Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Από το Γερμανικό στο Ελληνικό Ζήτημα

Δημοσιεύτηκε στις

Του Γιάννου Χαραλαμπίδη
http://www.sigmalive.com

Νεοφιλελεύθεροι ταλιμπάν και σοβιετικό μοντέλο
Θα έχουμε μια δημοκρατική Ελλάδα και μια ευρωπαϊκή Γερμανία ή μια γερμανική Ελλάδα υπό την κατοχή της Τρόικας;

ΟΙ ΠΥΛΩΝΕΣ της πολιτικής του Βερολίνου και η χαμένη κοινοτική αλληλεγγύη
Ο ηγέτης των Πρασίνων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο Κόκκινος Ντάνι του Μάη του ’68, ο Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ, αναφερόμενος ενώπιον της Ολομέλειας του Σώματος για την κατάσταση στην Ελλάδα την περασμένη Τετάρτη, παρομοίασε την Τρόικα με «νεοφιλελεύθερο ταλιμπάν», που εκβιάζει, θα προσθέταμε, το τελευταίο σοβιετικό οικονομικό μοντέλο της δυτικής Ευρώπης! Αυτό δηλαδή του αθηναϊκού κράτους, το οποίο απειλείται με κατάρρευση.

Η κατάρρευση
Λίγο αργότερα, τη σκυτάλη πήρε ο Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Υπεύθυνος για την Οικονομική και Νομισματική Πολιτική της Ε.Ε., Όλι Ρεν, οποίος επισήμανε ότι το ελληνικό οικονομικό μοντέλο, όπως αυτό λειτουργούσε ως το 2009, έκλεισε τον κύκλο του. Με οικονομικούς όρους, χρεοκόπησε. Και αυτό είναι γνωστό στους πάντες. Εκείνο που συζητείται σήμερα είναι κατά πόσον η Ελλάδα θ’ αποφύγει την άτακτη χρεοκοπία, η οποία, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όχι μόνο δεν θα επιλύσει κανένα από τα υφιστάμενα προβλήματα της Ελλάδας, αλλά θα είναι καταστροφική και θα προκαλέσει αρνητικές επιπτώσεις σε όλη την ευρωζώνη και γενικότερα στην οικονομία τής Ε.Ε.

Στην καλύτερη των περιπτώσεων θα έχουμε τη θεσμοθέτηση της Ευρώπης των πολλαπλών κύκλων και των ταχυτήτων, και στη χειρότερη τη διάλυσης της ευρωζώνης και τη σαφή απειλή κατάρρευσης της Ε.Ε. ως τέτοιας.

«Υπερήφανα λαμόγια»

Η ΕΛΛΑΔΑ σπαταλούσε περισσότερα από αυτά τα οποία εισέπραττε. Και ζούσε εκ των πραγμάτων με δανεικά, ενώ το μοντέλο ανάπτυξης στηριζόταν στο κράτος. Σήμερα, ο Έλληνας πολίτης καλείται να πληρώσει τα χρέη ετών και την κακοδιαχείριση και απαράδεκτη συνδικαλιστική κουλτούρα με σαφή αριστερόστροφη έως και κομμουνιστική αντίληψη και δράση, που χρησιμοποιούσε καταχρηστικά τις συνδικαλιστικές εξουσίες κατά τρόπον ώστε σταδιακά καταργούσε και αντικαθιστούσε το κράτος και τον υγιή ανταγωνισμό με ένα καταχρεωμένο και δυσκίνητο, παρασιτικό πολιτειακό σύστημα, του οποίου η ανταγωνιστικότητα πέθαινε καθημερινά μαζί με το ελληνικό φιλότιμο.

Και η Δεξιά της ΝΔ σταδιακά ετίθετο, όπως και η Αριστερά του ΠΑΣΟΚ, κάτω από το έλεος της πλήρους εξάρτησης μιας πελατειακής σχέσης, που συνέθλιψε με το πέρασμα του χρόνου τούς θεσμούς και το σύστημα αρχών και αξιών του Έλληνα, μετατρέποντας μια μεγάλη μερίδα της ελληνικής ελίτ σε «υπερήφανα λαμόγια», οι οποίοι, όμως, στα μάτια των ξένων ήταν μια αναξιόπιστη ηγεσία που ζούσε στο ψέμα. Έβλεπε την πορεία προς την καταστροφή αλλά φόρτωνε τον μπελά στην επόμενη Κυβέρνηση, μέχρι που η Ελλάδα βρέθηκε μιαν ανάσα πριν από το μοιραίο. Και έτσι προέκυψε το “ελληνικό ζήτημα”.

Μέχρι πρότινος οι αγορές πίστευαν ότι τα χρέη της Ελλάδας και των λοιπών χωρών της ευρωζώνης τελούσαν υπό την εγγύηση της Γερμανίας, καθότι υπήρχε η ιδεαλιστική αντίληψη ότι η Ε.Ε. στηριζόταν περισσότερο στην αλληλεγγύη και λιγότερο στα εθνικά συμφέροντα. Και, όμως, όταν η κρίση κτύπησε στην Ε.Ε., οι Γερμανοί διαμόρφωσαν μια πολιτική λιγότερης αλληλεγγύης και περισσότερου ρεαλισμού.

