιγίου το 1978, γεγονός το οποίο θα ήταν γνωστό στην ελληνική πλευρά. Επίσης, το επιχείρημα περί μη αναρμοδιότητας βασιζόμενο στο ότι η όποια απόφαση του Δικαστηρίου δεν θα έχει πρακτικό αποτέλεσμα ήταν άστοχο αφενός γιατί υπήρχε το προηγούμενο των διακηρυκτικών αποφάσεων· αφετέρου, κατά έμμεσο τρόπο, υπονομεύεται το κύρος του Διεθνούς Δικαστηρίου όταν εκφράζεται η άποψη ότι μια απόφαση από ένα τέτοιο δικαιοδοτικό όργανο δεν θα έχει πρακτικό αποτέλεσμα, δηλαδή θα είναι άχρηστη. Επιπροσθέτως, ο ισχυρισμός της ελληνικής πλευράς, στην προσπάθεια της να αποδείξει ότι η προσφυγή πρέπει να κριθεί απαράδεκτη διότι εμπίπτει στην ουσία του ονόματος της διαφοράς, πως η απόφαση της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι, τον Απρίλιο του 2008, οφείλεται, κυρίως, στη διαφορά του ονόματος, ακυρώνει  επιχειρήματα, τα οποία η ελληνική πλευρά θα μπορούσε να υποστηρίξει αναφορικά με την ακαταλληλότητα των Σκοπίων και της μη εκπλήρωσης των όρων συμμετοχής στο ΝΑΤΟ. Ακαταλληλότητα, η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα για να  δικαιολογηθεί η άρνηση της Ελλάδος να συναινέσει στην ένταξη των Σκοπίων στην Ατλαντική Συμμαχία. Φυσικά, ο γράφων γνωρίζει ότι η εκ των υστέρων κριτική είναι πάντα εύκολη…
Συνεχίζεται

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ιστορία - Πολιτισμός18 λεπτά πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις29 λεπτά πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO30 λεπτά πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO60 λεπτά πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

Δημοφιλή