Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης για τα Σκόπια: Επισκόπηση και Παρατηρήσεις, ζ΄ και η΄ μέρος

Δημοσιεύτηκε στις

Γ Μέρος

Ζ΄ μέρος:Ισχυρισμός περί παραβίασης του άρθρου 6
παρ. 2
Η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2
διαλαμβάνει ότι τα Σκόπια αποδέχονται πως το Σύνταγμα τους, και ειδικά το
τροποποιημένο άρθρο 49, δεν μπορεί να ερμηνευθεί με τρόπο ώστε τα Σκόπια να
αναμειγνύονται στις εσωτερικές υποθέσεις άλλου κράτους για να προστατεύσει τα
δικαιώματα ατόμων σε αυτό το άλλο κράτος, άτομα τα οποία δεν είναι πολίτες των
Σκοπίων.
Το Δικαστήριο τόνισε πως το πιο πάνω
άρθρο αφορά στις όποιες προσπάθειες των Σκοπίων να υποστηρίξει αιτήματα
ανθρώπων οι οποίοι κατοικούν στο κράτος των Σκοπίων, και οι οποίοι εγκατέλειψαν
ή απελάθηκαν τη δεκαετία του 1940 από την Ελλάδα κατά τη διάρκεια εμφύλιας
σύρραξης. Τα αιτήματα έχουν να κάνουν, αναφέρει το Δικαστήριο, κυρίως, με
εγκαταλελειμμένες περιουσίες σε ελληνικό έδαφος.
Το Δικαστήριο θεώρησε πως λόγω του
γεγονότος ότι κάποιες κατηγορίες της Ελληνικής Κυβέρνησης αναφέρονται στην
περίοδο, ύστερα από τη Σύνοδο Κορυφής, η ελληνική στάση, στη Σύνοδο Κορυφής,
δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί απάντηση στις κατηγορίες αυτές. Η ελληνική πλευρά,
επίσης, ανέφερε προσπάθειες των Σκοπίων να υποστηρίξουν “Μακεδονική
μειονότητα” σε ελληνικό έδαφος, αποτελούμενη από άτομα τα οποία έχουν
ελληνική υπηκοότητα.
Η σκοπιανή αντιπροσωπεία απάντησε πως το
ενδιαφέρον για τα ανθρώπινα δικαιώματα μειονοτικών ομάδων στο ελληνικό έδαφος
καθώς και των πολιτών των Σκοπίων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παρέμβαση στις
εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδος.
Το Δικαστήριο πήρε τη θέση πως οι
κατηγορίες της ελληνικής πλευράς δεν έχουν βάση σε σχέση με το άρθρο 6 παρ. 2,
το οποίο αναφέρεται στην ερμηνεία την οποία δίνουν τα Σκόπια στο σύνταγμα τους.
Η Ελλάδα, σύμφωνα με το Δικαστήριο, δεν προσκόμισε στοιχεία, τα οποία να
αποδεικνύουν ότι τα Σκόπια ερμήνευσαν το Σύνταγμα τους με τέτοιο τρόπο, ώστε να
έχουν το δικαίωμα να παρεμβαίνουν στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδος, εκ
μέρους ατόμων τα οποία δεν είναι υπήκοοι των Σκοπίων. Καταλήγοντας, το
Δικαστήριο δήλωσε πως τα Σκόπια δεν παραβίασαν το άρθρο 6 παρ. 2.
Ισχυρισμός περί παραβίασης του άρθρου 7
παρ. 1
Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 κάθε
συμβαλλόμενο μέρος θα πρέπει να λαμβάνει αποτελεσματικά μέτρα για να
παρεμποδίσει εχθρικές ενέργειες προπαγάνδας από κρατικές αρχές καθώς και να
αποθαρρύνει πράξεις από ιδιώτες, πράξεις οι οποίες μπορούν να υποκινήσουν βία
και εχθρότητα εναντίον του άλλου κράτους.
Η ελληνική αντιπροσωπεία ισχυρίστηκε πως
τα Σκόπια δεν κατάφεραν να παρεμποδίσουν εχθρικές ενέργειες από υπηρεσίες
ελεγχόμενες από το κράτος. Πιο συγκεκριμένα, η ελληνική πλευρά ανέφερε τα
σχολικά βιβλία ιστορίας, τα οποία κάνουν λόγο για ‘Μεγάλη Μακεδονία’ και
παρουσιάζουν ορισμένες ιστορικές προσωπικότητες ως προγόνους των σημερινών
Σκοπιανών. Επιπροσθέτως, η ελληνική πλευρά ανέφερε ότι η κυβέρνηση των Σκοπίων
απέτυχε να εμποδίσει συγκεκριμένη εχθρική ενέργεια από ιδιώτες. Ειδικότερα, στα
τέλη Μαρτίου 2008, λίγες ημέρες πριν την Σύνοδο Κορυφής του Βουκουρεστίου,
πίνακες ανακοινώσεων στους δρόμους των Σκοπίων παρουσίαζαν αλλαγμένη, όπως
ανέφερε η απόφαση, την ελληνική σημαία. Η 
φρασεολογία, την οποία χρησιμοποιεί το Δικαστήριο, είναι altered image, φράση η οποία
σημαίνει αλλαγμένη εικόνα. Η φράση
αυτή είναι το λιγότερο ανακριβής, αν θυμηθούμε ότι στη θέση του σταυρού στο
πάνω αριστερό τμήμα της ελληνικής σημαίας, είχε τοποθετηθεί ο αγκυλωτός
σταυρός, με έκδηλο το υπονοούμενο ταύτισης της χώρας μας με τους Ναζί. Η
ελληνική σημαία είχε χρησιμοποιηθεί σε διαφήμιση, η οποία ανακοίνωνε έκθεση
Σκοπιανού φωτογράφου στο πολιτιστικό κέντρο της πόλης των Σκοπίων. Τέλος, η
ελληνική αντιπροσωπεία έκανε αναφορά για συνεχή
αποτυχία των σκοπιανών αρχών να προστατεύσουν το κτίριο και το προσωπικό του Γραφείου Συνδέσμου της Ελλάδος στην
πόλη των Σκοπίων.
Από την πλευρά της, αναφορικά με τα σχολικά
εγχειρίδια, η σκοπιανή πλευρά υποστήριξε, πως τα σχολικά βιβλία απλά απηχούν
διαφορές αναφορικά με την ιστορία της περιοχής. Σχετικά με την παρουσία του
αγκυλωτού σταυρού στην ελληνική σημαία, στη διαφημιστική καταχώρηση του
σκοπιανού φωτογράφου, η σκοπιανή αντιπροσωπεία υποστήριξε πως αντέδρασε τάχιστα
κατεβάζοντας τους εν λόγω διαφημιστικούς πίνακες. Σε απάντηση για τις
κατηγορίες της ελληνικής πλευράς περί έλλειψης προστασίας της διπλωματικής
αποστολής, η σκοπιανή αντιπροσωπεία κατέθεσε έγγραφα με τα οποία προσπάθησε να
αποδείξει τις προσπάθειες, οι οποίες κατεβλήθησαν για συνεχή προστασία.