Η γερμανική πολιτική
ΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ διαμόρφωσε την πολιτική του επί των εξής παραμέτρων:
1. Των δικών του γερμανικών εσωτερικών συμφερόντων. Η Γερμανία πέρασε από μια κρίση και από τη λήψη μέτρων λιτότητας διάρκειας έξι ετών, όταν ο νότος σπαταλούσε ασύδοτα τα δανεικά. Όταν ξέσπασε το Ελληνικό Ζήτημα, ο Γερμανός πολίτης δεν ήταν διατεθειμένος να πληρώσει τα σπασμένα της Ελλάδας και του λοιπού νότου. Και η ηγεσία του δεν ήταν διατεθειμένη να πληρώσει το πολιτικό κόστος για το χατίρι της Ελλάδας και της κοινοτικής αλληλεγγύης.

2. Των γερμανικών εθνικών συμφερόντων εντός της Ε.Ε. Η Γερμανία δρα στη βάση των εθνικών της συμφερόντων και θέτει τα πράγματα σκληρά και κυνικά. Και διατυπώνει την εξής αρχή: Η όποια βοήθεια θα έχει ως αντάλλαγμα την παραχώρηση από την Ελλάδα κυριαρχικών δικαιωμάτων είτε άμεσα είτε έμμεσα. Η Ελλάδα αναζητά τη στήριξη της Ε.Ε. και η Γερμανία, που συνιστά το μεγαλύτερο ευρωπαϊκό οικονομικό και πολιτικό άρμα, χρησιμοποιεί τους θεσμούς και τους μηχανισμούς της Ε.Ε. για να επιβάλει τους δικούς της όρους και τη δική της επικυριαρχία, επαναφέροντας έτσι στο προσκήνιο, εξ αφορμής του Ελληνικού Ζητήματος, το Γερμανικό Ζήτημα, που αποτυπώνεται στο εξής ερώτημα:

Εάν θα έχουμε μια ευρωπαϊκή Γερμανία ή μια γερμανική Ευρώπη! Στη βάση αυτής της λογικής, το συναφές ερώτημα έχει ως ακολούθως: Εάν θα έχουμε μια δημοκρατική Ελλάδα και μια ευρωπαϊκή Γερμανία ή αν θα έχουμε μια Ελλάδα υπό την κατοχήν της Τρόικας;

3. Της δημοσιονομικής πειθαρχίας εντός των χωρών με προβληματικές οικονομίες. Για να συναινέσει η Γερμανία σε βοήθεια προς την Ελλάδα, ζητά αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία, ακόμη και εμπράγματες εγγυήσεις, οι οποίες περιλαμβάνονται στο «μνημόνιο 1». Το Βερολίνο θέλει να κατοχυρώσει τα νέα δάνεια και ταυτοχρόνως μέσα από το «κούρεμα» να καταστήσει το ελληνικό χρέος βιώσιμο, με σαφή στόχο να μειωθεί το ελληνικό δημοσιονομικό έλλειμμα κάτω του 120% επί του ΑΕΠ ως το 2020.

Οι τεχνοκράτες του γερμανικού Υπουργείου των Εξωτερικών υποστηρίζουν ότι:
α. Εάν δεν υπάρξει δημοσιονομική πειθαρχία και αν δεν υλοποιηθεί το πρόγραμμα λιτότητας και μέτρων εξυγίανσης, οι Γερμανοί και άλλοι δανειστές θα κινδυνέψουν να χάσουν τα χρήματά τους. Η θέση αυτή είναι συναφής με την άρνηση του Βερολίνου να συναινέσει στην έκδοση ευρωομολόγου για να λειτουργήσει ως εγγυητικός μηχανισμός και ασπίδα στις επιθέσεις των αγορών και στο ελληνικό χρέος, καθώς και σε εκείνο των άλλων ευρωπαϊκών κρατών, όπως της Ισπανίας, της Πορτογαλίας και της Ιταλίας.

β. Η ασθένεια της Ελλάδας είναι ανίατη, οπότε και η άτακτη πτώχευση συνιστά επιλογή εάν οι Έλληνες πολιτικοί δεν υπηρετούν πιστά τις εντολές της Τρόικας, η οποία αποτελεί στην ουσία επιβεβαίωση του εξής φαινομένου: Η Γερμανία χρησιμοποιεί τους μηχανισμούς της Ε.Ε. για να επιβάλει την πολιτική της και έτσι κάνει πράξη την αντίληψη περί γερμανικής Ευρώπης αντί περί ευρωπαϊκής Γερμανίας στη βάση της κοινοτικής αλληλεγγύης.