Το Δικαστήριο, θεώρησε ότι το
περιεχόμενο των ιστορικών βιβλίων δεν αποτελεί γεγονός, από το οποίο συνάγεται
το συμπέρασμα ότι οι αρχές των Σκοπίων απέτυχαν να παρεμποδίσουν εχθρικές
ενέργειες ή προπαγάνδα. Αυτή η τοποθέτηση του Δικαστηρίου είναι αρκετά χρήσιμη
αναφορικά με επιχειρήματα, τα οποία χρησιμοποιούν ορισμένοι κρατικοί -και μη-
αξιωματούχοι, στην πατρίδα μας, σχετικά με την ανάγκη αλλαγής του περιεχομένου των
βιβλίων ιστορίας στα ελληνικά σχολεία, ώστε να μην θίγονται γειτονικοί λαοί. Σχετικά
με την διαφημιστική πινακίδα, το Δικαστήριο ανέφερε πως η ελληνική πλευρά δεν
αντέκρουσε τον ισχυρισμό των Σκοπίων ότι η σκοπιανή κυβέρνηση αντέδρασε
γρήγορα. Επίσης, στην απόφαση έγινε αναφορά και σε ανακοίνωση της σκοπιανής
κυβέρνησης, με την οποία έπαιρνε αποστάσεις από την εν λόγω διαφήμιση. Φυσικά,
λόγω του γεγονότος ότι η κοινωνία της σκοπιανής πρωτεύουσας είναι μικρή, είναι
εξαιρετικά αμφίβολο η κυβέρνηση των Σκοπίων να μην είχε προηγούμενη γνώση της
διαφήμισης. Μια τέτοια ενέργεια αφενός προσέβαλλε  την Ελλάδα ικανοποιώντας το εσωτερικό
εθνικιστικό ακροατήριο, αφετέρου με την δήλωση της η σκοπιανή κυβέρνηση
επέδειξε καλή συμπεριφορά προς τον εξωτερικό παράγοντα. Με ένα σμπάρο, δυο
τρυγόνια…
Σχετικά με την έλλειψη προστασίας της
ελληνικής διπλωματικής αποστολής, το Δικαστήριο σημείωσε το γεγονός ότι,
σύμφωνα με το άρθρο 22 της Σύμβασης της Βιέννης για τις Διπλωματικές Σχέσεις,
πρέπει να προστατεύεται ο χώρος, η ησυχία και η αξιοπρέπεια κάθε διπλωματικής
αποστολής. Εν τούτοις, ακόμα και να λάβει χώρα κάποιο τέτοιο περιστατικό δεν σημαίνει
ipso facto ότι τα Σκόπια, στη συγκεκριμένη
περίπτωση, είχαν παραβιάσει το άρθρο 7 παρ. 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, δηλαδή
να αποτρέψει συγκεκριμένες ενέργειες από ιδιώτες. Το Δικαστήριο, επιπλέον,
τόνισε τα στοιχεία, τα οποία κατέθεσε η πλευρά των Σκοπίων, και τα οποία
μαρτυρούν, πάντα σύμφωνα με την απόφαση, τις προσπάθειες να παρασχεθεί επαρκή
προστασία στην διπλωματική αποστολή της Ελλάδος. Συμπερασματικά, το Δικαστήριο
αποφάνθηκε ότι δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία να υποστηρίζουν την
κατηγορία της ελληνικής πλευράς.
Ισχυρισμός περί παραβίασης του άρθρου 7
παρ. 2
Σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο 2 του
άρθρου 7, τα Σκόπια θα πρέπει να παύσουν να χρησιμοποιούν το σύμβολο το οποίο
απεικονιζόταν στη σημαία τους πριν την έναρξη της ισχύος της Ενδιάμεσης
Συμφωνίας. Η ελληνική πλευρά ισχυρίστηκε πως τα Σκόπια, πολλές φορές από την
έναρξη ισχύος της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, έκαναν χρήση του συμβόλου, το οποίο το
άρθρο 7 παρ. 2 απαγορεύει (τον Ήλιο της Βεργίνας), αν και αναγνώρισε (η
ελληνική πλευρά) ότι η σημαία των Σκοπίων έχει αλλάξει. Εν τούτοις, η ελληνική
αντιπροσωπεία σημείωσε μια περίπτωση  χρήσης του απαγορευμένου συμβόλου από ένα
τάγμα του στρατού των Σκοπίων, σε μια έκδοση του Υπουργείου Αμύνης της χώρας,
το Δεκέμβριο του 2004, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από την αντιπροσωπεία
των Σκοπίων. Η σκοπιανή πλευρά υποστήριξε, όμως, πως το εν λόγω τάγμα
καταργήθηκε το 2004 και πως δεν υπάρχει καμία κατηγορία εκ μέρους της Ελλάδος για
μεταγενέστερη χρήση του συμβόλου. Η ελληνική πλευρά παρουσίασε τουλάχιστον δέκα
περιπτώσεις στις οποίες έγινε χρήση του απαγορευμένου συμβόλου στην επικράτεια
των Σκοπίων, σε εκδόσεις ή δημόσιες παρουσιάσεις. Το Δικαστήριο, σημείωσε,
όμως, πως αυτές οι περιπτώσεις, αφενός αφορούν ενέργειες ιδιωτών, αφετέρου τα
παράπονα αναφορικά με τις περιπτώσεις αυτές κοινοποιήθηκαν στη κυβέρνηση των
Σκοπίων μετά την Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, το 2008. Το Δικαστήριο κατέληξε πως
υπήρξε μια περίπτωση παραβίασης εκ μέρους των Σκοπίων της δεύτερης παραγράφου
του άρθρου 7.
Εδώ αξίζει να παρατηρηθεί το γεγονός ότι
η Ελληνική Κυβέρνηση εξέφρασε παράπονα προς την αντίστοιχη των Σκοπίων, μετά τη
Σύνοδο Κορυφής του 2008, αν και οι περιπτώσεις χρήσης του απαγορευμένου
συμβόλου έλαβαν χώρα μήνες ή και χρόνια πριν από αυτή (τη Σύνοδο Κορυφής). Εδώ
καταδεικνύεται η ολιγωρία και αβελτηρία των Ελληνικών Κυβερνήσεων, οι οποίες
δεν διαμαρτυρήθηκαν άμεσα για τις έκνομες αυτές ενέργειες -ιδιωτών αλλά και των
σκοπιανών αρχών- και δεν κατήγγειλαν την Ενδιάμεση Συμφωνία. Οι Ελληνικές Αρχές
 δεν εξέφρασαν κάποια αντίδραση, στοιχείο
το οποίο χρησιμοποιήθηκε από το Δικαστήριο για να μην ασχοληθεί με αυτές τις
κατηγορίες, κατηγορίες οι οποίες υπό διαφορετική περίπτωση, θα μπορούσαν να
καταδείξουν την διαρκή παραβατική συμπεριφορά της σκοπιανής κυβέρνησης.
Ισχυρισμός περί παραβίασης του άρθρου 7
παρ. 3
Η τελευταία κατηγορία κατά των Σκοπίων αφορούσε
την τρίτη παράγραφο του άρθρου 7, η οποία έδινε το δικαίωμα σε κάθε
συμβαλλόμενο μέρος να εφιστά την προσοχή προς την κυβέρνηση του άλλου μέρους,
αν θεωρεί ότι τμήμα της ιστορικής ή πολιτιστικής του κληρονομιάς
χρησιμοποιείται από το άλλο κράτος. Το άλλο κράτος απέναντι στο οποίο θα
γίνεται η κοινοποίηση θα μπορεί να πάρει διορθωτικά μέτρα ή να εξηγεί τους
λόγους γιατί δεν θεωρεί αναγκαίο να προβεί σε καμία ενέργεια.
Η ελληνική αντιπροσωπεία υποστήριξε ότι
σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3, κάθε συμβαλλόμενο μέρος πρέπει να απέχει από την
χρήση των συμβόλων, όπως καθορίζονται στην διάταξη (σύμβολα τα οποία αποτελούν
τμήμα ιστορικής ή πολιτιστικής κληρονομιάς), γιατί σε αντίθετη περίπτωση,
τέτοια συμπεριφορά θα υπονόμευε τους στόχους της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Τα
Σκόπια, σύμφωνα με την ελληνική πλευρά, παραβίασαν την συγκεκριμένη διάταξη με
πολλούς τρόπους, όπως με την έκδοση γραμματοσήμων, κατασκευή αγαλμάτων και την
ονοματοθεσία του αεροδρομίου της πόλης των Σκοπίων.
Το Δικαστήριο σημείωσε πως σε αντίθεση
με τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 7, το κείμενο της τρίτης παραγράφου του
ιδίου άρθρου δεν περιέχει ρητή απαγόρευση των συμβαλλομένων μερών -των Σκοπίων
στη συγκεκριμένη περίπτωση- να χρησιμοποιούν τα σύμβολα, όπως αυτά
περιγράφονται στο κείμενο της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Το Δικαστήριο υιοθέτησε την
άποψη πως η συγκεκριμένη διάταξη, καθορίζει μια διαδικασία για τις περιπτώσεις
κατά τις οποίες ένα συμβαλλόμενο μέρος θεωρεί ότι το άλλο μέρος κάνει χρήση των
ιστορικών και πολιτιστικών του συμβόλων. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θεώρησε
πως η χρήση συγκεκριμένων συμβόλων ή η ονοματοθεσία του αεροδρομίου δεν
συνιστούν παραβίαση του άρθρου 7 παρ. 3.
Το πρόβλημα με την εν λόγω διάταξη
προέκυψε από την ασύγγνωστη αμέλεια την οποία επέδειξε το Υπουργείο των
Εξωτερικών κατά την σύνταξη της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Το κείμενο του άρθρου 7
παρ. 3, όπως ορθά ανέφερε το Δικαστήριο, δεν περιέχει ρητή απαγόρευση χρήσης
ιστορικών συμβόλων ενός συμβαλλόμενου μέρους 
από το άλλο. Η συγκεκριμένη διάταξη, ως έχει, δίνει απόλυτη ελευθερία
κινήσεων στη σκοπιανή κυβέρνηση να χρησιμοποιεί -χωρίς κόστος- όποια σύμβολα
επιθυμεί καλλιεργώντας τον αλυτρωτισμό της γειτονικής χώρας.
Σχετικά με την ονοματοθεσία του αεροδρομίου,
σημαντικό στοιχείο για το Δικαστήριο ήταν αν η Ελληνική Κυβέρνηση εξέφρασε την
ανησυχία της προς την κυβέρνηση των Σκοπίων, αναφορικά με αυτή την ενέργεια,
πριν τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ. Η ελληνική αντιπροσωπεία παρουσίασε στοιχεία,
σύμφωνα με τα οποία, τον Δεκέμβριο του 2006, η Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδος
περιέγραψε την συμπεριφορά των Σκοπίων ως μη συμβατή με τις υποχρεώσεις των
Σκοπίων για καλές σχέσεις γειτονίας όπως αυτές απορρέουν από την Ενδιάμεση
Συμφωνία, και ως συμπεριφορά η οποία δεν εξυπηρετεί τις Ευρωατλαντικές
φιλοδοξίες της γειτονικής χώρας, χωρίς, όμως, να υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά
στην ονοματοθεσία του αεροδρομίου. Η Υπουργός των Εξωτερικών, απέφυγε να κάνει
αναφορά στη συγκεκριμένη ενέργεια περιοριζόμενη σε μια γενικόλογη δήλωση. Τον
Φεβρουάριο του 2007, κατά τη διάρκεια συζήτησης στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, η
Ελληνίδα Υπουργός Εξωτερικών χαρακτήρισε την πράξη ονοματοθεσίας του
αεροδρομίου, παραβίαση της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, χωρίς, όμως,  να μεταφέρει αυτή την άποψη στις σκοπιανές
αρχές. Επρόκειτο, για εκδήλωση πυγμής εσωτερικής κατανάλωσης. Ακόμα και όταν
έγινε συγκεκριμένη αναφορά για την ονοματοθεσία του αεροδρομίου, η Ελληνίδα
Υπουργός των Εξωτερικών δεν θεώρησε σκόπιμο να μεταφέρει αυτή την συγκεκριμένη
άποψη στα Σκόπια, για να υπάρχει τουλάχιστο καταγεγραμμένη η αντίδραση και
αποδοκιμασία της Ελληνικής Κυβέρνησης. Το παραπάνω συμπέρασμα, φυσικά,
βασίζεται στα στοιχεία τα οποία χρησιμοποίησε η ελληνική αντιπροσωπεία (
δηλώσεις  της Υπουργού των Εξωτερικών τον
Δεκέμβριο του 2006, καθώς και του Φεβρουαρίου του 2007 στο Ελληνικό Κοινοβούλιο).
Δεν γνωρίζουμε αν υπάρχουν επίσημες τοποθετήσεις της Ελληνικής Κυβέρνησης, οι
οποίες ευθέως να αναφέρονται στην ονοματοθεσία του αεροδρομίου και αν υπήρξε
επικοινωνία μεταξύ Αθηνών και Σκοπίων, αμέσως μετά την ενέργεια της σκοπιανής
κυβερνήσεως.
Η παραπάνω εικόνα της ελληνικής
διπλωματίας η οποία περιγράφεται στην απόφαση του Δικαστηρίου, είναι ενδεικτική
του τρόπου με τον οποίο διαχρονικά οι Ελληνικές Κυβερνήσεις χειρίζονται
ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Οι αντιδράσεις, όποτε και να υπάρχουν, είναι
χλιαρές και λαμβάνουν χώρα με τέτοιο τρόπο ώστε ακυρώνεται το όποιο νόημα τους.
Το Δικαστήριο αποφάνηκε ότι παρά το
γεγονός ότι η Ελληνική Κυβέρνηση δεν εξέφρασε τις ανησυχίες τις προς την
κυβέρνηση των Σκοπίων, για τις ενέργειες χρήσης συμβόλων, με τον τρόπο με τον
οποίο προβλέπει το άρθρο 7 παρ. 3, εν τούτοις, η σκοπιανή κυβέρνηση γνώριζε τις
ελληνικές ανησυχίες και ο Υπουργός των Εξωτερικών της χώρας αυτής εξήγησε σε
ελληνική εφημερίδα την αιτιολογία αναφορικά με την ονοματοθεσία του
αεροδρομίου. Από τα περιεχόμενα της απόφασης, πάντως, δεν προκύπτει ότι υπήρξε
άμεση επικοινωνία της Ελληνίδας Υπουργού των Εξωτερικών με την κυβέρνηση των
Σκοπίων, με σκοπό να εκφρασθεί η αποδοκιμασία της ελληνικής κυβέρνησης ή ακόμα
και να καταγγελθεί η Ενδιάμεση Συμφωνία με αφορμή τις ενέργειες της σκοπιανής πλευράς.
(Συνεχίζεται)
Ιωάννης
Σ. Λάμπρου, Πολιτικός Επιστήμων-Διεθνολόγος

Η΄ Μέρος
Επιπρόσθετοι Ισχυρισμοί της Ελληνικής ΑντιπροσωπείαςExceptio non adimplenti contractus
Σύμφωνα με την αρχή exceptio non adimplenti contractus , η ελληνική αντιπροσωπεία ισχυρίστηκε πως έχει το δικαίωμα να μην εκπληρώνει τις δικές τις υποχρεώσεις (να μη φέρει αντίρρηση στην ένταξη των Σκοπίων σε διεθνείς οργανισμούς), υποχρεώσεις οι οποίες είναι αμοιβαίες με τις μη εκπληρωθείσες υποχρεώσεις των Σκοπίων.
Η αρχή αυτή, σύμφωνα με την ελληνική αντιπροσωπεία, επιτρέπει σε ένα κράτος, του οποίου τα συμφέροντα έχουν θιγεί από παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους του άλλου συμβαλλόμενου κράτους, να αναστείλει μονομερώς τις δικές του υποχρεώσεις στη συμφωνία. Πιο συγκεκριμένα οι φερόμενες από την ελληνική πλευρά ως παραβιάσεις εκ μέρους των Σκοπίων, των άρθρων 5, 6, 7 και 11, συνδέονται με την υποχρέωση της ελληνικής πολιτείας να μη φέρει αντίρρηση στην ένταξη των Σκοπίων σε διεθνείς οργανισμούς. Η ελληνική πλευρά, επιπροσθέτως, ισχυρίζεται πως οι συνθήκες υπό τις οποίες ενεργοποιείται η εξαίρεση από τις συμβατικές υποχρεώσεις (αρχή exceptio non adimplenti contractus) είναι διαφορετικές και λιγότερο άκαμπτες από τις συνθήκες οι οποίες καθορίζουν την αναστολή μιας συνθήκης ή την επιβολή αντιμέτρων, επιχειρήματα, τα οποία επίσης χρησιμοποίησε η ελληνική πλευρά. Η αρχή exceptio non adimplenti contractus, σύμφωνα με την ελληνική αντιπροσωπεία, δεν χρειάζεται να αποδειχθεί ή να γνωστοποιηθεί εκ των προτέρων και γενικά δε έχει διαδικαστικούς κανόνες. Η ελληνική πλευρά, αν και επικαλέστηκε την αρχή exceptio non adimplenti contractus απέφυγε να συγκεκριμενοποιήσει τις συνθήκες υπό τις οποίες ενεργοποιείται. Η ελληνικής αντιπροσωπεία, τέλος, υποστήριξε πως παραπονέθηκε κατά το παρελθόν στη σκοπιανή κυβέρνηση αναφορικά με την αποτυχία της τελευταίας να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της Ενδιάμεσης Συμφωνίας.