Η «σαλαμοποίηση»
ΥΠΑΡΧΕΙ, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, και μια άλλη θέση, όπως αυτή εξεφράσθη μέσω έκθεσης, η οποία εκπονήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η οποία μελετά τις επιπτώσεις από μιαν άτακτη ελληνική χρεοκοπία. Καταλήγει, δε, στο συμπέρασμα ότι: 1. Η άτακτη χρεοκοπία δεν θα επιλύσει κανένα από τα προβλήματα, τα οποία αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία. Αντίθετα θα είναι καταστροφικές οι συνέπειες για την Ελλάδα και την κοινωνική της συνοχή. 2. Οι επιπτώσεις θα είναι δυσμενείς και αρνητικές για την ευρωζώνη και γενικότερα την οικονομία της Ευρώπης.

Προφανώς, δεν συμφέρει ούτε στις χώρες της ευρωζώνης ούτε στην Ελλάδα η χρεοκοπία. Από την άλλη, όμως, θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι, μετά την άτακτη χρεοκοπία και την κατάρρευση του ελληνικού συστήματος, θα είναι πιο εύκολη η αγορά της Ελλάδας απ’ όσους έχουν βγάλει ήδη τα χρήματά τους εκτός, από τους ξένους και δη από τους Γερμανούς. Βεβαίως, και τώρα η χώρα είναι υποθηκευμένη.

Υπό αυτές τις συνθήκες και αν οι τεχνοκράτες του γερμανικού Υπουργείου Οικονομικών είναι ορθοί στην εκτίμησή τους ότι η ασθένεια της Ελλάδας είναι ανίατη, τότε με τη συνέχιση της υφιστάμενης κατάστασης αντί να είναι βίαιος ο ελληνικός θάνατος θα είναι αργός. Ήδη η Γερμανία έθεσε επί τάπητος διάφορες συναφείς φόρμουλες σαλαμοποίησης του δεύτερου πακέτου, για την τύχη του οποίου το Γιούρογκρουπ αναμένεται εκτός απροόπτου να συνεδριάσει αύριο ή σύντομα, όπως ελέχθη μετά την τηλεδιάσκεψη της περασμένης Τετάρτης.

Η μία πρόταση υποστηρίζει την παραχώρηση της βοήθειας προς την Ελλάδα με δόσεις και αναλόγως της προόδου και της εφαρμογής ή όχι του μνημονίου και η άλλη έχει δυο σκέλη: Το ένα υποστηρίζει τη συνέχιση της Κυβέρνησης Παπαδήμου ως το τέλος της τετραετίας και το δεύτερο, που είναι εναλλακτικό του πρώτου, τη λήψη απόφασης επί του νέου πακέτου στήριξης μετά τις ενδεχόμενες εκλογές του προσεχούς Απριλίου. Οι Γερμανοί φοβούνται ότι εάν εκλεγεί νέα Κυβέρνηση με ανανεωμένη τη λαϊκή εντολή, θα ισχυριστεί ότι δεν δεσμεύεται από προηγούμενες δεσμεύσεις. Υπάρχει ακόμη μια πρόταση, που αφορά στο ρόλο της Τρόικας, τον οποίο το Βερολίνο θέλει να είναι ενισχυμένος με λόγο στα οικονομικά της Ελλάδας.

Μείγμα συνταγής …
ΑΛΗΘΕΣ είναι ότι το ζητούμενο δεν είναι οι δεσμεύσεις των Ελλήνων πολιτικών μόνο, αλλά εάν θα βγει η Ελλάδα από τον φαύλο κύκλο και αν θα σωθεί, εξέλιξη, που λογικά θα είναι επωφελής κυρίως για τους δανειστές της και την ευρωζώνη. Συνεπώς, το ζητούμενο είναι κατά πόσον το μείγμα της οικονομικής πολιτικής και των μεταρρυθμίσεων, όπως επί μακρόν υποστήριζε ο Αντώνη Σαμαράς, θ’ αλλάξει την κατάσταση, ώστε η Ελλάδα να καταφέρει να σπάσει τον φαύλο κύκλο στον οποίο παγιδεύτηκε από τα δικά της λάθη και από την κακή εκτίμηση και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της ίδιας της Γερμανίας.

Με την υφιστάμενη κατάσταση, όμως, με μια Κυβέρνηση, η οποία δεν απηχεί στη λαϊκή βούληση, πώς η Ελλάδα θα βγει από το αδιέξοδο; Όταν, μάλιστα, το δημοκρατικό έλλειμμα είναι πρόδηλο, καθότι η Κυβέρνηση Παπαδήμου δεν απολαύει της πραγματικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού. Και μέρα με τη μέρα ο ελληνικός λαός, λόγω της σκληρότητας των μέτρων, όχι μόνο σφίγγει το ζωνάρι, αλλά ταυτοχρόνως επαναστατεί και, καλώς ή κακώς, αισθάνεται την Κυβέρνηση Παπαδήμου ως ξένη, ως επιβαλλόμενη και περίπου με τα μέτρα που αποδέχεται, προκειμένου ν’ αποφύγει την άτακτη χρεοκοπία, ως οιονεί κατοχική! Αφού τελεί υπό τον αυστηρό έλεγχο της Τρόικας, η οποία έχει μετά των Γερμανών τον τελευταίο λόγο.

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις34 δευτερόλεπτα πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις27 λεπτά πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις2 ώρες πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Δημοφιλή