Η αντιπροσωπεία των Σκοπίων ισχυρίστηκε πως η ελληνική πλευρά δεν απέδειξε ότι η αρχή exceptio non adimplenti contractus αποτελεί γενική αρχή του διεθνούς δικαίου. Επίσης η σκοπιανή πλευρά, σημειώνει πως το άρθρο 60 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών καθορίζει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο κανόνων και διαδικασιών σχετικά με τις ‘απαντήσεις’ σε συμβατικές παραβιάσεις, και ότι η αρχή exceptio non adimplenti contractus δεν αναγνωρίζεται ως αρχή, βάσει της οποίας δικαιολογείται μη εκπλήρωση συμβατικών υποχρεώσεων υπό το δίκαιο της κρατικής ευθύνης. Η σκοπιανή πλευρά, επίσης, αρνήθηκε τον ελληνικό ισχυρισμό ότι οι υποχρεώσεις των Σκοπίων υπό τα άρθρα 5, 6, 7 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας έχουν συνάρτηση με τις υποχρεώσεις της Ελλάδος υπό το άρθρο 11 παρ. 1. Η αντιπροσωπεία των Σκοπίων, επίσης, υποστήριξε ότι η ελληνική πλευρά αναφέρθηκε στο ζήτημα των παραβάσεων (των άρθρων 5, 6, 7) μόνο μετά την Σύνοδο Κορυφής του Βουκουρεστίου.
Το Δικαστήριο, αρχικά, σημείωσε τον ισχυρισμό της ελληνικής πλευράς πως η αρχή exceptio non adimplenti contractus, όπως αυτή ορίστηκε από την ελληνική αντιπροσωπεία, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να αποφανθεί αν όντως η Ελληνική Κυβέρνηση παραβίασε την υποχρέωση της υπό το άρθρο 11 παρ. 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Το Δικαστήριο υπενθύμισε πως σε μια μόνο περίπτωση (χρήση του Ήλιου της Βεργίνας από στρατιωτικό τάγμα του σκοπιανού στρατού το 2004) απεδείχθη ότι είχε υπάρξει παραβίαση εκ μέρους των Σκοπίων. Η ελληνική πλευρά, σύμφωνα με την απόφαση, δεν κατόρθωσε να συνδέσει την εν λόγω παραβίαση με την αντίρρηση των Αθηνών για ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ, μη μπορώντας να πείσει ότι οι αντιρρήσεις στο Βουκουρέστι έλαβαν χώρα λόγω της συγκεκριμένης ενέργειας των αρχών των Σκοπίων. Άρα, κατέληξε το Δικαστήριο, η ελληνική πλευρά δεν εκπλήρωσε τις προϋποθέσεις, τις οποίες η ίδια έθεσε αναφορικά με την αρχή exceptio non adimplenti contractus, να πείσει δηλαδή, ότι η μη εκπλήρωση των ελληνικών υποχρεώσεων της Ενδιάμεσης Συμφωνίας (άρθρο 11 παρ. 1) βρίσκεται σε συνάρτηση με την μη εκπλήρωση εκ μέρους των Σκοπίων του άρθρου 7 παρ. 2 της ίδιας συμφωνίας.
Ισχυρισμοί περί ‘απάντησης’ σε ουσιώδη παράβαση
Η ελληνική πλευρά ισχυρίστηκε ότι όποια αμέλεια της αναφορικά με τις υποχρεώσεις τις στο πλαίσιο της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, δικαιολογείται από το γεγονός της ουσιώδους παράβασης της συνθήκης εκ μέρους των Σκοπίων. Η ελληνική αντιπροσωπεία, αρχικά, τόνισε το Δικαστήριο, δεν ισχυριζόταν ότι ήθελε να προβεί σε ολική ή μερική αναστολή της εφαρμογής της Ενδιάμεσης Συμφωνίας σύμφωνα με τη Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών, αλλά αργότερα υιοθέτησε τη θέση ότι η μερική αναστολή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας δικαιολογείται από το άρθρο 60 της Σύμβασης της Βιέννης. Επίσης, η ελληνική πλευρά ανέφερε τους διαδικαστικούς κανόνες του άρθρου 65 της Σύμβασης της Βιέννης, αλλά υποστήριξε πως εάν ένα κράτος προχωρήσει σε μερική αναστολή μιας συνθήκης ως απάντηση σε φερόμενη παραβίαση του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, τότε η εκ των προτέρων ειδοποίηση δεν είναι απαραίτητη.
Η αντιπροσωπεία των Σκοπίων ισχυρίστηκε πως η Ελληνική Κυβέρνηση ποτέ δεν ειδοποίησε τις αρχές των Σκοπίων για καμιά υποτιθέμενη παράβαση της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, ούτε και την πρόθεση της να αναστείλει την Ενδιάμεση Συμφωνία σύμφωνα με το άρθρο 60 της Σύμβασης της Βιέννης. Επίσης, στο Αντι-Υπόμνημα της Ελλάδος, σύμφωνα με την σκοπιανή επιχειρηματολογία, η ελληνική πλευρά δεν βάσισε τις θέσεις τις στο άρθρο 60. Η σκοπιανή πλευρά κάνει αναφορά στους συγκεκριμένους και λεπτομερείς διαδικαστικούς κανόνες του άρθρου 65 της Σύμβασης της Βιέννης, υποστηρίζοντας ότι η ελληνική πλευρά δεν ακολούθησε αυτές τις διαδικασίες. Επιπροσθέτως, η σκοπιανή αντιπροσωπεία ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε, πριν τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, η ελληνική πλευρά ειδοποίησε την κυβέρνηση των Σκοπίων για αναστολή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας σε απάντηση για προηγούμενη παράβαση από τα Σκόπια.
Το Δικαστήριο εξετάζοντας τους ελληνικούς ισχυρισμούς ότι η άρνηση ένταξης των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ ήταν μια ‘απάντηση’ στην ήδη παραβατική συμπεριφορά των Σκοπίων κάνει αναφορά στο άρθρο 60 της Σύμβασης της Βιέννης, άρθρο στο οποίο έγινε αναφορά από την ελληνική αντιπροσωπεία. Η τρίτη παράγραφος του άρθρου 60 διαλαμβάνει ότι μια ουσιώδης παράβαση συνίσταται στην “παραβίαση ενός όρου απαραίτητου για την εκπλήρωση του αντικειμένου ή σκοπού της συνθήκης”.
Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η μοναδική παραβίαση εκ μέρος της κυβέρνησης των Σκοπίων ήταν το άρθρο 7 παρ. 2 (περιστατικό τάγματος σκοπιανού στρατού) της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι αυτή η παραβίαση του άρθρου 7 παρ. 2 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ‘ουσιώδης παραβίαση’ εντός του νοήματος του άρθρου 60 της Σύμβασης της Βιέννης. Επιπροσθέτως, το Δικαστήριο σημείωσε πως η ελληνική πλευρά δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι η στάση των Αθηνών στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ ήταν ‘απάντηση’ στην παραβατική συμπεριφορά των Σκοπίων αναφορικά με το άρθρο 7 παρ. 2 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι η στάση της Ελληνικής Κυβέρνησης στη Σύνοδο Κορυφής στο Βουκουρέστι μπορούσε να ερμηνευθεί έτσι ώστε να εμπίπτει στο άρθρο 60 της Σύμβασης της Βιέννης.
Ισχυρισμοί περί Αντιμέτρων
Αρχικά, η ελληνική αντιπροσωπεία δήλωσε ότι δεν θεωρεί πως η όποια άρνηση της στην ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ στοιχειοθετείται ως αντίμετρα. Αργότερα, όμως, δήλωσε πως οι υποτιθέμενες αντιρρήσεις θα εκπλήρωναν τους όρους για να χαρακτηριστούν αντίμετρα. Η ελληνική αντιπροσωπεία χαρακτήρισε την τακτική αυτή ως ‘διπλή άμυνα’, δηλώνοντας ότι το εν λόγω επιχείρημα θα έπαιζε ρόλο μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο αποφαινόταν ότι η Ελληνική Κυβέρνηση παραβίαζε το άρθρο 11 παρ. 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας και ότι η αρχή exceptio non adimplenti contractus δεν απέκλειε την αδικία της συμπεριφοράς εκ μέρους της ελληνικής πλευράς. Η ελληνική πλευρά έκανε λόγο για αντίμετρα σε σχέση με τις προϋποθέσεις τις οποίες έχουν θέσει τα Άρθρα περί Κρατικής Ευθύνης της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου. Η ελληνική πλευρά ανέφερε ότι οι παραβιάσεις των Σκοπίων ήταν σοβαρές και ότι η αντίδραση της Ελληνικής Κυβέρνησης ήταν συμβατή με τους όρους της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου, σύμφωνα με την οποία τα αντίμετρα πρέπει να είναι αναλογικά, να λαμβάνονται με σκοπό να σταματήσουν την έκνομη πράξη (εκ μέρους του κράτους το οποίο πρώτο παραβίασε τις συμβατικές του υποχρεώσεις) και να περιορίζονται στην προσωρινή μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του κράτους – στη συγκεκριμένη περίπτωση της υποχρέωσης της Ελλάδος να μη φέρει αντιρρήσεις στην ένταξη των Σκοπίων σε διεθνείς οργανισμούς. Τέλος, η ελληνική αντιπροσωπεία δήλωσε πως κατ’επανάληψη ενημερώθηκαν οι αρχές των Σκοπίων για τις προθέσεις της Ελληνικής Κυβέρνησης.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της σκοπιανής πλευράς, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν εκπλήρωσε κανέναν όρο της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου για τα αντίμετρα: την ύπαρξη προηγούμενης παράβασης, την αναλογικότητα προς αυτή την παράβαση, και την εκ των προτέρων ειδοποίηση του άλλου μέρους. Η σκοπιανή πλευρά, επιπροσθέτως, δήλωσε πως οι όροι για την επιβολή αντιμέτρων, όπως αυτοί καθορίζονται από την Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου, αποτελούν γενικό διεθνές δίκαιο.
Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η μοναδική παράβαση εκ μέρους των Σκοπίων είναι το περιστατικό με την χρήση του Ήλιου της Βεργίνας από στρατιωτικό σχηματισμό (τάγμα) του στρατού των Σκοπίων το 2004 ( παράβαση άρθρου 7 παρ. 2 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας). Το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι η στάση της Ελληνικής Κυβέρνησης στη Σύνοδο Κορυφής στο Βουκουρέστι, υιοθετήθηκε με σκοπό να σταματήσει την χρήση του απαγορευμένου, από το άρθρο 7 παρ. 2 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, συμβόλου, τονίζοντας ότι η χρήση του εν λόγου συμβόλου είχε σταματήσει από το 2004. Συνέπεια τούτου, ήταν το Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι αντιρρήσεις της Ελληνικής Κυβέρνησης στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ως αντίμετρα.
Το γεγονός ότι, σύμφωνα με το Δικαστήριο, το σύμβολο του Ήλιου της Βεργίνας, σταμάτησε να χρησιμοποιείται το 2004, δεν σημαίνει ότι όντως έτσι έχουν τα πράγματα. Είναι ενδιαφέρον να μάθουμε πόσο στενή είναι η παρακολούθηση των εξελίξεων στο κράτος των Σκοπίων από τις ελληνικές αρχές. Για την καλύτερη δυνατή καταγραφή του σκοπιανού αλυτρωτισμού και των πραγματικών προθέσεων της σκοπιανής ηγεσίας πρέπει να υπάρχει συγκεκριμένο τμήμα στο Υπουργείο Εξωτερικών, στο οποίο να απασχολείται σημαντικό -αριθμητικά- προσωπικό, εργασία του οποίου θα είναι να παρακολουθεί τα σκοπιανά τηλεοπτικά δίκτυα, τους ραδιοφωνικούς σταθμούς των Σκοπίων, να μελετούν τις εφημερίδες και περιοδικές εκδόσεις, να είναι γνώστες του συντάγματος, των νόμων και των διάφορων νομοθετημάτων της γειτονικής χώρας καθώς και της διοικητικής της διάρθρωσης. Είναι ενδιαφέρον να γνωρίζουμε πόσα άτομα, στο Υπουργείο Εξωτερικών, είναι επιφορτισμένα με τη συγκεκριμένη αποστολή. Πόσα άτομα ομιλούν το γλωσσικό ιδίωμα των Σκοπίων για να έχουν άμεση πρόσβαση στην άλλη πλευρά; Πόσοι Έλληνες διπλωμάτες έχουν επισκεφτεί τη γειτονική χώρα και γνωρίζουν τη νοοτροπία, τον ψυχισμό και την κουλτούρα των Σκοπιανών; Σε περίπτωση κατά την οποία δεν υπάρχει ένας τέτοιος μηχανισμός χάθηκε μια σημαντική ευκαιρία να καταδειχθεί διεθνώς ο αλυτρωτισμός του γειτονικού κράτους. Σε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει, είναι ασύγγνωστη η επιπολαιότητα για το γεγονός ότι δεν χρησιμοποιήθηκε.
Αίτημα Σκοπίων για Επανόρθωση
Όπως έχει αναφερθεί στα πρώτα σημειώματα μας, η σκοπιανή αντιπροσωπεία είχε υποβάλλει τρία αιτήματα προς το Διεθνές Δικαστήριο: να απορρίψει τα επιχειρήματα της Ελλάδος περί αναρμοδιότητας, να διακηρύξει πως η στάση της Ελληνικής Κυβέρνησης στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ ήταν παράνομη παραβιάζοντας τις υποχρεώσεις τις στην Ενδιάμεση Συμφωνία και να απαιτήσει από την Ελληνική Κυβέρνηση να απέχει στο μέλλον από κάθε ενέργεια, η οποία παραβιάζει το άρθρο 11 παρ.1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας.
Το Δικαστήριο σε αυτό το πέμπτο και τελευταίο μέρος της απόφασης, θεώρησε ότι δικαιολογείται μια διακήρυξη η οποία να αναφέρει την παραβίαση εκ μέρους της Ελληνική Κυβερνήσεως του άρθρου 11 παρ. 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Παράλληλα, το Δικαστήριο τόνισε ότι δεν θεωρεί απαραίτητο να απαιτήσει από την Ελληνική Κυβέρνηση να απέχει στο μέλλον από παρόμοια συμπεριφορά, συμπεριφορά η οποία παραβιάζει το άρθρο 11 παρ. 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Το Δικαστήριο τόνισε πως, όπως έχει σημειώσεις σε προηγούμενη απόφαση του (Ναυτιλιακά και Συναφή Ζητήματα, Κόστα Ρίκα κατά Νικαράγουα, 2009), “…δεν υπάρχει λόγος να υποτεθεί ότι ένα κράτος του οποίου η πράξη ή η συμπεριφορά έχει κηρυχθεί παράνομη από το Δικαστήριο, θα επαναλάβει αυτή την πράξη ή συμπεριφορά στο μέλλον, αφού η καλή του πίστη θα πρέπει να λαμβάνεται ως δεδομένο”. Με λίγα λόγια, μια μελλοντική αντίρρηση της Ελλάδος αναφορικά με ένταξη των Σκοπίων σε διεθνή οργανισμό, στον οποίο η Ελλάς είναι μέλος, με αιτιολογία την μη εύρεση λύσης στις διαπραγματεύσεις για το όνομα, θα αποτελεί παραβίαση του άρθρου 11 παρ. 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Φυσικά, μια μελλοντική Ελληνική Κυβέρνηση μπορεί να εκφράσει τον σκεπτικισμό της για την ένταξη των Σκοπίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή στο ΝΑΤΟ, χρησιμοποιώντας ως αιτιολογία την εύθραυστη εσωτερική κατάσταση της γειτονικής χώρας, γεγονός το οποίο καθιστά τα Σκόπια έναν αφερέγγυο και αναξιόπιστο εταίρο… Η ευρωατλαντική προοπτική, Ευρωπαϊκή Ένωση και ΝΑΤΟ, αποτελεί τον στόχο, ο οποίος, σύμφωνα με την ηγεσία των Σκοπίων, είναι η καλύτερη εγγύηση για την βιωσιμότητα και την εμπέδωση της σκοπιανής κρατικής υπόστασης. Στέρηση αυτής της προοπτικής, θα συμβάλλει τα μέγιστα στην εσωτερική αποσταθεροποίηση των Σκοπίων. Ο χρόνος πιέζει τα Σκόπια, όχι την Αθήνα…
Απόφαση του Δικαστηρίου
Το Δικαστήριο, όπως σημειώθηκε παραπάνω, αποφάνθηκε ότι η συμπεριφορά της Ελληνικής Δημοκρατίας, στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι, παραβίασε το άρθρο 11 παρ. 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας αλλά απέφυγε να απαιτήσει από την Ελλάδα να μην προβεί σε παρόμοια πράξη στο μέλλον, θεωρώντας ότι το καταδικαστική απόφαση από μόνη της συνιστά επαρκή ικανοποίηση για το κράτος των Σκοπίων.
Πιο συγκεκριμένα, το Δικαστήριο με ψήφους 14 προς 2 (δικαστής Xue και ad hoc Ρούκουνας) αποφάσισε ότι η προσφυγή των Σκοπίων, της 17ης Νοεμβρίου 2008, είναι αποδεκτή και ότι το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα να επιληφθεί της υπόθεσης.
Επίσης, το Δικαστήριο με ψήφους 15 προς 1 ( ad hoc δικαστής Ρούκουνας) αποφάσισε ότι η Ελληνική Δημοκρατία παραβίασε τις υποχρεώσεις τις αναφορικά με το άρθρο 11 παρ. 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Τέλος, με ψήφους πάλι 15 προς 1 (ad hoc δικαστής Vukas) αποφάνθηκε ότι τα υπόλοιπα αιτήματα της κυβέρνησης των Σκοπίων απορρίπτονται.
Ισχυρισμός περί παραβίασης του άρθρου 6 παρ. 2
Η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 διαλαμβάνει ότι τα Σκόπια αποδέχονται πως το Σύνταγμα τους, και ειδικά το τροποποιημένο άρθρο 49, δεν μπορεί να ερμηνευθεί με τρόπο ώστε τα Σκόπια να αναμειγνύονται στις εσωτερικές υποθέσεις άλλου κράτους για να προστατεύσει τα δικαιώματα ατόμων σε αυτό το άλλο κράτος, άτομα τα οποία δεν είναι πολίτες των Σκοπίων.
Το Δικαστήριο τόνισε πως το πιο πάνω άρθρο αφορά στις όποιες προσπάθειες των Σκοπίων να υποστηρίξει αιτήματα ανθρώπων οι οποίοι κατοικούν στο κράτος των Σκοπίων, και οι οποίοι εγκατέλειψαν ή απελάθηκαν τη δεκαετία του 1940 από την Ελλάδα κατά τη διάρκεια εμφύλιας σύρραξης. Τα αιτήματα έχουν να κάνουν, αναφέρει το Δικαστήριο, κυρίως, με εγκαταλελειμμένες περιουσίες σε ελληνικό έδαφος.
Το Δικαστήριο θεώρησε πως λόγω του γεγονότος ότι κάποιες κατηγορίες της Ελληνικής Κυβέρνησης αναφέρονται στην περίοδο, ύστερα από τη Σύνοδο Κορυφής, η ελληνική στάση, στη Σύνοδο Κορυφής, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί απάντηση στις κατηγορίες αυτές. Η ελληνική πλευρά, επίσης, ανέφερε προσπάθειες των Σκοπίων να υποστηρίξουν “Μακεδονική μειονότητα” σε ελληνικό έδαφος, αποτελούμενη από άτομα τα οποία έχουν ελληνική υπηκοότητα.
Η σκοπιανή αντιπροσωπεία απάντησε πως το ενδιαφέρον για τα ανθρώπινα δικαιώματα μειονοτικών ομάδων στο ελληνικό έδαφος καθώς και των πολιτών των Σκοπίων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδος.
Το Δικαστήριο πήρε τη θέση πως οι κατηγορίες της ελληνικής πλευράς δεν έχουν βάση σε σχέση με το άρθρο 6 παρ. 2, το οποίο αναφέρεται στην ερμηνεία την οποία δίνουν τα Σκόπια στο σύνταγμα τους. Η Ελλάδα, σύμφωνα με το Δικαστήριο, δεν προσκόμισε στοιχεία, τα οποία να αποδεικνύουν ότι τα Σκόπια ερμήνευσαν το Σύνταγμα τους με τέτοιο τρόπο, ώστε να έχουν το δικαίωμα να παρεμβαίνουν στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδος, εκ μέρους ατόμων τα οποία δεν είναι υπήκοοι των Σκοπίων. Καταλήγοντας, το Δικαστήριο δήλωσε πως τα Σκόπια δεν παραβίασαν το άρθρο 6 παρ. 2.
Ισχυρισμός περί παραβίασης του άρθρου 7 παρ. 1
Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 κάθε συμβαλλόμενο μέρος θα πρέπει να λαμβάνει αποτελεσματικά μέτρα για να παρεμποδίσει εχθρικές ενέργειες προπαγάνδας από κρατικές αρχές καθώς και να αποθαρρύνει πράξεις από ιδιώτες, πράξεις οι οποίες μπορούν να υποκινήσουν βία και εχθρότητα εναντίον του άλλου κράτους.
Η ελληνική αντιπροσωπεία ισχυρίστηκε πως τα Σκόπια δεν κατάφεραν να παρεμποδίσουν εχθρικές ενέργειες από υπηρεσίες ελεγχόμενες από το κράτος. Πιο συγκεκριμένα, η ελληνική πλευρά ανέφερε τα σχολικά βιβλία ιστορίας, τα οποία κάνουν λόγο για ‘Μεγάλη Μακεδονία’ και παρουσιάζουν ορισμένες ιστορικές προσωπικότητες ως προγόνους των σημερινών Σκοπιανών. Επιπροσθέτως, η ελληνική πλευρά ανέφερε ότι η κυβέρνηση των Σκοπίων απέτυχε να εμποδίσει συγκεκριμένη εχθρική ενέργεια από ιδιώτες. Ειδικότερα, στα τέλη Μαρτίου 2008, λίγες ημέρες πριν την Σύνοδο Κορυφής του Βουκουρεστίου, πίνακες ανακοινώσεων στους δρόμους των Σκοπίων παρουσίαζαν αλλαγμένη, όπως ανέφερε η απόφαση, την ελληνική σημαία. Η φρασεολογία, την οποία χρησιμοποιεί το Δικαστήριο, είναι altered image, φράση η οποία σημαίνει αλλαγμένη εικόνα. Η φράση αυτή είναι το λιγότερο ανακριβής, αν θυμηθούμε ότι στη θέση του σταυρού στο πάνω αριστερό τμήμα της ελληνικής σημαίας, είχε τοποθετηθεί ο αγκυλωτός σταυρός, με έκδηλο το υπονοούμενο ταύτισης της χώρας μας με τους Ναζί. Η ελληνική σημαία είχε χρησιμοποιηθεί σε διαφήμιση, η οποία ανακοίνωνε έκθεση Σκοπιανού φωτογράφου στο πολιτιστικό κέντρο της πόλης των Σκοπίων. Τέλος, η ελληνική αντιπροσωπεία έκανε αναφορά για συνεχή αποτυχία των σκοπιανών αρχών να προστατεύσουν το κτίριο και το προσωπικό του Γραφείου Συνδέσμου της Ελλάδος στην πόλη των Σκοπίων.
Από την πλευρά της, αναφορικά με τα σχολικά εγχειρίδια, η σκοπιανή πλευρά υποστήριξε, πως τα σχολικά βιβλία απλά απηχούν διαφορές αναφορικά με την ιστορία της περιοχής. Σχετικά με την παρουσία του αγκυλωτού σταυρού στην ελληνική σημαία, στη διαφημιστική καταχώρηση του σκοπιανού φωτογράφου, η σκοπιανή αντιπροσωπεία υποστήριξε πως αντέδρασε τάχιστα κατεβάζοντας τους εν λόγω διαφημιστικούς πίνακες. Σε απάντηση για τις κατηγορίες της ελληνικής πλευράς περί έλλειψης προστασίας της διπλωματικής αποστολής, η σκοπιανή αντιπροσωπεία κατέθεσε έγγραφα με τα οποία προσπάθησε να αποδείξει τις προσπάθειες, οι οποίες κατεβλήθησαν για συνεχή προστασία.
Το Δικαστήριο, θεώρησε ότι το περιεχόμενο των ιστορικών βιβλίων δεν αποτελεί γεγονός, από το οποίο συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι αρχές των Σκοπίων απέτυχαν να παρεμποδίσουν εχθρικές ενέργειες ή προπαγάνδα. Αυτή η τοποθέτηση του Δικαστηρίου είναι αρκετά χρήσιμη αναφορικά με επιχειρήματα, τα οποία χρησιμοποιούν ορισμένοι κρατικοί -και μη- αξιωματούχοι, στην πατρίδα μας, σχετικά με την ανάγκη αλλαγής του περιεχομένου των βιβλίων ιστορίας στα ελληνικά σχολεία, ώστε να μην θίγονται γειτονικοί λαοί. Σχετικά με την διαφημιστική πινακίδα, το Δικαστήριο ανέφερε πως η ελληνική πλευρά δεν αντέκρουσε τον ισχυρισμό των Σκοπίων ότι η σκοπιανή κυβέρνηση αντέδρασε γρήγορα. Επίσης, στην απόφαση έγινε αναφορά και σε ανακοίνωση της σκοπιανής κυβέρνησης, με την οποία έπαιρνε αποστάσεις από την εν λόγω διαφήμιση. Φυσικά, λόγω του γεγονότος ότι η κοινωνία της σκοπιανής πρωτεύουσας είναι μικρή, είναι εξαιρετικά αμφίβολο η κυβέρνηση των Σκοπίων να μην είχε προηγούμενη γνώση της διαφήμισης. Μια τέτοια ενέργεια αφενός προσέβαλλε την Ελλάδα ικανοποιώντας το εσωτερικό εθνικιστικό ακροατήριο, αφετέρου με την δήλωση της η σκοπιανή κυβέρνηση επέδειξε καλή συμπεριφορά προς τον εξωτερικό παράγοντα. Με ένα σμπάρο, δυο τρυγόνια…
Σχετικά με την έλλειψη προστασίας της ελληνικής διπλωματικής αποστολής, το Δικαστήριο σημείωσε το γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 22 της Σύμβασης της Βιέννης για τις Διπλωματικές Σχέσεις, πρέπει να προστατεύεται ο χώρος, η ησυχία και η αξιοπρέπεια κάθε διπλωματικής αποστολής. Εν τούτοις, ακόμα και να λάβει χώρα κάποιο τέτοιο περιστατικό δεν σημαίνει ipso facto ότι τα Σκόπια, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είχαν παραβιάσει το άρθρο 7 παρ. 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, δηλαδή να αποτρέψει συγκεκριμένες ενέργειες από ιδιώτες. Το Δικαστήριο, επιπλέον, τόνισε τα στοιχεία, τα οποία κατέθεσε η πλευρά των Σκοπίων, και τα οποία μαρτυρούν, πάντα σύμφωνα με την απόφαση, τις προσπάθειες να παρασχεθεί επαρκή προστασία στην διπλωματική αποστολή της Ελλάδος. Συμπερασματικά, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία να υποστηρίζουν την κατηγορία της ελληνικής πλευράς.

Ισχυρισμός περί παραβίασης του άρθρου 7 παρ. 2
Σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο 2 του άρθρου 7, τα Σκόπια θα πρέπει να παύσουν να χρησιμοποιούν το σύμβολο το οποίο απεικονιζόταν στη σημαία τους πριν την έναρξη της ισχύος της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Η ελληνική πλευρά ισχυρίστηκε πως τα Σκόπια, πολλές φορές από την έναρξη ισχύος της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, έκαναν χρήση του συμβόλου, το οποίο το άρθρο 7 παρ. 2 απαγορεύει (τον Ήλιο της Βεργίνας), αν και αναγνώρισε (η ελληνική πλευρά) ότι η σημαία των Σκοπίων έχει αλλάξει. Εν τούτοις, η ελληνική αντιπροσωπεία σημείωσε μια περίπτωση χρήσης του απαγορευμένου συμβόλου από ένα τάγμα του στρατού των Σκοπίων, σε μια έκδοση του Υπουργείου Αμύνης της χώρας, το Δεκέμβριο του 2004, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από την αντιπροσωπεία των Σκοπίων. Η σκοπιανή πλευρά υποστήριξε, όμως, πως το εν λόγω τάγμα καταργήθηκε το 2004 και πως δεν υπάρχει καμία κατηγορία εκ μέρους της Ελλάδος για μεταγενέστερη χρήση του συμβόλου. Η ελληνική πλευρά παρουσίασε τουλάχιστον δέκα περιπτώσεις στις οποίες έγινε χρήση του απαγορευμένου συμβόλου στην επικράτεια των Σκοπίων, σε εκδόσεις ή δημόσιες παρουσιάσεις. Το Δικαστήριο, σημείωσε, όμως, πως αυτές οι περιπτώσεις, αφενός αφορούν ενέργειες ιδιωτών, αφετέρου τα παράπονα αναφορικά με τις περιπτώσεις αυτές κοινοποιήθηκαν στη κυβέρνηση των Σκοπίων μετά την Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, το 2008. Το Δικαστήριο κατέληξε πως υπήρξε μια περίπτωση παραβίασης εκ μέρους των Σκοπίων της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 7.
Εδώ αξίζει να παρατηρηθεί το γεγονός ότι η Ελληνική Κυβέρνηση εξέφρασε παράπονα προς την αντίστοιχη των Σκοπίων, μετά τη Σύνοδο Κορυφής του 2008, αν και οι περιπτώσεις χρήσης του απαγορευμένου συμβόλου έλαβαν χώρα μήνες ή και χρόνια πριν από αυτή (τη Σύνοδο Κορυφής). Εδώ καταδεικνύεται η ολιγωρία και αβελτηρία των Ελληνικών Κυβερνήσεων, οι οποίες δεν διαμαρτυρήθηκαν άμεσα για τις έκνομες αυτές ενέργειες -ιδιωτών αλλά και των σκοπιανών αρχών- και δεν κατήγγειλαν την Ενδιάμεση Συμφωνία. Οι Ελληνικές Αρχές δεν εξέφρασαν κάποια αντίδραση, στοιχείο το οποίο χρησιμοποιήθηκε από το Δικαστήριο για να μην ασχοληθεί με αυτές τις κατηγορίες, κατηγορίες οι οποίες υπό διαφορετική περίπτωση, θα μπορούσαν να καταδείξουν την διαρκή παραβατική συμπεριφορά της σκοπιανής κυβέρνησης.

Ισχυρισμός περί παραβίασης του άρθρου 7 παρ. 3
Η τελευταία κατηγορία κατά των Σκοπίων αφορούσε την τρίτη παράγραφο του άρθρου 7, η οποία έδινε το δικαίωμα σε κάθε συμβαλλόμενο μέρος να εφιστά την προσοχή προς την κυβέρνηση του άλλου μέρους, αν θεωρεί ότι τμήμα της ιστορικής ή πολιτιστικής του κληρονομιάς χρησιμοποιείται από το άλλο κράτος. Το άλλο κράτος απέναντι στο οποίο θα γίνεται η κοινοποίηση θα μπορεί να πάρει διορθωτικά μέτρα ή να εξηγεί τους λόγους γιατί δεν θεωρεί αναγκαίο να προβεί σε καμία ενέργεια.
Η ελληνική αντιπροσωπεία υποστήριξε ότι σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3, κάθε συμβαλλόμενο μέρος πρέπει να απέχει από την χρήση των συμβόλων, όπως καθορίζονται στην διάταξη (σύμβολα τα οποία αποτελούν τμήμα ιστορικής ή πολιτιστικής κληρονομιάς), γιατί σε αντίθετη περίπτωση, τέτοια συμπεριφορά θα υπονόμευε τους στόχους της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Τα Σκόπια, σύμφωνα με την ελληνική πλευρά, παραβίασαν την συγκεκριμένη διάταξη με πολλούς τρόπους, όπως με την έκδοση γραμματοσήμων, κατασκευή αγαλμάτων και την ονοματοθεσία του αεροδρομίου της πόλης των Σκοπίων.
Το Δικαστήριο σημείωσε πως σε αντίθεση με τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 7, το κείμενο της τρίτης παραγράφου του ιδίου άρθρου δεν περιέχει ρητή απαγόρευση των συμβαλλομένων μερών -των Σκοπίων στη συγκεκριμένη περίπτωση- να χρησιμοποιούν τα σύμβολα, όπως αυτά περιγράφονται στο κείμενο της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Το Δικαστήριο υιοθέτησε την άποψη πως η συγκεκριμένη διάταξη, καθορίζει μια διαδικασία για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένα συμβαλλόμενο μέρος θεωρεί ότι το άλλο μέρος κάνει χρήση των ιστορικών και πολιτιστικών του συμβόλων. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θεώρησε πως η χρήση συγκεκριμένων συμβόλων ή η ονοματοθεσία του αεροδρομίου δεν συνιστούν παραβίαση του άρθρου 7 παρ. 3.
Το πρόβλημα με την εν λόγω διάταξη προέκυψε από την ασύγγνωστη αμέλεια την οποία επέδειξε το Υπουργείο των Εξωτερικών κατά την σύνταξη της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Το κείμενο του άρθρου 7 παρ. 3, όπως ορθά ανέφερε το Δικαστήριο, δεν περιέχει ρητή απαγόρευση χρήσης ιστορικών συμβόλων ενός συμβαλλόμενου μέρους από το άλλο. Η συγκεκριμένη διάταξη, ως έχει, δίνει απόλυτη ελευθερία κινήσεων στη σκοπιανή κυβέρνηση να χρησιμοποιεί -χωρίς κόστος- όποια σύμβολα επιθυμεί καλλιεργώντας τον αλυτρωτισμό της γειτονικής χώρας.
Σχετικά με την ονοματοθεσία του αεροδρομίου, σημαντικό στοιχείο για το Δικαστήριο ήταν αν η Ελληνική Κυβέρνηση εξέφρασε την ανησυχία της προς την κυβέρνηση των Σκοπίων, αναφορικά με αυτή την ενέργεια, πριν τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ. Η ελληνική αντιπροσωπεία παρουσίασε στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία, τον Δεκέμβριο του 2006, η Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδος περιέγραψε την συμπεριφορά των Σκοπίων ως μη συμβατή με τις υποχρεώσεις των Σκοπίων για καλές σχέσεις γειτονίας όπως αυτές απορρέουν από την Ενδιάμεση Συμφωνία, και ως συμπεριφορά η οποία δεν εξυπηρετεί τις Ευρωατλαντικές φιλοδοξίες της γειτονικής χώρας, χωρίς, όμως, να υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά στην ονοματοθεσία του αεροδρομίου. Η Υπουργός των Εξωτερικών, απέφυγε να κάνει αναφορά στη συγκεκριμένη ενέργεια περιοριζόμενη σε μια γενικόλογη δήλωση. Τον Φεβρουάριο του 2007, κατά τη διάρκεια συζήτησης στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, η Ελληνίδα Υπουργός Εξωτερικών χαρακτήρισε την πράξη ονοματοθεσίας του αεροδρομίου, παραβίαση της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, χωρίς, όμως, να μεταφέρει αυτή την άποψη στις σκοπιανές αρχές. Επρόκειτο, για εκδήλωση πυγμής εσωτερικής κατανάλωσης. Ακόμα και όταν έγινε συγκεκριμένη αναφορά για την ονοματοθεσία του αεροδρομίου, η Ελληνίδα Υπουργός των Εξωτερικών δεν θεώρησε σκόπιμο να μεταφέρει αυτή την συγκεκριμένη άποψη στα Σκόπια, για να υπάρχει τουλάχιστο καταγεγραμμένη η αντίδραση και αποδοκιμασία της Ελληνικής Κυβέρνησης. Το παραπάνω συμπέρασμα, φυσικά, βασίζεται στα στοιχεία τα οποία χρησιμοποίησε η ελληνική αντιπροσωπεία ( δηλώσεις της Υπουργού των Εξωτερικών τον Δεκέμβριο του 2006, καθώς και του Φεβρουαρίου του 2007 στο Ελληνικό Κοινοβούλιο). Δεν γνωρίζουμε αν υπάρχουν επίσημες τοποθετήσεις της Ελληνικής Κυβέρνησης, οι οποίες ευθέως να αναφέρονται στην ονοματοθεσία του αεροδρομίου και αν υπήρξε επικοινωνία μεταξύ Αθηνών και Σκοπίων, αμέσως μετά την ενέργεια της σκοπιανής κυβερνήσεως.
Η παραπάνω εικόνα της ελληνικής διπλωματίας η οποία περιγράφεται στην απόφαση του Δικαστηρίου, είναι ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο διαχρονικά οι Ελληνικές Κυβερνήσεις χειρίζονται ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Οι αντιδράσεις, όποτε και να υπάρχουν, είναι χλιαρές και λαμβάνουν χώρα με τέτοιο τρόπο ώστε ακυρώνεται το όποιο νόημα τους.
Το Δικαστήριο αποφάνηκε ότι παρά το γεγονός ότι η Ελληνική Κυβέρνηση δεν εξέφρασε τις ανησυχίες τις προς την κυβέρνηση των Σκοπίων, για τις ενέργειες χρήσης συμβόλων, με τον τρόπο με τον οποίο προβλέπει το άρθρο 7 παρ. 3, εν τούτοις, η σκοπιανή κυβέρνηση γνώριζε τις ελληνικές ανησυχίες και ο Υπουργός των Εξωτερικών της χώρας αυτής εξήγησε σε ελληνική εφημερίδα την αιτιολογία αναφορικά με την ονοματοθεσία του αεροδρομίου. Από τα περιεχόμενα της απόφασης, πάντως, δεν προκύπτει ότι υπήρξε άμεση επικοινωνία της Ελληνίδας Υπουργού των Εξωτερικών με την κυβέρνηση των Σκοπίων, με σκοπό να εκφρασθεί η αποδοκιμασία της ελληνικής κυβέρνησης ή ακόμα και να καταγγελθεί η Ενδιάμεση Συμφωνία με αφορμή τις ενέργειες της σκοπιανής πλευράς. (Συνεχίζεται)
Ιωάννης Σ. Λάμπρου, Πολιτικός Επιστήμων-Διεθνολόγος

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO24 λεπτά πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός1 ώρα πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή